Legislator Case Law & Legislation
775/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for failure to prove non-consideration of specific land claims.

Case Number 775/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's decision to reject the plaintiffs' claim for ejectment from the property. The plaintiffs argued the court failed to consider specific land sections in their topographic map, but the court found these sections were already included in the disputed area. Consequently, the court ruled the lower court had properly addressed the claims and rejected the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Art. 560 no. 5 K.Pol.D.; An appeal alleging a court failed to consider submitted matters is inadmissible if the lower court's decision proves such matters were examined and rejected.

Keywords

AI generated
appeal admissibility non-consideration of matters property ejectment topographic map evidence procedural dismissal

Cited Legislation

AI generated
Art. 552 K.Pol.D.
Art. 553 K.Pol.D.
Art. 556 K.Pol.D.
Art. 558 K.Pol.D.
Art. 564 K.Pol.D.
Art. 566 §1 K.Pol.D.
Art. 577 §1 K.Pol.D.
Art. 577 §3 K.Pol.D.
Art. 118 no. 4 K.Pol.D.
Art. 566 no. 1 K.Pol.D.
Art. 560 no. 5 K.Pol.D.
Art. 495 no. 3 K.Pol.D.
Art. 176 K.Pol.D.
Art. 183 K.Pol.D.
Art. 191 no. 2 K.Pol.D.

Cited Case Law

AI generated
OL AP 25/2003

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 775 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 775/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου-Εισηγητή, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 27 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Α. Α. του Α., κατοίκου ..., 2) Ε. Α. του Δ., κατοίκου …, 3) Ά. Α. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελευθερία Ρίζου που ανακάλεσε την από 25-1-2021 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Δ. του Κ., 2) Μ.-Κ. Δ. του Κ., κατοίκων ...), οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Γκεσούλη που ανακάλεσε την από 20-1-2021 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-12-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κασσάνδρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 172/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 224/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-1-2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η πληρεξούσια των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 224/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής (τακτικής διαδικασίας) που δίκασε ως Εφετείο, αντιμωλία των διαδίκων, δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά έφεση των αναιρεσιβλήτων - εναγομένων κατά της 172/2017 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Κασσάνδρας Χαλκιδικής, εξαφάνισε την προσβαλλόμενη απόφαση και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 21/12/2016 αγωγή αποβολής από τη νομή ακινήτου των αναιρεσειουσών. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 §1 Κ.Πολ.Δ) και καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο. Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 § 1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 § 3 Κ.Πολ.Δ).

2. Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ή 560 του ΚΠολΔ θεμελιώνεται η προβαλλομένη αιτίαση.

Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ή, επί αποφάσεως Ειρηνοδικείου ή Πρωτοδικείου, που εκδίδεται σε έφεση κατ' αποφάσεως Ειρηνοδικείου, 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζονται, πλην των άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, καθώς επίσης, εφ' όσον το δικαστήριο έκρινε επί της ουσίας της υποθέσεως, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, ήτοι τα πραγματικά γεγονότα, που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλομένη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, εάν, δε, απέρριψε την αγωγή ή γενικώς τον ισχυρισμό ως μη νόμιμο πρέπει να εκτίθεται το περιεχόμενο της αγωγής ή του ισχυρισμού, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου της αναιρέσεως δεν δύναται να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΑΠ 1704/2014).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 περ. β' ΚΠολΔ προκύπτει ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή, των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχολήσεως, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως μόνον όταν αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων και όχι στη διαπίστωση των γεγονότων αυτών.

Ειδικότερα, αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει με βάση αυτά την έννοια κανόνος δικαίου, ιδίως, όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό (ΑΠ 147/2018).

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1β του άρθρου 560 ΚΠολΔ "επειδή το δικάσαν δικαστήριο ήχθη στην κρίση του αφού έλαβε υπόψιν του "τα διδάγματα της κοινής πείρας "χωρίς όμως να προσδιορίσει ποια διδάγματα της κοινής πείρας εχρησιμοποίησε, σε ποια από τις κρίσεις του εχρησιμοποίησε τα διδάγματα της κοινής πείρας και για ποιο σκοπό εχρησιμοποίησε τα διδάγματα της κοινής πείρας και δη εάν τα εχρησιμοποίησε για την ανεύρεση της αληθούς εννοίας κανόνος δικαίου ή για την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε κανόνα δικαίου ή για την εκτίμηση των αποδείξεων".

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί δεν επικαλούνται οι αναιρεσείουσες τη συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, καθώς επίσης, εφ' όσον το δικαστήριο έκρινε επί της ουσίας της υποθέσεως, την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, ήτοι τα πραγματικά γεγονότα, που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η αποδιδόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, και ότι το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει με βάση αυτά την έννοια κανόνος δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό, προϋποθέσεις που απαιτούνται για τη θεμελίωση του αναιρετικού λόγου εκ του άρθρου 560 & 1β του ΚΠολΔ, οι οποίες δεν αναφέρονται εν προκειμένω. ?

