Legislator Case Law & Legislation
775/2019 AI generated

Supreme Court dismisses State's appeal on inadmissibility of intervention due to insufficient land description matching the disputed property.

Case Number 775/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court decision regarding a land dispute. The State argued that the primary intervention was inadmissible because its description of the public forest area did not sufficiently match the specific disputed property. The court rejected this claim, ruling that the intervention's description was legally sufficient to identify the relevant land boundaries and scope.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 8 C.P.D.; The primary intervention is admissible if its description sufficiently identifies the disputed property and surrounding public land, even if it does not perfectly match the plaintiff's specific claim boundaries.

Keywords

AI generated
admissibility of intervention land description sufficiency public forest area property identity Greek Civil Procedure Code State appeal dismissal disputed property boundaries

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 8 C.P.D.
Art. 176 C.P.D.
Art. 183 C.P.D.
Art. 191 § 2 C.P.D.
Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
AP 784/1977
EP 281/1981

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 775 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 775/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Παρασκευή Καλαϊτζή-Εισηγήτρια, Γεώργιο Παπανδρέου, Λάμπρο Καρέλο και Ανθή Γκάμαρη Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 8η Μαϊου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Γιολάντα Παπαρούνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Ε. Μ. του Δ., κατοίκου ... 2)Α. συζ. Κ. Χ., το γένος Χ. Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θωμά-Βασίλειο Βελιανίτη, 3) Ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικήτα Φορτσάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/10/2006 αγωγή των 1ου και 2ου ήδη αναιρεσιβλήτων, την από 10/4/2007 προσεπίκληση της ήδη 3ης αναιρεσίβλητης, την με αρ. κατάθεσης 668/12-2-2008 κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου και την με αριθμό κατάθεσης 1417/2-4-2008 κύρια παρέμβαση προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 524/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 290/2013 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών ζητεί το αναιρεσείον με την από 29-12-2015 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Παρασκευή Καλαϊτζή, ανέγνωσε την από 10-4-2019 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατ' άρθρ. 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψιν πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης "Πράγματα" κατά την έννοια αυτήν είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση (επομένως στηρίζουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από τον νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Οι ισχυρισμοί δε αυτοί πρέπει να έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή, αν αποδειχθούν αληθινοί, να έχουν ως συνέπεια την παραδοχή ή απόρριψη άλλου αυτοτελούς πραγματικού ισχυρισμού ή (της) αιτήσεως (κύριας ή παρεμπίπτουσας) για παροχή έννομης προστασίας ή αναφερόμενης στην πορεία της διαδικασίας, την διεξαγωγή αποδείξεως ή τα μέσα αυτής, το παραδεκτό ασκήσεως ενδίκου μέσου κ.ο.κ.

Περαιτέρω, κατά το αρ. 14 του ιδίου άρθρου, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός περιπτωσιολογικώς συγκεκριμένοποιείται, αν το δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση στην αγωγή των στοιχείων που είναι αναγκαία για την στήριξη του αιτήματός της, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.

Προσέτι, για να είναι ορισμένη, κατ' άρθρ. 216§1 Κ.Πολ.Δ, η αγωγή, πρέπει να περιέχει (και) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς. Επί δε περιπτώσεως αναγνωριστικής ή διεκδικητικής ακινήτου αγωγής, πρέπει τούτο αναμφιβόλως ως προς την ταυτότητα του να περιγράφεται και σε περίπτωση που αυτό φέρεται ως τμήμα μεγαλύτερης εκτάσεως, θα πρέπει επακριβώς εντός αυτής να εντοπίζεται η χωροταξία του.

Η περιγραφή του ακινήτου δεν μπορεί να συμπληρώνεται με παραπομπή σε άλλο έγγραφο, όπως είναι το τοπογραφικό σχεδιάγραμμα, εκτός αν το έγγραφο έχει ενσωματωθεί στην αγωγή, κατά τρόπο ώστε να αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται ελλιπώς ή ασαφώς, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκηση και επιφέρει ως συνέπεια την απόρριψη ως εκ του απαραδέκτου από την αοριστία.

Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε, επίσης με αναφορά στην σχετική διάταξη του νόμου ή μνεία αυτής, ούτε με δικαστική ομολογία του εναγομένου, η οποία ως αποδεικτικό μέσο με δεσμευτική αποδεικτική δύναμη, αποκλείει μόνο την διεξαγωγή αποδείξεων και απαλάσσει τον αντίδικο από το βάρος αποδείξεως του σχετικού (ομολογουμένου) ισχυρισμού.

III. Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο αιτιάται, ότι το (Τριμελές) Εφετείο Πατρών με την προσβαλλόμενη, 290/2013, απόφασή του υπέπεσε στις ακόλουθες πλημμέλειες: Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως καταλογίζεται η από τον αρ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, πλημμέλεια, διότι, κατά το αναιρεσείον, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψιν του την εμπεριεχόμενη στην κύρια παρέμβασή του περιγραφή του επιδίκου εδαφικού τμήματος, ως μέρους μεγαλύτερης δασικής εκτάσεως, μια περιγραφής, όπως ακριβώς διαλαμβανόταν στην αγωγή. Με τον δεύτερο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως επιρρίπτεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 14 του άνω άρθρου, ως εκ του ότι στην κύρια παρέμβασή του, η οποία απορρίφθηκε ως αόριστη, ήταν αρκούντως επαρκής η περιγραφή του επιδίκου ακινήτου.

ΙΙΙ. Η επιτρεπτή επισκόπηση των παραδοχών της προσβαλλομένης 290/13 (Τρ.) Εφ. Πατρών αποφάσεως έχει ως ακολούθως: Η εναγόμενη εταιρεία κινητής τηλεφωνίας στην ως άνω αγωγή, με την από 10-4- 2007 με χωριστό δικόγραφο προσεπίκλησης προσεπικάλεσε κατ' άρθρ. 87 Κ.Πολ.Δ. να παρέμβουν στην εκκρεμή δίκη που ανοίγηκε με την αγωγή αυτή ως αληθείς κυρίους και νομείς της επίδικης έκτασης αφενός το Ελληνικό Δημόσιο από το οποίο της παραχωρήθηκε κατά χρήση ως δημόσια δασική έκταση για την εγκατάσταση κεραιών κινητής τηλεφωνίας, αφετέρου την αναφερόμενη ομάδα 16 προσώπων, καλλιεργητών της περιοχής ...

οι οποίοι φέρονται να έχουν εκμισθώσει προς αυτήν την επίδικη έκταση για την ίδια ως άνω χρήση. Η προσεπίκληση αυτή, καίτοι έγινε στα πλαίσια δίκης, η οποία αφορά διεκδίκηση ακινήτου δεν εγγράφηκε κατ' άρθρ. 220 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. στα βιβλία διεκδικήσεων του γραφείου της περιφέρειας του ακινήτου και έπρεπε κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου να απορριφθεί ως απαράδεκτη (Εφ.

Αθ. 650/1992 Ελ.Δνη 1994,444). Το προσεπικαλούμενο ως άνω Ελληνικό Δημόσιο δεν παρενέβη στη δίκη υπέρ της προσεπικαλούσης αυτό εναγομένης εταιρείας, αλλά άσκησε την από 8-2-2008 κύρια παρέμβασή του που στρέφει κατά των διαδίκων στην κύρια δίκη από τους οποίους και διεκδικεί την επίδικη έκταση καίτοι παραδέχεται ότι η ίδια επίδικη έκταση κατέχεται από τη δεύτερη εναγομένη - τρίτη - καθής η παρέμβαση εταιρεία, δυνάμει έννομης σχέσης με αυτό (Δημόσιο) κατόπιν παραχώρησης της ως άνω από το ίδιο προς εγκατάσταση κεραιών τηλεφωνίας.

