Supreme Court dismisses appeal against will revocation due to improper threat and mental incapacity findings.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Municipality of Apokoronas's appeal against the First Instance Court's decision to revoke a will. The appellant argued the testator was mentally incapacitated and under duress, but the appellate court found the testator capable and the threat insufficient to cause fear. The court ruled the appeal inadmissible because it challenged the appellate court's final judgment on the merits regarding the testator's mental state.
Legislator headnote
AI generatedArticles 150, 151, 1782, 1719 of the Civil Code; An appeal challenging a final judgment on the merits regarding the validity of a will based on alleged duress or mental incapacity is inadmissible if the lower court's findings on these facts are not clearly erroneous.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 775 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 775/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή-Εισηγήτρια, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη, Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 19η Φεβρουαρίου 2020 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΟΤΑ με την επωνυμία "Δήμος Αποκορώνου", που εδρεύει στις ..., νομίμως εκπροσωπουμένου, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Εμμανουήλ Νικολούδη Της αναιρεσίβλητης: Α. συζ. Ν. Κ., το γένος Λ., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αδαμάντιο Αρετάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-8-2016 αγωγή του αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11/2017 οριστική ίδιου Δικαστηρίου, 78/2018 Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29-3-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης να απορριφθεί καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη .
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1782 ΑΚ, η διάταξη της διαθήκης είναι ακυρώσιμη, αν είναι προϊόν απειλής, που ασκήθηκε παράνομα ή αντίθετα προς τα χρηστά ήθη. Όπως δε προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 150, 151 και 1782§1 ΑΚ για την ακύρωση της διαθήκης που συντάχθηκε υπό το κράτος απειλής, απαιτείται η απειλή να ασκήθηκε παράνομα ή αντίθετα προς τα χρηστά ήθη και στις συγκεκριμένες συνθήκες, να προξενεί φόβο σε γνωστικό άνθρωπο και επιπλέον να εκθέτει σε σπουδαίο και άμεσο κίνδυνο τη ζωή, τη σωματική ακεραιότητα, την ελευθερία, την τιμή, την περιουσία αυτού που απειλήθηκε ή των προσώπων που συνδέονται μαζί του στενότατα, να ήταν δε, τέτοια ώστε συνεπεία της απειλής προέβη ο διαθέτης στη σύνταξη της διαθήκης.
Η απειλή μπορεί να συντελεστεί με οποιοδήποτε μέσο ή τρόπο και σε οποιοδήποτε χρόνο (είτε πριν είτε κατά τη σύνταξη της τελευταίας διάταξης) και να υφίσταται εξακολουθητικώς και μετά τη σύνταξη της διαθήκης, μέχρι το θάνατο του διαθέτη, ώστε να μη μπορεί αυτός να την ανακαλέσει, υπάρχει δε τέτοια απειλή και όταν κάποιος απειλεί ασθενή ότι θα τον εγκαταλείψει μόνο (του) κατά τις τελευταίες ημέρες της ζωής του.
Περαιτέρω, κατ' άρθρ. 1719 αρ. 3ΑΚ, ανίκανοι να συντάσσουν διαθήκη, είναι όσοι κατά το χρόνο της σύνταξης της δεν έχουν συνείδηση των πράξεων τους ή βρίσκονται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής τους. Στη διάταξη αυτή προβλέπονται δύο περιπτώσεις ανικανότητας, ήτοι:
α) Η εξέλιξη συνείδησης, των πράξεων, η οποία υπάρχει όταν το πρόσωπο, από αίτιο νοσηρό ή μη, δεν έχει τη δύναμη ή να διαγνώσει το περιεχόμενο και την ουσία της πράξης που επιχειρεί και β) ο αποφασιστικός περιορισμός της λειτουργίας της, βούλησης από ψυχική ή διανοητική διαταραχή. Τέτοια κατάσταση (περιορισμού της λειτουργίας της βούλησης λόγω διανοητικής διαταραχής) είναι και η γεροντική άνοια, όταν από αυτή προκαλείται μόνιμη διαταραχή της λειτουργίας του νου, σε βαθμό που αποκλείει την ύπαρξη λογικής κρίσης.
