Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to vague grounds and lack of proper prior objection in lower court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by eleven individuals against a final judgment of the Court of First Instance. The appellants argued that the Court of Appeal incorrectly validated a dismissal of their claims for vagueness, specifically regarding shares acquired through investment services. The court ruled the appeal inadmissible because the grounds relied on a claim that was not properly raised or substantiated in the lower proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArt. 562 para. 2 of the Code of Civil Procedure; Art. 559 para. 8 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if it relies on a ground not properly proposed in the lower court, unless it concerns a matter of public order.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 775 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 775/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1 ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Μ. Χ. του Δ., κατοίκου ..., 2. Α. Χ. συζ. Μ., κατοίκου ..., 3. Γ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 4. Δ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., 5.Π. Π. του Α., κατοίκου ..., 6. Α. Σ. του Γ., κατοίκου ..., 7. Σ. Δ. του Π., κατοίκου ... 8. Σ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., 9. Ζ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 10. Δ. Μ. του Δ., κατοίκου ... και 11. Ε. Κ. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Φαλαγκαράκη πλήν του εβδόμου, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΣΥΝΕΓΓΥΗΤΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Τσουτσάνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22 Ιουνίου 2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2024/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 6498/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αριστείδης Πελεκάνος, ανέγνωσε την από 8 Οκτωβρίου 2012 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Ιωάννη Σίδερη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 104 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν επιχειρηθεί προηγουμένως.
Το δε δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από τον συνδυασμό της διάταξης αυτής προς τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 105, 576 παρ. 2 και 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση στον Άρειο Πάγο δεν παρίσταται ο διάδικος, στο όνομα του οποίου φέρεται ότι ασκήθηκε η αίτηση αναίρεσης από δικηγόρο και δεν αποδεικνύεται ότι έχει δοθεί σ' αυτόν νόμιμα (με συμβολαιογραφικό έγγραφο ή με δήλωση καταχωριζόμενη στα πρακτικά ή στην έκθεση) πληρεξουσιότητα για την άσκησή της, τότε η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την παραπάνω δικάσιμο (16/9/2013) και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, ο έβδομος αναιρεσείων, Δ. Σ., δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο Αθηνών Φαλαγκαράκη Βασίλειο, ο οποίος υπογράφει ως πληρεξούσιος αυτού και των λοιπών δέκα αναιρεσειόντων την κρινόμενη από 20/ 9/2010 αίτηση αναίρεσης ή από άλλον πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ εμφανίστηκαν και παραστάθηκαν κανονικά οι λοιποί αναιρεσείοντες και το αναιρεσίβλητο, εκπροσωπούμενοι από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους, κατέθεσαν δε και σχετικές προτάσεις.
Επίσης ο έβδομος και οι λοιποί αναιρεσείοντες, με κοινοποίηση της αίτησης αναίρεσης και κλήση προς συζήτηση προς το αντίδικό τους, είχαν επισπεύσει νόμιμα τη συζήτηση της υπόθεσης για τη δικάσιμο της 15/10/2012, κατά την οποία όλοι οι αναιρεσείοντες παραστάθηκαν και αναβλήθηκε η συζήτηση για τη δικάσιμο της 16ης/9/2013, η δε εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο της νέας δικασίμου ισχύει ως νόμιμη κλήτευσή τους (άρθρα 226 παρ. 4 και 575 ΚΠολΔ).
Εξάλλου δεν προσκομίζεται συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, από το οποίο να προκύπτει ότι ο απολιπόμενος αναιρεσείων χορήγησε στον προαναφερόμενο δικηγόρο πληρεξουσιότητα για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, η οποία πρέπει γι' αυτό να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 12 περ.