Ειδικότερα με την παρέμβασή του αυτή το Ελληνικό Δημόσιο υποστηρίζει ότι η επίδικη έκταση, όπως αυτή αναφέρεται στην αγωγή, αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης δασικής έκτασης στη θέση "..." επί του ..., η οποία ανέκαθεν πριν το έτος 1Β36 συνεχώς μέχρι και σήμερα είχε δασική μορφή και χαρακτήρα κατά την έννοια του άρθρου 3 του ν. 998/1979, 1 του ν.

ΑΧΝ/1880 και 1 του ν.δ. 86/1969 επί της οποίας έκτασης ουδέποτε αναγνωρίσθηκαν δικαιώματα ιδιωτών κατά τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του από 17/29 Νοεμβρίου 1836 Β. Δ/τος "περί Ιδιωτικών Δασών" και ως τέτοια θεωρείται ότι ανήκει και νομεύς αυτής είναι το Δημόσιο. Άλλως η ίδια έκταση περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο με βάση δικαίωμα πολέμου σύμφωνα με τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως με ημερομηνία 2-7-1832 "περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος" και τα από 6 Ιουνίου και 7 Ιουλίου 1830 σχετικά πρωτόκολλα του Λονδίνου που όρισαν ότι τα εδάφη του Τουρκικού Δημοσίου και των Τούρκων υπηκόων που υποχρεωτικά εγκατέλειψαν την Ελληνική Επικράτεια περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο.

Άλλως περιήλθε σε αυτό κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 του από 3/12-12-1833 Βασιλικού Διατάγματος ως βοσκότοπος από το έτος 1833, άλλως κατά τις διατάξεις του από 10-7-1837 Β.Δ. "περί διακρίσεως των κτημάτων" ως αδέσποτο κτήμα πριν το έτος 1837, άλλως με τακτική και έκτακτη χρησικτησία. Με το περιεχόμενο αυτό η κυρία παρέμβαση του Δημοσίου με την οποία επιδιώκει την αναγνώριση της κυριότητας του και να υποχρεωθούν οι καθών η παρέμβαση του σε απόδοση προς αυτό της επίδικης έκτασης, άσχετα αν νομιμοποιείται να στραφεί κατά των καθών, ελέγχεται αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως.

Ειδικότερα για την περιγραφή του επιδίκου το παρεμβαίνον Δημόσιο επαναλαμβάνει αυτή της αγωγής, χωρίς να προσδιορίζει και να περιγράφει την ευρύτερη δημόσια δασική έκταση στην οποία περιλαμβάνεται και περιβάλλει την επίδικη έκταση των 143,61 τ.μ. Επομένως πρέπει από το λόγο αυτό να απορριφθεί. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την 524/2009 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, απέρριψε την (πρωτοδίκως απορριφθείσα κατ' ουσίαν) κύρια παρέμβαση του αναιρεσείοντος ως απαράδεκτη, εξαιτίας της προειπωθείσης αοριστίας (ως προς τον προσδιορισμό του επιδίκου και της ευρύτερης δημόσιας δαστικής εκτάσεως, εντός της οποίας τούτο περιλαμβάνεται και η οποία το περιβάλλει).

Η δε ανωτέρω κύρια παρέμβαση, έχει ως εξής: Οι δύο πρώτοι εκ των καθ' ών άσκησαν την 2-10-2006 αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών κατά της τρίτης , ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... (...), ζητώντας να αναγνωρισθούν συγκύριοι κατά ποσοστό 18/96 ο πρώτος και 12/96 η δεύτερη ενός ακινήτου εμβαδού 143,61 τ.μ.

που βρίσκεται στην θέση "..." επί της κορυφής του ... της κτηματικής περιφέρειας της πρώην Κοινότητος ..., και να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδώσει σ αυτούς και κατά τα άνω ποσοστά σε καθέναν, το ακίνητο αυτό. Η συζήτηση της αγωγής αυτής είχε αρχικά οριστεί για την 17-4-2007 και μετά από αναβολή ορίστηκε νέα δικάσιμος για την 18-3-2008.

