Supreme Court dismisses appeal against second instance judgment regarding validity of a gift made under special moral duty.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision rejecting their appeal against a gift. The appellants argued the gift was voidable under Greek Civil Code provisions regarding mental incapacity or special moral duty, while the appellee contended it was a valid act driven by unique ethical obligations. The court found the lower court correctly applied the law, noting that differing judgments do not equate to ignoring arguments during the trial process.
Legislator headnote
AI generatedArticles 131, 178, 1825, 1831, 1835, 1836 of the Civil Code; A gift made under special moral duty is not voidable merely because it benefits a specific person, and a lower court's decision does not constitute an error if it properly weighed the evidence and arguments presented.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 775 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 775/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της Γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Α. του Ε., κατοίκου ..., 2)Χ. Α. του Ε., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Πανούση.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Α. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος τελεί υπό καθεστώς πλήρους δικαστικής συμπαράστασης, με οριστική συμπαραστάτρια την Ε. συζ. Κ. Α. το γένος Θ. Α., που παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Μαριάνθης Καλυβιώτου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-1-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17132/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 526/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 12-3-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Παρασκευή Καλαϊτζή, ανέγνωσε την από 20-4-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη αυτής, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 131 ΑΚ: "Η δήλωση της βούλησης είναι άκυρη αν, κατά το χρόνο που έγινε, το πρόσωπο δεν είχε συνείδηση των πράξεών του ή βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του (παρ.1). Οι κληρονόμοι μπορούν, μέσα σε μια πενταετία από την επαγωγή, να προσβάλουν για έναν από τους λόγους της προηγούμενης παραγράφου τις μη χαριστικές δικαιοπραξίες που έγιναν από τον κληρονομούμενο ή προς αυτόν τότε μόνο: 1.
αν κατά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας εκκρεμούσε διαδικασία για την υποβολή του κληρονομουμένου σε δικαστική συμπαράσταση λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής, που δεν πρόλαβε να ολοκληρωθεί ή αν μετά την κατάρτιση ο κληρονομούμενος υποβλήθηκε σε δικαστική συμπαράσταση για την παραπάνω αιτία• 2.
αν η δικαιοπραξία καταρτίστηκε ενόσω αυτός βρισκόταν έγκλειστος σε ειδική για την κατάστασή του μονάδα ψυχικής υγείας 3. αν η κατάσταση που επικαλούνται οι κληρονόμοι προκύπτει από την ίδια τη δικαιοπραξία που προσβάλλεται". Ωσαύτως, κατά το άρθρο 178 ΑΚ: "Δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη".
Προσέτι: Κατ’ άρθρ. 1825, 1831, 1835 και 1836 ΑΚ προβλέπεται αντιστοίχως, ότι: "Οι κατιόντες και οι γονείς του κληρονομουμένου, καθώς και ο σύζυγος που επιζεί, οι οποίοι θα είχαν κληθεί ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, έχουν δικαίωμα νόμιμης μοίρας στην κληρονομία. Η νόμιμη μοίρα είναι το μισό της εξ αδιαθέτου μερίδας (παρ. 1).
Ο μεριδούχος κατά το ποσοστό αυτό συντρέχει ως κληρονόμος (παρ.2)". "Ο υπολογισμός της νόμιμης μοίρας γίνεται με βάση την κατάσταση και την αξία της κληρονομίας κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, αφού αφαιρεθούν τα χρέη και οι δαπάνες της κηδείας του και της απογραφής της κληρονομίας (παρ.1). Στην κληρονομία προσθέτονται, με την αξία που είχαν κατά το χρόνο της παροχής, οτιδήποτε ο κληρονομούμενος παραχώρησε, όσο ζούσε χωρίς αντάλλαγμα σε μεριδούχο είτε με δωρεά είτε με άλλο τρόπο και επίσης οποιαδήποτε δωρεά που ο κληρονομούμενος έκανε στα τελευταία δέκα χρόνια πριν από το θάνατό του, εκτός αν την επέβαλαν λόγοι ευπρέπειας ή ιδιαίτερο ηθικό καθήκον (παρ. 2).
Για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας των γονέων δεν συνυπολογίζεται ό,τι περιέρχεται ως εξαίρετο, σύμφωνα με τη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 1820, στο σύζυγο που επιζεί (παρ.3)". "Κάθε δωρεά εν ζωή του κληρονομουμένου, η οποία κατά το άρθρο 1831 υπολογίζεται στην κληρονομία, μπορεί να ανατραπεί κατά το μέρος που η κληρονομία που υπάρχει κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου δεν επαρκεί για να καλύψει τη νόμιμη μοίρα (παρ.1)...". "Την αγωγή ασκούν ο μεριδούχος ή οι διάδοχοί του μόνο κατά του δωρεοδόχου ή των κληρονόμων του, για να ανατραπεί η δωρεά κατά το μέρος που λείπει από τη νόμιμη μοίρα.