3.Από τη διάταξη του άρθρου 974 ΑΚ, με την οποία ορίζεται, ότι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία με διάνοια κυρίου, συνάγεται ότι η νομή συγκροτείται από δύο στοιχεία, το σωματικό και το πνευματικό, περί της συνδρομής των οποίων κρίνει το δικαστήριο με βάση τις εμφανείς υλικές πράξεις επί του πράγματος, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και με τις οποίες εκδηλώνεται η θέληση εξουσίας αυτού με διάνοια κυρίου.

Ως πράξεις νομής, όταν πρόκειται για ακίνητο, θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η επίσκεψη, η επίβλεψη και εποπτεία τούτου και των ορίων του από τυχόν καταπατήσεις, ο καθαρισμός αυτού, ως και οι καταμετρήσεις και η σύνταξη διαγραμμάτων. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 984 εδ.α' ΑΚ, η νομή προσβάλλεται είτε με διάταξη, είτε με αποβολή του νομέα, εφόσον αυτές γίνονται παράνομα και χωρίς τη θέλησή του, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 987 ΑΚ, ο νομέας που αποβλήθηκε παράνομα από τη νομή του έχει δικαίωμα να αξιώσει την απόδοσή της απ' αυτόν που νέμεται επιζήμια απέναντι του.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αποβολή από τη νομή αποτελεί προσβολή της νομής, από την οποία ο νομέας μπορεί να προστατευθεί με την προβλεπόμενη από το ανωτέρω άρθρο 987 ΑΚ αγωγή, όταν η αποβολή είναι παράνομη και γίνεται χωρίς τη θέληση του (ΑΠ 1801/2009), εφόσον όμως ο ίδιος έχει τη νομή του πράγματος, τη φυσική δηλαδή εξουσίαση αυτού με διάνοια κυρίου, κατά το χρόνο της αποβολής.

4.Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ. αναίρεση, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (Ολ ΑΠ 7/2006). Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται, δε, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018).

5. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια του λόγου αυτού αναίρεσης, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999).).

Η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση που έχει διατυπωθεί για τη στήριξη του διατακτικού της, δηλαδή, από τις παραδοχές της για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση του για παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.

Για τη διαδικαστική πληρότητα του λόγου αυτού αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης και, ειδικότερα, όταν προβάλλεται αιτίαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες της, πρέπει να προσδιορίζονται ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση, ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία της (Ολ ΑΠ 20/2005), ενώ, στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια" και "αντίφαση" (ΟλΑΠ 32/1996), καθώς και το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ως προς το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Ως ζητήματα, δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, γιατί το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα στην κρίση του αυτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 24/1992).

6.Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτουν οι εξής παραδοχές "Δυνάμει της υπ' αριθμ. …/…-5-1989 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Κασσάνδρας Αναστασίας Σαφράλη νόμιμα μεταγεγραμμένης στον τόμο … και αριθμ. … των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κασσάνδρας Χαλκιδικής, η Μ.

χήρα Α. Κ., το γένος Δ. και Μ. Λ., αποδέχθηκε την σε αυτή επαχθείσα κληρονομιά του αποβιώσαντος συζύγου της Α. Κ. του Α. και Μ., στην οποία περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, ένας αγρός στη θέση "…" της κτηματικής περιοχής της Κοινότητας … έκτασης 10.229 τ.μ., συνορευόμενος γύρωθεν με αγρούς Ε. Γ., Δ. Κ., αγροτική οδό και δημόσιο δάσος.

Ακολούθως, δυνάμει του υπ' αριθμ. …/….05.1989 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή της συμβολαιογράφου Κασσάνδρας Αναστασίας Σαφράλη, νόμιμα μεταγεγραμμένου στον τόμο … και αριθμ. … των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κασσάνδρας Χαλκιδικής, η Μ. χήρα Α. Κ.-Λ. δώρισε στον Α. Κ. του Α. και Μ. έναν αγρό, στη θέση "…" της κτηματικής περιοχής Κοινότητας ..., έκτασης 10.229 τ.μ., συνορευόμενο γύρωθεν σε πλευρά Ε-Δ 8,85 γρ.μ.

