Supreme Court dismisses appeal on standing and merits, rejecting arguments regarding property acquisition and inheritance rights.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the final judgment of the Single Member Court of Nafplion. The appellants argued that the lower court failed to consider their claims regarding the acquisition of property rights through adverse possession and inheritance issues. The court ruled that the lower court had already substantively examined and rejected these arguments, rendering the appeal inadmissible and unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 68, 556, 557 of the Code of Civil Procedure; Article 560, paragraph 5 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the contested judgment has already substantively considered and rejected the appellant's arguments, and the appeal fails to demonstrate active standing or legal interest.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 774 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 774/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Ν. Κ. του Π., δικηγόρου, κατοίκου …, 2) Ι. Κ., το γένος Γ. Δ., κατοίκων …, ως καθολικώς διαδόχων της Χ. Δ. του Γ., κατοίκου εν ζωή …. Ο 1ος αναιρεσείων, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως δικηγόρος, εκπροσώπησε ως πληρεξούσιος την 2η αναιρεσίβλητη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση: 1) Μ. Η. Μ., 2) Ν. Η. Μ., 3) Ε. Η. Μ., κατοίκων …. Ο 2ος αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Η 1η και ο 3ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Μάλλιο που ανακάλεσε την από 9-11-2020 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, ο συνήγορος των ως άνω αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο 2ος αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις 23-9-2020 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό …/…/2020 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Αμαρουσίου και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού αναιρεσίβλητοι 1η και 3ος.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πρασιών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 783/2013 μη οριστική, 579/2018 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου. Την αναίρεση των τελευταίων αποφάσεων: 579/2018 και 783/2013, ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 6-11-2018 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 244/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση της υπόθεσης απαράδεκτη. Οι καλούντες επανέφεραν την υπόθεση προς συζήτηση στη σημερινή δικάσιμο με την από 22-5-2020 κλήση. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 68, 556 και 557 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, προϋπόθεση του παραδεκτού της αίτησης αναίρεσης αποτελεί η ενεργητική νομιμοποίηση του αναιρεσείοντος και το έννομο συμφέρον αυτού για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Τη συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών, που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, πρέπει να επικαλείται ο αναιρεσείων στην αίτηση του για αναίρεση.
Ενεργητική νομιμοποίηση είναι η εξουσία διεξαγωγής ορισμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση, που καθορίζεται, κατά κανόνα, ως προς το αντικείμενο της και τους φορείς της από το ουσιαστικό δίκαιο, έννομο δε συμφέρον υπάρχει όταν η πληττόμενη απόφαση βλάπτει ή εκθέτει σε κίνδυνο βλάβης συγκεκριμένα ιδιωτικά δικαιώματα ή νόμιμα συμφέροντα του αναιρεσείοντος, όταν δηλαδή αναπτύσσει δυσμενείς συνέπειες για τη νομική του κατάσταση (ουσιαστική ή δικονομική).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 1710 παρ. 1 ΑΚ, το οποίο, ως προσδιοριστικό της έννοιας της κληρονομιάς και του κληρονόμου, αναγκαίως συνδυάζεται με κάθε άλλη περί αυτών διάταξη και το οποίο ορίζει ότι κατά το θάνατο του προσώπου η περιουσία του ως σύνολο (κληρονομιά) περιέρχεται από το νόμο ή από διαθήκη σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα (κληρονόμοι), σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1813, 1820, 1846, 1847 του ιδίου κώδικα, προκύπτει ότι η κληρονομιά, ως σύνολο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του κληρονομουμένου, μεταβιβάζεται από της επαγωγής στους κληρονόμους του αποβιώσαντος, είτε εκ διαθήκης είτε εξ αδιαθέτου, κατά το αναλογούν, στην περίπτωση της εξ αδιαθέτου διαδοχής, ποσοστό, επιφυλασσομένου σ' αυτούς του δικαιώματος της αποποίησης της επαχθείσας κληρονομιάς, οι οποίοι καθίστανται άμεσοι και καθολικοί διάδοχοι του κληρονομουμένου.
Επίσης από τις διατάξεις του ίδιου ως άνω άρθρου 1710 παρ. 1 ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1800 παρ. 2 , 1825 εδ. α' , 1827 και 1831 ΑΚ , σαφώς συνάγεται, ότι ο εγκατασταθείς επί ειδικώς καθορισμένου στοιχείου της κληρονομίας (επί δήλου πράγματος) θεωρείται εγκατασταθείς ως κληρονόμος (καθολικός διάδοχος) εφόσον από τη διαθήκη προκύπτει τέτοια θέληση του διαθέτη και μπορεί να συνεχίσει μετά το θάνατό του την υπ' αυτού αρξαμένη δίκη, υπό την προϋπόθεση ότι θα επικαλεσθεί και θα αποδείξει ότι έχει έννομο συμφέρον προς τούτο.
Στην προκείμενη περίπτωση με την κρινόμενη από 6.11.2018 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 579/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, (καθώς και η 783/2013 μη οριστική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου) που δίκασε ως Εφετείο. Με αυτήν έγινε δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση των εναγόντων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων Μ.
Μ., Ν. Μ. και Ε. Μ. στρεφόμενη κατά των εναγομένων - εφεσιβλήτων Π. Λ., Α. Λ. και Ε. Λ., που δεν είναι τώρα διάδικοι, καθώς και κατά της εφεσίβλητης Χ. Δ. του Γ. καθ' ης η ανακοίνωση δίκης - προσεπικαλουμένης και προσθέτως υπέρ των ως άνω εναγομένων παρεμβάσασας στην πρωτοβάθμια δίκη, και ακολούθως, έγινε δεκτή κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμη η αγωγή των εναγόντων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και αναγνωρίσθηκαν αυτοί συγκύριοι του επίδικου ακινήτου, ήτοι ενός ακινήτου που βρίσκεται εντός των ορίων του οικισμού … του δημοτικού διαμερίσματος … του δήμου …, ενώ απορρίφθηκε η πρόσθετη παρέμβαση, αφού εξαφανίσθηκε η πρωτοβάθμια 4/2012 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Πρασιών, που είχε απορρίψει στο σύνολό της την αγωγή και είχε δεχθεί την πρόσθετη παρέμβαση.
Οι αναιρεσείοντες Ν. Κ. και Ι. Κ. ασκούν την ένδικη αναίρεση, κατά τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο, ως καθολικοί διάδοχοι της αρχικής ως άνω προσθέτως παρεμβάσασας - εφεσίβλητης , Χ. Δ. του Γ., η οποία, σύμφωνα και με την …/…/2018 ληξιαρχική πράξη της Ληξιάρχου Αθηνών, αποβίωσε στις 20.2.2018, πριν από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, μετά όμως τη συζήτηση αυτής.