Ενόψει συζήτησης της αγωγής αυτής η ως άνω εταιρεία δια του από 10-4-2007 δικογράφου με τον τίτλο "ΠΡΟΣΕΠΙΚΛΗΣΗ" ανακοινώνει σε μένα την ανωτέρω δίκη και με προσεπικαλεί να παρέμβω.

Δια της παρούσης, ως κύριος και νομέας της επιδίκου εκτάσεως, στην οποία, κατόπιν νόμιμης αδείας παραχώρησα στην τρίτη των καθών, προσεπικαλούσα εταιρεία κινητής τηλεφωνίας, το δικαίωμα εγκατάστασης κεραίας κινητής τηλεφωνίας, ασκώ κύρια παρέμβαση στην κατά τα ανωτέρω ανοιγείσα δίκη, και ζητώ να αναγνωρισθώ κύριος και νομέας της επιδίκου εκτάσεως και να μου αποδοθεί αυτή.

Της επιδίκου εκτάσεως που συνορεύει γύρωθεν με δημόσια δασική έκταση αλλά και της ευρύτερης εκτάσεως είμαι αληθινός κύριος και νομέας για τους παρακάτω λόγους. Η έκταση αυτή προ του έτους 1836 και συνεχώς μέχρι σήμερα έχει δασικό χαρακτήρα, κατά την έννοια του άρθρου 3 του ν.998/1979 και των άρθρων 1 του ν.ΑΧΝ/1880, 57 του ν.3077/1914, 45 του ν.4173/1929 και 1 του ν.δ 86/1969 (οι διατάξεις των οποίων απονέμουν όμοιο δίκαιο), καθόσον αυτή, βρίσκεται στην κορυφή ορεινής βραχώδους εξάρσεως με την επωνυμία "..." και καλύπτεται από ασφάλαχτα (καλυκοτόμες), ασφάκες, αφάνες, ποώδη βλάστηση κλπ. Της ίδιας κατηγορίας είναι και οι εκτάσεις της ευρύτερης ορεινής εξάρσεως στην οποία επικρατούν μεγάλες κλίσεις και δεν έχουν χρησιμοποιηθεί ποτέ για καλλιέργεια.

Έχουσα τον ανωτέρω χαρακτήρα η επίδικη έκταση, όπως και η ευρύτερη δημοσία δασική έκταση που την περικλείει, περιήλθε στην κυριότητα μου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1,2 και 3 του από 17/29 Νοεμβρίου 1836 Β.Δ/τος (νόμου) "περί Ιδιωτικών Δασών" δεδομένου, ότι εντός έτους από της δημοσιεύσεως του νόμου αυτού (ΦΕΚ 69/1.12.1836 ) ουδείς προσκόμισε τίτλους περί αναγνωρίσεως του ως ιδιοκτήτου κατά τα ειδικώτερα από τον νόμο αυτό οριζόμενα. Με τις διατάξεις αυτές αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου σε κάθε έκταση που αποτελούσε δάσος, πριν από την έναρξη της ισχύος του, εκτός από εκείνα για τα οποία υπήρχε έγγραφη απόδειξη της Οθωμανικής Αργής (ταπί), ότι προ της ενάρξεως του αγώνα για την Ανεξαρτησία του Ελληνικού Έθνους, ανήκαν σε ιδιώτες, εφόσον οι σχετικοί τίτλοι της ιδιοκτησίας υποβλήθηκαν στη Γραμματεία για τα Οικονομικά μέσα στην οριζόμενη ανατρεπτική του βασιλικού Αυτού διατάγματος (Βλ. ΑΠ 60/1978 ΝοΒ 26., 1353, ΑΠ 575/1967 ΝοΒ 16.174).