με αγρό κληρονόμων Γ. Γ., επί πλευράς Δ-Γ 6,10 γρ.μ. με αγροτικό δρόμο, σε πλευρά Γ- Β 55,50 γρ.μ. και Β-Α 21,00 γρ.μ. με αγρό Ε. Π. Γ., σε πλευρά Α-Ρ 28,50 γρ.μ., Ρ-Π 104,65 γρ.μ., Π-0 97,00 γρ.μ., Ο-Ξ 27,00 γρ.μ., Ξ-Ν 29,50 γρ.μ., Ν-Μ 39,10 γρ.μ., Μ-Λ 33,75 γρ.μ., Α-Κ 20,75 γρ.μ. και Κ-Κ' 13,80 γρ.μ. με δημόσια δασική έκταση, σε πλευρά Κ'-Γ 89,70 γρ.μ., Γ-Ρ' 44,10 γρ.μ., Ρ'-Α' 28,50 γρ.μ., Α'-Β' 18,40 γρ.μ., Β'-Γ' 51,50 γρ.μ.

και Γ'-Ε' 6,10 γρ.μ. με αγρό Δ. Κ., όπως εμφαίνεται στο συνημμένο στο προαναφερόμενο συμβόλαιο τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Ι. Π.. Δυνάμει της υπ' αριθμ. …/….12.1989 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς εκ διαθήκης της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Παρασκευής Γκόγκου-Μεγγιάνη, νόμιμα μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κασσάνδρας Χαλκιδικής, η Μ.

σύζυγος Ι. Λ., το γένος Δ. και Β. Κ. αποδέχθηκε την σε αυτήν επαχθείσα κληρονομιά του αποβιώσαντος παππού της Α. Κ., στην οποία περιλαμβάνεται το μισό βόρειο διαιρετό τμήμα αγρού, που ευρίσκεται στη θέση "…", συνολικής έκτασης 20.458 τ.μ. και συνορεύει με δημόσια δασική έκταση και με ιδιοκτησίες Ε. Π. Γ., κληρονόμων Γ.

Γ. και Β. Φ.. Ακολούθως, δυνάμει του υπ' αριθμ. …/….05.1990 συμβολαίου πώλησης της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Παρασκευής Γκόγκου-Μεγγιάνη, νόμιμα μεταγεγραμμένου τον τόμο … και αριθμ. … των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κασσάνδρας Χαλκιδικής, οι πωλητές Α. Κ. και Μ. Λ. μεταβίβασαν κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή στην πρώτη ενάγουσα Α.

Α. έναν ενιαίο αγρού, εμβαδού 20.458,00 τ.μ. ευρισκόμενο στη θέση "…" της τοπικής κοινότητας ..., της δημοτικής ενότητας Παλλήνης του Δήμου Κασσάνδρας Χαλκιδικής, όπως αυτό εμφαίνεται στο συνημμένο στο ανωτέρω συμβόλαιο τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Π. Χ.. Δυνάμει του υπ' αριθμ. …/….06.2002 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Βαρβάρας-Βασιλικής Ελαία- Βλαχάκη, νόμιμα μεταγεγραμμμένου, η πρώτη ενάγουσα μεταβίβασε στη δεύτερη ενάγουσα ποσοστό 10% εξ αδιαιρέτου, και στην τρίτη ενάγουσα ποσοστό 5% εξ αδιαιρέτου επί του ανωτέρω αγρού, στις "…" ..., εμβαδού κατά τον τίτλο κτήσης 20.458,00 τ.μ.

και κατά το προσαρτώμενο στο ανωτέρω συμβόλαιο τοπογραφικό διάγραμμα της αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Ζ. Π. 20.059,00 τ.μ., που συνορεύει γύρω βόρεια εν μέρει με ιδιοκτησία κληρονόμων Γ. Γ., εν μέρει με ιδιοκτησία Π., εν μέρει με ιδιοκτησία Βα Μ. και εν μέρει με ιδιοκτησία Ε. Σ., νότια με δημόσιο δάσος, ανατολικά με δημόσιο δάσος και δυτικά εν μέρει με δημόσιο δάσος, εν μέρει με ιδιοκτησία Ε.

Π. Γ. και εν μέρει με αγροτικό δρόμο. Από τη σύγκριση των προαναφερόμενων τοπογραφικών διαγραμμάτων, ήτοι του επισυναπτόμενου στο υπ' αριθμ. …/…..05.1989 συμβόλαιο τοπογραφικού διαγράμματος του αρχιτέκτονα μηχανικού Ι. Π., του συνημμένου στο υπ' αριθμ. …/….05.1990 συμβόλαιο τοπογραφικού διαγράμματος του πολιτικού μηχανικού Π.

