Legislator Case Law & Legislation
775/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on res judicata grounds due to subsequent change in collective bargaining agreement. The court rejects the claim that prior decisions bind future periods under new regulations.

Case Number 775/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding labor compensation. The appellant argued that previous rulings established a binding precedent (res judicata) for future salary calculations, but the opposing party contended that a new collective agreement had altered the legal framework. The court ruled that because the legal regime governing the employment relationship changed after the prior judgment, the principle of res judicata did not apply to the new period in dispute.

Legislator headnote

AI generated

Articles 321, 322, 324, 331 of the Code of Civil Procedure; The principle of res judicata does not apply to subsequent claims arising from the same continuous legal relationship if the legal regime governing the relationship has changed since the prior judgment, thereby destroying the required identity of legal cause.

Keywords

AI generated
res judicata collective bargaining agreement labor law legal regime change identity of legal cause continuous employment relationship precedent limitation

Cited Legislation

AI generated
Articles 321, 322, 324 and 331 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 775 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 775/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Πανούση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσιβλήτου: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών - ΛΑΪΚΟ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Καλούδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-5-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2557/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 4143/2001 μη οριστική και 499/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-2-2005 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας διάβασε την από 7-11-2006 έκθεση του ήδη αποβιώσαντος Αρεοπαγίτη Γεωργίου Καράμπελα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, τούτο δε συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη.

Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει, αν κατά τον κρίσιμο για την μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος που διέπει την έννομη σχέση ή τις έννομες συνέπειες που απορρέουν από αυτή, αφού δεν υπάρχει τότε η απαιτούμενη για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα νομικής αιτίας.

Ειδικότερα στην περίπτωση διαρκούς ενοχικής σχέσεως από την οποία πηγάζουν περισσότερες έννομες συνέπειες, όπως είναι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία η απασχόληση του μισθωτού θεμελιώνει ποικίλες αξιώσεις που στηρίζονται σε διάφορους ουσιαστικούς νόμους, συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή διαιτητικές αποφάσεις, το δεδικασμένο των αποφάσεων που κρίνουν επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού, ως έννομες συνέπειες της εν λόγω διαρκούς έννομης σχέσεως, τελούν υπό την προϋπόθεση ότι το νομοθετικό καθεστώς που ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο, θα παραμείνει αναλλοίωτο και στο μέλλον.

Συνεπώς η τελεσίδικη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι η συνιστώσα προδικαστικό ζήτημα για τις επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διέπεται από πλέγμα υφιστάμενων τότε διατάξεων και θα διέπεται και στο μέλλον από παρόμοιες μελλοντικές διατάξεις δεν αποτελεί δεδικασμένο για την εκτός του κριθέντος χρονικού διαστήματος και στο μέλλον αναγόμενη χρονική περίοδο, αν κατά την περίοδο αυτή δεν παρέμεινε αναλλοίωτο το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, δηλαδή αν οι ζητούμενες με νεότερη αγωγή επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού, που γεννήθηκαν σε μεταγενέστερο του ήδη κριθέντος χρονικό διάστημα, στηρίζονται σε νέες νομοθετικές διατάξεις, διάφορες εκείνων που ίσχυαν κατά την πρώτη δίκη.

Τέτοιες νέες νομοθετικές διατάξεις είναι, κατά το κανονιστικό τους μέρος, και οι όροι των ΣΣΕ ή ΔΑ, οι οποίοι προσδιορίζουν, ενόψει της ισχύος τους για συγκεκριμένη χρονική περίοδο (αρθρ. 9 και 16 παρ. 3 του ν.1876/1990), όχι μόνο την έκταση, αλλά και τη φύση των βασικών αποδοχών και των επιδομάτων του μισθωτού για την περίοδο εκείνη.

Επομένως, από την έναρξη ισχύος κάθε νέας ΣΣΕ ή ΔΑ μεταβάλλεται το νομοθετικό καθεστώς και οι αποφάσεις που έκριναν τελεσιδίκως αξιώσεις των εργαζομένων ορισμένου χρονικού διαστήματος, ρυθμιζόμενες από τις ισχύουσες τότε ΣΣΕ ή ΔΑ, δεν αποτελούν δεδικασμένο και για τις αξιώσεις αυτών μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος που στηρίζονται στις ισχύουσες κατά το διάστημα αυτό νεότερες ΣΣΕ ή ΔΑ.