Ο δωρεοδόχος μπορεί να αποφύγει την ανατροπή καταβάλλοντας το ισάξιο εκείνου που λείπει (παρ. 1). Η αγωγή παραγράφεται δύο χρόνια μετά το θάνατο του κληρονομουμένου (παρ.2)". Περαιτέρω, συμφώνως προς την διάταξη 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο: "Αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών..." (αρ.1), "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης" (αρ. 8), "αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη" (αρ.9) και "αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης" (αρ.19).
ΙΙ. Οι επιτρεπτώς επισκοπούμενες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως έχουν ως ακολούθως: "Στις 31-1-2005 απεβίωσε στην Θεσσαλονίκη η Β. χήρα Ε. Α., το γένος Α. Κ., γιαγιά των εναγόντων και θεία του εναγόμενου, κάτοικος εν ζωή ... Θεσσαλονίκης. Πλησιέστεροι συγγενείς της παραπάνω κληρονομουμένης και νόμιμοι μεριδούχοι αυτής είναι οι ενάγοντες, τέκνα του γιου της Ε.
Α., που προαποβίωσε αυτής κατά το έτος 1997. Κατά το έτος 2000 η θανούσα συνέταξε τη με αριθμό .../20-7-2000 δημόσια διαθήκη ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελισάβετ Πεταλά - Ιωαννίδου, που δημοσιεύθηκε νόμιμα με το με αριθμό 1466/29-9-2006 πρακτικό δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Με την ως άνω διαθήκη της η διαθέτης κατέλιπε στον μεν εναγόμενο το ποσοστό 62,50% εξ αδιαιρέτου ενός αυτοτελούς και διηρημένου χώρου της Β’ εσοχής (ρετιρέ), εμβαδού 12 τ.μ., της οικοδομής που βρίσκεται επί της οδού ..., στο συνοικισμό ... στο Δήμο ..., στους δε ενάγοντες κατ’ ισομοιρία ολόκληρη την υπόλοιπη κινητή και ακίνητη περιουσία της, που τυχόν θα ευρίσκετο κατά το χρόνο θανάτου της.
Ακολούθως όμως και δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../25-10-2001 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελισάβετ Πεταλά - Ιωαννίδου, που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ... και ... των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, μεταβίβασε λόγω δωρεάς στον εναγόμενο ανιψιό της (υιό της αδελφής της Χ. Α. το γένος Κ.) την ψιλή κυριότητα ενός διαμερίσματος, εμβαδού μικτού 89,72 τ.μ.
και καθαρού 73,20 τ.μ. του δεύτερου ορόφου της ίδιας ως άνω οικοδομής (...), στο οποίο αναλογεί ποσοστό 146,25/1000 εξ αδιαιρέτου επί του όλου οικοπέδου και κοινόκτητων και κοινόχρηστων χώρων της οικοδομής, παρακρατώντας η ίδια την επικαρπία αυτού εφ’ όρου ζωής της. Στο ανωτέρω δωρητήριο συμβόλαιο η δωρήτρια αναφέρει ότι προβαίνει στη δωρεά αυτή σε εκδήλωση αγάπης και στοργής προς το δωρεοδόχο ανεψιό της και για την επιδεικνυόμενη απέναντι της από τον ίδιο αγάπη, αφοσίωση και τις πολλαπλές φροντίδες και υπηρεσίες, που της παρέχει, από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον και για λόγους ευπρέπειας.
Η παραπάνω δωρήτρια διέμενε στην οικία της, που ήταν το παραπάνω διαμέρισμα, το οποίο δώρισε κατά ψιλή κυριότητα στον εναγόμενο ανιψιό της και στην οποία, από την αποπεράτωση της κατοικούσε αρχικά με την οικογένεια της, δηλαδή το σύζυγο της και τον γιο τους, και στη συνέχεια, μετά το θάνατο του συζύγου της και την μετοίκηση του γιου της, και μέχρι τον θάνατο της μόνη της.
Όπως προαναφέρθηκε ο μοναδικός γιος της θανούσας και πατέρας των εναγόντων Ε. Α. απεβίωσε στις 15-8-1997, ενώ αυτή κατά το χρόνο θανάτου της ήταν ηλικίας 92 ετών (γεννήθηκε το έτος 1913). Ο θάνατος της, όπως αναγράφεται στην υπ’ αριθμ. ...2005 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Δημάρχου ... και σύμφωνα με την πιστοποίηση του Ιατρού Ρ.