Χ. και του συνημμένου στο υπ' αριθμ. …/….06.2002 συμβόλαιο τοπογραφικού διαγράμματος της Ζ. Π., προκύπτει σαφής διαφοροποίηση των ορίων του ακινήτου των εναγουσών, καθόσον στο μεν τοπογραφικό διάγραμμα του Ι. Π. εμφανίζεται το ακίνητο των εναγουσών να συνορεύει σε πλευρά Γ-Δ 6,10 γρ.μ. με αγροτικό δρόμο, πλάτους 4,00 μέτρων, στο δε τοπογραφικό διάγραμμα του Π.

Χ. και στο τοπογραφικό διάγραμμα της Ζ. Π. εμφανίζεται το ακίνητο των εναγουσών να περιλαμβάνει και τον ανωτέρω εμφανιζόμενο ως αγροτικό δρόμο. Σημειωτέον ότι με την υπ' αριθμ. πρωτ. …/….11.1988 βεβαίωση του Δασαρχείου Κασσάνδρας βεβαιώνεται ότι η απεικονιζόμενη στο συνημμένο τοπογραφικό διάγραμμα του Μηχανικού Σ.

Π. έκταση με στοιχεία ΑΒΓ...ΠΡΑ, εμβαδού 20.458 τ.μ. κατά τον μηχανικό στη θέση "..." ... δεν είναι δασική ούτε δασικού χαρακτήρα, στο ανωτέρω δε τοπογραφικό διάγραμμα η πλευρά Γ-Δ μήκους 6,10 γρ.μ. απεικονίζεται ως όριο του ακινήτου, στην ίδια θέση που τοποθετείται και με το τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Ι.

Π.. Ακόμη αποδείχθηκε ότι δυνάμει του υπ' αριθμ. …/….08.1937 συμβολαίου αγοραπωλησίας αγρού του συμβολαιογράφου Βάλτας Γεωργίου Μαρκέλου, νόμιμα μεταγεγραμμένου στον τόμο … και αριθμ. … των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κασσάνδρας Χαλκιδικής, ο Γ. Ι. Χ. πώλησε στον Γ. Α. Δ. έναν αγρό κείμενο στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ...

…, έκτασης δέκα παλαιών στρεμμάτων μετά μιας "εν αυτώ ελαίας", συνορευόμενο γύρωθεν με αγρό Α. Κ., Κ. Β., Γ. Γ. και νότια με αγρό Α. Β.. Στη συνέχεια, δυνάμει του υπ' αριθμ…./….09.1994 συμβολαίου γονικής παροχής ακινήτων της συμβολαιογράφου Κασσάνδρας Χαλκιδικής Αναστασίας Σαφράλη, νόμιμα μεταγεγραμμένου στον τόμο … και αριθμ.

… των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κασσάνδρας Χαλκιδικής, ο Χ. Δ. του Α. και Ε. μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στον υιό του Κ. Δ. του Χ. και Σ. έναν αγρό στη θέση "…" της κτηματικής περιοχής της κοινότητας ..., έκτασης έξι στρεμμάτων, κατόπιν δε νεότερης εμβαδομέτρησης έκτασης 5.500 τ.μ., συνορευόμενο γύρωθεν Ανατολικά με αγρό κληρονόμων Α.

Κ., Δυτικά με αγροτικό δρόμο, Βόρεια με αγρό κληρονόμων Γ. Γ. και Νότια με αγρό Ε. και Ε. Δ.. Σημειωτέον ότι στην υπ' αριθμ. …/….10.1976 δημόσια διαθήκη του Χ. Δ. του Α. και Ε. ενώπιον της συμβολαιογράφου Κασσάνδρας Αναστασίας Μαρμαρίδου Σαφράλη, ο ανωτέρω αγρός, έκτασης έξι στρεμμάτων, περιγράφεται ως συνορευόμενος γύρωθεν προς ανατολάς με Α.

Δ., βόρεια με Γ. Γ., δυτικά με αγροτικό δρόμο και νότια με Ε. Δ., προερχόμενος εξαγοράς το έτος 1935. Τέλος, δυνάμει του υπ' αριθμ. …/….12.2010 συμβολαίου γονικής παροχής αγροτεμαχίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελένης Γαλανού, νόμιμα μεταγεγραμμένου στον τόμο … και αριθμ. … των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κασσάνδρας Χαλκιδικής, ο Κ.

Δ. του Χ. και Σ. μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στα τέκνα του Χ. Δ. και Μ.-Κ. Δ. (εναγόμενους ήδη εκκαλούντες), τον ανωτέρω αγρό, ευρισκόμενο στη θέση "…" του Δ.Δ. ..., έκτασης έξι στρεμμάτων, κατόπιν δε νεότερης εμβαδομέτρησης 5.500 τ.μ., συνορευόμενο Ανατολικά με αγρό κληρονόμων Α. Κ., Δυτικά με αγροτικό δρόμο, Βόρεια με αγρό κληρονόμων Γ.