α-β-γ-δ, 63 και 65 παρ. 1 περ. ε του ν. 2533/1997 και τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 περ. α (ι) -γ-δ και παρ. 6 περ. α-β-γ του ν. 2396/1996, συνδυαζόμενες και ερμηνευόμενες υπό το πνεύμα του σκοπού και των ρυθμίσεων της Οδηγίας 97/9/ΕΚ (Προοίμιο 1η και 5η σκέψη, άρθρα 1 σημ. 4, 2 παρ. 1α (ι) - 2, 8 παρ. 1-3 και 9 παρ. 1-2), καθώς και της Οδηγίας 93/22/ΕΚ (άρθρο 1 αρ. 4), που ενσωματώθηκαν στο εσωτερικό δίκαιο με τον ν. 2533/1997 η πρώτη και τον ν. 2396/1996 η δεύτερη, σε συνδυασμό και προς τις διατάξεις του άρθρου 4α παρ. 8 του ν. 1896/1988, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 2651/1998, συνάγονται τα ακόλουθα :
α) Η επενδυτική υπηρεσία της διαχείρισης επενδυτικού χαρτοφυλακίου έχει και υπό την ισχύ της Οδηγίας 97/9/ΕΚ το ίδιο περιεχόμενο που είχε και κατά τις διατάξεις της Οδηγίας 93/22/ΕΚ, στην οποία ρητά παραπέμπει, δηλαδή πρέπει να περιέχει έναν ή περισσότερους από τους χρηματοπιστωτικούς τίτλους, που αναφέρονται στο τμήμα Β του παραρτήματος αυτής (άρθρο 2 παρ. 1 α (ι)), ενώ η διαχείριση χρημάτων δεν αποτελεί επενδυτική υπηρεσία, αφού τα μέσα πληρωμής αποκλείονται ρητά από την έννοια των κινητών αξιών (άρθρο 1 σημ. 4 Οδηγίας 93/22/ΕΚ και 2 παρ. 6γ ν. 2396/1996).
Επομένως, μόνο η κατάθεση χρημάτων για επένδυση δεν δημιουργεί επενδυτική υπηρεσία διαχείρισης επενδυτικού χαρτοφυλακίου, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, έχει ως περιεχόμενο έναν ή περισσότερους χρηματοπιστωτικούς τίτλους. β) Η Οδηγία 97/9/ΕΚ, επιδιώκοντας τη διασφάλιση κυρίως των μικροεπενδυτών, προστατεύει και καλύπτει το κεφάλαιο, που καταθέτει ο επενδυτής σε επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (ΕΠΕΥ), στο πλαίσιο διεξαγωγής, μετά από δική του εντολή και για λογαριασμό του, επενδυτικών εργασιών (άρθρο 1 σημ. 4 αυτής), ανεξάρτητα από το αν οι επενδυτικές εργασίες πραγματοποιήθηκαν ή όχι μέχρι τον χρόνο που ανακλήθηκε η άδεια της ΕΠΕΥ.
γ) Η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 12 του ν. 2533/1997, η οποία δεν συμπεριλαμβάνει, στις καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες που περιοριστικά αναφέρει, και την κατάθεση των κεφαλαίων για επένδυση και παρέχει, καταρχήν, κατώτερης βαθμίδας προστασία από εκείνη της Οδηγίας 97/9/ΕΚ, πρέπει να ερμηνευθεί υπό το πρίσμα της εν λόγω οδηγίας, ώστε να εξασφαλιστεί η αρχή της αποτελεσματικότητας του κοινοτικού δικαίου.
Και δ) Ότι έτσι, κατ' ορθή ερμηνεία των οικείων διατάξεων του εσωτερικού δικαίου, εμπίπτει στις καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες τόσο η διαχείριση επενδυτικού κεφαλαίου πελατών που έχει ως μόνο περιεχόμενο την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών με αντικείμενο έναν ή περισσότερους από τους προαναφερόμενους τίτλους, όσο και η διαχείριση επενδυτικού χαρτοφυλακίου πελατών, που περιλαμβάνει χρηματικά ποσά, που δόθηκαν με την εντολή να διενεργηθούν για λογαριασμό τους επενδυτικές υπηρεσίες με αντικείμενο έναν ή περισσότερους τίτλους, ανεξάρτητα από την πραγματοποίηση αυτών των υπηρεσιών κατά τον χρόνο ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της ΕΠΕΥ, οπότε και δημιουργείται η σχετική υποχρέωση του αναιρεσίβλητου για αποζημίωση.
Αντίθετα, δεν εμπίπτει στις καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες η διαχείριση επενδυτικού χαρτοφυλακίου, που περιλαμβάνει μόνο κατάθεση χρημάτων, χωρίς την ειδική εντολή του πελάτη προς διενέργεια από την ΕΠΕΥ για λογαριασμό του συναλλαγών σε χρηματοπιστωτικά μέσα και τίτλους ή προς παροχή επενδυτικών υπηρεσιών στον ίδιο τομέα.
