Legislator Case Law & Legislation
775/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding supplementary grounds submission deadline and evidence weight.

Case Number 775/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding a land expropriation dispute. The appellant argued the lower court misinterpreted a ministerial decision and incorrectly determined ownership based on witness testimony. The court rejected these claims, stating the supplementary grounds were filed late and the lower court properly weighed all evidence to conclude the state was the owner.

Legislator headnote

AI generated

Art. 569 para. 2 C.Pol.D.; Art. 568 para. 2 C.Pol.D.; Art. 559 C.Pol.D.; Art. 2 para. 1 of Law 1539/1938: Supplementary grounds for appeal must be submitted in writing at least 30 days before the hearing; the Supreme Court reviews whether the lower court's findings of fact were based on evidence properly weighed and whether the appeal was filed within statutory time limits.

Keywords

AI generated
supplementary grounds appeal statutory time limits expropriation compensation ownership determination evidence weighing ministerial decision court costs

Cited Legislation

AI generated
Art. 569 para. 2 C.Pol.D.
Art. 568 para. 2 C.Pol.D.
Art. 559 C.Pol.D.
Art. 2 para. 1 of Law 1539/1938

Cited Case Law

AI generated
OL.AP 2/2008
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 775 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 775/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Ερωτόκριτο Καλούδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Δ. χας Α. Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευαγγελία Γαβουνέλη.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Παναγιώτη Παπά, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ και 2. Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Γ. Ε. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΥ ΔΙΚΤΥΩΝ ΥΔΡΕΥΣΗΣ-ΑΡΔΕΥΣΗΣ-ΥΠΟΝΟΜΩΝ-ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ", και διακριτικό τίτλο "Γ. Ε. ΑΕ", που εδρεύει στον Άγιο Στέφανο Αττικής, και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Χριστόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε α) με την από 7-2-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, β) με την από 4-2-2005 προσεπίκληση και Ανακοίνωση δίκης της Εταιρείας και γ) με την από 2-3-2006 κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3105/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 6984/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-7-2010 αίτησή της και με τους από 21-12-2011 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 28-2-2011 και 12-1-2012 εκθέσεις του, με τις οποίες εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων αυτής λόγων.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 569 παρ.2 ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως ασκούνται μόνο με δικόγραφο, το οποίο κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τουλάχιστον 30 ημέρες πριν από την συζήτηση της αίτησης, επιδίδεται δε στον αναιρεσίβλητο και τους λοιπούς διαδίκους πριν από την ίδια προθεσμία. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και προς τις διατάξεις των άρθρων 568 παρ.3 και 571 ΚΠολΔ, οι οποίες προβλέπουν τον προσδιορισμό δικασίμου σε χρόνο που παρέχει επαρκή προθεσμία για επίδοση και προπαρασκευή της υπόθεσης, ως και τη σύνταξη έκθεσης από τον οριζόμενο εισηγητή, προκύπτει ότι ως ημέρα συζήτηση για τον υπολογισμό της προθεσμίας κατάθεσης και επίδοσης του δικογράφου των πρόσθετων λόγων νοείται η ορισθείσα από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου ή τον Πρόεδρο του οικείου Τμήματος, κατά το άρθρο 568 παρ.2, όχι δε και η μεταγενέστερη μετ' αναβολήν εξ αυτής ή ματαίωση προσδιορισθείσα (Ολ.ΑΠ 143/84, 654/84).

Στην προκείμενη περίπτωση φέρεται προς συζήτηση η από 22.7.2010 αίτηση της ενάγουσας Δ. χας Α. Β. για αναίρεση της 6984/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, επί της οποίας προσδιορίστηκε αρχικά η συζήτησή της στη δικάσιμο της 9.3.2011, οπότε και αναβλήθηκε αυτή για τη στην αρχή της παρούσας αναφερθείσα δικάσιμο (της 25.1.2012).