Γ. και νότια με αγρό Ε. και Ε. Δ., όπως ο ανωτέρω αγρός εμφαίνεται μεταξύ των στοιχείων ΑΒΓΔΕΖΗΑ στο τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Χ. Δ.. Το ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα είναι συνημμένο στην υπ' αριθμ. …/….02.2003 άδεια διορόφου οικοδομής με υπόγειο και περίφραξη του Πολεοδομικού Γραφείου Ν.

Μουδανιών Χαλκιδικής, που εκδόθηκε έπειτα από την από 14.12.2001 αίτηση του Κ. Δ. και δεν ανακλήθηκε, καίτοι υποβλήθηκε σχετική αίτηση εκ μέρους των εναγουσών (βλ. την προσκομισθείσα υπ' αριθμ. πρωτ. …/….07.2016 αίτηση ανάκλησης και το υπ' αριθμ. πρωτ. …/….07.2016 έγγραφο του Τμήματος Έκδοσης Αδειών Δόμησης και Πολεοδομικών Εφαρμογών του Δήμου Ν.

Προποντίδας με θέμα απάντηση σε αίτηση σχετικά με την υπ' αριθμ. …/2003 Οικοδομική Άδεια), και συνοδεύει την υπ' αριθμ. …./…..11.2001 πράξη χαρακτηρισμού έκτασης του Δασάρχη Κασσάνδρας Χαλκιδικής, με την οποία χαρακτηρίζεται η έκταση που καταλαμβάνει το ανωτέρω ακίνητο ως μη δασική, διότι έχει την ίδια μορφή από το έτος 1945, συνορεύει δε βόρεια, νότια και ανατολικά με αγροτική έκταση, και δυτικά με αγροτικό δρόμο.

Αξιοσημείωτο είναι ότι δυνάμει της υπ' αριθμ. 47/1987 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, που εκδόθηκε επί αγωγής της Κ. συζύγου Π. Δ., το γένος Γ. Γ., κατά των εναγομένων Ο. χήρας Γ. Γ., το γένος Ι. Χ., Μ. συζύγου Γ. Σ. και Γ. Γ. του Γ., το συνορεύον το ακίνητο των εναγομένων ακίνητο ιδιοκτησίας πλέον κληρονόμων Γ.

Γ. περιγράφεται ως συνορευόμενο Ανατολικά με αγρό Γ. Γ., Δυτικά με αγροτικό δρόμο, Βόρεια με αγροτικό δρόμο και Νότια με ιδιοκτησίες Ε. Γ. (οικογένειας Δ.) και Α. Κ.. Ακόμη από την επισκόπηση των αεροφωτογραφιών των ετών 1960,1980 και 1993 καθώς και των δορυφορικών εικόνων με ημερομηνία λήψης 17.01.2004, 02.10.2009, 28.03.2012, 24.09.2013, 18.03.2014 και 12.04.2016 προκύπτει ότι σε αυτές εμφαίνεται το φυσικό κοινό όριο των ιδιοκτησιών Δ.-Α., ήτοι ανατολικό για τους Δ.

και δυτικό για τις Α., και ο αγροτικός δρόμος δυτικά της ιδιοκτησίας Δ. και Γ., όπως προκύπτει και από την προσκομισθείσα από τους εναγόμενους από 25.08.2016 τεχνική έκθεση του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Α. Τ., η οποία συντάχθηκε αφού ελήφθησαν υπόψη, μεταξύ άλλων, δημόσια έγγραφα, συμβολαιογραφικές πράξεις και τοπογραφικά διαγράμματα ακόμη και όμορων ιδιοκτητών, αεροφωτογραφίες και δορυφορικές εικόνες διαφορετικών ημεροχρονολογιών.

Η ανωτέρω τεχνική έκθεση δεν αντικρούεται από την προσκομισθείσα από τις ενάγουσες από 27.06.2016 τεχνική έκθεση της αγρονόμου τοπογράφου Μ. Κ., η οποία συντάχθηκε κατόπιν επιτόπιων μετρήσεων στηριζόμενη στα υπ' αριθμ. …/1990 και …/2002 συμβολαιογραφικά έγγραφα και τα συνοδεύοντα αυτά τοπογραφικά διαγράμματα.