Συνεπώς, δεν υπάγεται στις καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες η κατάθεση χρηματικού κεφαλαίου, προκειμένου να γίνει, κατά τη βούληση των μερών στο πλαίσιο σχετικής σύμβασης, διαχείριση αυτού από την ΕΠΕΥ μόνο (άσχετα με τυχόν τυπική πρόβλεψη διενέργειας επενδυτικών συναλλαγών σε κινητές αξίες) σε επενδύσεις με εγγυημένες σταθερές αποδόσεις, χωρίς επενδυτική διακινδύνευση με σκοπό το μεγαλύτερο δυνατό κέρδος, και όχι με την ειδική εντολή να επενδυθεί το ποσό του χρηματικού κεφαλαίου, για λογαριασμό του εντολέα, σε συναλλαγές αγοράς και πώλησης χρηματοπιστωτικών μέσων ή άλλες συναφείς επενδυτικές συναλλαγές κινητών αξιών, στο πλαίσιο της λειτουργίας του χρηματοοικονομικού συστήματος, στη διαφύλαξη του κύρους του οποίου και της εμπιστοσύνης του επενδυτικού κοινού προς αυτό αποσκοπεί και ο εξασφαλιστικός θεσμός του αναιρεσίβλητου Συνεγγυητικού Κεφαλαίου Επενδυτικών Υπηρεσιών (Ολ.ΑΠ 11/2013).
Η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή αυτή που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται με τον λόγο αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και υπάρχει, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας, για την κρίση του ως προς τη νομική βασιμότητα της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα η εφαρμοστέα ουσιαστική διάταξη απαιτεί για τη θεμελίωση του διαγνωστέου δικαιώματος είτε αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.
Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει, όταν δεν περιέχονται στην αγωγή με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν το πραγματικό σκέλος της εφαρμοστέας ουσιαστικής διάταξης και, ως εκ τούτου, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του διαγνωστέου δικαιώματος και του αιτήματος της αγωγής.
Σ' αυτή την περίπτωση η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη και η σχετική παράβαση ελέγχεται με τους λόγους αναίρεσης από τους αρ. 8 ή 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ο προβλεπόμενος από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς, στοιχειοθετείται όταν ο κανόνας αυτός, με βάση τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, δεν εφαρμόζεται, παρότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν εφαρμόζεται χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα, η δε σχετική παραβίαση εκδηλώνεται είτε με εσφαλμένη ερμηνεία είτε με εσφαλμένη εφαρμογή αυτού, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005). Με αυτόν τον λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την αξιολόγηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων και τα νομικά σφάλματα κατά την ουσιαστική διερεύνηση της επίδικης διαφοράς. Δηλαδή ελέγχεται αν η αγωγή και κάθε ισχυρισμός, που ασκεί έννομη επιρροή στη διαγνωστέα έννομη σχέση ή έννομη συνέπεια (ένσταση, αντένσταση κλπ.), απορρίφθηκαν ορθά ως μη νόμιμοι ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, η αγωγή ή η ένσταση κλπ. έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27-28/1998).
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά πρώτο μέρος του οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι πλημμέλειες από τους αρ. 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 12 του ν. 2533/1997, 2 παρ. 1γ του ν. 2396/1996, 1 παρ. 4, 2 παρ. 2, 8 παρ. 1-3 και 9 παρ. 1-2 της Οδηγίας 97/9/ΕΚ και 1 σημ. 1 της Οδηγίας 93/22/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, κρίνοντας την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη ως προς τους ενάγοντες - αναιρεσείοντες δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, έβδομο, όγδοο, ένατο και ενδέκατο και επικυρώνοντας ακολούθως την πρωτόδικη απόφαση.