Ενόψει των προεκτεθέντων η επίδικη έκταση, έχουσα δασικό χαρακτήρα κατά την έννοια του άρθρου 3 του ν. 998/1978 και ανέκαθεν ανήκουσα στο Ελληνικό Δημόσιο κατά κυριότητα, νομή και κατοχή, δεδομένου μάλιστα, ότι επί Δημοσίων δασών και δασικών εκτάσεων θεωρείται πλασματικός νομέας το Ελληνικό Δημόσιο, έστω και αν ουδεμία πράξη νομής επεχείρησε επ' αυτών (Ν.Δ. 86/1969 άρθρο 58 παρ.1) τα δε δικαιώματα του επ' αυτών είναι απαράγραπτα.

Άλλως η επίδικη έκταση περιήλθε στην κυριότητα μου δυνάμει της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως με ημερομηνία 2.7.1832 "περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος" και των από 6 Ιουνίου και 7 Ιουλίου έτους 1830 σχετικών Πρωτοκόλλων του Λονδίνου δια των οποίων έγινε δεκτό, ότι το Ελληνικό Κράτος κατέχει με κυριαρχικό δικαίωμα τις γαίες του Τουρκικού Δημοσίου και των Τούρκων υπηκόων, ανεξαρτήτως των διακρίσεων της τουρκικής περί γαιών νομοθεσίας, τις οποίες δεν διετήρησαν κατά την διάρκεια της επαναστάσεως και μέχρι την υπογραφή της Συνθήκης του 1832 δια μονίμου εγκαταστάσεως. Δοθέντος ότι ουδείς Τούρκος ιδιώτης παρέμεινε σε ολόκληρη την περιφέρεια της …, όλες οι ιδιοκτησίες τούτων περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο με δικαίωμα πολέμου, μαζί γενικά με τα κτήματα που ανήκαν στην κυριότητα του Τουρκικού Δημοσίου.

Άλλως περιήλθε στην κυριότητα μου σαν λιβάδι ή βοσκότοπος από το έτος 1833 τουλάχιστον σύμφωνα με το άρθρο 1 του από 3/12.12.1833 Β.Δ/τος (νόμου), το οποίο ώρισε, ότι τα λιβάδια για την επικαρπία των οποίων δεν έχει κάποιος να παρουσιάσει έγγραφο (ταπί) εκδοθέν υπό της τουρκικής Αρχής, θεωρούνται ως δημόσια και η νομή αυτών ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο. Με το άρθρο 1 του ν.ΚΘ/31.1.1864 "περί βοσκησίμων γαιών" ορίζεται, ότι το Δ/γμα 3/12.12.1833 καταργείται όσον αφορά τα κοινοτικά λιβάδια. Το Δημόσιο και οι Κοινότητες διατηρούν ανέπαφα όλα τα δικαιώματα, που είχαν προ της εποχής αυτής επί των αμφισβητουμένων λιβαδιών, άνευ βλάβης των παρά τρίτων αποκτηθέντων δικαιωμάτων.

Συνεπώς είμαι κύριος της επιδίκου εκτάσεως, η οποία τυγχάνει λιβάδι ή βοσκότοπος κατά την έκδοση των ανωτέρω νόμων.

Άλλως περιήλθε στην κυριότητα μου με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, καθόσον μέχρι σήμερα, όπως θα ιστορήσω παρακάτω, νεμόμουν αυτήν με διάνοια κυρίου, καλή πίστη, συνεχώς, αδιατάρακτα και με νόμιμο τίτλο από της απελευθερώσεως από τους Τούρκους και εφεξής. Ειδικώτερα ενεργούσα σ' αυτήν και στην ευρύτερη δημόσια δασική έκταση στην οποία η επίδικη περιλαμβάνεται, πλείστες όσες πράξεις νομής και κατοχής, όπως φύλαξη με δασοφύλακες, αποβολές καταπατητών, κατάσβεση πυρκαϊών, έκδοση δασικών απαγορευτικών διατάξεων και άλλες παρόμοιες, χωρίς ποτέ να αμφισβητήσει κάποιος τα επί της εκτάσεως δικαιώματα κυριότητος, νομής και κατοχής μου.