Από την εκτίμηση των ανωτέρω αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων σαφώς προέκυψε ότι οι ιδιοκτησίες Δ. και κληρονόμων Γ. ήταν πάντα όμορες, είχαν δηλαδή κοινό όριο επαφής, ότι το ακίνητο ιδιοκτησίας των εναγουσών είναι περίκλειστο, χωρίς πρόσβαση στον υπάρχοντα στα δυτικά της ιδιοκτησίας των εναγομένων αγροτικό δρόμο, ότι οι ενάγουσες διέρχονταν από την ιδιοκτησία των τελευταίων, από εδαφική λωρίδα ευρισκόμενη στο όριο αυτής με την ιδιοκτησία κληρονόμων Γ., προκειμένου να μεταβούν στο ακίνητο τους, είτε οι ίδιες, είτε τρίτοι στους οποίους είχαν αναθέσει την καλλιέργεια του, ενώ ουδέποτε οι ενάγουσες απέκτησαν κυριότητα της περιγραφόμενης στην υπό κρίση αγωγή λωρίδας ούτε άσκησαν πράξεις νομής επ' αυτής, η δε περίφραξη της ιδιοκτησίας των εναγομένων τοποθετήθηκε το Μάιο του έτους 2016, στο ανατολικό όριο του ακινήτου τους, που συνορεύει με το ακίνητο των εναγουσών, με βάση το τοπογραφικό της προαναφερόμενης υπ' αριθμ.

…/….02.2003 άδεια διορόφου οικοδομής με υπόγειο και περίφραξη του Πολεοδομικού Γραφείου Ν. Μουδανιών. Τα ανωτέρω σαφώς προκύπτουν και από τα ενόρκως βεβαιωθέντα: (α) στην υπ' αριθμ. …/….03.2017 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Κασσάνδρας Χαλκιδικής αφενός μεν του συζύγου της δεύτερης ενάγουσας, Θ. Ο., ο οποίος κατέθεσε ότι τόσο οι μεσίτες όσο και οι υποψήφιοι αγοραστές, αλλά και ο ίδιος προσωπικά διέρχονταν από τη συγκεκριμένη λωρίδα, προκειμένου να φτάσουν στον αγρό 20 στρεμμάτων που διαθέτουν, είτε για να τον δουν είτε για να τον καθαρίσουν, ότι δεν υπάρχει πρόσβαση από πουθενά αλλού σε αυτούς, γιατί περικλείονται από δάσος δύσβατο και άλλες ιδιοκτησίες, οι οποίες είναι περιφραγμένες, ότι όλα τα χρόνια διέρχονται από τη συγκεκριμένη λωρίδα για να μεταβούν στην ιδιοκτησία τους και δεν ενοχλήθηκαν ποτέ από κανένα για κανένα λόγο, ότι όλοι οι αγρότες διέρχονταν από τη συγκεκριμένη δίοδο για να καλλιεργήσουν αυτό τον αγρό χωρίς κανείς ποτέ να τους ενοχλήσει, αφού δεν υπάρχει πρόσβαση από πουθενά αλλού με τα οχήματά τους επιβατηγά, αγροτικά, επαγγελματικά, ότι το έτος 2012 οι εναγόμενοι είχαν κατασκευάσει ένα τοιχίο αντιστήριξης τους εδάφους για να προστατεύσουν τις νεοαναγερθείσες οικίες τους, ότι στις 25.05.2016 οι εναγόμενοι τοποθέτησαν περίφραξη στο σύνορο με την ιδιοκτησία των εναγουσών και έκλεισαν εντελώς τη δίοδό τους σε αυτήν, αφετέρου δε του Μ.

Ζ., ο οποίος περί τις αρχές του έτους 2016 εισήλθε με το χωματουργικό μηχάνημα του στον αγρό των εναγουσών από την ανωτέρω εδαφική λωρίδα, προκειμένου να τον καθαρίσει, και (β) στην υπ' αριθμ. …/….03.2017 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αρναίας Χαλκιδικής αφενός μεν του πατέρα των εναγομένων Κ. Δ., ο οποίος κατέθεσε ότι τα επίδικα τμήματα ανήκουν στην ιδιοκτησία των εναγομένων, ότι οι ενάγουσες από το έτος 1990 δεν εκμεταλλεύθηκαν το ακίνητο τους πέραν των δύο ετών, το εγκατέλειψαν παντελώς, δεν το όργωναν ούτε το καλλιεργούσαν για χρονικό διάστημα πλέον των είκοσι ετών, δεν περνούσαν από την ανωτέρω εδαφική λωρίδα ούτε ασκούσαν νομή σ' αυτήν, ότι το Μάιο του έτους 2016 έστειλαν μπουλντόζα για να εκχερσώσει το δασωτέο χωράφι τους, μέσα από το χωράφι των εναγομένων και τότε οι τελευταίοι τοποθέτησαν την περίφραξη στο ανατολικό τμήμα του οικοπέδου τους σύμφωνα με τα συμβόλαια, την οικοδομική άδειά τους και την υφιστάμενη κατάσταση από πάππου προς πάππου που κατείχαν αδιατάρακτα, τόσο οι εναγόμενοι όσο και οι δικαιοπάροχοι τους, αφετέρου δε του Α.