Η απλή νοητική μείωση, που συνοδεύει συχνά τη γήρανση, είναι φαινόμενο απολύτως φυσιολογικό και η επίκληση και η απόδειξη της δεν δικαιολογεί, από μόνη της, ανικανότητα προς σύνταξη διαθήκης.
ΙΙ. Ο από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελλάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561§1 ΚΠολΔ, διότι πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
Έτι περαιτέρω αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (αρ. 8β, του άνω άρθρου). Ως "πράγματα" κατά την έννοια αυτή νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σε αυτούς (Ολ ΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (Ολ ΑΠ 469/1984) ούτε, τέλος, τα επιχειρήματα και συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών.
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν ο ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ ΑΠ 11/1996). Ακόμη, από τον αρ. 10 του άνω άρθρου, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή, αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με, την αγωγή ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά, χωρίς να απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα.
III. Η προσβαλλόμενη, 78/2018, απόφαση του (Τριμελούς) Εφετείου Κρήτης, επιτρεπτώς επισκοπούμενη, έχει ως εξής: "Από τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, μεταξύ των οποίων οι σχηματισθείσες ποινικές δικογραφίες και οι ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις που περιέχονται σε αυτές, καθώς και οι ιατρικές γνωματεύσεις που προσκομίζονται από τους διαδίκους, οι οποίες εκτιμώνται ελεύθερα, κατ' άρθρο 390 ΚΠολΔ, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Στις 1.3.14 απεβίωσε στα Χανιά η Μ. Π. του Ν., κάτοικος ..., η οποία ήδη από το έτος 2009 διέμενε στο .... Μετά το θάνατο της παραπάνω, δημοσιεύθηκαν δύο διαθήκες, ήτοι πρώτα η υπ' αριθμό .../31.12.12 δημόσια διαθήκη, που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Χανίων Δ. Λ. - Β. και δημοσιεύτηκε δυνάμει του υπ' αριθμό 20.3.14 πρακτικού δημόσιας συνεδρίασης του Ειρηνοδικείου Χανίων, με την οποία η θανούσα ανακάλεσε ρητά κάθε προηγούμενη διαθήκη της, όρισε δε ως κληρονόμους της κινητής και ακίνητης περιουσίας της τον Πολιτιστικό Σύλλογο Δ.Δ. ..., τον αθλητικό Σύλλογο ... "...", την Τοπική Κοινότητα ...
Αποκορώνου Χανίων, το Δημοτικό ... και το ίδρυμα ..., στους οποίους άφησε συγκεκριμένα ακίνητα ή τμήματα ακινήτων, που αναλυτικά περιγράφονται στη διαθήκη. Ακολούθως, δυνάμει του υπ' αριθμό 391/18.7.14 πρακτικού δημόσιας συνεδρίασης του Ειρηνοδικείου Χανίων, δημοσιεύτηκε η υπ' αριθμό .../28.12.13 μεταγενέστερη δημόσια διαθήκη της ίδιας ως άνω διαθέτιδας Μ.
Π., που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Χανίων Α. Ν., με την οποία η θανούσα ανακάλεσε κάθε άλλη προηγούμενη διαθήκη της και κατέλειπε πλέον όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία της στην εναγομένη - εφεσίβλητη Α. Κ., η οποία τυγχάνει μακρινή συγγενής της - ανιψιά της, ως ένδειξη της αγάπης και της ευγνωμοσύνης της προς αυτήν, όπως ρητά αναφέρεται στη διαθήκη, διότι μόνο αυτή, με τη συνδρομή και του συζύγου της Ν.
Κ., της συμπαραστέκεται καθημερινά, τη φροντίζει, τη στηρίζει και την περιθάλπει.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, δύο μόλις ημέρες πριν τη σύνταξη της δεύτερης και τελευταίας διαθήκης και συγκεκριμένα στις 26.12.13, η διαθέτιδα εισήλθε στο ΤΕΠ του Γενικού Νοσοκομείου Χανίων, λόγω εμπύρετου και εμετών, από τον εργαστηριακό δε έλεγχο διαπιστώθηκε ότι η παραπάνω πάσχει από ουρολοίμωξη και εισήχθη στη Β' Παθολογική Κλινική προς θεραπεία, όπου της χορηγήθηκαν αντιβιοτικά φάρμακα, καθώς και υγρά και ηλεκτρολύτες.