Όμως από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και, συγκεκριμένα από το με αριθμό πρωτοκόλλου …/….2.2018 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών, το …/….6.2018 πρακτικό δημοσίευσης ιδιόγραφης διαθήκης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με το οποίο δημοσιεύθηκε η από 27.7.2014 διαθήκη της ως άνω θανούσας, τα …/….11.2019 και …/….10.2019 πιστοποιητικά του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών περί μη δημοσιεύσεως άλλης διαθήκης και το περί μη αποποίησης της κληρονομίας της ίδιας, προκύπτει ότι με την ως άνω διαθήκη της η διαθέτις εγκατέστησε ως κληρονόμους της τους αναιρεσείοντες, καταλείποντας στον πρώτο ένα διαμέρισμα στην οδό ...
στην … και στην δεύτερη αναιρεσείουσα, αδελφή της, όλη την υπόλοιπη κινητή και ακίνητη περιουσία της. Από τα παραπάνω συνάγεται, ότι η δεύτερη αναιρεσείουσα, με την ιδιότητά της ως καθολικής διαδόχου εκ διαθήκης της ως άνω διαθέτη, μπορεί να συνεχίσει τη δίκη που είχε αρχίσει σε βάρος της τελευταίας, ως προσθέτως παρεμβάσασας-εφεσίβλητης.
Ο πρώτος όμως αναιρεσείων, τον οποίο η διαθέτης εγκατέστησε ως κληρονόμο επί ειδικώς καθορισμένου στοιχείου της κληρονομίας (επί δήλου πράγματος) και, συγκεκριμένα, επί ορισμένου ακινήτου, άσχετου προς το επίδικο, δεν νομιμοποιείται ενεργητικά για την συνέχιση της αρξαμένης σε βάρος της εν λόγω διαθέτιδος δίκης, καθώς δεν έχει έννομο συμφέρον προς τούτο, οπότε η αίτηση αναιρέσεως ως προς αυτόν, μετά την αυτεπάγγελτη έρευνα της ύπαρξης στο πρόσωπό του των πιο πάνω διαδικαστικών προϋποθέσεων, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Ως προς την δεύτερη αναιρεσείουσα η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553,556,558,564,566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.). Για το παραδεκτό της συζήτησης ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως και της από 27.5.2020 κλήσης προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας επιδόθηκε προς τους κύριου διαδίκους (εναγομένους) Π.
Λ., Α. Λ. και Ε. Λ., υπέρ των οποίων η δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας παρενέβη προσθέτως ( 9709Β', 9708Β', 9710Β', 9711Β', 9706Β' και 9707Β'/10.6.2020 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Χ. Γ. Μ.).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α' , 287, 291 και 292 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην κατ' αναίρεση δίκη, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν μετά την άσκηση αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος, με αποτέλεσμα την ακυρότητα κάθε διαδικαστικής πράξης που ενεργείται μετά από αυτήν και πριν από την επανάληψή της, εκτός αν την ενεργήσει ο διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή.
Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.
Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί μπορεί να γίνει είτε εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, είτε αναγκαστικά με πρόσκληση του αντιδίκου του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, ο οποίος μπορεί να επισπεύσει την επανάληψη της δίκης , κοινοποιώντας στο διάδικο υπέρ του οποίου επήλθε διακοπή δικόγραφο για επανάληψη της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τις 11676Β', 11684Β', 11685Β' και 11686Β'/5.11.2020 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιά, Χ. Α. Ν., οι αναιρεσίβλητοι Μ. Μ. και Ε. Μ. επέδωσαν προς τον πρώτο αναιρεσείοντα Ν. Κ., για τον εαυτό του και ως πληρεξούσιο δικηγόρο της δεύτερης αναιρεσείουσας και στον πληρεξούσιο δικηγόρο των ως άνω αρχικών εναγομένων -εφεσιβλήτων, που δεν είναι τώρα διάδικοι, το από 26.10.2020 δικόγραφο, με το οποίο γνωστοποίησαν τη βίαιη διακοπή της δίκης λόγω θανάτου του δεύτερου αναιρεσίβλητου, αδελφού τους, Ν.
Μ., που αποβίωσε αδιάθετος την 19.9.2020, ήτοι μετά την άσκηση της προκειμένης αιτήσεως αναιρέσεως, επισυνάπτοντας στο δικόγραφο το σχετικό περί του γεγονότος τούτου αντίγραφο της …/…/2000 από 21.9.2020 ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιάρχου Αμαρουσίου Αττικής, καθώς και το με αριθμό πρωτοκόλλου …/…..10.2020 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του θανόντος, από το οποίο προκύπτει ότι οι μοναδικοί πλησιέστεροι συγγενείς του είναι οι ίδιοι (πρώτος και τρίτη των αναιρεσιβλήτων) και δήλωσαν ταυτόχρονα την εκούσια επανάληψη της δίκης που διακόπηκε.
Ενόψει τούτων, νομίμως επαναλήφθηκε η προκειμένη δίκη και νομίμως χωρεί η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1051 ΑΚ εκείνος που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του.
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 249, 271, 974, 976, 983 και 1045 ΑΚ, συνάγεται, ότι στην έκτακτη χρησικτησία δεν απαιτείται για το συνυπολογισμό της νομής των προκτητόρων του χρησιδεσπόζοντος στη δική του νομή προς συμπλήρωση του προβλεπόμενου γι' αυτήν στο νόμο χρόνου νομής (εικοσαετία), ειδική διαδοχή στο δικαίωμα κυριότητας του πράγματος, αλλά αρκεί απλώς ειδική διαδοχή στη νομή του πράγματος, η οποία χωρεί με παράδοση με οικεία βούληση του νομέα (976 ΑΚ) και έχει την έννοια ότι στον αποκτώντα μεταβιβάζεται η ίδια νομή που έχει ο μεταβιβάζων.
Σε περίπτωση, δε, καθολικής διαδοχής, για να επέλθει διαδοχή στην έκτακτη χρησικτησία, δηλαδή, για να συνυπολογίσει ο κληρονόμος στο χρόνο νομής του το χρόνο νομής του κληρονομουμένου, δεν είναι αναγκαίο, προκειμένου για ακίνητα, να αποδεχθεί ο κληρονόμος προηγουμένως την κληρονομία και να μεταγράψει την αποδοχή κατά τα άρθρα 1193 και 1198 ΑΚ, καθόσον η αποδοχή της κληρονομίας και η μεταγραφή αυτής αποτελούν κατά το νόμο αναγκαία προϋπόθεση μόνο για τη κτήση της κυριότητας των κληρονομιαίων, όχι δε και για την κτήση της νομής αυτών, που επέρχεται αυτοδικαίως από το θάνατο του κληρονομουμένου, μόλις γίνει η επαγωγή της κληρονομίας.
Συνεπώς, επί καθολικής διαδοχής αν η νομή του κληρονομουμένου ήταν κτητική, προσπορίσασα σ' αυτόν κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία , η ίδια νομή μεταβιβάζεται και στον κληρονόμο του, ο οποίος, στην περίπτωση αυτή, συνεχίζει την ίδια κτητική νομή του δικαιοπαρόχου του, χωρίς να απαιτείται αποδοχή της κληρονομίας με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή αυτού.