Μ., ο οποίος κατέθεσε ότι το έτος 1989 τον πλήρωσαν οι τότε ιδιοκτήτες κληρονόμοι Κ., από τους οποίους αγόρασαν οι ενάγουσες το ακίνητο, και καθάρισαν το χωράφι τους, ότι τότε είχε μπει στο χωράφι των εναγουσών όχι από την εδαφική λωρίδα που αναφέρουν οι ενάγουσες, αλλά από ανατολικά που πάει ο δρόμος …-…., γιατί από εκεί είχε πέρασμα μέσα από άλλα χωράφια, τα οποία τα αγόρασαν τρίτοι, τα έφραξαν κι έχτισαν, ότι από την ιδιοκτησία Δ.

δε μπορούσε να περάσει διότι αυτή ήταν σπαρμένη με σιτάρι και το βόρειο τμήμα ήταν βαλτώδες, ότι από το έτος 1990 το χωράφι των εναγουσών έμεινε ακαλλιέργητο και πρόσφατα έβαλαν φορτωτή μεγάλο, του Ζ. από τη …, να ξεριζώσει τα πεύκα και τους θάμνους που είχαν φυτρώσει στο χωράφι των εναγουσών επειδή δεν το καλλιεργούσαν, ότι όσο καλλιεργούσε το χωράφι των εναγομένων κανένας δεν παραπονέθηκε που δεν άφηνε οποιονδήποτε να περάσει μέσα από το χωράφι που καλλιεργούσε, ούτε οι ενάγουσες παραπονέθηκαν γιατί όργωνε τον επίδικο διάδρομο στα βόρεια και το τμήμα στην ανατολική πλευρά της ιδιοκτησίας Δ., μέχρι τη θέση της περίφραξης με συρματόπλεγμα, ότι το χωράφι των εναγουσών ήταν τυφλό από όλες του τις πλευρές κι ότι ποτέ δεν υπήρχε δρόμος στο χωράφι του Δ.

και του Σ. (πρώην Γ.). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι ουδέποτε έλαβε χώρα η επικαλούμενη στην αγωγή αποβολή των εναγουσών από τη συννομή τους, καθόσον ουδέποτε οι τελευταίες άσκησαν πράξεις νομής στο εμφαινόμενο στο συνημμένο στην κρινόμενη αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα της αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Μ.

Κ. ως καταπατημένο τμήμα, ενώ οι εναγόμενοι τοποθέτησαν στις 25.05.2016 περίφραξη στα όρια της ιδιοκτησίας τους, δεδομένου δε ότι δεν αποδείχθηκαν τα πραγματικά περιστατικά της ανωτέρω αγωγής, παρήλκε η εξέταση της προταθείσας από τους εναγόμενους ένστασης ενιαυσίας παραγραφής κατ' άρθρο 992 ΑΚ. Επομένως, έπρεπε να απορριφθεί η ανωτέρω αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, το δε πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, αναγνώρισε τις ενάγουσες συννομείς κατά ποσοστό 85% την πρώτη, 10% τη δεύτερη και 5% την τρίτη στο επίδικο εδαφικό τμήμα, εμβαδού 445,31 τ.μ., έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, δεκτού γενομένου του πρώτου λόγου έφεσης ως ουσιαστικά βάσιμου.

Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη έφεση και ως βάσιμη κατ' ουσίαν, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση, να δικασθεί η υπ' αριθμ. έκθ. κατάθ. 23/21.12.2016 αγωγή από το παρόν Δικαστήριο και να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη". ? Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο, αφού δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την έφεση των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο είχε κρίνει αντιθέτως και αφού αναδίκασε την αγωγή των αναιρεσειουσών περί αποβολής τους από τη νομή του επιδίκου ακινήτου, στη συνέχεια, την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Ειδικότερα, δέχθηκε το Πρωτοδικείο ότι το ακίνητο ιδιοκτησίας των εναγουσών είναι περίκλειστο, χωρίς πρόσβαση στον υπάρχοντα στα δυτικά της ιδιοκτησίας των εναγομένων αγροτικό δρόμο, ότι οι ενάγουσες διέρχονταν από την ιδιοκτησία των τελευταίων, από εδαφική λωρίδα ευρισκόμενη στο όριο αυτής με την ιδιοκτησία κληρονόμων Γ., προκειμένου να μεταβούν στο ακίνητο τους, είτε οι ίδιες, είτε τρίτοι στους οποίους είχαν αναθέσει την καλλιέργειά του, ενώ ουδέποτε οι ενάγουσες άσκησαν πράξεις νομής στο επίδικο εδαφικό τμήμα, και ότι ουδέποτε έλαβε χώρα η επικαλούμενη στην αγωγή αποβολή των εναγουσών από τη συννομή τους, καθόσον ουδέποτε οι τελευταίες άσκησαν πράξεις νομής στο εμφαινόμενο στο συνημμένο στην κρινόμενη αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα της αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Μ.