Τ. επήλθε από καρδιακή ανακοπή, χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια, αρτηριακή υπέρταση και οστεοπόρωση. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι κατά το χρόνο κατάρτισης του συμβολαίου δωρεάς η ως άνω δωρήτρια Β. χήρα Ε. Α., έπασχε από πολλών ετών προ του θανάτου της από χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια, αρτηριακή υπέρταση, ρευματική πολυαρθροπάθεια, βαρειά οστεοπόρωση και καταρράκτη, ότι για την αντιμετώπιση τους ελάμβανε καθημερινά ποικίλα φάρμακα, όπως αντιβιοτικά, αντιφλεγμονώδη, αναλγητικά και στη συνέχεια, μετά τον ξαφνικό θάνατο το έτος 1997 του μοναδικού γιού της και πατέρα τους, υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο, ανέπτυξε φοβικά σύνδρομα, έπασχε από μόνιμη κατάθλιψη, παρουσίασε προχωρημένη γεροντική άνοια, είχε απόλυτη αδυναμία συγκέντρωσης, ήταν κατάκοιτη και δεν αναγνώριζε πρόσωπα, ενώ εμφάνιζε αποπροσανατολισμό τόπου και χρόνου καθώς και αμνησία και εξ αιτίας αυτών δεν είχε συνείδηση των πράξεων της και στερούνταν της χρήσης του λογικού.
Σχετικά με τους παραπάνω ισχυρισμούς των εναγόντων και για την κατάσταση της υγείας (σωματικής και πνευματικής) της δωρήτριας από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από τον εφεσίβλητο βιβλιάριο υγείας της του ασφαλιστικού της φορέα (ΙΚΑ), από 31-12-1970 μέχρι και το θάνατο της (και όχι μόνο μέχρι το έτος 2000 όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες), προκύπτει ότι αυτή δεν είχε υποστεί εγκεφαλικό επεισόδιο, ούτε ότι έπασχε από γεροντική άνοια ή από φοβικά σύνδρομα και κατάθλιψη, ούτε ότι έλαβε σχετική φαρμακευτική αγωγή, οι δε ενάγοντες δεν επικαλούνται, ούτε προσκομίζουν κάποιο αντίθετο ιατρικό έγγραφο, που να αποδεικνύει τους ισχυρισμούς τους.
Η προαναφερθείσα έπασχε μεν από ρευματική πολυαρθροπάθεια, βαρεία οστεοπόρωση και παλαιό κάταγμα αριστερής κεφαλής μηριαίου και της χορηγήθηκε με την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ’ αριθμ. .../1999 απόφαση του Διευθυντή του Υποκαταστήματος ΙΚΑ, προσαύξηση στη σύνταξη της, γιατί κρίθηκε ότι πάσχει από αναπηρία σε ποσοστό 80%, που οφείλεται, στις προαναφερθείσες παθήσεις, αλλά ακόμα και στην ίδια ως άνω απόφαση αναφέρεται ότι μπορεί να υπογράφει ενσυνείδητα.
Επίσης, το γεγονός ότι έπασχε από καταρράκτη, εξ αιτίας του οποίου είχε μειωθεί κατά πολύ η όραση της, δεν αποτελεί βλάβη υγείας τέτοια που να έχει σαν αποτέλεσμα την έλλειψη συνείδησης των πράξεων της. Άλλωστε, εάν πράγματι η Β. χήρα Ε. Α. αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας πέραν των προαναφερθέντων, που αποτελούν φυσική απόρροια του γήρατος και από τα οποία επήλθε τελικά κατά τα ανωτέρω ο θάνατος της, θα είχε νοσηλευθεί, κάτι που όχι μόνο δεν αποδείχθηκε, αλλά και ούτε το επικαλούνται οι ενάγοντες, οι δε αναφορές στην αγωγή για νοσηλεία αυτής αφορούν μόνο για χειρουργικές επεμβάσεις, σε αμφότερους τους οφθαλμούς, λόγω καταρράκτη.
Αλλά και η εξετασθείσα από την πλευρά του εφεσίβλητου μάρτυρας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καθώς και οι Μ. χήρα Κ. Ι., Ο. Τ. και Δ. Κ. στις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις, εκ των οποίων η πρώτη είναι εξαδέλφη της δωρήτριας και οι λοιποί κατοικούσαν στην ίδια πολυκατοικία με αυτήν (θανούσα) και ως εκ τούτου έχουν ιδία γνώση, διαβεβαιώνουν όλοι για την πολύ καλή ψυχική της υγεία και νοητική της κατάσταση, όπως και για τις φροντίδες του εναγόμενου και της συζύγου του προς αυτήν μέχρι του χρόνου θανάτου της, για το οποίο θα γίνει λόγος στη συνέχεια.