Η αναιρεσείουσα, ενόψει της συζήτησης της αναίρεσης κατά την προαναφερθείσα δικάσιμο της 25.1.2012, κατέθεσε, στις 21.12.2011 δικόγραφο πρόσθετων λόγων, όπως προκύπτει από την κάτω απ' αυτό 244/2011 πράξη κατάθεσης του Γραμματέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Δημητρόπουλου. Οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι, σύμφωνα με τα παραπάνω, έχουν ασκηθεί εκπροθέσμως, γι' αυτό και πρέπει να απορριφθούν και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι (άρθρο 577 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Κατά μεν το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία.

Αποτελούν δε πράξεις νομής, όταν πρόκειται για ακίνητο, οι ολικές και εμφανείς πάνω σ' αυτό πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να έχει το πράγμα για δικό του. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 976 εδ.α' του ΑΚ, σε πράγμα που βρίσκεται στη νομή άλλου η νομή αποκτάται με παράδοση που γίνεται με τη βούληση του νομέα.

Από τη διάταξη αυτή, η οποία καθιερώνει παράγωγο τρόπο κτήσης της νομής, με ειδική διαδοχή, η οποία συντελείται με απλή παράδοση της νομής, σύμφωνα με τη βούληση του μέχρι τη μεταβίβαση νομέα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις για την κτήση της νομής με παράδοση είναι: α) η ύπαρξη της ιδιότητας του νομέα, κατά το χρόνο παράδοσης της νομής, σ' αυτόν που μεταβιβάζει τη νομή, β) η κτήση της φυσικής εξουσίας του πράγματος από τον αποκτώντα και γ) η μετάθεση της φυσικής εξουσίας από τον μέχρι τώρα νομέα στον αποκτώντα να γίνεται με τη θέληση και των δύο, δηλαδή και εκείνου που μεταβιβάζει τη νομή και του αποκτώντα.

Το στοιχείο αυτό της θέλησης του μεταβιβάζοντος νομέα υπάρχει, όχι μόνο όταν αυτός παραδίδει στον αποκτώντα το πράγμα, αλλά και όταν επιτρέπει ή εγκρίνει την κατάληψη του πράγματος από αυτόν. Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφασης δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν τα εξής: "Το επίδικο ακίνητο (αγροτεμάχιο) βρίσκεται στο Δήμο Αγίου Στεφάνου Αττικής και ... έχει εμβαδό 10.800 τ.μ. Η έκταση αυτή αποτελείται από τα κληροτεμάχια με αριθμούς 829, 498, 832 και 833. Το με αριθμό 829 κληροτεμάχιο είχε παραχωρηθεί από το Ελληνικό Δημόσιο, με βάση το με αριθμό 232223/1969 τίτλο κυριότητας της Δ/νσης Εποικισμού του Υπουργείου Γεωργίας, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Μαραθώνα (τόμος 77 και αύξ.

Αριθμός 141) στο Ν. Μ. Δ., και έχει έκταση, κατά νεότερη καταμέτρηση, 2.750 τ.μ. Ο ανωτέρω κληρούχος μεταβίβασε το κληροτεμάχιο αυτό, με βάση το υπ' αριθμ. .../03-02-1964 συμβόλαιο πώλησης του συμβολαιογράφου Αθηνών Βασίλειου Κλ. Καντιανή, που μεταγράφηκε νόμιμα στις 10-03-1964 στα παραπάνω βιβλία Μεταγραφών, στον Ι. Κ., αφού προηγούμενα επιτράπηκε η μεταβίβασή του με την υπ' αριθμ. 8433/01-02-1964 απόφαση του Νομάρχη Αττικής, με την οποία άρθηκαν και οι απαγορεύσεις από τα άρθρα 208, 209, 210, 211, 212 και 216 του Αγροτικού Κώδικα.