Περαιτέρω, με τη 42/1981 απόφαση του ΔΔΔΔ Πειραιώς, η οποία κηρύχθηκε εκτελεστή και ακολούθως υποχρεωτική με τις 16170/1981 και 18749/1981 αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας, ρυθμίστηκαν οι όροι αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ και με τον όρο 12 της 74/1982 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την 17663/1982 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, προβλέπεται ότι το κατώτατο όριο βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου του πιο πάνω προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το κατώτατο όριο βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου της εθνικής γενικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας (απόφαση 1/1982 του ΔΔΔΔ Αθηνών).

Το νομικό καθεστώς της προαναφερόμενης 42/1981 διαιτητικής αποφάσεως μεταβλήθηκε με την από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ, που κηρύχθηκε υποχρεωτική με τη 17853/1989 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και ίσχυσε από 1-7-1988. Με τη συλλογική αυτή σύμβαση εργασίας, οι διατάξεις του ν. 1505/1984 για το μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, όπως τροποποιήθηκαν με τον ν. 1810/1988, επεκτάθηκαν στο σύνολο τους στους εργαζόμενους-πλην ιατρών- με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα δημόσια νοσοκομεία της χώρας, οι οποίοι είναι μέλη των σωματείων που ανήκουν στην ΠΟΕΔΗΝ.

Με το άρθρο 9 της ανωτέρω ΕΣΣΕ ορίστηκε ότι, τυχόν καταβαλλόμενες ανώτερες αποδοχές από αυτές που καθορίζονται με τη συλλογική αυτή σύμβαση, διατηρούνται. Αυτό έχει την έννοια της διατήρησης των μέχρι της μεταβολής του νομικού καθεστώτος ανώτερων αποδοχών και όχι της εξακολούθησης και μετά ταύτα του προϊσχύοντος νομικού καθεστώτος (ΟλΑΠ 3/2003, 10/2002).

Στην προκειμένη υπόθεση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτουν τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, που εργάζεται από το έτος 1975 στο υπαγόμενο στις διατάξεις του ν.δ. 2592/1953 εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο νοσοκομείο, ως πλύντης, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ζήτησε με την από 12-12-1991 αγωγή να του καταβληθούν διαφορές αποδοχών για το χρονικό διάστημα από 1-1-1988 έως 30-11-1991, λόγω μη υπολογισμού των καταβαλλόμενων σ' αυτόν αποδοχών, με βάση τη ΔΑ 42/1981 και τις προϊσχύσασες της ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ λοιπές σχετικές διατάξεις.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε τελικά η 8262/1993 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ότι και μετά τη 1-7-1988, που άρχισε να ισχύει η ανωτέρω ΕΣΣΕ, ο αναιρεσείων έπρεπε να συνεχίζει να αμείβεται με βάση τις προϊσχύσασες αυτής διατάξεις. Στη συνέχεια ο αναιρεσείων, με την από 7-10-1994 αγωγή, ζήτησε να του καταβληθούν διαφορές αποδοχών για το χρονικό διάστημα από 1-12-1991 έως 30-9-1994, επίσης λόγω μη υπολογισμού των καταβαλλόμενων σ' αυτόν αποδοχών, με βάση τη ΔΑ 42/1981 και τις προϊσχύσασες της ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ λοιπές σχετικές διατάξεις.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε τελικά η 529/1997 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ότι από την προαναφερόμενη 8262/1993 απόφαση παρήχθη δεδικασμένο ως προς το ότι και για το χρονικό διάστημα από 1-12-1991 έως 30-9-1994 ο αναιρεσείων έπρεπε να αμείβεται με βάση τις προϊσχύσασες της ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ διατάξεις.

Τέλος με την ένδικη από 24-5-1999 αγωγή ο αναιρεσείων ζήτησε διαφορές αποδοχών για το χρονικό διάστημα από 1-1-1996 μέχρι 15-4-1997, σύμφωνα με το προηγούμενο σύστημα προσδιορισμού τους, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί την 1-7-1988 (με βάση τη ΔΑ 42/1981 και τις προϊσχύσασες της ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ διατάξεις), με υπολογισμό όμως ημερομισθίου ασφαλείας, με βάση διαφορετικές διατάξεις, ήτοι εκείνες της από 2-4-1996 ΕΓΣΣΕ, η οποία ίσχυσε κατά το επίδικο διάστημα και προσδιόρισε το κατώτατο όριο ημερομισθίου εργατοτεχνίτη σε ποσό μεγαλύτερο από το καταβαλλόμενο σ' αυτόν την 1-7-1988.

