Legislator Case Law & Legislation
774/2022 AI generated

Bank's appeal against final judgment allowed; debtors' appeal dismissed; joint trial ordered to expedite proceedings.

Case Number 774/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court ordered the joint trial of two separate appeals against a final judgment to expedite proceedings and reduce costs. The Court found the bank's appeal admissible and meritorious, rejecting the debtors' claim that the lower court's handling of the guarantor constituted a procedural error. Consequently, the judgment was annulled in part for the bank while being dismissed for the debtors, with the case remanded for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 573(1) and 577(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may order the joint trial of pending appeals to expedite proceedings, and an appeal against a final judgment is admissible if it raises substantive grounds not exhausted in lower instances, even if the appellant adopted a passive stance previously.

Keywords

AI generated
appeal against final judgment joint trial of appeals procedural error in lower court guarantor liability remittal for further examination

Cited Legislation

AI generated
Article 246 of the Code of Civil Procedure
Article 573(1) of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 8(b) of Article 559 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 774 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 774/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Γεώργιο Αυγέρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Ανδρέου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων - αναιρεσειόντων: 1) Γ. Γ. του Δ., κατοίκου ... και 2) Κ. - Μ. Γ. του Γ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γαβριήλ Κερμανίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-5-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας - αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8446/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 1664/2018 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-2-2019 αίτησή της και οι αναιρεσείοντες με την από 14-7-2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρ. 573 παρ.1 ΚΠολΔ), το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών μεταξύ των ιδίων ή διαφορετικών διαδίκων, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 205/2020, ΑΠ 147/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, με τις κρινόμενες αιτήσεις: α) από 7.2.2019 της ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και διακριτικό τίτλο "..." και β) από 14.7.2020 των εναγόμενων Γ. Γ. και Κ.- Μ. Γ., ζητείται η αναίρεση της 1664/2018 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης που δέχτηκε κατ` ουσία την από 17.7.2014 έφεση των εναγόμενων, εξαφάνισε την 8446/2014 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και δέχτηκε εν μέρει την από 21.5.2010 αγωγή της αναιρεσείουσας Τράπεζας. Οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτές (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει, σύμφωνα με τα ανωτέρω στη νομική σκέψη, να συνεκδικασθούν, γιατί έτσι επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Ι) Επί της από 7.2.2019 αίτησης της ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...": Από τις διατάξεις των άρθρων 939 και 941 ΑΚ προκύπτει ότι για τη γέννηση της αξίωσης προς διάρρηξη καταδολιευτικής δικαιοπραξίας απαιτείται η συνδρομή των κατωτέρω προϋποθέσεων: α) απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη, γεννημένη κατά το χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, β) απαλλοτρίωση από τον οφειλέτη περιουσιακού στοιχείου, γ) πρόθεση βλάβης των δανειστών, δ) γνώση του τρίτου υπέρ του οποίου η απαλλοτρίωση και ε) αφερεγγυότητα του οφειλέτη, η οποία συντρέχει όταν η υπολειπόμενη εμφανής περιουσία τούτου δεν επαρκεί για την ικανοποίηση του δανειστή.

Κατά το επόμενο άρθρο 942 του ίδιου Κώδικα, σε περίπτωση απαλλοτρίωσης από χαριστική αιτία δεν απαιτείται η κατά το προηγούμενο άρθρο γνώση του τρίτου. Ως απαλλοτρίωση, κατά την έννοια της άνω διάταξης του άρθρου 942 ΑΚ, δηλαδή χαριστική, είναι και η γονική παροχή, που θεσμοθετείται με το άρθρο 1509 του ίδιου Κώδικα αφού και αυτή συνιστά επίδοση από ελευθεριότητα.