Από τα παραπάνω συνάγεται, ότι και στην περίπτωση κατά την οποία ο δικαιοπάροχος του νομέα κατέστη κύριος, λόγω συμπλήρωσης στο πρόσωπό του του απαιτούμενου χρόνου χρησικτησίας, ο καθολικός ή ο ειδικός διάδοχος αυτού στη νομή μπορεί να επικαλεσθεί το συνυπολογισμό του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου του, προκειμένου να αντιτάξει κατά τρίτων κυριότητα επί ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, χωρίς να έχει συμπληρώσει δική του νομή επί εικοσαετία κατά τους όρους του άρθρου 1045 ΑΚ, αλλά με προσμέτρηση του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου του, ενώ δεν μπορεί να επικαλεσθεί το συνυπολογισμό του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου του, προκειμένου να αντιτάξει κυριότητα επί ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, μόνον εναντίον του τελευταίου τούτου ή κατ' εκείνου στον οποίο μεταβίβασε την κυριότητα ο δικαιοπάροχός του με σύμβαση που μεταγράφηκε, διότι τούτο έρχεται σε αντίθεση με τους θεσμούς της χρησικτησίας και της δημοσιότητας των επί των ακινήτων μεταβιβαστικών πράξεων (ΟλΑΠ 1593/1979).
Εξάλλου κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία.
Η κτήση της νομής ακινήτου και η άσκησή της επ' αυτού μπορεί να γίνει με οποιαδήποτε ενέργεια, που μαρτυρά, κατά τις αντιλήψεις που υπάρχουν στις συναλλαγές, φυσική και με διάνοια κυρίου εξουσίαση αυτού. Έτσι, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.
Συνεπώς, η νομή συγκροτείται από δύο στοιχεία, το σωματικό (corpus) και το βουλητικό (animus domini), το πρώτο από τα οποία εκδηλώνεται με υλικές (όχι απλώς νομικές) πράξεις φυσικής εξουσιάσεως του πράγματος , το δε animus, δηλαδή το πνευματικό στοιχείο της νομής, υποδηλώνεται, είτε ρητώς είτε σιωπηρώς, με πράξεις, τις οποίες επιχειρεί συνήθως ο ιδιοκτήτης του πράγματος ή ο αντιπρόσωπός του.
Άσκηση νομής, η οποία απαιτείται για τη κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη (αλλά και με τακτική) χρησικτησία, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες πάνω σ' αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει με διάνοια κυρίου, όπως είναι ενδεικτικά η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η εκμίσθωση σε τρίτο, η φύλαξή του, η καλλιέργεια, η οριοθέτηση και καταμέτρηση των διαστάσεών του, η ανάθεση σύνταξης τοπογραφικών διαγραμμάτων, οι ενέργειες για ένταξή του στο σχέδιο πόλεως, η ανέγερση κτισμάτων κ.α. , αν δε, πρόκειται για αστικό ακίνητο η ενοικίαση σε αυτό και, γενικά, οι αρμόζουσες στην φύση του πράξεις εξουσίασης, χωρίς παράλληλα να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας.
Για την έναρξη της εικοσαετίας δεν απαιτείται να γνωστοποιήσει σε κανένα ο χρησιδεσπόζων την πρόθεσή του να νέμεται το πράγμα για δικό του λογαριασμό, γιατί το στοιχείο αυτό είναι απαραίτητο μόνο μεταξύ του χρησιδεσπόζοντος και άλλων, όταν υπάρχει νόμιμη σχέση κοινωνίας. Η νομή που άπαξ έχει κτηθεί, εξακολουθεί να διατηρείται από το νομέα, εφόσον υφίσταται πάντοτε η θέλησή του να κατέχει το πράγμα και η επ' αυτού άσκηση φυσικής εξουσίας, αλλά δεν είναι απαραίτητο η φυσική εξουσία να ασκείται διαρκώς και αδιαλείπτως δι' ενεργείας έργων επί του πράγματος, ούτε να είναι σε συνεχή εγρήγορση και να έχει αδιάκοπα κατευθυνόμενη τη διάνοια κυρίου προς αυτό.
Αρκεί να υφίσταται η δυνατότητα του νομέα να επενεργεί επί του πράγματος έργα σύμφωνα με τον προορισμό του, χωρίς να απαιτείται οπωσδήποτε προσωπική επαφή του νομέα προς το πράγμα, αρκούσας της δυνατότητας προσεγγίσεως του νομέα προς το πράγμα και της δυνατότητας τούτου όπως αποκλείσει τρίτο από τη φυσική εξουσία του.
Η απώλεια της νομής επέρχεται (άρθρο 981 ΑΚ) όταν παύσει η φυσική εξουσία επί του πράγματος ή εκδηλωθεί αντίθετη διάνοια του νομέα. Εάν, όμως, το ακίνητο πράγμα καταλήφθηκε από άλλον εν αγνοία του νομέα, η νομή επί αυτού δεν χάνεται πριν ο νομέας πληροφορηθεί την κατάληψη και εφησυχάσει ή επιχειρήσει την ανάκληση αυτοδυνάμως ή δικαστικώς και αποτύχει (ΑΠ 388/2010) .
Επί πλέον, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημο με τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, αναίρεση, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2006).
Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018).
Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011).
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 ΚΠολΔικ., που είναι ταυτόσημο με το άρθρο 559 αριθ. 19 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 24/1992).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της 579/2018 τελεσίδικης και της συμπροσβαλλομένης 783/2013 μη οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, που δίκασε ως Εφετείο, προκύπτει, ότι με την πιο πάνω μη οριστική απόφαση τούτου αναβλήθηκε, προς συμπλήρωση του αποδεικτικού υλικού, η έκδοση της οριστικής αποφάσεως επί της από 10.6.2008 διεκδικητικής αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά των εναγομένων - εφεσιβλήτων Π.
Λ., Α. Λ. και Ε. Λ. που δεν είναι τώρα διάδικοι, καθώς και κατά της ήδη αποβιώσασας εφεσίβλητης Χ. Δ. του Γ., προσθέτως παρεμβαίνουσας υπέρ των εναγομένων στην πρωτοβάθμια δίκη, της οποίας η δεύτερη αναιρεσείουσα είναι καθολική διάδοχος, κατά τα προαναφερόμενα. Σύμφωνα με τις παραδοχές της εν λόγω μη οριστικής αποφάσεως, εξαιτίας των εκ διαμέτρου αντιθέτων ισχυρισμών των διαδίκων ως προς την κτήση κυριότητας του επιδίκου ακινήτου και του γεγονότος ότι όλες οι επικαλούμενες από αυτούς μεταβιβάσεις για το ακίνητο αυτό λάμβαναν χώρα ατύπως, σε συνδυασμό και με τις αντικρουόμενες μαρτυρικές καταθέσεις, διαπιστώθηκαν κενά και αμφίβολα σημεία, σχετιζόμενα με το αποδεικτικό υλικό και κρίθηκε σκόπιμη η αναβολή της έκδοσης της οριστικής αποφάσεως.
Ειδικότερα έγιναν δεκτά από την απόφαση αυτή τα ακόλουθα: "από τους ενάγοντες προσκομίζεται μετ' επικλήσεως ως σχετικό 20 ένα σκαρίφημα στο οποίο αποτυπώνονται διάφορες ιδιοκτησίες της περιοχής, μεταξύ των οποίων και η επίδικη με τον αριθμό … ...Πλησίον του περιγράμματος αυτού αναγράφονται τα εξής: <<Δ.
Κ. Τ..>>. Επειδή, ωστόσο, δεν είναι κατανοητό εάν το όνομα "Κ." προσδιορίζει το κυρίως όνομα, ήτοι τον Κ. Δ. του Τ. ή το πατρώνυμο του Τ. Δ., πατέρα των δύο αδελφών και φερομένων από τις αντίδικες πλευρές ως αρχικών δικαιοπαρόχων αντιστοίχως, είναι απαραίτητο να προσκομισθεί έγγραφο από το αρχείο του Δήμου …, από όπου το πρόχειρο αυτό σχεδιάγραμμα έχει ληφθεί, το οποίο να βεβαιώνει τον χρόνο σύνταξής του, καθώς και ληξιαρχικές πράξεις θανάτου του Κ.
Δ., αρχικού δικαιοπαρόχου των εναγόντων, καθώς και του πατέρα του, Τ. Δ., προκειμένου να προσδιορισθεί χρονικά η λέξη "κληρονόμοι" δίπλα από την ιδιοκτησία με αριθμό … (επίδικο) σε συνδυασμό και με τον χρόνο σύνταξης του άνω σκαριφήματος.".
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 579/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, που δίκασε ως Εφετείο, με την οποία, μετά την εκτίμηση των αναφερομένων σ' αυτήν αποδεικτικών μέσων έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: " το επίδικο ακίνητο είναι ένα οικόπεδο επιφανείας 350,00 τ.μ., που βρίσκεται εντός των ορίων του οικισμού … του δημοτικού διαμερίσματος … του δήμου …, μετά των εντός αυτού ερειπωμένων ασκεπών κτισμάτων, το οποίο, συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία κληρονόμων Δικαίου, ανατολικά και νοτιοανατολικά με δημοτική οδό, νότια με ιδιωτική οδό προς οικία πρώην Γ.
Σ., και ήδη εναγομένων, και δυτικά με ιδιοκτησία πρώην Α. Μ., πρώην Γ. Σ. και ήδη εναγομένων. Δυνάμει του υπ' αριθ. …/….-7-2006 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Πρασιών Γρηγορίας Κωνσταντάκου- Κυρίου, στους δύο πρώτους των εναγομένων και κατά ποσοστό 1/2 σε έκαστο αυτών και στον τρίτο των εναγομένων μεταβίβασε η προσθέτως παρεμβαίνουσα και ήδη τέταρτη εφεσίβλητη την επικαρπία και την ψιλή κυριότητα του ανωτέρω ακινήτου, ενώ περί τα μέσα Αυγούστου οι νέοι κύριοι εισήλθαν στο ακίνητο και κατεδάφισαν το ανατολικό τμήμα της ημιερειπωμένης πέτρινης οικίας, κατεδάφισαν τα τοιχία του πρώτου ορόφου, επικάλυψαν το υπόλοιπο τμήμα με πλάκα - μπετόν και δημιούργησαν διάβαση για αυτοκίνητο.
Κατόπιν της έκδοσης της 783/2013 μη οριστικής απόφασης αυτού του δικαστηρίου και σε ακολουθία των όσων στο διατακτικό αυτής διαλαμβάνεται, ο Π. Κ. ενεργήσας ως πληρεξούσιος των εναγόντων - εκκαλούντων υπέβαλε την υπ' αριθμ. πρωτ. …/…..8.2014 αίτηση προς τον Δήμο Νότιας Κυνουρίας, ώστε να συμπληρωθούν τα ως άνω αναφερόμενα κενά του αποδεικτικού υλικού.
Σε απάντηση αυτής της αίτησης εξεδόθησαν τα εξής έγγραφα: 1) το υπ' αριθ. πρωτ. …/….8.2014 έγγραφο του Γραφείου Διοικητικών Υπηρεσιών του δήμου Νότιας Κυνουρίας που φέρει την υπογραφή του δημάρχου, σύμφωνα με το οποίο, το αναφερόμενο φυλασσόμενο στο αρχείο του δήμου Νότιας Κυνουρίας σκαρίφημα μετά του προσαρτώμενου - επικολλημένου σε αυτό απογραφικού στοιχείου - πίνακας ιδιοκτητών - του έτους 1961, στο οποίο αποτυπώνεται ο τότε οικισμός …, ήδη Τ.Κ.
…, έχει καταρτισθεί από τον άλλοτε διατελέσαντα κατά τη χρονική περίοδο από το 1993 έως το 1965 γραμματέα της Κοινότητας … Λ. Κ. του Ι., κατά την περίοδο των ετών 1961-1967, 2) το υπ' αριθ. πρωτ. …/…-10-2017 έγγραφο του Ληξιαρχείου της δημοτικής ενότητας Λεωνιδίου, σύμφωνα με το οποίο τα ληξιαρχικά βιβλία της τέως Κοινότητας Π.
αρχίζουν από το έτος 1933, συνεπώς, δεν μπορεί να βεβαιωθεί η ακριβής ημερομηνία θανάτου του Κ. Δ. του Τ. και Μ. και 3) το υπ' αριθ. πρωτ. …/…-10-2017 έγγραφο του Ληξιαρχείου της δημοτικής ενότητας Λεωνιδίου, σύμφωνα με το οποίο τα ληξιαρχικά βιβλία της τέως Κοινότητας Π. αρχίζουν από το έτος 1933, συνεπώς, δεν μπορεί να βεβαιωθεί η ακριβής ημερομηνία θανάτου του Τ.
Δ. του Χ.. Από τα ανωτέρω έγγραφα προκύπτει ότι το με αριθμό 20 σχετικό σκαρίφημα, στο οποίο αποτυπώνονται οι ιδιοκτησίες της περιοχής …, μεταξύ των οποίων και η επίδικη, φέρει χρόνο σύνταξης και κατάρτισης όχι προγενέστερο του έτους 1961, από τον συντάξαντα αυτό αρμόδιο υπάλληλου του δήμου Νότιας Κυνουρίας, κατά το οποίο, όπως και οι διάδικοι σιωπηρά ομολογούν είχε ήδη αποβιώσει ο πατέρας των απώτερων εν γένει δικαιοπαρόχων των εναγόντων και της προσθέτως παρεμβαίνουσας - τέταρτης εφεσίβλητης, Τ.
Δ. του Χ., και Κ. Δ. του Τ., απώτερος δικαιοπάροχος των εναγόντων - εκκαλούντων, αμφότεροι δε προ του έτους 1933. Το συγκεκριμένο σκαρίφημα λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο κρινόμενο τούτο ως δικαστικό τεκμήριο. Σε τούτο δε το έγγραφο το επίδικο ακίνητο - ιδιοκτησία φέρει τον αριθμό 29, όπως τούτο επιβεβαίωσε ο μάρτυρας των εναγομένων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
Σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, σε συνδυασμό με το εξαγόμενο ερμηνευτικά συμπέρασμα από την επισκόπηση και ανάγνωση του σκαριφήματος σε έκαστο ακίνητο έχει εγγραφεί κατ' ακολουθία πρώτα το επώνυμο της οικογένειας, το δικαίωμα του δικαιούχου (κληρονόμος, συγκληρονόμος κλπ), το κύριο όνομα του δικαιούχου και το επώνυμο αυτού.
Αυτό επιρρωνύεται και δια ερμηνείας, λαμβανομένου υπόψη του ισχυρισμού του μάρτυρα των εναγομένων - εφεσιβλήτων, ο οποίος κατέθεσε ότι το υπ' αριθ. 50 ακίνητο στο ίδιο σκαρίφημα είναι κυριότητας το Μ. Δ.. Επομένως στην με αριθμό 29 ιδιοκτησία αποτυπώνεται το δικαίωμα κυριότητας του Κ. Δ. του Τ. . Επίσης, ο ίδιος μάρτυρας, ήτοι ο Δ.
Κ. του Κ., ο οποίος έζησε στο … από το 1943 έως το 1962, απαντά αυθορμήτως ότι " το 50 είναι το γνήσιο του Μ. Δ.", εννοώντας εξ αντιδιαστολής ότι το με αριθμό 29 δεν είναι του ιδίου". Ενδεικτικό αυτού είναι και ο ισχυρισμός του Β. Κ., τέως προέδρου της κοινότητας Π., ο οποίος γνωρίζοντας το ιδιοκτησιακό καθεστώς κατέθεσε ότι απευθύνθηκε στους ενάγοντες - εκκαλούντες προκειμένου να λάβει την άδειά τους για το κλάδεμα δέντρων υφιστάμενων εντός του επιδίκου ακινήτου.
Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε η ταυτοποίηση του επιδίκου με το συμβολαιογραφείο του Μ. Δ., ενώ είναι ενδεικτικό ότι ουδείς ήταν σε θέση να καταθέσει μετά βεβαιότητας ποιος ενέμετο το ακίνητο μετά το θάνατο αμφοτέρων των αδελφών. Επιπλέον, από τα υπ' αριθ. …./….7.2005 και …/….7.1995 συμβόλαια της συμβολαιογράφου Πρασσιών Γρηγορίας Κωνσταντάκου - Κυρίου, όπου γίνεται αναφορά στην "ιδιοκτησία Δ." δεν προκύπτει ότι πρόκειται για ιδιοκτησία Μ.
Δ. και όχι Κ. Δ.. Από δε το υπ' αριθ. …/…-9-1928 πωλητήριο συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου...προκύπτει ότι ο Γ. Μ. του Ι. δια της συζύγου του Π. αγόρασε από τον Κ. Ο. ένα χερσαίο και ακαλλιέργητο γήπεδο "συνορευόμενον προς ανατολάς με οικία Κ.Τ.Δ.", το οποίο ήδη ανήκει στους τρεις πρώτους εναγόμενους, γεγονός που οι ίδιοι δεν αμφισβητούν.
Επομένως, συνάγεται αφενός ότι το 1928 ήταν ήδη κυριότητας Κ. Δ. και αφετέρου το ανωτέρω σκαρίφημα είναι ακριβές, καθόσον αποτυπώνει την παρακείμενη στο επίδικο ιδιοκτησία με αριθμό 28 ως "Μ. Γ. Ι.". Γίνεται επίσης δεκτό ότι οι αδελφοί Μ. και Κ. Δ. είχαν ήδη διανείμει μεταξύ τους μεγάλο αριθμό ακινήτων που είχαν κληρονομήσει από τον πατέρα τους Τ.
και το ότι ο Μ. Δ.ς είχε στην κυριότητά του πολλά ακίνητα δεν συνεπάγεται αφενός ότι μόνο αυτός εκ των αδερφών είχε στην κυριότητά του ακίνητα ή αφετέρου ότι είχε στην κυριότητά του και άνευ ετέρου το επίδικο. Σε αντίθετη περίπτωση δεν θα χαρακτηριζόταν το υπ' αριθμ. 50 ακίνητο του σκαριφήματος ως γνήσιο του Μ. .
Στο επίδικο ασκούσε νομή η θυγατέρα του Κ. Δ., Μ. Μ. Κ., ήδη από το θάνατο των γονέων της που έλαβαν χώρα πριν από το 1933 για τον πατέρα και το 1938 για την μητέρα της, Ο. το γένος Π. Σ.. Τον Αύγουστο του 1958 η Μ. Κ., η οποία ασκούσε ανενόχλητη νομή επί του ακινήτου για χρόνο μεγαλύτερο της εικοσαετίας ως επί το πλείστον με βοηθό νομής τον αδελφό του συζύγου της Ε.
Κ. του Χ., ο οποίος κατοικούσε μόνιμα στο …, ενώ η ίδια αποδήμησε στις Η.Π.Α., μεταβίβασε ατύπως λόγω δωρεάς το ακίνητο στη Μ. συζ. Η. Μ., το γένος Ε. Κ., η οποία έκτοτε ασκούσε ανενόχλητα νομή σε αυτό μέσω του βοηθού νομής Δ. Μ., κουνιάδου της. Τις επισκευές δε στο ακίνητο είχε ήδη αναλάβει και περαιώσει πριν από την άτυπη δωρεά ο Ε.
Κ., ...Γίνεται δεκτό ότι η άσκηση της νομής δεν ήταν τακτική ούτε συστηματική, καθόσον η εκάστοτε κυρία του επίδικου ακινήτου είχε παύσει να είναι μόνιμη κάτοικος … είτε Ελλάδας, αλλά συγχρόνως δεν προέκυψε η οποιαδήποτε παρέμβαση τρίτου προσώπου στο ακίνητο με εξωτερίκευση διανοίας κυρίου. Τέλος, ερωτηθείς ο Π.
Κ. ουσιαστικά για το εάν κάποιος τρίτος θα μπορούσε να αντιληφθεί την ενεργό παρουσία κάποιου στο επίδικο ακίνητο από το 1958 και εντεύθεν , αυτός απάντησε εξ αυθορμήτου "Μόνο το Β. Γ. να παίρνει τα φύλλα από τις μουριές..." και αυτό επί ένα μήνα τα καλοκαίρια από το 1985 έως το 1990 που πέθανε ο Δ. Μ.", όπερ και σημαίνει ότι πράγματι ο Η Μ.
και Μ. Μ., γονείς των εναγόντων, είχαν αναθέσει στον τότε αγροφύλακα Β. Γ. του Π. να περιποιείται με τον προσήκοντα τρόπο το επίδικο ακίνητο. Το επίδικο δε ακίνητο περιήλθε στους ενάγοντες - εκκαλούντες κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο αυτών από κληρονομία της μητέρας τους Μ. , η οποία απεβίωσε στην Αθήνα στις 3-3-1976 χωρίς να αφήσει διαθήκη , κατά το υπόλοιπο ποσοστό του 1/12 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο αυτών εκ κληρονομίας του πατέρα τους Η. , που αποβίωσε στις 16-10-1990 χωρίς να αφήσει διαθήκη και στον οποίο είχε καταλειφθεί το 1/4 εξ αδιαιρέτου ως εξ αδιαθέτου κληρονομήσας τη σύζυγό του.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω οι ενάγοντες απέδειξαν ότι έχουν καταστεί κύριοι του επίδικου ακινήτου, ενώ η πρώτη, δεύτερος και τρίτος δεν απέδειξαν ότι απέκτησαν επικαρπία και ψιλή κυριότητα, καθόσον η τέταρτη των εφεσιβλήτων δεν απέδειξε ότι ήταν κυρία κατά το χρόνο της πώλησης. Ουδόλως αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε στον Μ.
Δ. ούτε ότι ο Π. Δ. νεμόταν το ακίνητο ούτε ότι μεταβίβασε με άτυπη δωρεά, μεταξύ της υπόλοιπης ακίνητης περιουσίας του, και το επίδικο στον αδερφό του και πατέρα της Χ. Δ., Γ. Δ., ούτε ότι ο τελευταίος νεμόμενος τούτο το μεταβίβασε λόγω δωρεάς ατύπως στη θυγατέρα του....". Στη συνέχεια δε των παραδοχών του αυτών το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων εξαφάνισε την εκκληθείσα 4/2012 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και δέχθηκε ως κατ' ουσία βάσιμη την ένδικη διεκδικητική αγωγή, αναγνωρίζοντας τους ενάγοντες ως συγκυρίους του ως άνω ακινήτου και διατάσσοντας την απόδοσή του σ' αυτούς από τους εναγομένους.
Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως και με την επίκληση των προαναφερόμενων διατάξεων των αριθμών 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔικ., αποδίδονται στην προσβαλλόμενη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου (καθώς και στην 783/2013 μη οριστική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου) που δίκασε ως Εφετείο, οι πλημμέλειες της παραβίασης κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ως προς την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 1094 ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 974, 1033, 1041, 1045, 1051 ΑΚ και τη μη εφαρμογή των διατάξεων του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου των ν. 8 παρ. 1 Κωδ(7.39), 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4.), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.
Ι Πανδ (18.1), 7 παρ. 3Πανδ. (23.3), 12 Πανδ. (28.7), 14 παρ. 8 Πανδ. (11.7), 69 Παν.(29.2), 27 Πανδ. (18.1), 15 παρ. 3, 48 Πανδ. (41.3), 11 Πανδ.(51.4), 5 παρ. 5, 1 (41.10) και 109 Πανδ. (50.16), οι οποίες σύμφωνα με τα άρθρα 18 εδ. 2, 51,64-65 και 92 του ΕισΝΑΚ, είναι εφαρμοστέες στην προκειμένη υπόθεση, και ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την εσφαλμένη εφαρμογή των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, αλλά και με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της κτήσης κυριότητας του επίδικου ακινήτου, καθώς δέχθηκε ότι συνέτρεχαν στο πρόσωπο των αναιρεσιβλήτων και της άμεσης δικαιοπαρόχου τους, αλλά και των απώτατων δικαιοπαρόχων τους οι προϋποθέσεις για τη κτήση κυριότητας του επίδικου ακινήτου.
Ειδικότερα, αναφέρεται, σχετικά με τις αποδιδόμενες στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ότι "η αναιρεσιβαλλόμενη δέχθηκε σαφώς ότι οι ενάγοντες και ο πατέρας τους απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου με παράγωγο τρόπο, δίχως να συντρέχουν οι προϋποθέσεις κτήσης στο πρόσωπό τους..." δεδομένου ότι για "να θεμελιωθεί νόμιμα το δικαίωμά τους αυτό, θα έπρεπε η κατά την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δικαιοπάροχός τους Μ.
συζ. Η. Μ. να έχει αποκτήσει κυριότητα στο επίδικο ακίνητο, αφού η άτυπη δωρεά με την οποία δήθεν απέκτησε τη νομή τον Αύγουστο του 1958 από τη Μ. Μ. Κ. δεν μπορούσε να αποτελέσει νόμιμο τίτλο παράγωγη κτήσης της κυριότητας, λόγω ακυρότητάς της, κατ' άρθρο 1033 ΑΚ, αφού δεν συνετελέσθη δια συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφής..." και ότι από τον Αύγουστο του έτους 1958 που δέχθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι η απώτατη δικαιοπάροχος των εναγόντων Μ.
Μ. Κ., μεταβίβασε με άτυπη δωρεά στην μητέρα των εναγόντων Μ. συζ. Η. Κ., το επίδικο ακίνητο μέχρι τον επισυμβάντα θάνατο αυτής στις 3.3.1976, μεσολάβησαν 18,5 έτη και "συνεπώς δεν συνέτρεξαν στο πρόσωπο της Μ. Μ. οι προϋποθέσεις του άρθρου 1045 ΑΚ που απαιτεί 20ετία νομής για να αποκτήσει κανείς κυριότητα σε ακίνητο με χρησικτησία.
Ούτε όμως, και το χρόνο χρησικτησίας της δικαιοπαρόχου της μπορούσε να προσμετρήσει στο δικό της χρόνο κατ' άρθρο 1051 ΑΚ η Μ. Μ. για να συμπληρώσει εικοσαετία και συνεπώς να αποκτήσει πρωτότυπα την κυριότητα στο επίδικο με χρησικτησία, αφού, σύμφωνα με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Μ. Μ. Κ. είχε ήδη από τα έτη 1933 και 1938 ή "μεταγενεστέρως και πάντως προ της μεταβιβάσεως της νομής καταστεί κυρία του επιδίκου ακινήτου και συνεπώς δεν χρησιδέσποζε επί του ακινήτου (για να προσμετρηθεί από την Μ.
Μ.)..." Ο λόγος αυτός αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ κατά το πρώτο σκέλος του περί εσφαλμένης εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 1033 ΑΚ με την επίκληση ότι η άτυπη δωρεά, με την οποία φέρεται ότι η μητέρα και δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων απέκτησε τη νομή του επιδίκου ακινήτου τον Αύγουστο του 1958 από την Μ.
Μ. Κ., δεν μπορούσε να αποτελέσει νόμιμο τίτλο παραγωγής κτήσης της κυριότητας, λόγω ακυρότητάς της, διότι δεν συντελέσθηκε δια συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφής, είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθώς με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν έγινε δεκτό, ότι η δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων είχε αποκτήσει κυριότητα επί του επιδίκου ακινήτου με παράγωγο τρόπο, ώστε να απαιτείται συμβολαιογραφική πράξη και μεταγραφή της δωρεάς, αλλά με πρωτότυπο τρόπο, με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν ειδικής διαδοχής (άτυπης δωρεάς ) με σύμβαση μεταβίβασης της νομής του επιδίκου από την προηγούμενη νομέα τούτου, η οποία είναι άτυπη, ακόμη κι αν αφορά ακίνητο, μη υποκείμενη στον τύπο συμβολαιογραφικού εγγράφου, ούτε σε μεταγραφή.
Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο γίνεται επίκληση ότι η πληττόμενη απόφαση κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 974, 1041, 1045 και 1051 του ΑΚ, δέχθηκε ότι η δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων, είχε αποκτήσει κυριότητα επί του επιδίκου ακινήτου με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ενώ αυτή δεν είχε συμπληρώσει κατά το χρόνο του θανάτου της εικοσαετή νομή επί τούτου, δεδομένου ότι χρησιδέσποζε επ'αυτού για χρονικό διάστημα 18,5 ετών, και δεν μπορούσε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής της νομής το χρόνο της δικαιοπαρόχου της Μ.
Μ. Κ., η οποία, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ασκώντας τη νομή του επιδίκου ακινήτου από κοινού με την μητέρα της Ο. Δ. , από το έτος 1933, που αποβίωσε ο πατέρας της, Κ. Δ., και μόνη της από τον θάνατο της μητέρας της το έτος 1938, μέχρι το έτος 1958, οπότε το μεταβίβασε ατύπως στην δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων, είχε ήδη καταστεί κυρία τούτου και, συνεπώς, δεν χρησιδέσποζε επ' αυτού κατ' άρθρο 1051 ΑΚ, ώστε να μην υπάρχει δικός της χρόνος χρησικτησίας επί του επιδίκου ακινήτου για να προσμετρηθεί από την δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Τούτο δε, διότι, το Εφετείο, κρίνοντας με την προσβαλλόμενη οριστική απόφασή του ότι η δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων, της οποίας αυτοί είναι καθολικοί διάδοχοι, κατά το χρόνο του θανάτου της το έτος 1976, είχε αποκτήσει την κυριότητα του επίδικου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ασκώντας τη νομή τούτου με διάνοια κυρίου από το έτος 1958, οπότε της μεταβιβάσθηκε ατύπως η νομή του με ειδική διαδοχή και προσμετρώντας στη δική της νομή τη νομή της δικαιοπαρόχου της, η οποία επίσης είχε αποκτήσει την κυριότητά του με πρωτότυπο τρόπο, ασκώντας τη νομή του με διάνοια κυρίου επί εικοσαετία, δεν παραβίασε τις διατάξεις των αναφερομένων στη μείζονα σκέψη διατάξεων των άρθρων 974, 1041, 1045, 1051 ΑΚ, από τις οποίες προκύπτει, ότι για τη κτήση κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του ακινήτου με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, ανεξαρτήτως του εάν ο τελευταίος είχε καταστεί κύριος του ακινήτου, λόγω συμπλήρωσης στο πρόσωπό του απαιτούμενου χρόνου χρησικτησίας.
Εξάλλου το δικαστήριο δεν παραβίασε ευθέως με τη μη εφαρμογή τους τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου των ν. 8 παρ. 1 Κωδ(7.39) , 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4.), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. Ι Πανδ (18.1), 7 παρ. 3Πανδ. (23.3), 12 Πανδ. (28.7), 14 παρ. 8 Πανδ. (11.7), 69 Παν.(29.2), 27 Πανδ. (18.1), 15 παρ. 3, 48 Πανδ. (41.3), 11 Πανδ.(51.4), 5 παρ. 5, 1 (41.10) και 109 Πανδ. (50.16), διότι δεν υπήρχε έδαφος εφαρμογής τους, αφού το Δικαστήριο δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή) από την αληθή κυρία τούτου, μητέρα τους, η οποία κατά το χρόνο του θανάτου της είχε αποκτήσει την κυριότητα τούτου με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, σύμφωνα με τις ισχύουσες κατά τους επίδικους χρόνους ως άνω διατάξεις του Αστικού Κώδικα.
Επίσης, ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά τις υπόλοιπες αιτιάσεις του με τις οποίες αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος πρωτίστως ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται σε τι συνίστανται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών και η αντίφαση τούτων που οδήγησαν σε εσφαλμένο, κατά την αναιρεσείουσα, διατακτικό, ούτε το σφάλμα του δικαστηρίου.
Ειδικότερα, δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ως προς τις ανεπαρκείς αιτιολογίες, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στις ουσιαστικές παραδοχές της πληττόμενης απόφασης και ως προς τις αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες ακριβώς είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει, αλλά αντίθετα επαναλαμβάνονται οι ίδιες ως άνω αιτιάσεις, με τις οποίες πλήττεται η απόφαση για παραβίαση του αριθμού 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, δηλαδή, για την παραβίαση των ως άνω διατάξεων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, που οδήγησαν στην κρίση της αναγνώρισης των αναιρεσιβλήτων και των δικαιοπαρόχων τους ως κυρίων του επίδικου ακινήτου.
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης και με την επίκληση των διατάξεων των αριθμών 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔικ., αποδίδονται στην προσβαλλόμενη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου που δίκασε ως Εφετείο, οι πλημμέλειες της παραβίασης κανόνων ουσιαστικού δικαίου με την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 974 και 1045 ΑΚ, καθώς τούτο ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας εσφαλμένα τις διατάξεις αυτές δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι και οι δικαιοπάροχοί τους ασκούσαν πράξεις νομής επί του επιδίκου ακινήτου, ενώ αν τις ερμήνευε και τις εφάρμοζε σωστά θα δεχόταν ότι δεν στοιχειοθετούνταν η συγκεκριμένη αναγκαία προϋπόθεση των ως άνω διατάξεων για τη κτήση κυριότητας του επίδικου ακινήτου με έκτακτη (αλλά και με τακτική) χρησικτησία, δηλαδή, εκείνη της ενέργειας εμφανών υλικών πράξεων επί αυτού, οι οποίες προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του.
Επίσης, αναφέρονται στον ως άνω λόγο οι αιτιάσεις ότι το Δικαστήριο διέλαβε στο σκεπτικό του ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες επί του ουσιώδους ζητήματος της επί εικοσαετία διενέργειας εμφανών υλικών πράξεων νομής επί του επιδίκου ακινήτου από τους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων και της εντεύθεν κτήσης κυριότητάς τους επ' αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.
Ειδικότερα, αιτιάται η αναιρεσείουσα ότι για την περίοδο άσκησης νομής της δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, Μ. Μ. από τον Αύγουστο 1958 μέχρι 3.3.1976, οπότε αποβίωσε και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από αυτούς και το σύζυγό της, δηλαδή επί 18,5 έτη "δεν προκύπτει ούτε μία (!) εμφανής υλική ενέργεια νομής αυτής επί του ακινήτου..." καθώς με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι "η άσκηση νομής δεν ήταν τακτική ούτε συστηματική, καθόσον η εκάστοτε κυρία του επιδίκου ακινήτου είχε παύσει να είναι μόνιμη κάτοικος είτε Π.
είτε Ελλάδας..." η παραδοχή δε της προσβαλλόμενης απόφασης ότι οι γονείς των αναιρεσιβλήτων Μ. Μ. και Η. Μ., ο οποίος επίσης αποβίωσε αδιάθετος και κληρονομήθηκε από αυτούς, είχαν αναθέσει στον τότε αγροφύλακα Β. Γ. να περιποιείται με τον προσήκοντα τρόπο το επίδικο ακίνητο, με μόνη εμφανή υλική ενέργεια επ' αυτού, τη συλλογή φύλλων από τα μωρεόδενδρα του επιδίκου κατά τους θερινούς μήνες κατά τα έτη 1985 μέχρι 1990 εκ μέρους του ως άνω αγροφύλακα, "...δεν μπορεί ...να συνιστά τεκμήριο για το ότι η Μ.
Μ. ενέμετο το ακίνητο από τον Αύγουστο του 1958 έως την 3.3.1976. Σύμφωνα όμως με τις αναλυτικά εκτιθέμενες ως άνω παραδοχές της πληττόμενης απόφασης το Εφετείο που την εξέδωσε, αναφέρθηκε σε πράξεις νομής των δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων δια των βοηθών νομής τους και στο ότι η άσκηση της νομής δεν ήταν τακτική ούτε συστηματική, καθόσον η εκάστοτε κυρία του επίδικου ακινήτου είχε παύσει να είναι μόνιμη κάτοικος … είτε Ελλάδας, αλλά και ότι "...συγχρόνως δεν προέκυψε η οποιαδήποτε παρέμβαση τρίτου προσώπου στο ακίνητο με εξωτερίκευση διανοίας κυρίου.
Επίσης δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι ουδόλως αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε στους δικαιοπαρόχους της προσθέτως παρεμβαίνουσας Χ. Δ., της οποίας η δεύτερη αναιρεσείουσα είναι καθολική διάδοχος, και ότι αυτοί, δηλαδή οι απώτατοι δικαιοπάροχοι αυτής (προσθέτως παρεμβαίνουσας) Μ. Δ.ς και Π.
Δ. ουδέποτε νεμήθηκαν τούτο και ότι ο τελευταίος δεν το μεταβίβασε με άτυπη δωρεά μαζί με όλη την υπόλοιπη περιουσία του στον πατέρα της δικαιοπαρόχου της δεύτερης αναιρεσείουσας Γ. Δ., ο οποίος ουδέποτε το νεμήθηκε και εντεύθεν ουδέποτε το μεταβίβασε με άτυπη δωρεά στην θυγατέρα του. Με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπέπεσε τις αποδιδόμενες σε αυτήν πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ και ο σχετικός δεύτερος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί: 1) αναφορικά με την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 ως αβάσιμος, διότι το Δικαστήριο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 974 και 1045, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε, ενόψει του ότι υφίσταται νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων, που έγιναν δεκτά από την προσβαλλόμενη απόφαση και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού με τις σαφείς παραδοχές της, ότι τόσο οι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων, όσο και οι ίδιοι ουδέποτε απώλεσαν τη νομή του επίδικου ακινήτου, αφού δεν έπαυσε η φυσική εξουσία τους επί αυτού με την άσκηση, έστω και μη συνεχώς και αδιαλείπτως, εμφανών διακατοχικών πράξεων δηλωτικών της βούλησής τους να το εξουσιάζουν ως κύριοι ούτε εκδηλώθηκε αντίθετη διάνοιά τους καθόλο το χρονικό διάστημα της άσκησης της νομής τους, όταν δε, πληροφορήθηκαν την εν αγνοία τους κατάληψή του από την δικαιοπάροχο της αναιρεσείουσας, δεν εφησύχασαν και το διεκδίκησαν δικαστικώς. 2) αναφορικά με την πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ., ως απαράδεκτος, επειδή, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στην παραπάνω διάταξη πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το Εφετείο των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), αφού με το λόγο αυτό αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι αυτή δεν έλαβε υπόψη της τα όσα ανέφερε η δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας στις προτάσεις της ενώπιον των πρωτοβαθμίου και δευτεροβαθμίου δικαστηρίων, τα επιχειρήματά της, τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν μετ' επικλήσεως εκ μέρους της (ένορκη βεβαίωση της μάρτυρα Μ.
Κ., επιστολές του φερομένου ως απώτατου δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων Κ. Δ. προς τον παππού της Μ. Δ.) από τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς της, αποδεικνύονταν η αναλήθεια των ισχυρισμών των αναιρεσιβλήτων περί του ότι οι δικαιοπάροχοί τους είχαν αποκτήσει την κυριότητα τούτου με έκτακτη χρησικτησία.
Κατά το άρθρο 560 αριθ. 5 ΚΠολΔικ. που είναι ταυτόσημο με τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ίδιου κώδικα αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 560 αριθ. 5) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη, λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βάσιμων των θεμελιωτικών της αγωγής ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων.
Εξάλλου, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (Ολ.
ΑΠ 3/1997). Επίσης, δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός. Στην προκείμενη περίπτωση με τους τρίτο και τέταρτο (επικουρικά προβαλλόμενο) λόγους αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔικ., επειδή δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας, ότι αυτή είχε αποκτήσει την κυριότητα του επίδικου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, όπως οι ισχυρισμοί αυτοί αναφέρονταν στις προτάσεις της ενώπιόν του και "σιγή" απέρριψε την ένστασή της ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως σαφώς προκύπτει από τις προεκτιθέμενες παραδοχές της πληττόμενης απόφασης, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο έλαβε υπόψη του τους ως άνω ισχυρισμούς και τους απέρριψε κατ' ουσία. Ο τέταρτος (επικουρικός) λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη την "ένσταση" της δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας, σχετικά με το ζήτημα της μη κτήσεως κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία από την απώτατη δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων Μ.
Μ. Κ., σε ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου ακινήτου, όταν το κατέλαβε μετά το θάνατο του πατέρα της, επειδή, οι γονείς της είχαν και άλλο τέκνο, τη Β. και ότι, επομένως, τα όσα υποστήριξαν οι αναιρεσίβλητοι "στερούνται εξαρχής πάσης βάσεως και είναι ανυπόστατα" είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο φερόμενος ως μη ληφθείς υπόψη ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αλλά άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής, ως προς τον τρόπο κτήσης κυριότητας της πιο πάνω δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων.
Συνακόλουθα με τα παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση για αναίρεση της 579/2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, (καθώς και της 783/2013 μη οριστικής απόφασης του ίδιου δικαστηρίου) που δίκασε ως Εφετείο και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες ως ηττηθέντες διάδικοι στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων κατά το σχετικό αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες στο δημόσιο ταμείο σε (άρθρο 495 παρ. 4 εδάφ. ε' ΚΠολΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6.11.2018 αίτηση για αναίρεση της 579/2018 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου (και της 783/2013 μη οριστικής αποφάσεως του ίδιου δικαστηρίου) που δίκασε ως Εφετείο.
Διατάσσει να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 17 Ιουνίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης καθώς και των αρχαιοτέρων Αρεοπαγιτών αποχωρησάντων από την Υπηρεσία, η αμέσως αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης Μαρουλιώ Δαβίου - Απέργη