Λόγω συγχυτικών και διεγερτικών φαινομένων στη διάρκεια της παραμονής της, διενεργήθη CT εγκεφάλου, η οποία έδειξε μικρές ισχαιμικές αλλοιώσεις στους περικοιλιακούς χώρους. Για το λόγο αυτό εκλήθη ο ψυχίατρος Γ. Γ., διευθυντής της Ψυχιατρικής Κλινικής, ο οποίος εξέτασε την ασθενή στις 31.12.13 και διαπίστωσε ότι, αυτή εμφανίζει συγχυτικοδιεγερτικά φαινόμενα με διαταραχές μνήμης και προσανατολισμού, σε πλαίσιο οργανικού ψυχοσυνδρόμου, πιθανά αγγειακής - εκφυλιστικής αιτιολογίας και συνέστησε αγωγή με το σκεύασμα Risperdal και, σε περίπτωση ανησυχίας, συνεστήθη 1/2 αμπούλα Aloperidine, επεσήμανε δε ότι, η ως άνω κατάσταση, εξελίσσεται με διακυμαινόμενη βαρύτητα από 26.12.13 στο διάστημα της νοσηλείας της.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι, η φαρμακευτική αγωγή χορηγήθηκε στις 31.12.13, κατά την κρίσιμη δε ημερομηνία σύνταξης της διαθήκης (28.12.13), η ψυχοδιανοητική κατάσταση και η όποια κλινική συμπτωματολογία της διαθέτιδας ήταν τέτοια, που δεν απαιτούσε να τεθεί αυτή σε ψυχιατρική αγωγή. Εξάλλου, από το παραπάνω ιατρικό σημείωμα, δεν προκύπτει ανικανότητα δικαιοπραξίας της θανούσας και μάλιστα για την ημερομηνία σύνταξης της διαθήκης, αφού προφανώς δε ζητήθηκε κάτι τέτοιο, καθόσον δε διαφαινόταν τέτοια πιθανότητα.
Σύμφωνα δε με την 16.12.16 ψυχιατρική γνωμοδότηση του ψυχίατρου Ι. Γ., η οποία προσκομίζεται από την εφεσίβλητη - εναγόμενη και εκτιμάται ελεύθερα, κατ' . άρθρο 390 ΚΠολΔ, τα αναφερθέντα στο ως άνω ιατρικό σημείωμα περί πιθανής αγγειακής - εκφυλιστικής αιτιολογίας του οργανικού ψυχοσυνδρόμου της θανούσας, που παραπέμπουν σε άνοια, μόνο ως πιθανό ενδεχόμενο μπορεί να εξεταστούν, αφενός μεν διότι δεν υπάρχουν σχετικά στοιχεία από το ιστορικό της ασθενούς, αφετέρου δε διότι τα ευρήματα της αξονικής εγκεφάλου δεν είναι παθογνωμονικά για τη διάγνωση κάποιου ανοϊκού συνδρόμου.
Εξάλλου, προϋπόθεση για τη χορήγηση τέτοιας γνωμάτευσης, περί ανικανότητας σύνταξης διαθήκης, αποτελεί κυρίως ο κλινικός έλεγχος από ειδικό ιατρό και μάλιστα σε χρόνο μη απέχοντα πολύ της δικαιοπραξίας, κατά τα διδάγματα δε της ιατρικής επιστήμης, η βεβαία και ασφαλής διάγνωση ότι ένας άνθρωπος πάσχει από άνοια γίνεται μόνο από ειδικό ιατρό και μόνο από άμεση κλινική εξέταση, η οποία απαιτεί κατανάλωση αρκετού χρόνου για να ερευνηθεί, μεταξύ άλλων, η νοητική κατάσταση του ασθενούς, αφού η έκπτωση των νοητικών λειτουργιών είναι χαρακτηριστικό στοιχείο της "άνοιας".