Το με αριθμό 498 κληροτεμάχιο επιφάνειας 5.313 τ.μ. είχε παραχωρηθεί, με βάση την υπ' αριθμόν .../ 01-09-1950 οριστικό τίτλο κυριότητας της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδας, που μεταγράφηκε νόμιμα στα ίδια παραπάνω βιβλία, στον Β. Σ. Μ.. Ο τελευταίος μεταβίβασε λόγω πωλήσεως το κληροτεμάχιο αυτό, με βάση το υπ' αριθμ. .../02-12-1963 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλείου Κλ.

Καντιανή, που μεταγράφηκε νόμιμα στις 05-12-1963 στα παραπάνω βιβλία, στον ίδιο αγοραστή Ι. Κ., μετά την υπ' αριθμ. 46966/01-06-1962 απόφαση του Νομάρχη, με την οποία επιτράπηκε η εκποίηση και άρθηκαν οι πιο πάνω αναφερόμενες απαγορεύσεις. Το με αριθμό 832 κληροτεμάχιο, έκτασης 3010 τ.μ. είχε παραχωρηθεί, με βάση το υπ' αριθμόν .../09-06-1962 παραχωρητήριο του Υπουργείου Γεωργίας (Δ/ση Εποικισμού), που μεταγράφηκε νόμιμα στα παραπάνω βιβλία μεταγραφών, στον Σ.

Δ. Κ.. Ο τελευταίος το μεταβίβασε στον ίδιο παραπάνω αγοραστή Ι. Κ., με βάση το υπ' αριθμ. .../24-12-1963 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλείου Κλ. Καντιανή, που μεταγράφηκε νόμιμα, στις 08-01-1964, αφού επιτράπηκε η εκποίησή του με την υπ' αριθμ. 113174/23-12-1963 απόφαση του Νομάρχη Αττικής, με την οποία άρθηκαν οι παραπάνω αναφερόμενες απαγορεύσεις.

Το με αριθμό 833 κληροτεμάχιο, έκτασης 3.000 τμ, είχε παραχωρηθεί, με βάση το υπ' αριθμόν .../29-09-1962 παραχωρητήριο του Υπουργείου Γεωργίας (Διεύθυνση Εποικισμού), που μεταγράφηκε νόμιμα στα παραπάνω βιβλία μεταγραφών, στον Ι. Χ. του Ι.. Ο τελευταίος μεταβίβασε το κληροτεμάχιο αυτό στον ίδιο αγοραστή, Ι. Κ., με βάση το υπ' αριθμ. .../24-12-1963 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλείου Κ.

Καντιανή, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, στις 08-01-1964, αφού επιτράπηκε η εκποίησή του με την υπ' αριθμ. 113175/ 23-12-1963 απόφαση του Νομάρχη Αττικής, με την οποία άρθηκαν οι παραπάνω απαγορεύσεις του Αγροτικού Κώδικα. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι, στις 10-04-1985, οι κληρονόμοι του παραπάνω αγοραστή Ι. Κ. του Κ., που είχε αποβιώσει στις 04-12-1979 και συγκεκριμένα, η σύζυγος του Φ.

χήρα Ι. Κ. το γένος Ι. και Μ. Β. και τα τέκνα του Α. Κ. και Κ. Κ., μεταβίβασαν στο Ελληνικό Δημόσιο, με βάση το υπ' αριθμ. .../10-04-1985 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Μιχαήλ Α. Τζούβαλη, που μεταγράφηκε νόμιμα στις 20-5-1985, στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μαραθώνα, εκτός των άλλων, το με αριθμό 505 κληροτεμάχιο που ο δικαιοπάροχος τους απέκτησε νόμιμα εξ αγοράς από τον Λ.

Α. Κ. καθώς και τα παραπάνω τμήματα (υπ' αριθμ. 829, 498, 832 ,και 833 παλιά κληροτεμάχια) με εμβαδόν 11.768 τμ συνολικά κατά κυριότητα νομή και κατοχή, προς το σκοπό μερικής εξόφλησης (δια συμψηφισμού) των οφειλομένων από αυτούς φόρων κληρονομίας. Την κληρονομιά του ανωτέρω αποβιώσαντος είχαν αποδεχθεί οι προαναφερόμενοι κληρονόμοι του με την υπ' αριθμ. .../20-12-1984 Πράξη του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μαραθώνα.