Η αντίθετη κατάθεση της μάρτυρος από την πλευρά των εκκαλούντων και μητέρας τους Σ. χήρας Ε. Α., η οποία, συμπορευόμενη με τους αγωγικούς ισχυρισμούς, κατέθεσε ότι η παραπάνω δωρήτρια είχε αναπτύξει φοβικά σύνδρομα, δεν ένιωθε καλά και είχε χάσει τη δύναμη της βούλησης της, δεν κρίνεται πειστική, καθόσον αντικρούεται τόσο από τα στοιχεία του βιβλιαρίου υγείας, όσο και από τις παραπάνω καταθέσεις των μαρτύρων ανταπόδειξης, αλλά και δεν επιβεβαιώνεται από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο.
Αλλά και οι καταθέσεις των μαρτύρων στην πιο πάνω ένορκη βεβαίωση, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι εκκαλούντες, οι οποίοι, μεταξύ άλλων, αναφέρουν ότι είχαν διαταραχθεί οι πνευματικές και ψυχικές λειτουργίες της δωρήτριας, δεν οδηγούν σε διαφορετική από τα παραπάνω κρίση, καθόσον μάλιστα το περιστατικό που αναφέρουν οι δύο πρώτοι εξ αυτών Σ.
και Μ. Τ., που είναι σύζυγοι, συνάδελφοι και οικογενειακοί φίλοι της μητέρας των εναγόντων Σ. χήρας Ε. Α., ότι δηλαδή κατά τις αρχές Σεπτεμβρίου 2001, μετά από πρόσκληση της μετέβησαν στην κατοικία της πεθεράς της (Β. χήρας Ε. Α.) και διαπίστωσαν ότι η τελευταία βρισκόταν σε πλήρη διανοητική σύγχυση, ότι δεν τους αναγνώρισε, τους έδιωχνε και αρνιόταν να μεταφερθεί σε νοσοκομείο, όπως σύστησε ο ιατρός, που είχε καλέσει η νύφη της, δεν επιβεβαιώνεται από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο, ενόψει μάλιστα του ότι δεν προσκομίζεται σχετική περί αυτού βεβαίωση ή γνωμάτευση του ιατρού, που κατά τα κατατιθέμενα, την είχε επισκεφθεί και συνέστησε τη μεταφορά της στο νοσοκομείο, ενώ αν πράγματι είχε ανάγκη νοσηλείας, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ευχερώς θα μπορούσε να μεταφερθεί με ασθενοφόρο, παρά τις αντιρρήσεις της.
Αλλά και όσα καταθέτει η Α. Π. στην ίδια ένορκη βεβαίωση, ότι κατά τις τρεις επισκέψεις της στην οικία της παραπάνω, αρχές Οκτωβρίου 2001, άνοιξη του 2002 και φθινόπωρο του 2003, αντίκρισε "...μία ανθρώπινη σκιά, ανήμπορη και απολύτως καταβεβλημένη..." και ότι "...Αυτό που κυρίως αποκόμισα ήταν ότι η Β. τα είχε χαμένα, ήταν αδύνατο να συνεννοηθεί κανείς μαζί της, χειρότερα και από μωρό...", δεν επιβεβαιώνονται από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο και δη σχετικές γνωματεύσεις ιατρών, ενόψει μάλιστα του ότι όλοι οι προαναφερθέντες μάρτυρες δεν έχουν ειδικές γνώσεις ιατρικής.
Επίσης, πρέπει να λεχθεί το γεγονός ότι πράγματι μετά τη σύνταξη του συμβολαίου δωρεάς η παραπάνω με το υπ’ αριθμ. .../11-12-2001 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελισάβετ Πέταλα - Ιωαννίδου παρείχε στη σύζυγο του εναγόμενου ειδική πληρεξούσια για να εισπράττει τη σύνταξη της, αφού ανακάλεσε με τα με αριθμούς .../11-12-2001 έγγραφα της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου την προηγούμενη ίδια πληρεξουσιότητα που είχε δώσει στην νύφη της και μητέρα των εναγόντων Σ.
χήρα Ε. Α., αλλά και στον αδελφό της Α. Κ., δεν μπορεί να στηρίξει τον ισχυρισμό των εκκαλούντων ότι είχε χειροτερεύσει η υγεία της και η διανοητική της κατάσταση, αφού η παραπάνω ενέργεια της συνδέεται με το γεγονός ότι ήδη από το έτος 1999, όπως θα αναφερθεί ειδικότερα παρακάτω, τη φροντίδα της είχε αναλάβει αποκλειστικά ο εναγόμενος και η σύζυγος του, και ουδόλως συμμετείχε η νύφη της και μητέρα των εκκαλούντων ή οι ίδιοι.