Δεν συνάγεται δε το αντίθετο από το χαρακτηρισμό της, στο α` εδάφιο της τελευταίας διάταξης, ως δωρεάς, ως προς το ποσό που υπερβαίνει το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, αφού αυτό αποσκοπεί στο να αποκλείσει τη δυνατότητα ανάκλησης αυτής, ως προς το μέρος που αυτή δεν αποτελεί δωρεά και όχι να την χαρακτηρίσει, εξ αντιδιαστολής, ως επαχθή δικαιοπραξία. (ΑΠ 824/2021).

Στην αγωγή διάρρηξης ενάγων είναι εκείνος, που έχει την ιδιότητα του δανειστή, κατά το χρόνο που επιχειρείται η απαλλοτριωτική δικαιοπραξία, δηλαδή εκείνος που έχει απαίτηση υφιστάμενη κατά τον ανωτέρω χρόνο, έστω και αν η απαίτησή του τελεί υπό αναβλητική αίρεση ή προθεσμία. Απαιτείται δηλαδή μέχρι το χρόνο της απαλλοτρίωσης να έχουν συντελεσθεί τα παραγωγικά γεγονότα της απαίτησής του, επιπλέον δε, πρέπει αυτή να έχει καταστεί ορισμένη, απαιτητή και ληξιπρόθεσμη έως τη συζήτηση της αγωγής (ΑΠ 828/2020, ΑΠ 1349/2018, ΑΠ 1092/2013).

Εκτός από τον ίδιο τον δανειστή- άμεσο δικαιούχο της απαίτησης με τα πιο πάνω χαρακτηριστικά, τη διάρρηξη του άρθρου 939 ΑΚ, μπορούν επίσης να αξιώσουν με τις ίδιες προϋποθέσεις και οι δανειστές του δανειστή αυτού πλαγιαστικά, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 72 ΚΠολΔ, καθώς και οι καθολικοί διάδοχοι της απαίτησης, αλλά και αυτοί που έγιναν εκδοχείς της απαίτησης μετά την απαλλοτρίωση, εφόσον η απαίτηση συγκεντρώνει τα πιο πάνω χαρακτηριστικά.

Εξάλλου, συνέπεια της εκχώρησης κατ' άρθρο 455 ΑΚ, είναι και η κατά το άρθρο 458 ΑΚ συμμεταβίβαση και όλων των παρεπομένων της απαίτησης δικαιωμάτων και προνομίων, αυτοδικαίως και παρακολουθηματικώς. Παρεπόμενα δικαιώματα, εκτός από το ενέχυρο, την υποθήκη και την εγγύηση, τα οποία ασφαλίζουν την απαίτηση και μεταβιβάζονται με αυτή, είναι τα δικαιώματα εκείνα που τελούν σε σχέση εξάρτησης προς την απαίτηση και εξυπηρετούν το σκοπό της είτε ισχυροποιώντας την είτε επεκτείνοντας το περιεχόμενό της είτε διευκολύνοντας την πραγματοποίησή της.

Τέτοιο δικαίωμα είναι και εκείνο της προσβολής πράξεων του οφειλέτη που συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις του άρθρου 939 ΑΚ (ΑΠ 1633/2013, ΑΠ 1475/2010). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 917/2020).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της από 10.6.2010 αγωγής της, εξέθετε σ' αυτήν τα εξής: Ότι έχει κατά του πρώτου εναγόμενου απαίτηση κεφαλαίου 45.055,44 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, από το οριστικό κατάλοιπο, που προέκυψε μετά από καταγγελία, την 20.4.2010, της αναφερόμενης σύμβασης πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό, στην οποία ο πρώτος εναγόμενος συμβλήθηκε ως εγγυητής, υπέρ της πρωτοφειλέτριας πιστούχου εταιρείας.

Ότι στους αναφερόμενους χρόνους (12.3.2009 και 1.11.2005), ο οφειλέτης της, μεταβίβασε στην δεύτερη εναγόμενη, ανήλικη θυγατέρα του, α) την 12.3.2009 την επικαρπία (με παραίτηση του σχετικού δικαιώματος) των περιγραφόμενων δύο αυτοτελών διαμερισμάτων, αξίας της επικαρπίας του πρώτου διαμερίσματος 3.000 ευρώ και αντικειμενικής αξίας 8.981,28 ευρώ και του δεύτερου διαμερίσματος 20.000 ευρώ και αντικειμενικής αξίας 75.502 ευρώ, β) την 12.3.2009 την πλήρη κυριότητα του δικαιώματος καθ' ύψος επέκτασης οικοδομής, αξίας 3.251,26 ευρώ και γ) την 1.11.2005 την ψιλή κυριότητα αγρού και στη συνέχεια την 12.3.2009, το δικαίωμα επικαρπίας (με παραίτηση του σχετικού δικαιώματος) επί του ίδιου αγρού, συνολικής αξίας του δικαιώματος πλήρους κυριότητας, 20.000 ευρώ και αντικειμενικής 89.606,66 ευρώ.

Ότι, στο μεταξύ, την 23.2.2009, η ενάγουσα δανείστρια τράπεζα μεταβίβασε την απαίτησή της από την ως άνω σύμβαση πίστωσης, στην αναφερόμενη εδρεύουσα στην αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού, κατά τους όρους της παρ.14 του άρθρου 10 του ν.3156/2003, η αποκτήσασα δε την απαίτηση εταιρεία ειδικού σκοπού ανέθεσε στην ενάγουσα τη διαχείρισή της.

Ότι, την 13.4.2010, η ενάγουσα με μεταγενέστερη συμφωνία απέκτησε και πάλι την απαίτηση σε βάρος του εναγόμενου με αναμεταβίβαση και κατέστη εκ νέου δικαιούχος και φορέας των αξιώσεων και απαιτήσεων από την επίδικη σύμβαση πίστωσης, η δε αναμεταβίβαση δημοσιεύτηκε νόμιμα την 14.4.2010. Κατόπιν τούτων, εξέθετε με την αγωγή της ότι οι προαναφερόμενες απαλλοτριώσεις, έγιναν προς βλάβη της, δηλαδή με σκοπό να ματαιώσει την ικανοποίηση της απαίτησής της, δεδομένου ότι δεν διαθέτει άλλη ακίνητη περιουσία.

Για τους λόγους αυτούς ζήτησε τη διάρρηξη των ανωτέρω απαλλοτριώσεων". Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού έκρινε νόμιμη, στο σύνολό της, την αγωγή, δέχθηκε αυτήν κατά ένα μέρος ως βάσιμη στην ουσία της και απήγγειλε τη διάρρηξη υπέρ της αναιρεσείουσας μόνο των δύο δικαιοπραξιών που αφορούν τη μεταβίβαση του υπό στοιχ.

γ' ακινήτου (αγρού) ήτοι κατά την ψιλή κυριότητα την 1.11.2005 και κατ' επικαρπία την 12.3.2009. Ακολούθως, μετά την άσκηση έφεσης εκ μέρους των εναγόμενων (αναιρεσιβλήτων), το Εφετείο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία δέχθηκε τα εξής: "...Η υπό κρίση αγωγή....είναι μη νόμιμη και απορριπτέα κατά το μέρος εκείνο με το οποίο ζητείται η διάρρηξη των δικαιοπραξιών υπό στοιχεία α', β', γ', που έλαβαν χώρα κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, την 12.3.2009, με τα υπ' αρ. 10545 και 10546/12.3.09 συμβόλαια παραίτησης από το δικαίωμα επικαρπίας των εκεί αναφερόμενων ακινήτων και γονικής παροχής του δικαιώματος καθ' ύψος επέκτασης οικοδομής, τα οποία μεταγράφηκαν την 18.3.2009, δεδομένου ότι όπως εκτίθεται στην αγωγή, ήδη από την 23.2.2009, η απαίτηση της ενάγουσας τραπεζικής εταιρείας (ήδη αναιρεσείουσας) μεταβιβάστηκε στην αναφερόμενη αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού και η ίδια έκτοτε, έως και την 14.4.2010, οπότε με αναμεταβίβαση κατέστη και πάλι δικαιούχος και φορέας των αξιώσεων και απαιτήσεων από τη συγκεκριμένη σύμβαση πίστωσης, ήταν μόνο διαχειρίστρια της απαίτησης, δηλαδή είχε μόνο την πληρεξουσιότητα κατά τους όρους του άρθρου 10 παρ.14 του ν.3156/03, να ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό της εταιρείας ειδικού σκοπού, πράξεις διαχείρισης των μεταβιβασθέντων απαιτήσεων, χωρίς η ίδια να είναι φορέας αυτών και επομένως δανείστρια.

Συνεπώς, κατά τον χρόνο συντέλεσης των συγκεκριμένων απαλλοτριώσεων η ενάγουσα, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, δεν είχε την ιδιότητα του δανειστή. Την ιδιότητα αυτή, όπως ισχυρίζεται, την απέκτησε εκ νέου με αναμεταβίβαση των απαιτήσεων, την 14.4.2010. Απλή προσδοκία κτήσης του δικαιώματος στο μέλλον, κατά το μεσολαβήσαν διάστημα που μεταβίβασε τις απαιτήσεις της, ....δεν αρκεί για να της προσδώσει την ιδιότητα του δανειστή καθ' ον χρόνο απαλλοτριώθηκαν τα ακίνητα.

Ως εκ τούτου, δεν της παρέχεται από το νόμο δικαίωμα να επιδιώξει τη διάρρηξη των επιβλαβών γι' αυτήν, όπως ισχυρίζεται, απαλλοτριωτικών δικαιοπραξιών, πλην εκείνης, που κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, έλαβε χώρα το έτος 2005 με την μεταβίβαση της ψιλής κυριότητας αγρού, ακόμη και αν, ο αλληλόχρεος τελικά λογαριασμός, έκλεισε και το κατάλοιπο του έγινε ληξιπρόθεσμο την 20.4.2010....".

Κατόπιν αυτού το Εφετείο δέχτηκε κατ' ουσία την έφεση των εναγόμενων- αναιρεσίβλητων, εξαφάνισε την 8446/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε κρίνει νόμιμη στο σύνολό της την αγωγή της αναιρεσείουσας τράπεζας και στη συνέχεια, κρατώντας την υπόθεση, αφού απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή ως προς το αίτημα διάρρηξης της από 12.3.2009 δικαιοπραξίας, με την οποία μεταβιβάστηκε στη δεύτερη αναιρεσίβλητη η επικαρπία επί του προαναφερόμενου αγρού, με την αιτιολογία ότι η αναιρεσείουσα τράπεζα κατά το χρόνο συντέλεσης της εν λόγω μεταβίβασης δεν είχε την ιδιότητα του δανειστή, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή και απάγγειλε τη διάρρηξη υπέρ της ενάγουσας μόνο της δικαιοπραξίας που καταρτίστηκε με την 8120/1.11.2005 συμβολαιογραφική πράξη γονικής παροχής της συμβ/φου Θεσσαλονίκης Α.

Σίμηνα, με την οποία ο πρώτος εναγόμενος μεταβίβασε στη δεύτερη εναγόμενη ανήλικη θυγατέρα του κατά ψιλή κυριότητα, παρακρατώντας για τον εαυτό του εφόρου ζωής το δικαίωμα επικαρπίας, το περιγραφόμενο ακίνητο. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή η αναιρεσείουσα τράπεζα, ενόψει του ότι, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, είχε μεταβιβάσει στις 23.2.2009 στην αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού την απαίτησή της κατά του πρώτου εναγόμενου και απέκτησε αυτήν εκ νέου, με αναμεταβίβαση, στις 13.4.2010, δεν είχε την ιδιότητα του δανειστή στις 12.3.2009, οπότε συντελέστηκε η ένδικη δικαιοπραξία μεταβίβασης επικαρπίας του αγρού και εκ του λόγου αυτού έκρινε μη νόμιμη την αγωγή ως προς το αίτημα διάρρηξης αυτής, παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων διατάξεις των άρθρων 455, 458 και 939 ΑΚ, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 10 παρ. 13 του ν. 3156/2003, τις οποίες δεν εφάρμοσε, αν και έπρεπε να εφαρμόσει στην κρινόμενη υπόθεση, καθόσον, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους και, ως εκ τούτου, η αγωγή ήταν νομικά βάσιμη, δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα, εφόσον μετά τις απαλλοτριώσεις, που έλαβαν χώρα στις 12.3.2009, κατέστη εκδοχέας της απαίτησης, την οποία είχε αρχικά εκχωρήσει στην αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού και η οποία συγκεντρώνει τα ίδια χαρακτηριστικά, έχει με την ιδιότητα αυτή, το δικαίωμα διάρρηξης κατ' άρθρο 939 ΑΚ.

της προσβαλλόμενης ως καταδολιευτικής σύμβασης, το οποίο, ως παρεπόμενο, μεταβιβάστηκε με την γενομένη εκχώρηση (ΑΚ 458). Επομένως, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητων κατά της πρωτόδικης απόφασης και απέρριψε την αγωγή κατά το προαναφερόμενο μέρος, ως μη νόμιμη, υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ.1 πλημμέλεια και, συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι βάσιμος.

Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 15 παρ. 4 του ν. 2961/2001 και 939 ΑΚ και ειδικότερα ότι το Εφετείο εσφαλμένα υπολόγισε την αξία της ψιλής κυριότητας του αγρού, κατά το χρόνο της μεταβίβασης αυτής, (1.11.2005), από τον πρώτο αναιρεσίβλητο, ηλικίας τότε 48 ετών στην δεύτερη αναιρεσίβλητη, ηλικίας τότε 11 ετών, στο ποσό των 44.303,33 ευρώ, ήτοι στο 1/2 της αξίας της πλήρους κυριότητας, ενώ η "επικαρπώτρια" δεύτερη αναιρεσίβλητη ήταν 11 ετών και η αξία της επικαρπίας ανερχόταν στα 8/10 της πλήρους κυριότητας και συνακόλουθα, η αξία της ψιλής κυριότητας ανερχόταν στα 2/10 και ειδικά στο ποσό των 17.921,33 ευρώ.

Ο ανωτέρω λόγος, ανεξάρτητα του ότι είναι απαράδεκτος, καθόσον στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, αφού η δεύτερη αναιρεσίβλητη με την επίδικη μεταβίβαση κατέστη ψιλή κυρία του εν λόγω αγρού και όχι επικαρπώτρια, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα, ενόψει του ότι η αγωγή ως προς το αίτημα της διάρρηξης της απαλλοτριωτικής πράξης παραίτησης από την επικαρπία του πρώτου αναιρεσίβλητου, απορρίφθηκε από το Εφετείο ως μη νόμιμη, ενώ ως προς το αίτημα διάρρηξης των λοιπών απαλλοτριωτικών πράξεων που έλαβαν χώρα το 2009 απορρίφθηκε πρωτοδίκως ως ουσιαστικά αβάσιμη, χωρίς να ασκηθεί έφεση από την αναιρεσείουσα, αλυσιτελώς προβάλλεται, καθόσον οι πιο πάνω παραδοχές του Εφετείου, σχετικά με την αξία της ψιλής κυριότητας του ένδικου αγρού, ουδεμία επίδραση ασκούν ως προς τη διάρρηξη ή μη της συγκεκριμένης απαλλοτριωτικής πράξης, αφού μόνο η εν λόγω δικαιοπραξία μπορούσε να διαρρηχθεί, ανεξαρτήτως της αξίας της ψιλής κυριότητας και του εάν αυτή ήταν ικανή να ικανοποιήσει πλήρως ή όχι την απαίτηση της αναιρεσείουσας.

Κατόπιν αυτού, πρέπει. να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές, αφού χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παράβολου που κατέθεσε (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω ήττας τους, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου αιτήματος αυτής (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΙΙ) Επί της από 14.7.2020 αίτησης αναίρεσης των Γ. Γ. και Κ.- Μ. Γ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.

Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (λυσιτελής). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1795/2008).

Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ και 262 και 559 αριθ.8 ΚΠολΔ προκύπτει ότι εάν για την στήριξη ισχυρισμού καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος προβάλλονται περισσότερα αυτοτελή ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, τα οποία πρέπει να ληφθούν αθροιστικά ως "πράγματα" που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, η μη λήψη των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ 8 εδάφιο β` του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, αποτελούν το καθένα από τα περισσότερα πραγματικά περιστατικά που έχουν παραδεκτώς προβληθεί, εφόσον όμως αθροιστικώς λαμβανόμενα υπόψη θεμελιώνουν την από το άρθρο 281 ΑΚ καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, γιατί διαφορετικά δεν αποτελούν πράγματα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δ.

Συνεπώς η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ενός ή περισσοτέρων από αυτά εφόσον έχουν παραδεκτώς προταθεί στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από την τελευταία διάταξη λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 1408/2010, ΑΠ 1846/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες εναγόμενοι την προβληθείσα πρωτοδίκως ένστασή τους περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 281 ΑΚ), η οποία απορρίφθηκε, επανέφεραν, με λόγο έφεσης ενώπιον του Εφετείου, το οποίο απέρριψε αυτήν, με την ακόλουθη αιτιολογία: ".......Περαιτέρω, ο εναγόμενος εκθέτει ότι η ενάγουσα καταχρηστικά ασκεί την αξίωσή της, για διάρρηξη της εν λόγω δικαιοπραξίας, δεδομένου ότι:

κατά τη λειτουργία της σύμβασης πίστωσης της κατάβαλλε το συνολικό ποσό των 201.952,20 ευρώ, με αποτέλεσμα το ποσό του κατάλοιπου που προέκυψε με την καταγγελία της να αποτελεί ουσιαστικά "λογιστικό μέγεθος" και η ενάγουσα, η οποία αποτελεί οικονομικά πανίσχυρη τραπεζική εταιρεία, ουδόλως ζημιώθηκε από τη συγκεκριμένη σύμβασης πίστωσης, πολύ περισσότερο που μόνο το τελευταίο έτος λειτουργίας της σύμβασης, ο εναγόμενος σε συνθήκες μεγάλης οικονομικής κρίσης και εξ αυτού του λόγου, παύσης λειτουργίας της επιχείρησης του, της κατέβαλε το ποσό των 42.000 ευρώ και μείωσε το χρεωστικό του υπόλοιπο στο ποσό των 45.055,44 ευρώ, ενώ μόνο 15.000 περίπου ευρώ, κατέβαλε για έξοδα λειτουργίας της σύμβασης.

Ότι επιπλέον, η ενάγουσα με την αγωγή καταχρηστικά υποβίβασε την αξία των ακινήτων, που ζητούσε τη διάρρηξη, τόσο ώστε, να εμφανίζει την συνολική τους αξία στο ποσό των 45.000 ευρώ, όση και η απαίτησή της, με σκοπό να καταφέρει τη διάρρηξη όλων των δικαιοπραξιών και συνακόλουθα να είναι υπέγγυα όλη του η περιουσία στην ικανοποίηση της δικής της απαίτησης.

Ότι για τους λόγους αυτούς, η ένδικη αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως καταχρηστική. Η ένσταση αυτή, είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, διότι δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται για την ολοκλήρωση του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου (281 ΑΚ) και ειδικά ότι η υπέρβαση των ορίων στην άσκηση του δικαιώματος διάρρηξης της εν λόγω δικαιοπραξίας, εκ μέρους της ενάγουσας, με βάση την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε, καθιστά πλέον μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, η άσκησή του δε, θα επιφέρει δυσβάσταχτες συνέπειες στον υπόχρεο, τέτοιες που να είναι ανεκτή η θυσία του δικαιώματος.

Στην προκειμένη περίπτωση, η σύμβαση πίστωσης με την οποία η πρωτοφειλέτρια δανείστηκε χρηματικά ποσά για την άσκηση της εμπορικής δραστηριότητας, καταρτίστηκε με αντισυμβαλλόμενη, επίσης εμπορική εταιρεία και εν προκειμένω τράπεζα, στους εμπορικούς σκοπούς της οποίας είναι ο κατ' επάγγελμα δανεισμός με σκοπό το κέρδος, το οποίο μάλιστα ενδέχεται να είναι ιδιαίτερα υψηλό, πλην όμως καθορισμένο στη σύμβαση και εν γνώσει της πιστούχου, ότι αγοράζει ρευστότητα έναντι υψηλού τιμήματος.

Ως εκ τούτου, ούτε το χρεωστικό υπόλοιπο, που αναφέρει στον ισχυρισμό του ο εναγόμενος, αποτελεί απλά λογιστικό μέγεθος, ούτε εκθέτει ότι στα χρεωστικά κονδύλια περιελήφθησαν έξοδα που δεν συμφωνήθηκαν, ούτε επίσης εκθέτει ότι του δημιουργήθηκε ποτέ η εύλογη πεποίθηση ότι η ενάγουσα δεν θα ζητούσε την ικανοποίηση των αξιώσεών της, με βάση προηγούμενη συμπεριφορά της.

Επιπλέον, το αν η ενάγουσα τράπεζα προκειμένου να επιτύχει να καταστήσει υπέγγυα στην απαίτησή της, ύψους 45.055 ευρώ, όλη την περιουσία του εναγόμενου, υποβιβάζοντας με την αγωγή της, τις αξίες εκάστου ακινήτου, δεν ασκεί επιρροή, διότι ο νόμος δεν ανιχνεύει τα ελατήρια από τα οποία ορμήθηκε ο δικαιούχος κατά την άσκηση του δικαιώματός του....αλλά τάσσει αντικειμενικά κριτήρια, σε κάθε δε περίπτωση, η κακόβουλη παραβίαση του καθήκοντος αληθείας (άρθρο 116 ΚΠολΔ) επισύρει και αυτεπαγγέλτως, τις προβλεπόμενες από τη διάταξη του άρθρου 205 ΚΠολΔ, ποινές.

Κατόπιν τούτων, η ενάγουσα δικαιούται να ζητήσει τη διάρρηξη της προαναφερόμενης δικαιοπραξίας, η οποία αρκεί για την ικανοποίησή της, ενόψει του ύψους της απαίτησης (45.055,44 ευρώ)....". Με το μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα τα αναφερόμενα παρακάτω πραγματικά περιστατικά, που είχαν νομίμως προταθεί αυτά (πρωτοδίκως και δευτεροβαθμίως) προς θεμελίωση της ως άνω προβληθείσας, προς απόκρουση της αγωγής, από το άρθρο 281 ΑΚ ένστασης, τα οποία λαμβανόμενα υπόψη αθροιστικά με αυτά που λήφθηκαν, θα οδηγούσαν σε κρίση θετική και όχι αρνητική, όπως έγινε, περί της νομικής βασιμότητας αυτής.

Συγκεκριμένα, οι αναιρεσείοντες επικαλούνται ότι το Εφετείο ουδόλως έλαβε υπόψη ότι, όντες άνεργοι αμφότεροι οι συνασκούντες τη γονική μέριμνα της τότε ανήλικης θυγατέρας τους και ήδη δεύτερης αναιρεσείουσας, τα επίδικα απαλλοτριωθέντα δικαιώματα αποτελούσαν τη μόνη πηγή εισοδήματος, όχι μόνο για την ανατροφή και την κάλυψη βιοτικών της αναγκών της υπέρ ης οι απαλλοτριώσεις μέχρι την ενηλικίωσή της, αλλά μέχρι και σήμερα, προκειμένου εκείνη να ξεκινήσει τη ζωή της, καθώς, επίσης, συνδυαστικά με τον ανωτέρω λόγο, ότι το πέραν του εκτελεστού τίτλου της 19720/2010 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ουδεμία άλλη πράξη εκτέλεσης υπήρξε σε βάρος του πιστούχου και του εγγυητή ήδη πρώτου αναιρεσείοντος, με αποτέλεσμα να συνάγεται ότι η αναιρεσίβλητη είχε υιοθετήσει μία στάση αδράνειας απέναντι στους εις ολόκληρον οφειλέτες της (πιστούχου και εγγυητής).

Ωστόσο, τα εκτιθέμενα ως άνω περιστατικά, σε συνδυασμό με τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη, τα οποία λήφθηκαν υπόψη, δηλαδή, μετά τις καταβολές που πραγματοποίησε ο πρώτος αναιρεσείων κατά τη λειτουργία της σύμβασης πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό, το κατάλοιπο που προέκυψε με την καταγγελία της σύμβασης αποτελεί "λογιστικό μέγεθος", ότι σε συνθήκες οικονομικής κρίσης κατέβαλε επιπλέον το ποσό των 42.000 ευρώ και ότι καταχρηστικά η αναιρεσίβλητη υποβίβασε τις αξίες των ακινήτων με σκοπό να είναι όλη η περιουσία του υπέγγυα στην ικανοποίηση της απαίτησής της, και αληθή υποτιθέμενα, δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του ενδίκου δικαιώματος, ως μη πληρούντα τις προϋποθέσεις ουσιαστικής ευδοκίμησης της προτεινόμενης ένστασης, ενόψει και των παραδοχών του Εφετείου ότι ο πρώτος εναγόμενος (πρώτος αναιρεσείων), το έτος 2009, είχε μεταβιβάσει πλέον όλη την περιουσία του με αποτέλεσμα, κατά τον χρόνο έγερσης της αγωγής, να μην διαθέτει κανένα εμφανές περιουσιακό στοιχείο, χωρίς να αναιρείται η πρόθεση βλάβης από το γεγονός ότι, μαζί με την πρόθεση αυτή, ο οφειλέτης επιδίωκε την εξυπηρέτηση και άλλων, θεμιτών, σκοπών, όπως την οικονομική εξασφάλιση των παιδιών του.

Επομένως, η επικαλούμενη ως άνω παράλειψη του Εφετείου, δεν ιδρύει τον παραπάνω, από τον αρ.8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο και, ως εκ τούτου, ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι εναγόμενοι- αναιρεσείοντες, λόγω ήττας τους, στη δικαστική δαπάνη της ενάγουσας- αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει την από 7.2.2019 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και διακριτικό τίτλο "..." και την από 14.7.2020 αίτηση των Γ. Γ. και Κ.- Μ. Γ., για αναίρεση της 1664/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Δέχεται την από 7.2.2019 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και διακριτικό τίτλο "...".

Αναιρεί την 1664/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την εν λόγω απόφαση δικαστές Διατάσσει την επιστροφή του παράβολου στην καταθέσασα.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Απορρίπτει την από 14.7.2020 αίτηση των Γ. Γ. και Κ.- Μ. Γ., για αναίρεση της 1664/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου στο δημόσιο ταμείο

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που ορίζει σε δύο χιλιάδες και επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Μαρτίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 10 Μαΐου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