Άλλως η επίδικη έκταση περιήλθε στην κυριότητα μου σύμφωνα με ης διατάξεις του από 10.7.1837 Β.Δ(νόμου) "περί διακρίσεως των κτημάτων",ως αδέσποτος κατά τον χρόνο δημοσιεύσεως του νόμου αυτού (1837).Με το άρθρο 16 του ανωτέρω νόμου ορίζεται ότι τα αδέσποτα κτήματα ανήκουν κατά κυριότητα στο Δημόσιο, χωρίς να είναι αναγκαία η κατάληψη αυτών.

Συνεπώς η επίδικος έκταση ως περιελθούσα κατά τα ανωτέρω εις εμέ, εξακολουθεί μέχρι σήμερον να εξουσιάζεται κατά πλήρη κυριότητα νομή και κατοχή από εμέ. Στα πλαίσια αυτά παραχώρησα κατά χρήση δυνάμει της υπ' αρίθμ. Ζα/391/04/02/1994 απόφασης του τότε νομάρχη … στην εταιρεία κινητής τηλεφωνίας ... Α Ε την ανωτέρω έκταση προκειμένου να εγκαταστήσει κεραία κινητής τηλεφωνίας. Επίσης σε γειτονική έκταση 171,50 τ.μ. παραχώρησα αντίστοιχο δικαίωμα στην εταιρεία ... ΑΒΕΕ Παρότι από τότε παρήλθε διάστημα 10 και πλέον ετών ουδείς διαμαρτυρήθηκε.

Με την αγωγή τους οι ανωτέρω ενάγοντες επικαλούνται σειρά τίτλων, προκειμένου να θεμελιώσουν παράγωγο τρόπο κτήσεως κυριότητος. Οι τίτλοι αυτοί κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα ουδένα δικαίωμα προσπορίζουν σε αυτούς, τόσον λόγω του χρόνου συντάξεως τους, αλλά πρωτίστως λόγω του χαρακτήρα της επιδίκου εκτάσεως, της μη αναγνωρίσεως της ως ιδιωτικής και της μη υπάρξεως τίτλου της Οθωμανικής Αρχής.

Περαιτέρω ούτε δια χρησικτησίας κατέστησαν κύριοι οι ενάγοντες καθόσον, πέραν της εντελώς αόριστης σχετικής αναφοράς δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου. Ειδικότερα, επί δημοσίων κτημάτων, προκειμένου περί κτήσεως αυτών με έκτακτη χρησικτησία, κατά το χρόνο πριν από την ισχύ του Αστικού Κώδικα, έχουν εφαρμογή, σύμφωνα με το άρθρο 51 του ΕισΝ αυτού οι σχετικές διατάξεις του Βυζαντινό ρωμαϊκού δικαίου και το άρθ. 21 του νόμου της 21.6/10.7.1837 "περί διακρίσεως κτημάτων", από το συνδυασμό των οποίων συνάγεται ότι στα δημόσια δάση, χωρεί έκτακτη χρησικτησία για την κτήση κυριότητας σ' αυτά από ιδιώτη, με την άσκηση νομής με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, συνυπολογιζομένου και του χρόνου όμοιας νομής του δικαιοπαρόχου του, συνεπώς για τριάντα χρόνια, εφόσον όμως αυτή είχε συμπληρωθεί μέχρι και την 11.9.1915, γιατί μεταγενέστερα δεν μπορούσε να χωρήσει χρησικτησία των κτημάτων αυτών, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του Ν.

ΔΞΗ' /1912 και των διαταγμάτων περί δικαιοστασίου που εκδόθηκαν και ίσχυσαν με βάση αυτόν και μετά το έτος 1926, με τα οποία ανεστάλη η λήξη κάθε παραγραφής επί αστικών διαφορών και η προθεσμία της χρησικτησίας και το αρθ. 21 του από 22.4/16.5.1926 ν.δ. "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" κατά την οποία, τα δικαιώματα του Δημοσίου επί ακινήτων κτημάτων, "εις ουδεμία υπόκεινται εις το μέλλον παραγραφή, η δε αρξαμένη τοιαύτη, ουδεμίαν κέκτηται συνέπεια αν μέχρι τη δημοσίευση αυτού του ν.δ.