Όσον δε αφορά την .../5-10-2000 ένορκη βεβαίωση της ίδιας ενώπιον της ίδιας συμβολαιογράφου ότι ο εγγονός της και ήδη πρώτος εκκαλών έχει αναλάβει "...την αποκλειστική κηδεμονία της..." αυτή προέκυψε ότι δόθηκε προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για τη μεταγραφή του παραπάνω σε Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης, όπως κατέθεσε η μάρτυρας ανταποδείξεως και όχι γιατί πράγματι είχε αναλάβει "την κηδεμονία" αυτής ο παραπάνω.
Ενισχυτικό δε της παραπάνω κρίσης, ότι η παραπάνω δωρήτρια είχε καλή ψυχική υγεία και νοητική κατάσταση, είναι "και το γεγονός ότι οι εκκαλούντες - ενάγοντες δεν ζητούν και την αναγνώριση της ακυρότητας και της ανωτέρω διαθήκης της Β. χήρας Ε. Α., αφού και αυτή συντάχθηκε σε χρόνο που, κατ’ αυτούς, η διανοητική της υγεία ήταν διαταραγμένη, αφού κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς από το θάνατο του υιού της το έτος 1997 είχε αρχίσει η επιδείνωση της πνευματικής της υγείας, το δε έτος 2000 (χρόνος συντάξεως της διαθήκης της) είχε επέλθει ολοκληρωτική απώλεια της συνείδησης των πραττομένων εκ μέρους της.
Έτσι, λοιπόν, η παραπάνω δωρήτρια πλην του καταρράκτη, που μείωνε την όραση της και των κινητικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε και την εξασθένιση του οργανισμού της λόγω του γήρατος, δεν αντιμετώπισε άλλα προβλήματα υγείας, οι δε ως άνω σωματικές ασθένειες δεν επηρέασαν τη νοητική λειτουργία και την εν γένει πνευματική της κατάσταση κατά το χρόνο της σύνταξης του συμβολαίου δωρεάς.
Αποδεικνύεται, δηλαδή, εν προκειμένω ότι η παραπάνω δωρήτρια, κατά το χρόνο σύνταξης του ως άνω συμβολαίου δωρεάς όχι μόνον είχε συνείδηση των πραττομένων, δηλαδή τη δύναμη προς διάγνωση της ουσίας και του περιεχομένου της επιχειρούμενης πράξεως, αλλά και τη δυνατότητα χρήσεως του λογικού, αφού δεν είχε υποστεί κάποια, παροδική ή διαρκή, νοσηρή διατάραξη αναιρετική της δυνατότητας ελεύθερου προσδιορισμού της βουλήσεως με λογικούς υπολογισμούς.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση δέχθηκε τα ίδια σχετικά με την επί του άρθρου 131 ΑΚ στηριζόμενη βάση της αγωγής των εκκαλούντων και με βάση αυτά απέρριψε αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε, έστω και με συνοπτικότερη αιτιολογία, που συμπληρώνεται με την παρούσα, όσα δε αντίθετα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες με τον πρώτο λόγο της έφεσης είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος εκμεταλλεύτηκε τη διαταραγμένη ψυχική κατάσταση της θανούσης για να την απομακρύνει από τους μοναδικούς κατιόντες της (ενάγοντες) και ότι της δημιούργησε την ψευδαίσθηση ότι η φροντίδα της υγείας της εξαρτάται από τον ίδιο αποκλειστικά και την οικογένεια του, με συνέπεια αυτή λόγω της ανάγκης της για εξεύρεση ατόμου να τη φροντίζει, να εξαναγκασθεί στην ως άνω δωρεά.
Όπως και παραπάνω αναφέρθηκε ουδεμία διανοητική διαταραχή ή διαταραγμένη ψυχική κατάσταση της δωρήτριας αποδείχθηκε και ως εκ τούτου δεν ήταν δυνατή η αναφερόμενη από τους εκκαλούντες εκμετάλλευση από τον εφεσίβλητο της εν λόγω κατάστασης, σε κάθε δε περίπτωση η ανικανότητα εκ της αιτίας αυτής προς κατάρτιση δικαιοπραξίας ρυθμίζεται ιδιαιτέρως από το άρθρο 131 ΑΚ, που ερευνήθηκε παραπάνω κατά την κύρια βάση, της επικαλούμενης ακυρότητας της δωρεάς, και δεν δύναται να υπαχθεί στη διάταξη του άρθρου 178 ΑΚ.
Περαιτέρω, πράγματι αποδείχθηκε ότι την περιποίηση και φροντίδα της δωρήτριας από το έτος 1999 είχε αναλάβει αποκλειστικά ο εναγόμενος με τη σύζυγο του, τούτο δε αφενός επειδή τους συνέδεε συγγενική σχέση και διέμεναν στην ίδια οικοδομή με τη θανούσα και συγκεκριμένα στο συνοικισμό ... του Δήμου ... Θεσσαλονίκης και αφετέρου επειδή οι ενάγοντες - εγγόνια της, που διέμεναν στην περιοχή ...