Κ. ως καταπατημένο εδαφικό τμήμα. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη άσκησης από τις ενάγουσες πράξεων νομής επί του επιδίκου, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής των προαναφερομένων διατάξεων άρθρων 974, 976 και 987 του ΑΚ, τις οποίες το Εφετείο και δεν παραβίασε ευθέως, άλλως εκ πλαγίου ενώ ορθά δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1118, 1119, 1120, 1121 και 1045 ΑΚ που δεν ήταν εφαρμοστέες στην κρινόμενη υπόθεση, που αφορά αγωγή αποβολής από τη νομή και όχι διεκδικητικη αγωγή κυριότητας ή προστασίας πραγματικής δουλείας, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνουν οι αναιρεσείουσες.

Επίσης, δεν υφίσταται αντίφαση μεταξύ της παραδοχής ότι διέρχονταν οι ενάγουσες από την ιδιοκτησία των εναγομένων, προκειμένου να μεταβούν στα ακίνητά τους, και της παραδοχής ότι οι ενάγουσες δεν άσκησαν πράξεις νομής (κατοχής με διάνοια κυρίου) επί του επιδίκου δεδομένου ότι δεν υπάρχει παραδοχή στην απόφαση ότι η διέλευση των τελευταίων από το επίδικο τμήμα γινόταν με διάνοια κυρίου.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο δεύτερος από το άρθρο 560 αριθμ. 1, άλλως 6 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν τ' αντίθετα. Κατά τα λοιπά, οι αιτιάσεις ότι έσφαλε η προσβαλλόμενη και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, επειδή έκρινε, με πλεοναστική κρίση, ότι οι ενάγουσες δεν κατέστησαν κυρίες της επίδικης έκτασης και ότι το ακίνητο των εναγουσών είναι περίκλειστο , πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος;

γιατί με την επίκληση του ανωτέρω λόγου επιχειρείται ο έλεγχος της αναιρετικά ανέλεγκτης (άρθρο 561 &1 ΚΠολΔ) ουσιαστικής κρίσης του Δικαστηρίου.

6.Επειδή κατά το άρθρο 560 αρ. 5 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης, αυτής θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους θεμελιώνουν κατά νόμο το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, κυρίας παρεμβάσεως, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή άλλη αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων προς παροχή έννομης προστασίας.

Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος αν προκύπτει από την απόφασή του δικαστηρίου της ουσίας, ότι έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (Ολ ΑΠ 25/2003). Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση από τον αρ. 5β του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενη στο ότι το Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν νόμιμα και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, η παράβαση αυτή συντελέσθηκε, κατά τις αναιρεσείουσες, επειδή το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να ερευνήσει τους αγωγικούς ισχυρισμούς τους περί αποβολής τους, από ένα τμήμα του επιδίκου, και, ειδικότερα, ότι ασχολήθηκε το εφετείο μόνο με το τμήμα αυτού υπό στοιχεία Α-Β-Γ-Υ-Α και ουδόλως ασχολήθηκε με το τμήμα με τα στοιχεία Γ-Τ-Υ-Γ, όπως περιγράφονται τα επίδικα τμήματα στο επισυναπτόμενο στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης ουδέποτε έλαβε χώρα η επικαλούμενη στην αγωγή αποβολή των εναγουσών από τη συννομή τους, καθόσον ουδέποτε οι τελευταίες άσκησαν πράξεις νομής στο εμφαινόμενο στο συνημμένο στην κρινόμενη αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα της αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Μ.

Κ., ως καταπατημένο τμήμα. Όπως δε προκύπτει από την επισκόπηση του πιο πάνω τοπογραφικού διαγράμματος, το επίδικο εδαφικό τμήμα ορίζεται με τα στοιχεία ΑΒΓΤΥΑ, στο οποίο περιλαμβάνονται τα με τον εξεταζόμενο λόγο αναίρεσης επικαλούμενα δύο επιμέρους επίδικα τμήματα. Επομένως, προκύπτει ότι το εφετείο έλαβε υπόψη του τον παραπάνω αγωγικό ισχυρισμό και τον απέρριψε εκ του πράγματος.

Κατόπιν αυτών πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων σε βάρος των αναιρεσειουσών, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28/1/2020 αίτηση αναίρεσης κατά της 224/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, που δίκασε ως Εφετείο.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων σε βάρος των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Απριλίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Ιουνίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης καθώς και των αρχαιοτέρων Αρεοπαγιτών αποχωρησάντων από την Υπηρεσία, η αμέσως αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης