Legislator Case Law & Legislation
774/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal in labor dispute, upholding lower court's rejection of worker's claim for severance pay.

Case Number 774/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the appellate court's decision in a labor dispute. The appellant argued that the employer's termination was abusive and that the employer should have paid wages for the period of unauthorized work stoppage. The court found that the employer's termination was lawful and that the appellant's claim for severance pay was unfounded based on the evidence presented.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11γ'), 577(1), 577(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellate court correctly interpreted the law and evaluated the evidence without violating the substantive provisions of the Labor Code.

Keywords

AI generated
labor dispute termination of contract severance pay abuse of right appeal dismissal wages for delay labor law

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553(1)(b), 556(1), 558, 564(3), 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11γ') of the Code of Civil Procedure
Articles 281, 325, 656, 669(2) of the Civil Code
Article 1 of Law 2112/1920
Article 5 of Law 3198/1955
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 774 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 774/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Ερατώ Κολέση, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 23 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: N.E. του Π., κατοίκου ... που παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου Γεωργία Γκότζη, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: της τελούσας υπό εκκαθάριση ετερόρρυθμης με την επωνυμία "Λ.Κ. ΚΑΙ Σ.Ι.Α. Ε.Ε., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο ... και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Πέτρου Τσαντίνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-6-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν η 1398/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5012/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-7-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση από 26-7-2022 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 6224/ 704/1-8-2022) αίτηση διώκεται η αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 5012/17-8-2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ..., με την οποία α) έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 28-1-2019 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 1398/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 26-6-2014 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 76398/2573/2014) αγωγή αυτού κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, β) έγινε δεκτή η από 11-10-2017 έφεση της εναγομένης κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης και, αφού εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση, δικάστηκε εκ νέου η αγωγή και απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 1346/2023, ΑΠ 70/2008, 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νομίμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 845/2018, 669/2018, 1350/2017), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1350/2017, 1874/2008), εφόσον, βέβαια, προτάθηκαν παραδεκτά στο Δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο).

Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 961/2023, ΑΠ 669/2018, 1350/2017, 798/2010).

Έτσι, ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.

Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός, ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 669/2018, 1350/2017). Ο ίδιος λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία, που είχε επικαλεσθεί νομίμως ο διάδικος, για ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υπό την προϋπόθεση ότι το δικαστήριο δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο στη δικαστική ομολογία.

Όπως προκύπτει δε από τις διατάξεις των άρθρων 352 και 353 του ιδίου Κώδικα, ομολογία ως αποδεικτικό μέσο υπάρχει, εφόσον περιέχει πραγματικά περιστατικά, επιζήμια για εκείνον που ομολογεί (ΑΠ 79/2023, 587/2020, 1014/2010, 462/2008). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι δικαστική ομολογία, προφορική ή έγγραφη, σε κάθε στάση της δίκης, ενώπιον του δικάζοντος την υπόθεση δικαστηρίου, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι μόνον εκείνη, που γίνεται με σκοπό αποδοχής αμφισβητούμενου και επιβλαβούς, γι' αυτόν που ομολογεί, γεγονότος και όχι όταν το γεγονός αποτελεί τη βάση δικαστικού τεκμηρίου (ΑΠ 1098/2023, 1029/2019, 188/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την περιεχόμενη στις σελίδες 4 και 5 των πρωτόδικων προτάσεων της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ετερόρρυθμης εταιρείας δικαστική ομολογία ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εργαζόταν στην επιχείρησή της και τις Κυριακές, αλλά και τα απογεύματα μετά το πέρας του συμβατικού ωραρίου του, την οποία ομολογία είχε επικαλεστεί αυτός τόσο με την προσθήκη - αντίκρουση των πρωτόδικων προτάσεών του, όσο και με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της από 28-1-2019 έφεσής του, συνακόλουθα δε, απέρριψε ως αβάσιμα κατ' ουσίαν τα αιτήματα της αγωγής για επιδίκαση οφειλομένων αποδοχών υπερεργασίας και εργασίας κατά τις Κυριακές.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των πρωτόδικων προτάσεων της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας προκύπτει ότι αυτή προέβαλε, σε σχέση με τα ανωτέρω αιτήματα της ένδικης αγωγής, τους εξής ισχυρισμούς: "Από τους πίνακες προσωπικού που κάθε έτος καταθέτουμε στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας προκύπτει ότι το ωράριο εργασίας του ενάγοντος ήταν από Τρίτη έως και Σάββατο από 08:30 έως 16:30, ήτοι οκτάωρο την ημέρα και 40ωρο την εβδομάδα.

Καμία επιπλέον ώρα ή ημέρα δεν εργάστηκε ο ενάγων.... Ο ενάγων εργαζόταν αποκλειστικά ως πωλητής και εντός του ανωτέρω αναφερόμενου ωραρίου τις παραπάνω ημέρες. Καμία Κυριακή δεν εργάστηκε, καμία υπερεργασία ούτε υπερωρία έκανε ποτέ. Ο ισχυρισμός του αυτός είναι όψιμος και πρώτη φορά προβλήθηκε με την αγωγή του....

Ενδεικτικό του ψεύδους του ως άνω όψιμου ισχυρισμού του είναι ότι στην εξώδικη δήλωση που μας κοινοποίησε στις 28-03-2014 για την επίσχεση εργασίας, πριν δηλαδή ασκήσει την υπό κρίση αγωγή του, δεν αναφέρει τίποτε νια οφειλές μας από δήθεν υπερεργασία του ή υπερωρίες του ή εργασία του τις Κυριακές.... Κουβέντα δεν κάνει για επιπλέον αμοιβή για υπερεργασία του ή υπερωρίες του ή εργασία του τις Κυριακές.

Επίσης, στο εξώδικο που μας κοινοποίησε στις 14-04-2014 δεν κάνει καθόλου λόγο για εργασία του τις Κυριακές, ενώ αόριστα αναφέρει ότι εργάστηκε υπερωριακά, χωρίς να πάλι να αναφέρει συγκεκριμένες αξιώσεις από αυτή την αιτία. Μόνο στο τελευταίο εξώδικο που μας κοινοποίησε στις 23-06-2014 και υπογράφει πλέον ο Δικηγόρος του, αναφέρεται σε αξιώσεις του από δήθεν υπερωρίες, υπερεργασία, εργασία τα Σάββατα (όπου παρείχε συμφωνημένη εργασία μέσα στο πενθήμερο) και τις Κυριακές, αφού είχε πλέον λάβει νομικές συμβουλές....

Αυτό που πραγματικά συνέβη ήταν το εξής: Ο ενάγων, παράλληλα με την ενασχόλησή του σε εμάς ως πωλητής, άρχισε σιγά - σιγά να απασχολείται, μετά το πέρας του ωραρίου του, ως εργάτης διαμόρφωσης κήπων, ασχολείτο δηλαδή με σκάλισμα, το κούρεμα γκαζόν, το πότισμα και το κλάδεμα σε κήπους ιδιωτών πελατών του, πολλούς από τους οποίους έβρισκε και μέσα από το μαγαζί.

Δεν έκανε διαμόρφωση κήπων, γιατί δεν είχε τις ανάλογες γνώσεις, αλλά προσέφερε τις ανωτέρω υπηρεσίες του μετά το πέρας του ωραρίου του και σε δικούς του πελάτες. Γι' αυτό το λόγο ερχόταν στο μαγαζί κάποιο απόγευμα ή μία Κυριακή, για να ψωνίσει διάφορα υλικά που χρειαζόταν για να προσφέρει υπηρεσίες στους πελάτες του....".

Οι ως άνω ισχυρισμοί της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής και ειδικότερα των πραγματικών περιστατικών επί των οποίων θεμελιώνονται τα αγωγικά αιτήματα επιδίκασης οφειλομένων αποδοχών υπερεργασίας και εργασίας κατά τις Κυριακές, και όχι δικαστική ομολογία των εν λόγω περιστατικών μη ληφθείσα υπόψη από το Εφετείο.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, εκ του αριθμού 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο όρος "πράγματα" είναι ταυτόσημος του αντίστοιχου όρου του άρθρου 559 αριθ. 8 του ίδιου Κώδικα, δηλαδή θεωρούνται "πράγματα" οι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης και νομίμως προταθέντες πραγματικοί ισχυρισμοί, θεμελιωτικοί αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και οι αρνητικοί, των ουσιωδών κατά τα άνω ισχυρισμών, ισχυρισμοί του διαδίκου ή τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα του δικαστηρίου και των διαδίκων από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 187/2023, 23/2023, 19/2022, 15/2019).

Σύμφωνα με την έννοια της ανωτέρω διάταξης, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτήν (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 953/2023, ΑΠ 187/2013, 87/2013, 1304/2012, 292/2011), ανεξαρτήτως αν, ύστερα από την εκτίμησή τους, καταλήξει έστω και σε εσφαλμένη για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 558/2023, ΑΠ 187/2013, 262/2020, 677/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, ειδικότερα δε, ότι δέχθηκε χωρίς απόδειξη πως ο ενάγων δεν εργαζόταν στην επιχείρηση της εναγομένης και τις Κυριακές, με συνέπεια την απόρριψη ως κατ' ουσίαν αβάσιμου του αιτήματος της αγωγής για επιδίκαση οφειλομένων αποδοχών εργασίας κατά τις Κυριακές.

Από τη μνεία στο σκεπτικό της (επισκοπούμενης κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προσβαλλόμενης απόφασης, ότι "Από τα ίδια ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, συγκεκριμένα δε τόσο από την κατάθεση του ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου εξετασθέντος μάρτυρα της εναγομένης, όσο και από τις καταθέσεις των μαρτύρων Ν. Κ. εργαζόμενου ως γεωπόνου στην επιχείρηση της εναγομένης, P.M.

πρώην εργαζόμενου της εναγομένης, Π.Χ., Α.Κ., που περιέχονται στις προαναφερθείσες ένορκες βεβαιώσεις της Ειρηνοδίκη ..., καθώς και από την κατάθεση του μάρτυρα Δ. Μ. εμπόρου και προμηθευτή της επιχείρησης της εναγομένης, που περιέχεται στην υπ' αριθ. 1128/2015 ένορκη βεβαίωση της Συμβολαιογράφου ... Μ.Τ., αποδείχθηκε ότι ουδέποτε ο ενάγων απασχολήθηκε στην επιχείρηση της εναγομένης πέραν του ως άνω ωραρίου του, καθώς επίσης ότι αυτός δεν εργαζόταν στην επιχείρηση κατά τις ημέρες της Κυριακής", προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στο προαναφερθέν αποδεικτικό του πόρισμα, ήτοι ότι ο ενάγων δεν εργαζόταν στην επιχείρηση της εναγομένης και τις Κυριακές, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, εκ του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόστηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013, ΑΠ 64/2022, 19/2022).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, για το ορισμένο του οποίου πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 64/2022, 19/2022). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, συνισταμένη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 281, 325, 656, 669 παρ. 2 ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920, 1 και 5 του Ν. 3198/1955.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής: "Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος - εκκαλών προσελήφθη την 1-10-2005 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Λ.Κ.

ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ", η οποία διατηρούσε επιχείρηση στο ….. . ... επί των οδών Εθνικής Αντιστάσεως αριθ. 53 και Λέσβου σε μίσθιο στεγασμένο χώρο και δραστηριοποιείτο με το χονδρικό και λιανικό εμπόριο φυτών, δένδρων, ανθέων και συσκευασμένων σπόρων αυτών, γλαστρών, εργαλείων, χλοοκοπτικών μηχανημάτων, μηχανισμών αυτόματου ποτίσματος καθώς και με την παροχή υπηρεσιών διαμορφώσεων κήπων και πάσης φύσεως ανθοκομικών υπηρεσιών, προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες του ως πωλητής, επί πέντε ημέρες την εβδομάδα (από Τρίτη έως και Σάββατο) και οκτώ (8) ώρες ημερησίως (από ώρα 08:30 έως ώρα 16:30), έναντι συμφωνηθεισών μηνιαίων αποδοχών, κατά τον χρόνο της πρόσληψής του, 933,95 ευρώ.

Η ως άνω εταιρεία, η οποία ιδρύθηκε αρχικά ως ομόρρυθμη δυνάμει του από 21-7-1999 καταστατικού σύστασης, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου ..., ακολούθως με το από 20-5- 2011 ιδιωτικό συμφωνητικό, που δημοσιεύθηκε επίσης νόμιμα, μετατράπηκε σε ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Λ.Κ.

και Σία ΕΕ" και τον διακριτικό τίτλο ".....", ενώ, ήδη, την 30-12-2016 λύθηκε και τέθηκε σε εκκαθάριση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 749596/11-1-2017 ανακοίνωση του .... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, παράλληλα με την εργασία του ως πωλητής στην εναγομένη εταιρεία και προηγουμένως στην ως άνω ομόρρυθμη εταιρεία, άρχισε σταδιακά να απασχολείται, μετά το πέρας του ωραρίου του, ως εργάτης διαμόρφωσης κήπων και συγκεκριμένα ασχολείτο με το σκάλισμα, το κούρεμα του γκαζόν, το πότισμα και το κλάδεμα σε κήπους δικών του πελατών, πολλούς εκ των οποίων τους έβρισκε από την επιχείρηση της εναγομένης.

Την ανωτέρω εργασία παρείχε στους πελάτες του μετά το πέρας του ωραρίου του, καθώς και τις ημέρες της Κυριακής και Δευτέρας, ενώ προμηθευόταν τα υλικά, που χρειαζόταν για τις υπηρεσίες του αυτές, από τις εγκαταστάσεις της εναγομένης, καθόσον η τελευταία του έκανε πίστωση και την εξοφλούσε (ενάγων) όταν πληρωνόταν από τους πελάτες του.

Η εναγομένη γνώριζε την παράλληλη αυτή ενασχόληση του ενάγοντος και την ανεχόταν, καθόσον γνώριζε ότι αυτός ήθελε ένα επιπλέον εισόδημα για την οικογένειά του, χωρίς, ωστόσο, η πρόσθετη αυτή εργασία του ενάγοντος να αποτελεί ανταγωνιστική δραστηριότητα προς τη δική της εμπορική δραστηριότητα, αφού αυτός δεν ασχολείτο με διαμόρφωση κήπων, καθώς δεν είχε τις απαραίτητες γνώσεις....

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι από το έτος 2010 η επιχείρηση της εναγομένης, λόγω και της οικονομικής κρίσης που έπληξε την Ελλάδα, άρχισε να αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα, καθώς μειώθηκαν οι πωλήσεις φυτών, ανθέων κλπ. Όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα Μηχανογραφικά Δελτία Οικονομικών Στοιχείων Επιχειρήσεων και Επιτηδευματιών (Ε3), που υποβάλλονται κατ' έτος στη ΔΟΥ, η επιχείρηση της εναγομένης παρουσίασε ζημία το έτος 2010 9.749,96 ευρώ, το έτος 2011 46.165,70 ευρώ, το έτος 2012 54.363,79 ευρώ, το έτος 2013 μικρό κέρδος 1.967,79 ευρώ και το έτος 2014 ζημία 29.789,60 ευρώ.

Επακόλουθο της κατάστασης αυτής υπήρξε η καθυστέρηση στην καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών των εργαζομένων της εναγομένης, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων, στον οποίο τον Μάρτιο του έτους 2014 αυτή (εναγομένη) όφειλε δεδουλευμένες αποδοχές από τον Σεπτέμβριο του έτους 2013. Για τον λόγο αυτό η εναγομένη αποφάσισε να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, ο οποίος αποκόμιζε και άλλο εισόδημα από την προαναφερθείσα παράλληλη ενασχόλησή του.

Για τον λόγο αυτό ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης, Κ.Λ., του παρέδωσε την 27-3-2014 το έγγραφο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του με προειδοποίηση, η οποία θα έληγε την 27-6-2014. Ο ενάγων έλαβε το παραπάνω έγγραφο, πλην όμως δεν το υπέγραψε, ισχυριζόμενος ότι θέλει να το δείξει στον Δικηγόρο του.... Ακολούθως, ο ενάγων την 28-3-2014 επέδωσε στην εναγομένη την με ίδια ημερομηνία εξώδικη δήλωσή του, με την οποία της γνωστοποίησε ότι από 29-3-2014 ασκεί το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του, καθώς, όπως ισχυρίζεται σ' αυτή, του όφειλε τις μηνιαίες αποδοχές του από τον Σεπτέμβριο του έτους 2013, καθώς και το Δώρο Χριστουγέννων έτους 2013....

Στη συνέχεια η εναγομένη, προκειμένου να μην επιβαρύνεται με την καταβολή μισθών υπερημερίας, δεδομένου ότι είχε λάβει την απόφαση να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, πριν αυτός ασκήσει το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του, κατήγγειλε την 28-3-2014 τη σύμβαση εργασίας του (χωρίς προειδοποίηση), η οποία επιδόθηκε σ' αυτόν την 1-4-2014, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 5524Γ/1-4-2014 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο ...

Ν.Φ., με την καταβολή αποζημίωσης απόλυσης σε δόσεις, συνολικού ποσού 6.053,32 ευρώ και συγκεκριμένα με την καταβολή την 2-4-2014 ποσού 2.500 ευρώ, την 2-6-2014 ποσού 2.500 ευρώ, την 21-7-2014 ποσού 500 ευρώ και την 30-7-2014 ποσού 533,32 ευρώ. Από τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος δεν έγινε κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης και για λόγους εκδίκησης προς το πρόσωπό του, λόγω άσκησης εκ μέρους του του δικαιώματος επίσχεσης της εργασίας του, καθόσον, λόγω των σοβαρών οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε αυτή από τη μείωση των πωλήσεων των προϊόντων της, είχε αποφασίσει την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος πριν αυτός ασκήσει επίσχεση εργασίας, για τον λόγο δε αυτό του είχε παραδοθεί προς υπογραφή την 27-3-2014 το με ίδια ημερομηνία έγγραφο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του με προειδοποίηση.

Μετά δε την ως άνω εκπεφρασμένη βούληση της εναγομένης για καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, ο τελευταίος προέβη καταχρηστικά σε επίσχεση της εργασίας του και η εναγομένη, προκειμένου να μην επιβαρύνεται με καταβολή μισθών υπερημερίας, προέβη σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας αυτού, με την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης σε δόσεις, κατά τα ανωτέρω.

Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος δεν ασκήθηκε κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης και ότι με την καταβολή και της αποζημίωσης απόλυσης σε δόσεις η εναγομένη έλυσε μονομερώς τη σύμβαση εργασίας του, μη δικαιουμένου τούτου μισθών υπερημερίας, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και όσα αντίθετα υποστηρίζει ο ενάγων - εκκαλών με την έφεσή του κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα".

Με την κρίση του αυτή, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ορθώς ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 281, 325, 656, 669 παρ. 2 ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920, 1 και 5 του Ν. 3198/1955 τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του δεν πληρούσαν το πραγματικό τους και δεν δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους. Ειδικότερα, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τις ως άνω παραδοχές αυτής, απορρίπτοντας ως κατ' ουσίαν αβάσιμα τα αιτήματα της ένδικης αγωγής α) για αναγνώριση της ακυρότητας της από 1-4-2014 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος εκ μέρους της εναγομένης και β) για επιδίκαση στον ενάγοντα μισθών υπερημερίας, αφού δέχθηκε ότι η εκ μέρους της εργοδότριας εταιρείας καταγγελία της αορίστου χρόνου σύμβασης εργασίας του ενάγοντος δεν ασκήθηκε κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος αυτής και ότι, εφόσον αυτή κατέβαλε στον ενάγοντα τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης σε δόσεις, η εν λόγω καταγγελία επέφερε τη λύση της ένδικης σύμβασης εργασίας, με συνέπεια ο ενάγων να μη δικαιούται μισθούς υπερημερίας, δεν παραβίασε ευθέως τις εν λόγω διατάξεις.

Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, η οποία παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-7-2022 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 6224/ 704/1-8-2022) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 5012/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ....

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Μαρτίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