Η μνήμη του ασθενούς, ο προσανατολισμός του στο χώρο και τον χρόνο και η νοητική επεξεργασία των έξωθεν ερεθισμάτων, καθώς και η ανάλογη "λογική" ανταπόκριση σ' αυτά, που όλα αυτά περιλαμβάνονται στις νοητικές λειτουργίες αποτελούν τα κρίσιμα ζητήματα που ερευνά ο εξετάζων κλινικά τον ασθενή ιατρός (βλ.
Κ. Παπαγεωργίου και Συνεργατών, Νευρολογία, τ. Β' 1993, Κεφ. 9 σελ. 282 επ.). Σε τέτοια, όμως, κλινική εξέταση και μάλιστα σε χρόνο που δεν απέχει κατά πολύ από το χρόνο της σύνταξης της ένδικης διαθήκης δεν αποδεικνύεται ότι υποβλήθηκε η αποβιώσασα. Η απλή δε νοητική μείωση, που συχνά συνοδεύει τη γήρανση, είναι φαινόμενο απολύτως φυσιολογικό και η επίκληση και η απόδειξη της δεν δικαιολογεί από μόνη της ανικανότητα προς σύνταξη διαθήκης (ΑΠ 1680/2002 Δνη 44.1618, ΕφΑθ. 4588/2009 α' δημ.
ΝΟΜΟΣ).
Περαιτέρω, κατά τη σύνταξη της επίδικης διαθήκης ενώπιον του συμβολαιογράφου Α. Ν. και τριών μαρτύρων εντός του νοσοκομείου, διαπιστώθηκε ότι, παρά το προχωρημένο της ηλικίας της, η διαθέτιδα είχε όλες τις αισθήσεις της και διαύγεια πνεύματος. Ειδικότερα, στην υπ' αριθμό .../28.12.13 δημόσια διαθήκη, ο συμβολαιογράφος Α.
Ν. βεβαιώνει ότι "μετά από συζήτηση που είχα μαζί της (ενν. με τη διαθέτιδα), διαπίστωσα ότι έχει νουν υγιή, ότι δεν στερείται από καμία αίσθησή της, ότι σοβαρά θέλει να κάνει διαθήκη και δεν υπάγεται σε καμία περίπτωση ανικανότητας από όσες αναφέρονται στο άρθρο 1719 ΑΚ..." Τα γεγονότα αυτά αποτελούν μεν υποκειμενική κρίση και αντίληψη του συμβολαιογράφου, μπορούν όμως να ανατραπούν με απλή ανταπόδειξη για το αντίθετο, χωρίς να απαιτείται προσβολή της διαθήκης για πλαστότητα.
Παρόλα αυτά, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν ανταποδείχθηκε ότι η διαθέτιδα έπασχε από γεροντική άνοια ή άλλη εκφυλιστική πάθηση τέτοιας μορφής, ώστε από αυτή να έχει προκληθεί μόνιμη διαταραχή της λειτουργίας του νου, σε βαθμό που να αποκλείει την ύπαρξη λογικής κρίσης, κατά τον κρίσιμο χρόνο σύνταξης της διαθήκης.
Επομένως, η ίδια η διαθήκη, η οποία δεν προσβλήθηκε ούτε ως πλαστή, παρέχει πλήρη απόδειξη, σύμφωνα με τα άρθρα 438 και 440 ΚΠολΔ (ΑΠ 964/2005 Δνη 46.1451, ΑΠ 88/2003 Δνη 44.1328, ΕφΑΘ 4588/2009, ΕφΑΘ 306/2008 α' δημ. ΝΟΜΟΣ), για όσα βεβαιώνονται σε αυτήν, ήτοι για την ικανότητα της διαθέτιδας να συντάξει διαθήκη κατά το άρθρο 1719 εδάφιο 3 ΑΚ (ΑΠ 1337/2015 α' δημ.
ΝΟΜΟΣ). Επομένως, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, η διαθέτιδα ήταν πλήρως ικανή για δικαιοπραξία και είχε πλήρη συνείδηση των πράξεών της, κρίση η οποία δεν αναιρείται από κάποιο ανταποδεικτικό μέσο και ειδικότερα τις προηγούμενες διενέξεις και διαφορές που είχε η διαθέτιδα με την εναγομένη.