Θεσσαλονίκης, κατά τον παραπάνω χρόνο ήταν πολύ μικροί σε ηλικία και δεν μπορούσαν να της προσφέρουν τις υπηρεσίες, που χρειαζόταν αυτή μετά το θάνατο του πατέρα τους το έτος 1997, δεδομένης άλλωστε και της απόστασης της διαμονής τους. Επιπρόσθετα, η σύζυγος του εναγόμενου δεν εργαζόταν και επομένως είχε ελεύθερο χρόνο να διαθέτει για τη φροντίδα της Β.
χήρας Ε. Α., αντίθετα δε η μητέρα των εναγόντων και νύφη της πέραν του ότι κατά τα ως άνω διέμενε μακριά, εργαζόταν καθημερινά, καθόσον ήταν καθηγήτρια μέσης εκπαίδευσης σε δημόσιο σχολείο και επιπλέον ήταν επιφορτισμένη και με τη φροντίδα των εναγόντων τέκνων της. Έτσι την φροντίδα της διαθέτιδος, που ήταν αναγκαία για να έχει ποιότητα η ζωή της και την εν γένει συμπαράσταση και εξυπηρέτηση στις καθημερινές της ανάγκες, παρείχαν σ’ αυτήν ανελλιπώς μέχρι του χρόνου του θανάτου της ο εναγόμενος και η σύζυγος του, οι οποίοι φρόντιζαν για όλες τις ανάγκες της και ειδικότερα για τη διατροφή και περίθαλψη της, η δε σύζυγος του εφεσίβλητου είχε αναλάβει και την προσωπική της υγιεινή, δεδομένου ότι παρέμενε κλινήρης και κατάκοιτη λόγω της προαναφερόμενης αναπηρίας της σε ποσοστό 80%.
Τα περιστατικά αυτά της φροντίδας αποκλειστικά του προσώπου της Β. χήρας Ε. Α. από τον εναγόμενο και τη σύζυγο του ούτε οι εκκαλούντες ειδικά αμφισβητούν, αλλά απλώς προσδιορίζουν ότι τη φροντίδα της ανέλαβε αυτός από τον Οκτώβριο του έτους 2001, που καταρτίστηκε η δωρεά, ενώ όπως παραπάνω αποδείχθηκε αυτό συνέβη το έτος 1999.
Σε ανταπόδοση δε των εν λόγω υπηρεσιών του εφεσίβλητου, στις οποίες δεν συμπεριλαμβάνεται η οικονομική της ενίσχυση αφού η δωρήτρια μπορούσε να ζήσει από τη σύνταξη που ελάμβανε, η εν λόγω θεία του έκρινε ότι έχει ιδιαίτερο ηθικό καθήκον, όπως άλλωστε δήλωσε η ίδια στο παραπάνω δωρητήριο συμβόλαιο, να δωρήσει σ’ αυτόν εν ζωή την ψιλή κυριότητα του διαμερίσματος, που αποτελούσε το πιο σημαντικό περιουσιακό της στοιχείο, με απώτερο σκοπό να περιέλθει αυτό στη πλήρη κυριότητα του μετά το θάνατο της.
Σημειώνεται ότι προηγούμενα το έτος 1995 είχε μεταβιβάσει στο γιο της και πατέρα των εκκαλούντων με γονική παροχή τα υπόλοιπα περιουσιακά της στοιχεία, συνολικής αξίας 61.971,72 ευρώ, όπως οι ίδιοι οι εκκαλούντες αναφέρουν και προσδιορίζουν την αξία τους στην ένδικη αγωγή τους κατά το χρόνο της παροχής. Μάλιστα στη συνέχεια λόγω της σχέσης εμπιστοσύνης και αγάπης, που είχε αναπτυχθεί μεταξύ τους και μετά τη σύνταξη του συμβολαίου δωρεάς, η αποβιώσασα δυνάμει του με αριθμό .../11-12-2001 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελισάβετ Πεταλά - Ιωαννίδου κατέστησε τη σύζυγο του εναγόμενου ειδική πληρεξούσια της για να εισπράττει τη σύνταξη της και αφού ανακάλεσε με τα με αριθμούς .../11-12-2001 έγγραφα της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου την προηγούμενη ίδια πληρεξουσιότητα, που είχε δώσει στην νύφη της και μητέρα των εναγόντων Σ.