δεν συμπληρώθηκε η τριακονταετής, κατά τους ισχύοντες νόμους παραγραφή, επομένως και η τριακονταετής χρησικτησία για την ταυτότητα του νομικού λόγου (σχ. ΑΠ 784/1977 ΝοΒ 26. 498, ΕΠ 281/1981).

Ενόψει των ανωτέρω και επειδή οι ενάγοντες της κατά τα ανωτέρω δίκης αμφισβητούν την κυριότητα και την νομή μου επί της επιδίκου εκτάσεως, νομιμοποιούμαι στην άσκηση της παρούσας προκειμένου να αναγνωριστεί η κυριότητα και η νομή μου και να αποδοθεί, εις εμέ το αντικείμενο δίκης ήτοι το επίδικο ακίνητο. Προσέτι, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα, οι δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι, είχαν ασκήσει, όπως προαναφέρεται, την από 2.10.06 αγωγή τους στο Μον. Πρ. Πατρών κατά, της νυν 3ης αναιρεσίβλητης. Το δε δικαστήριο, αφού την συνεκδίκασε με την άνω κύρια παρέμβαση, απέρριψε αμφότερα τα δικόγραφα με την 524/09 απόφασή του, η κατά της οποίας έφεση του νυν αναιρεσείοντος, αφού εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση, διερευνήθηκε κατ' ουσίαν και απορρίφθηκε η κύρια παρέμβασή του (με την και νυν προσβαλλομένη). Εν συνεχεία δε, μετά από άσκηση αναίρεσης από τους νυν 1ο και 2ο αναιρεσιβλήτους, η απόφαση αυτή αναιρέθηκε με την 714/15 απόφαση του Α.Π.

IV. Η προμνησθείσα επισκόπηση των παραδοχών καταδεικνύει την αβασιμότητα αμφοτέρων των λόγων, δοθέντος ότι τα μνημονευόμενα στο δικόγραφο της (και νυν επισκοπούμενης) κύριας παρεμβάσεως, κατά τα υπό του Εφετείου δεκτά γενόμενα, ελλιπώς (ήτοι ανεπαρκώς) άπτονται της χωροταξικής περιγραφής (ταυτότητας) του επιδίκου ακινήτου και της ευρύτερης δημόσιας δασικής εκτάσεως, που κατά το αναιρεσείον περιλαμβάνεται το επίδικο και η οποία το περιβάλλει. Γι' αυτό και (όπως περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο) η κύρια παρέμβαση κατέστη απαράδεκτη και απορριπτέα, εξαιτίας της αοριστίας της, (μη αρκούντος του εκτιθεμένου, ότι η περιγραφή του επιδίκου ήταν όπως ακριβώς διαλαμβανόταν στην αγωγή), παρά τα όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον, αδοκίμως όμως, κατά τα άνω εκτιθέμενα.

V. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος προς διερεύνηση ετέρου λόγου, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να επιβληθεί στο ηττώμενο αναιρεσείον η δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή των αιτημάτων τους (άρθρ. 176, 183, 191§2 Κ.Πολ.Δ), 22 ν. 3693/1957, ως ισχύει), συμφώνως προς το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29.12.2015 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου περί αναιρέσεως της 290/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και

Επιβάλλει στο αναιρεσείον την δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, το ποσόν της οποίας ορίζει σε τριακόσια ευρώ (300€) για τους πρώτο και δεύτερη αναιρεσιβλήτους και τριακόσια ευρώ (300€) για την τρίτη αναιρεσίβλητη.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιουνίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Ιουλίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ και νυν Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