Εξάλλου, με την παραπάνω κρίση συνάδει και η υπ' αριθμό ΑΔ224/22.11.16 διάταξη του Αντεισαγγελέα Πλημμελειοδικών Χανίων Κ. - Δ. Γ., με την οποία απορρίφθηκαν ως αβάσιμες οι από 11.11.15 και 29.4.15 εγκλήσεις των εγκαλούντων - εκκαλούντων εναγόντων σε βάρος της εγκαλούμενης - εφεσίβλητης - εναγομένης, για απάτη σε συνολική προξενηθείσα ζημία άνω των 120.000,00€ και εκβίαση, πράξεις που φέρεται ότι τελέστηκαν το Δεκέμβριο του 2013, με την αιτιολογία, μεταξύ άλλων, ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις περί απώλειας της συνείδησης κατά το χρόνο της διαθήκης." Μετά ταύτα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εξαφάνισε την 11/2017, οριστική απόφαση του Πολ/λούς Πρωτοδικείου Χανίων, που είχε απορρίψει ως μη νόμιμη τη δεύτερη βάση, της πρώτης σωρευθείσας αγωγής (για κήρυξη ακυρότητας λόγω δικαιοπρακτικής ανικανότητας της διαθέτιδος δημόσιας διαθήκης) και αφού διερεύνησε στην ουσία την αντίστοιχη βάση της αγωγής (του αναιρεσείοντος και ετέρων μη εν προκειμένω διαδίκων), απέρριψε αυτή.
IV. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ από εσφαλμένη εφαρμογή των άρθρων 1782§1, 150 και 151 του ΑΚ, απορρίπτοντας τη βάση της αγωγής (του αναιρεσείοντος και ετέρων μη διαδίκων εδώ) που στηριζόταν στη σύνταξη διαθήκης ως προϊόντος απειλής.
Ειδικότερα, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, ότι, αν και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι οι επισκεφθέντες, τη διαθέτιδα μία μέρα πριν τη σύνταξη της επίμαχης διαθήκης την βρήκαν υπό ψυχολογική βίας σε κατάσταση φόβου και πανικού και πιεζόμενη να προβεί σε σύνταξη διαθήκης σε συνθήκες απομόνωσης, θεώρησε ότι αυτό δεν συνιστά απειλή δεν συνιστά δηλαδή έκθεση σε κίνδυνο της ζωής, της ελευθερίας της, τιμής και της περιουσίας της διαθέτιδος.
Έτι ειδικότερα, ο αναιρεσείων αιτιάται ότι το Εφετείο αν και δέχθηκε ότι με τις πράξεις, της αναιρεσίβλητης περιορίστηκε, η ελευθερία της διαθέτιδος, η τιμή της και κατ' επέκταση η ελευθερία διάθεσης της περιουσίας της, στη συνέχεια έκρινε ότι αυτό δεν συνιστά απειλή. Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων επιρρίπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια (επίσης) του αρ. 1α του άνω άρθρου, διότι, κατ' αυτόν (αναιρεσείοντα), προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου, 1719 αρ. 3 ΑΚ, απορρίπτοντας τη βάση της πιο πάνω αγωγής που στηριζόταν στη σύνταξη διαθήκης από πρόσωπο ευρισκόμενο σε ψυχική ή διανοητική ταραχή περιορίζουσα αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του και, ειδικότερα, αν και δέχθηκε ότι η διαθέτιδα εμφάνιζε συγχυτικοδιεγερτικά φαινόμενα με διαταραχές μνήμης και προσανατολισμού σε πλαίσιο οργανικού ψυχοσυνδρόμου, δηλαδή, ότι η διαθέτιδα έπασχε από μόνιμη πνευματική νόσο κατά την εποχή περίπου της σύνταξης της διαθήκης, θεώρησε ότι την ημέρα σύνταξής της (28.12.2013) ήταν καλά, αφού η φαρμακευτική αγωγή, δόθηκε σε αυτήν (διαθέτιδα) τρεις ημέρες μετά.