Στην προκείμενη περίπτωση, οι ενάγοντες με την από 22-6-2004 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της, ισχυρίστηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά : Ότι μεταξύ αυτών και της <<ΑΣΤΡΑΙΑ Α.Ε.Π.Ε.Υ.>> καταρτίστηκαν, κατά τις μνημονευόμενες ημεροχρονολογίες για καθέναν, ομοειδείς ατομικές συμβάσεις παροχής υπηρεσιών διαχείρισης χαρτοφυλακίου, βάσει των οποίων η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει έναντι προμήθειας, σύμφωνα με τους ειδικούς όρους διαχείρισης χαρτοφυλακίου που επισυνάφθηκαν ως προσαρτήματα στις ατομικές συμβάσεις με τις μνημονευόμενες γενικές αρχές και όρους παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, σε καθέναν ενάγοντα για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα τριών μηνών, που για ορισμένους ανανεώθηκε, τη διαχείριση χαρτοφυλακίου, που αποτελείται από το χρηματικό ποσό που κατέβαλε καθένας από αυτούς στην ΕΠΕΥ, με τον επενδυτικό τρόπο που εκείνη θα επέλεγε και με σκοπό την επίτευξη του υψηλότερου δυνατού κέρδους.
Ότι, στο πλαίσιο της σχετικής συμφωνίας, οι ενάγοντες κατέβαλαν στο ταμείο ή σε τραπεζικό λογαριασμό της Ε.Π.Ε.Υ. τα χρηματικά ποσά, που μνημονεύονται αναλυτικά στην αγωγή, στην οποία δεν περιέχεται καμία αναφορά αν η τελευταία προέβη σε οποιαδήποτε επενδυτική πράξη διαχείρισης του χαρτοφυλακίου των εναγόντων.
Ότι με την 7/14/234/7-1-2002 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της εν λόγω Ε.Π.Ε.Υ. και ότι αυτή τέθηκε υπό ειδική εκκαθάριση, κατά το άρθρο 4α του ν. 1806/1988. Ότι, μετά από σχετική αναγγελία των εναγόντων, ο επόπτης εκκαθάρισης επαλήθευσε τις απαιτήσεις τους και αποζημιώθηκαν όλοι κατά ποσοστό 10% των επαληθευμένων απαιτήσεων, επειδή τα χρηματικά ποσά που κατείχε η υπό εκκαθάριση Ε.Π.Ε.Υ δεν επαρκούσαν για την ικανοποίηση όλων των επενδυτών.
Ότι στις απαιτήσεις που ανήγγειλαν για επαλήθευση οι ενάγοντες πρώτος, έκτος και δέκατη διέλαβαν και τίτλους χαρτοφυλακίου αξίας 236.140 δρχ., 1.530.240 δρχ. και 236.139 δρχ., αντίστοιχα., χωρίς καμία περαιτέρω εξειδίκευση. Ότι ακολούθως ο επόπτης εκκαθάρισης παρέπεμψε τις απαιτήσεις των εναγόντων με τα αποδεικτικά τους έγγραφα, κατά το άρθρο 4α του ν. 1806/1988 στην επιτροπή αποζημιώσεων του άρθρου 68 παρ. 6 του ν. 2533/1997, προκειμένου εκείνη να κρίνει ποιες από τις σχετικές απαιτήσεις καλύπτονται με αποζημιωτική ευθύνη του εναγόμενου Συνεγγυητικού Κεφαλαίου Εξασφάλισης Επενδύσεων.
Και ότι το εναγόμενο απέρριψε με απόφασή του τις σχετικές αιτήσεις των εναγόντων και αρνείται να τους αποζημιώσει. Κατόπιν αυτών, οι ενάγοντες ζήτησαν να επιδικαστεί αναγνωριστικά σε καθέναν από αυτούς ως αποζημίωση το ειδικότερο ποσό που αναφέρεται στην αγωγή και δεν υπερβαίνει το ανώτατο όριο κάλυψης των 30.000 ευρώ.