Δεν αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα έγινε κυρία του επίδικου ακινήτου, αποτελούμενου από τα υπ' αριθμ. 829, 498, 832 και 833 κληροτεμάχια, ήδη από το έτος 1984 με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, όπως επικαλείται στην αγωγή της. Και βέβαια, σύμφωνα με τη σκέψη που προηγήθηκε, τα ανωτέρω κληροτεμάχια, μετά την άρση των απαγορεύσεων του Αγροτικού Κώδικα και την άδεια εκποίησής τους, με βάση τις παραπάνω αναφερόμενες αποφάσεις του Νομάρχη Αττικής, έπαψαν να είναι "κλήροι" και ήταν δυνατή η κτήση της νομής τους από τρίτον, στη συγκεκριμένη, όμως, περίπτωση δεν αποδεικνύεται το χρονικό σημείο από το οποίο η ενάγουσα άρχισε να νέμεται με διάνοια κυρίου τα ανωτέρω ακίνητα.

Συγκεκριμένα, οι μάρτυρες αυτής Γ. Τ. του Θ. και Σ. Σ. του Ι., στις από 03-03-2006 ένορκες βεβαιώσεις τους ενώπιον του Ειρηνοδίκη Μαραθώνα, αναφέρουν εντελώς αόριστα ότι η ενάγουσα με την οικογένειά της καλλιεργούσε ένα χωράφι 11 στρεμμάτων, χωρίς να προσδιορίζουν ούτε το χρόνο που άρχισε να το καλλιεργεί, ούτε αν το καλλιεργούσε με διάνοια κυρίου μέχρι το έτος 1984.

Αλλά και ο μάρτυρας Χ. Σ. του Μ., στην από 03-03-2006 ενώπιον του ίδιου Ειρηνοδίκη ένορκη βεβαίωση, κατέθεσε ότι η ενάγουσα έσπερνε το χωράφι των έντεκα στρεμμάτων για πάνω από σαράντα χρόνια, χωρίς να καθορίζει το χρόνο που αυτή άρχισε να το σπέρνει ούτε αν το κατείχε και το εξουσίαζε με διάνοια κυρίου. Πέρα απ' αυτό, οι ανωτέρω μάρτυρες δεν προσδιορίζουν κατά τα όρια την έκταση που φέρεται ότι καλλιεργούσε η ενάγουσα και έτσι δεν αποδεικνύεται ότι αυτή ταυτίζεται με την επίδικη έκταση, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι στην ίδια περιοχή υπήρχε έκταση όμορη με την επίδικη που ανήκε στην κυριότητα του- συζύγου της ενάγουσας.

Περαιτέρω, ο μάρτυρας Ε. Β. του Κ., που εξετάστηκε ενόρκως στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατά τη δημόσια συνεδρίαση του στις 27-02-2007, κατέθεσε μεν ότι η ενάγουσα ασκούσε πράξεις νομής στο επίδικο από το 1963, πλην όμως, όπως ο ίδιος διευκρίνισε, αυτό το γνωρίζει από την ενάγουσα, ενόψει του ότι αυτός, κατά το έτος εκείνο, ήταν εννέα (9) ετών.

Εξάλλου, αν και η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι έγινε κυρία του επίδικου ακινήτου από το έτος 1984, στο υπ' αριθμ. .../ 11-08-2000 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Μαραθώνα Σταύρου Παπαδογεωργή, με το οποίο η θυγατέρα της μεταβίβασε λόγω πωλήσεως στην εναγόμενη εταιρία το όμορο αγροτεμάχιο, που αποτελούσε τον υπ' αριθμ. 499 κλήρο, τον οποίο η πωλήτρια είχε αποκτήσει από κληρονομιά του πατέρα της, δεν αναφέρεται η ενάγουσα ως ιδιοκτήτρια των όμορων κληροτεμαχίων με αριθμούς 498, 832 και 833.