Έτι δε ειδικότερα, ο αναιρεσείων ψέγει το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι δέχθηκε ότι η διαθέτιδα είχε οργανικό ψυχοσύνδρομο - μόνιμη πνευματική νόσο - που καλύπτει την ανικανότητα σύνταξης διαθήκης την εποχή πριν και μετά, από αυτήν και, παρ' όλα αυτά, έκρινε ότι τρεις ημέρες πριν πάρει φάρμακα ήταν καλά, ότι δηλαδή, εμμέσως πλην σαφώς, το οργανικό ψυχοσύνδρομο δημιουργήθηκε σε 2-3 ημέρες.
Ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, υπό την επίφαση της προειπωθείσας πλημμέλειας, πλήττεται η περί τα πράγματα, αναιρετικώς ανέλεγκτη, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ.). Επίσης, απορριπτέος είναι και ο πρώτος λόγος αναίρεσης, καθόσον στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο δέχθηκε τα όσα αναφέρονται στο λόγο αυτό, σχετικά με τις συνθήκες απειλής υπό τις οποίες βρέθηκε η διαθέτης πριν από τη σύνταξη της επίμαχης διαθήκης, ενώ στην πραγματικότητα τα περιστατικά αυτά τα επικαλέστηκε ο αναιρεσείων στην ένδικη αγωγή του και δεν αποτελούν παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει ο τελευταίος.
Περαιτέρω, με τον τρίτο (τελευταίο) λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων υποστηρίζει, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε στις πλημμέλειες των αριθμών 8β και 10 του άρθρου 559ΚΠολΔ, διότι, συγκεκριμένα, δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό του (αναιρεσείοντος) ότι το οργανικό ψυχοσύνδρομο από το οποίο διαγνώσθηκε η διαθέτιδα Μ.
Π., συνιστά μόνιμη ψυχική και διανοητική διαταραχή περιορίζουσα αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής της, θεωρώντας ότι, επειδή η φαρμακευτική αγωγή χορηγήθηκε σε αυτήν την 31-12-2013, δύο ημέρες πριν, την 28-12-2013, οπότε συντάχθηκε η δεύτερη και δη η .../28.12.2013 δημόσια διαθήκη της παραπάνω Μ. Π. (αποβιώσασας την 1-3-14 στα Χανιά) με την οποία εγκατέστησε μοναδική κληρονόμο της την αναιρεσίβλητη, ήταν καλά ότι, δηλαδή, το οργανικό ψυχοσύνδρομο δημιουργήθηκε σε αυτήν ξαφνικά δύο ημέρες μετά την σύνταξη της διαθήκης και ότι αυτό είναι μία πάθηση που δημιουργείται εντός δύο ημερών.
Περαιτέρω, κατά τον αναιρεσείοντα, το Εφετείο θα έπρεπε να διατάξει αποδείξεις για να διαπιστωθεί ο πρόσκαιρος ή ο μόνιμος χαρακτήρας της ασθένειας αυτής και για το αν επηρέαζε τη λειτουργία βούλησης της ασθενούς. Αντ' αυτού, όπως, ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, κατέληξε σε λανθασμένα συμπεράσματα που οδήγησαν στην απόρριψη της παραπάνω αγωγής.
Ο λόγος αυτός, ως προς αμφότερες τις επιρριπτόμενες πλημμέλειες, είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και δη: Καθόσον αφορά στον προαναφερόμενο αγωγικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, αυτός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο και απορρίφθηκε, κατά τα ως άνω. Η απόρριψή του δε έγινε με βάση τις νόμιμα προσκομισθείσες αποδείξεις, (έγγραφα, ιατρικές γνωματεύσεις).
V. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς διερεύνηση, η αίτηση αναίρεσης, πρέπει ν' απορριφθεί και να επιβληθεί στον αναιρεσείοντα η δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης κατά παραδοχή του αιτήματος της (άρθρ. 176, 183, 191§2 ΚΠολΔ, 281§2 Κ.Δ. που κυρώθηκε με το ν. 3463/2006), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-3-2019 αίτηση του Ο.Τ.Α. με την επωνυμία "Δήμος Αποκορώνου" για αναίρεση της 78/2018 απόφασης του (Τριμελούς) Εφετείου Κρήτης.
Και
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, το ποσό της οποίας ορίζει σε εξακόσια ευρώ (600€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Μαΐου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Ιουλίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