χήρα Ε. Α., αλλά και στον αδελφό της Α. Κ.. Για την εν λόγω ανάκληση οι τελευταίοι είχαν ενημερωθεί, αλλά δεν αντέδρασαν, αναγνωρίζοντας με τον τρόπο αυτό ως ορθή τη βούληση της αυτή. Οι ισχυρισμοί των εκκαλούντων ότι εξαναγκάσθηκε στην ως άνω δωρεά από τις ενέργειες του εφεσίβλητου και ειδικότερα ότι αυτός της δημιούργησε την ψευδαίσθηση ότι η φροντίδα της υγείας της εξαρτάται από τον ίδιο αποκλειστικά και την οικογένεια του, δεν επιβεβαιώνονται από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο, αλλά αντίθετα αποδείχθηκε ότι με τη δική της θέληση η Β.
χήρα Ε. Α. και χωρίς εξαναγκασμό δώρησε το προαναφερθέν ακίνητο στον εφεσίβλητο ανεψιό της, προς ανταπόδοση των υπηρεσιών που της παρασχέθηκαν από τον τελευταίο και τη σύζυγο του. Συγκεκριμένα περιστατικά, που να επιβεβαιώνουν τους πιο πάνω ισχυρισμούς των εκκαλούντων, ότι δηλαδή εξαναγκάσθηκε και χωρίς τη θέληση της η προαναφερθείσα προέβη στην ένδικη δωρεά, από κανένα μάρτυρα κατατέθηκαν, αλλά οι καταθέσεις όλων των μαρτύρων από την πλευρά των εκκαλούντων, είναι συμπερασματικές στηριζόμενες στο γεγονός ότι μεταβλήθηκε η βούληση της και ένα χρόνο μετά τη σύνταξη της διαθήκης, με την οποία εγκαθιστούσε κληρονόμους της τους εγγονούς της (εκκαλούντες), προέβη στη δωρεά του διαμερίσματος της στον εφεσίβλητο.
Τέλος πρέπει να λεχθεί ότι ο ισχυρισμός των εκκαλούντων ότι για τις όποιες υπηρεσίες και φροντίδες που παρείχε ο εφεσίβλητος στην γιαγιά τους από το τέλος του 2001 και εφεξής αμοίβονταν πλουσιοπάροχα γι’ αυτές, εισπράττοντας και παρακρατώντας τη μηνιαία σύνταξη της και εισπράττοντας και το ποσό των 8.500.000 δρχ., που βρισκόταν σε καταθετικό λογαριασμό και ότι εξ αυτού του λόγου η προς αυτόν δωρεά δεν έγινε ανταποδοτικά, όπως προβάλλουν με τον τρίτο λόγο της έφεσης και διευκρινίζουν ειδικότερα με τις προτάσεις της παρούσας συζήτησης, και αληθής υποτιθέμενος, δεν οδηγεί σε διαφορετική από τα παραπάνω κρίση, ότι δηλαδή η εν λόγω δωρεά υπαγορεύτηκε από λόγους ιδιαίτερου ηθικού καθήκοντος, καθόσον πρόκειται για περιστατικά μεταγενέστερα της δωρεάς, αφού κρίσιμος εν προκειμένω είναι ο χρόνος της κατάρτισης της, αλλά και επιπρόσθετα η σύνταξη που λάμβανε η αποβιώσασα, η οποία ανερχόταν στο ποσό των 600 ευρώ περίπου μηνιαίως, αρκούσε για να καλύψει μόνο τις ανάγκες διαβίωσης της, ενώ σε κάθε περίπτωση το γεγονός ότι η αποβιώσασα την 12-9-2001 πράγματι έκλεισε τον λογαριασμό, που διατηρούσε στην Τράπεζα Πειραιώς, με συνδικαιούχους τους εκκαλούντες - εγγονούς της και το υπόλοιπο αυτού 14.304,28 ευρώ, κατά τους ισχυρισμούς των τελευταίων, μεταφέρθηκε σε νέο λογαριασμό που άνοιξε με συνδικαιούχο τον εφεσίβλητο, προς απόδειξη του οποίου προσκομίζουν τα επικαλούμενα με τις προτάσεις της παρούσας συζήτησης έγγραφα της παραπάνω Τράπεζας, δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας δίκης και δεν μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετική από τα παραπάνω κρίση.