Περαιτέρω, ο μάρτυρας που εξετάστηκε με επιμέλεια της εναγομένης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατά την ίδια παραπάνω συνεδρίαση, κατέθεσε με σαφήνεια ότι, όταν η εναγόμενη εταιρία αγόρασε το όμορο ακίνητο από τη θυγατέρα της ενάγουσας, οι εκπρόσωποι αυτής (αγοράστριας εταιρίας), ενδιαφερόμενοι να αγοράσουν και το επίδικο για να έχουν πρόσβαση στο δρόμο, ρώτησαν την πωλήτρια σε ποιον ανήκει και εκείνη τους απάντησε ότι δεν γνώριζε ποιος ήταν ο ιδιοκτήτης.

Το ότι η ενάγουσα δεν έγινε κυρία του επιδίκου ενισχύεται από το γεγονός ότι αν και απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά τμήμα αυτού για τη διάνοιξη της οδού προς το στρατόπεδο Μπογιατίου, με βάση την από 31-05-1989 (με αρ. 1007615/346/0010) απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ (ΦΕΚ 389Δ/14-06-1989), η ενάγουσα δεν επικαλείται ότι αποζημιώθηκε ούτε ότι διεκδίκησε αποζημίωση από το Ελληνικό Δημόσιο".

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Εφετείο κατέληξε στην κρίση, ότι "το Ελληνικό Δημόσιο απέκτησε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου, αποτελούμενου από τα υπ' αρ. 829, 498, 832 και 833 κληροτεμάχιο, εμβαδού 10,800 τμ περίπου, από τις 20-05-1985, που μεταγράφηκε το παραπάνω συμβόλαιο και ότι από τότε θεωρείται αυτό (Ελληνικό Δημόσιο) νομέας του επιδίκου, έστω κι αν δεν άσκησε οποιαδήποτε πράξη νομής σ' αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ.1 του α.ν. 1539/1938, ενώ η ενάγουσα, κι αν ακόμη άσκησε πράξεις νομής στο επίδικο, μετά την ανωτέρω χρονολογία, δεν μπορεί να θεμελιώσει δικαίωμα κυριότητας επ' αυτού, σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε".

Στη συνέχεια, το Εφετείο δέχτηκε και τα εξής: "Στις αρχές Σεπτεμβρίου του 2003, κατ' εντολή της εναγόμενης εταιρίας, κατά της οποίας στρέφεται και η κυρία παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου, εργάτες εισήλθαν, χωρίς την άδεια του τελευταίου, στο επίδικο ακίνητο και αφού έσκαψαν εντός αυτού σε βάθος ενάμισι μέτρου, έριξαν "μπετόν", περιμετρικά του ορίου της ιδιοκτησίας της εναγομένης με το επίδικο, διαμορφώνοντας διάδρομο πλάτους 1 μ.

περίπου, δυτικά σε μήκος περίπου εβδομήντα μέτρων, βόρεια σε μήκος δεκατριών μέτρων και νότια σε μήκος δεκατεσσάρων μέτρων. Επίσης, ότι κατ' εντολή της δεύτερης εναγομένης, προστηθέντες απ' αυτήν εργάτες εισήλθαν στην παραπάνω ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου και στο μέσο περίπου της δυτικής του πλευράς, αφού έσκαψαν σε βάθος περισσότερο από ενάμισι μέτρο, διαμόρφωσαν λωρίδα μήκους τουλάχιστον είκοσι μέτρων και πλάτους τριάντα μέτρων (εμβαδού 600 τμ) όπου τοποθέτησαν ξύλινα καλούπια και ότι με τις ανωτέρω κατασκευές η εναγομένη διατάραξε τη νομή του κυρίως παρεμβαίνοντος στις ανωτέρω εδαφικές εκτάσεις ανεξάρτητα από το σκοπό για τον οποίο προέβη σ' αυτές".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχτηκε την κύρια παρέμβαση ως προς το αίτημά της για αναγνώριση της νομής του κυρίως παρεμβάντος Ελληνικού Δημοσίου στο επίδικο ακίνητο, εμβαδού 10.800 τ.μ., που είχε καταχθεί στη δίκη με την αγωγή και, ακολούθως, δέχτηκε την έφεση του ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου, κυρίως παρεμβάντος κατά της εκκαλούμενης απόφασής του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει αντίθετα κρίση και είχε απορρίψει την κύρια παρέμβαση, είχε δε δεχθεί την ένδικη αγωγή περί διατάραξης νομής της ήδη αναιρεσείουσας είχε αναγνωρίσει την τελευταία νομέα των επίδικων εδαφικών τμημάτων, εμβαδού 10.800 τ.μ.

και 70 μ., αντίστοιχα, και είχε υποχρεώσει την αναιρεσίβλητη εταιρία να παύσει τη διατάραξη της νομής τους, και να παραλείψει αυτήν στον μέλλον. Με αυτά που δέχτηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974 και 1045 του ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε όσον αφορά την ήδη αναιρεσείουσα ενάγουσα, αφού με σαφήνεια δέχτηκε, ότι αυτή δεν νεμήθηκε το επίδικο για μια εικοσαετία αφότου έπαψε να είναι "κλήρος" και μέχρι το έτος 1985 που περιήλθε στο ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο κυρίως παρεμβάν Ελληνικό Δημόσιο.

Ούτε επίσης παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 976, 983, 1033, 1045 και 1046 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε ως προς το ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο κυρίως παρεμβάν, Ελληνικό Δημόσιο και τους ως άνω δικαιοπαρόχους του. Εξάλλου, το Εφετείο ορθά δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 981 ΑΚ για απώλεια της νομής του επιδίκου οικοπέδου ως προς τους δικαιοπαρόχους του Ελληνικού Δημοσίου, εφόσον δέχτηκε, ότι αυτοί το απέκτησα δυνάμει των ανωτέρω τίτλων και ότι το Ελληνικό Δημόσιο που το απέκτησε στη συνέχεια κατά κυριότητα, από την απόκτησή του - είναι σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ.1 του α.ν. 1539/1938 - νομέας αυτού, έστω και αν δεν άσκησε οποιαδήποτε πράξη νομής σ' αυτό.

Περαιτέρω, το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, αφού ως προς τα ουσιώδη ζητήματα τη μη απόκτησης της νομής του επιδίκου και της κυριότητας του από την ήδη αναιρεσείουσα ενάγουσα με έκτακτη χρησικτησία και της απόκτησης, με ειδική διαδοχή, της νομής του επιδίκου από το ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο κυρίως παρεμβάν, Ελληνικό Δημόσιο, διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων που προαναφέρθηκαν.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, με τον οποίο, υπό τις αντίστοιχες αιτιάσεις, υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΙΙΙ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 469/1984).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 8 περ.α', του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και συγκεκριμένα τον πραγματικό ισχυρισμό της δεύτερης αναιρεσίβλητης ότι η ήδη αναιρεσείουσα ενάγουσα δεν άρχισε να νέμεται το επίδικο μετά την άρση των απαγορεύσεων του Αγρ.

Κώδικα και την άδεια εκποίησής του από το 1963 και κατά συνέπεια δεν έγινε κυρία αυτού με έκτακτη χρησικτησία το αργότερο από 11.3.1984, ενώ ο εν λόγω ισχυρισμός δεν προτάθηκε παραδεκτώς στο Εφετείο ως λόγος έφεσης με το εφετήριο της εν λόγω αντιδίκου της. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού ο επικαλούμενος από την ήδη αναιρεσείουσα ως άνω ισχυρισμός της αντιδίκου της δεν είναι αυτοτελής, με την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, που προπαρατέθηκε, αλλά συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της ένδικης περί διατάραξης της νομής αγωγής της (αναιρεσείουσας).

IV. Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Δεν περιλαμβάνει όμως την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί, στην τελευταία αυτή περίπτωση, δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (Ολ.ΑΠ 2/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, μέμφεται η αναιρεσείουσα της προσβαλλόμενης απόφασης για πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της με αριθμό 100761/346/0010 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και ΥΠΕΧΩΔΕ (ΦΕΚ 389Δ/14-6-1989), με το να δεχθεί ότι με την απόφαση αυτή απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά τμήμα του επιδίκου οικοπέδου και να συμπεράνει από την παραδοχή του αυτή ότι το επίδικο δεν ανήκει στην ήδη αναιρεσείουσα ενάγουσα, αφού αυτή, παρά ταύτα, ήτοι, αν και τμήμα του επιδίκου απαλλοτριώθηκε, δεν επικαλείται ότι αποζημιώθηκε ούτε ότι διεκδίκησε αποζημίωση από το Ελληνικό Δημόσιο, ενώ, όπως προκύπτει από την απλή ανάγνωσή της, με την απόφαση αυτή δεν απαλλοτριώθηκε το επίδικο, αλλά τμήμα όμορου με αυτό - επίδικο - ακινήτου και η απαλλοτρίωση ουδέποτε πραγματοποιήθηκε, ώστε, και εάν ακόμη περιλάμβανε το επίδικο, δεν συνέτρεχε λόγος ή ήδη αναιρεσείουσα ενάγουσα να επιδιώξει να της καταβληθεί αποζημίωση από το Ελληνικό Δημόσιο.

Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο σχημάτισε τη σχετική κρίση του, ότι κύριος του επιδίκου είναι - όχι η ήδη αναιρεσείουσα ενάγουσα, αλλά - το ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο κυρίως παρεμβαίνον Ελληνικό Δημόσιο και συνακόλουθα, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ.1 του α.ν. 1539/1938, νομέας αυτού, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάστηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιο Δικαστηρίου, τις αναφερόμενες στην εν λόγω απόφαση ένορκες βεβαιώσεις και από όλα τα έγγραφα, που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι μεταξύ των οποίων είναι και η προεκτειθέμενη απόφαση.

Στο αιτιολογικό μάλιστα της προσβαλλόμενης απόφασης υπάρχει η μνεία, ότι η κρίση του Δικαστηρίου, ότι "δεν έγινε κυρία του επιδίκου η ενάγουσα ενισχύεται από το γεγονός ότι αν και απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά τμήμα αυτού για τη διάνοιξη της οδού προς το στρατόπεδο Μπογιατίου, με βάση την, ως άνω, απόφαση, η ενάγουσα δεν επικαλείται ότι αποζημιώθηκε ούτε ότι διεκδίκησε αποζημίωση από το Ελληνικό Δημόσιο".

Προκύπτει, δηλαδή, και από την μνεία αυτή της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι το Εφετείο σχημάτισε τη σχετική κρίση του για το άνω ζήτημα από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που αναφέρθηκαν πιο πάνω, μεταξύ των οποίων είναι και η προδιαληφθείσα απόφαση, χωρίς να εξαρθεί η σημασία της σε σχέση με το πόρισμα αυτό.

Έτσι, δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας της και πρέπει επομένως, σύμφωνα με τα παραπάνω, ο λόγος αυτός της αναίρεσης να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22.7.2010 αίτηση της Δ. χήρας Α. Β. για αναίρεση της 6984/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, καθώς και τους από 20.12.2011 πρόσθετους λόγους.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει για το πρώτο μεν αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο σε τριακόσια (300) ευρώ και για τη δεύτερη αναιρεσίβλητη σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2012.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαΐου 2012.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