Έτσι, με την ένδικη αγωγή ο αναιρεσείων δε ζήτησε τη διαφορά μεταξύ των αποδοχών που λάμβανε πριν από τη 1-7-1988 και εκείνων που διαμορφώθηκαν μετά ταύτα, με την εφαρμογή της από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ, την οποία διαφορά και εδικαιούτο, μέχρι που οι μεταγενέστερες αποδοχές θα κάλυπταν σε ύψος τις βάσει των προϊσχυσασών της 1-7-1988 διατάξεων αποδοχές, αλλά τη διαφορά μεταξύ αφενός των καταβαλλόμενων την 1-7-1988 αποδοχών, όπως είχαν διαμορφωθεί κατά το χρόνο αυτό, με βάση το μέχρι τότε ισχύον σύστημα προσδιορισμού τους, με την εφαρμογή όμως και των νεότερων διατάξεων της προαναφερόμενης ΕΓΣΣΕ, ως ευνοϊκότερων, για τον προσδιορισμό των αποδοχών του και στο μέλλον, ήτοι και κατά το επίδικο διάστημα (1-1-1996 έως 15-4-1997) και αφετέρου των καταβληθεισών μικρότερων με βάση την άνω ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ.

Με το προαναφερόμενο, όμως, περιεχόμενο η αγωγή δεν είναι νόμιμη, διότι με αυτή ζητείται η εφαρμογή συστήματος προσδιορισμού των αποδοχών, διαφόρου του καθιερωθέντος με την από 22-12-1988 ΕΣΣΕ συστήματος, το οποίο και μόνο εφαρμόζεται από την ισχύ της, διατηρούμενης μόνο της αξιώσεως για καταβολή της προσωπικής διαφοράς, ήτοι των ανώτερων των καταβαλλομένων, βάσει της τελευταίας, αποδοχών.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμη την ένδικη αγωγή και έκρινε ότι το δεδικασμένο της 8262/1993 αποφάσεως δεν κατελαμβάνει και τις αγωγικές αξιώσεις, διότι περιορίζεται στο κριθέν ζήτημα για τη χρονική περίοδο από 1-9-1988 έως 30-11-1991 και δεν καλύπτει τις αξιώσεις του ήδη επίδικου χρονικού διαστήματος (1-1-1996 έως 15-4-1997), αφού κατά το διάστημα αυτό ίσχυε η από 2-4-1996 ΕΓΣΣΕ, με την οποία μεταβλήθηκε το νομικό καθεστώς υπό το οποίο εκδόθηκε η παραπάνω απόφαση και έπαυσε έτσι να υπάρχει η εκ του δεδικασμένου αυτής δέσμευση για την εφαρμογή των διατάξεων που προϊσχυαν της από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ.

Το Εφετείο, άρα, δεν δέχθηκε παρά τον νόμο ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από την προαναφερόμενη 8262/1993 απόφαση για τις ένδικες αξιώσεις του αναιρεσείοντος, ως προς το ότι αυτός κατά το επίδικο διάστημα έπρεπε να αμείβεται με βάση τη ΔΑ 42/1981 και τις προϊσχύσασες της ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ λοιπές σχετικές διατάξεις.

Έτσι, μη δεχόμενο τέτοιο δεδικασμένο και μη λαμβάνοντας υπόψη το προταθέν από τον αναιρεσείοντα δεδικασμένο από την επίσης προαναφερόμενη 529/1997 απόφαση για το ίδιο ζήτημα, δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες με τους δύο λόγους της αναιρέσεως πλημμέλειες, οι οποίες εκτιμώνται ενιαίως ως αιτιάσεις από τον αριθ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού ο σχετικός ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί δεδικασμένου είναι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, μη νόμιμος.

Επομένως οι λόγοι αυτοί της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Απορριπτέοι, επίσης, ως αβάσιμοι είναι και οι από τους αριθμούς 1 και 14 του ιδίου άρθρου σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, ο πρώτος, με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, διότι η κρίση του δικαστηρίου ότι μία αγωγή με την οποία προβάλλονται ορισμένες εργατικές ή άλλες αξιώσεις, είναι μη νόμιμη, δε συνιστά από μόνη της παραβίαση της εν λόγω διατάξεως με την οποία προστατεύονται τα περιουσιακά δικαιώματα και ο δεύτερος διότι η απόρριψη από το Εφετείο της αγωγής του αναιρεσείοντος, με την οποία αυτός προέβαλλε δικαίωμα αμοιβής του με το προηγούμενο της ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ μισθολογικό καθεστώς, δεν αποτελεί έκπτωση από δικαίωμα συνεπεία παραβιάσεως δικονομικής διατάξεως και συνακόλουθα δε θεμελιώνει το λόγο αυτόν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-2-2005 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 499/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 4 Μαϊου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