Από τα αποδειχθέντα ως άνω περιστατικά, δηλαδή το σύνολο των συνθηκών και περιστάσεων που συνοδεύουν την ανωτέρω δικαιοπραξία, προκύπτει ότι η επίμαχη δωρεά δεν μπορεί να θεωρηθεί ως "άστοργη", όπως επίσης διατείνονται οι εκκαλούντες - ενάγοντες, αλλά αντίθετα αυτή επιβαλλόταν από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον, όπως βάσιμα κατ’ ένσταση ισχυρίζεται ο εφεσίβλητος-εναγόμενος, κατά την έννοια που πιο πάνω έχει αναλυθεί στην υπό στοιχείο
ΙΙγ νομική σκέψη, για τη συγκρότηση της οποίας δεν είναι αναγκαίο αυτός να παρείχε στη δωρήτρια και χρηματική βοήθεια. Ενόψει αυτών η ένδικη αγωγή... "κατά την βάση της περί ανατροπής της ένδικης δωρεάς ως άστοργης είναι απορριπτέα, κατά παραδοχή της παραπάνω ένστασης του εφεσίβλητου και ως ουσιαστικά βάσιμης......Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση του δέχθηκε τα ίδια περιστατικά και με βάση αυτά απέρριψε την έτερη επικουρικά σωρευμένη αγωγή περί ανατροπής της ένδικης δωρεάς ως άστοργης ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατά παραδοχή της παραπάνω ένστασης του εφεσίβλητου ότι η επίδικη δωρεά προς αυτόν έγινε από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον της διαθέτιδος και ως ουσιαστικά βάσιμης, ορθά τις προσκομισθείσες ενώπιον του αποδείξεις εκτίμησε, όσα δε αντίθετα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες-ενάγοντες με τους δεύτερο και τρίτο λόγο της έφεσης τους είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Ενόψει αυτών, εφόσον κανένας λόγος της δεν κρίθηκε βάσιμος, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση, ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν".
ΙΙΙ. Οι αναιρεσείοντες με τους λόγους αναιρέσεως ψέγουν το Εφετείο, ότι με την προσβαλλομένη απόφασή του παραβίασε τις διατάξεις των άρθρ. 1825, 1831, 1835 και 1836 ΑΚ (με εσφαλμένη όπως εκτιμάται, ερμηνεία και εφαρμογή αυτών) και διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες (πρώτος λόγος αναιρέσεως, υπ’ αρ. 1, 19, αντιστοίχως, του αρθρ. 559 ΚΠολΔ), ότι δεν έλαβε υπόψιν του τον τρίτο λόγο εφέσεώς τους, με τον οποίον παραπονούντο εν σχέσει προς την κρίση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου περί του μη μεμπτού της επίμαχης δωρεάς (δεύτερος λόγος αναιρέσεως υπ’ αρ. 8,9, 1-19) και ότι υπέπεσε στα υπ’ αρ. 1 και 19 σφάλματα με τις παραδοχές περί της λόγω ανταποδοτικότητος συναφώς κριθείσης ως εξ ιδιαιτέρου ηθικού καθήκοντος γενομένης δωρεάς και ότι ο ισχυρισμός περί φερομένης αμοιβής για τις όποιες φροντίδες του νυν αναιρεσιβλήτου, αφορούν και συναρτώνται σε μεταγενέστερο της καταρτίσεως της δωρεάς χρόνο (τρίτος - τελευταίος λόγος αναιρέσεως).
Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι αβάσιμοι, δεδομένου ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο προσηκόντως ερμήνευσε και εφήρμοσε τις (αβασίμως φερόμενες ως) παραβιασθείσες ανωτέρω διατάξεις και διέλαβε τις ενδεδειγμένης ορθότητος αιτιολογίες με επάρκεια και χωρίς παλινδρομήσεις όπως προσάπτουν, αβασίμως όμως, οι αναιρεσείοντες, κατά τα άνω εκτιθέμενα.
Ειδικότερα δε εν σχέσει προς το καταλογιζόμενο υπ’ αρ. 8 σφάλμα (2ος λόγος) σημειώνεται, ότι η διαφορετικότητα της κρίσεως του Εφετείου από την ευδοκίμηση των ισχυρισμών τους (αναιρεσειόντων) δεν σημαίνει ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν υπέστησαν την διελκυστίνδα της δοκιμασίας προς κρίση, η οποία, αποστασιοποιημένη απ’ την στόχευση των αναιρεσειόντων, δεν ισοδυναμεί εννοιολογικώς με τη μη λήψη υπόψιν, ούτε ότι αφέθηκε αδίκαστο αίτημα.
IV. Κατά συνέπεια και συμφώνως προς το κατωτέρω διατακτικό, μη υπάρχοντος δε ετέρου λόγου αναιρέσεως προς διερεύνηση, πρέπει, να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη του υπό δικαστική συμπαράσταση παραστάντος αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχήν του αιτήματός του, στους ηττωμένους αναιρεσείοντες και να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2, 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-3-2015 αίτηση των 1) Ε. Α. και 2) Χ. Α. περί αναιρέσεως της 526/2012 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες την δικαστική δαπάνη του (υπό δικαστική συμπαράσταση) αναιρεσιβλήτου, το ποσό της οποίας ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2700 €). Και
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταβληθέντος παραβόλου. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Δεκεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