Με αυτό το περιεχόμενο, η ένδικη αγωγή ορθά κρίθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση ως μη νόμιμη για τους ενάγοντες δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, έβδομο, όγδοο, ένατο και ενδέκατο, αφού αυτοί, όπως εκθέτουν στην αγωγή, κατέβαλαν στην <<ΑΣΤΡΑΙΑ Α.Ε.Π.Ε.Υ.>> τα σχετικά ποσά, προκειμένου να επενδυθούν, βάσει της μεταξύ τους συμφωνίας και παρά την τυπική αναφορά αυτής σε επενδυτικές συναλλαγές του άρθρου 2 παρ. 1 στοιχείο α (ι) του ν. 2396/1996, με τον τρόπο που εκείνη θα επέλεγε σε επενδύσεις με εγγυημένες αποδόσεις και σκοπό την εξασφάλιση του υψηλότερου δυνατού κέρδους, και όχι προκειμένου να επενδυθούν, κατ' εντολή και για λογαριασμό τους, σε συναλλαγές αγοράς και πώλησης χρηματοπιστωτικών μέσων ή σε άλλες συναφείς επενδυτικές συναλλαγές κινητών αξιών του ίδιου τομέα στο πλαίσιο της λειτουργίας του εσωτερικού και διεθνούς χρηματοοικονομικού συστήματος με αντίστοιχη επενδυτική διακινδύνευση.
Επομένως, ορθά το Εφετείο έκρινε ότι δεν πρόκειται για καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες, που δημιουργούν σχετική αποζημιωτική ευθύνη του εναγόμενου Συνεγγυητικού Κεφαλαίου και δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικές διατάξεις, ο δε πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αρ. 1 (και όχι και 8) του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Με το δεύτερο μέρος του πρώτου λόγου αναίρεσης οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι πλημμέλεια από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτουν στην εφετειακή απόφαση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των ατομικών συμβάσεων των εναγόντων - αναιρεσειόντων που διαλαμβάνεται στην αγωγή κατά τη νομική αξιολόγησή της.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, επειδή η σχετική αναιρετική πλημμέλεια προϋποθέτει έγγραφο αποδεικτικό κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, και όχι διαδικαστικό, όπως είναι η αγωγή, ενώ η νομική αξιολόγηση της αγωγής από τον Άρειο Πάγο γίνεται με βάση το περιεχόμενο του δικογράφου αυτής, και όχι με βάση τι δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας ως περιεχόμενο της αγωγής.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, που αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης, είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε αυτοτελή ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση (όπως αυτή έχει και χωρίς να συνδυαστεί με άλλα στοιχεία) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η εν λόγω διάταξη αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει δε ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Δηλαδή πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης είχε προταθεί παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Γι' αυτόν τον λόγο πρέπει στο αναιρετήριο να παρατίθεται ο ισχυρισμός όπως αυτός είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και ακόμη να αναφέρεται ο τρόπος επαναφοράς του ισχυρισμού στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν αυτός ήταν παραδεκτός και νόμιμος.
Με τον δεύτερο και τελευταίο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία απέρριψε ως αόριστη την αγωγή ως προς τους ενάγοντες πρώτο, έκτο και δέκατη, λαμβάνοντας παρά τον νόμο υπόψη πράγματα που δεν είχαν προταθεί στην πρωτόδικη δίκη, και συγκεκριμένα ότι στο χαρτοφυλάκιό τους βρέθηκαν, κατά την αποτίμηση και επαλήθευση των απαιτήσεών τους, μετοχές, για τις οποίες δεν προσδιορίζεται στην αγωγή αν αποκτήθηκαν με χρηματιστηριακή συναλλαγή μετά από σχετική εντολή τους, ούτε ο τρόπος που δόθηκε τέτοια εντολή, ώστε να μπορεί να κριθεί αν οι ενάγοντες είχαν την ιδιότητα του εντολέα παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, που καλύπτονται από το εναγόμενο.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προτάθηκε με λόγο έφεσης στο Εφετείο η προβαλλόμενη αιτίαση, η οποία δεν αφορά τη δημόσια τάξη, κατά την έννοια του άρθρου 562 ΚΠολΔ. Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης ως προς τους προαναφερόμενους αναιρεσείοντες.
Επίσης πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 20-9-2010 αίτηση αναίρεσης του εβδόμου αναιρεσείοντος, Δ. Σ. του Π., κατά της απόφασης 6498/2007 του Εφετείου Αθηνών.
Απορρίπτει την από 20-9-2010 αίτηση αναίρεσης των λοιπών αναιρεσειόντων κατά της ίδιας απόφασης 6498/2007 του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων εφτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 2 Οκτωβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Απριλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