Supreme Court dismisses appeal by appellants who lacked legal interest regarding rejected property claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Third Instance Court's decision on property ownership. The appellants argued the lower court erred in accepting the respondent's claim to title without proper registration or by accepting unsubstantiated historical sales. The court ruled that the appeal was inadmissible because the appellants failed to demonstrate a specific legal interest in the outcome of the contested property matters.
Legislator headnote
AI generatedArt. 556 para. 2, Art. 68, Art. 73 of the Code of Civil Procedure; An appeal by a winning party requires a specific legal interest, which must be personal, direct, and proven by the contested judgment to be admissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 774 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 774/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή-Εισηγήτρια, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη, Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 19η Φεβρουαρίου 2020 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ. Π. του Α., 2. Μ. συζ. Χ. Π., το γένος Μ. Π., κατοίκων ... που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Μαρία Παπαβασιλείου.
Της αναιρεσίβλητης: Κ. Π. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ανδρέα Παπουτσάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-12-2008 αγωγή της αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λασιθίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 175/2012 οριστική ίδιου Δικαστηρίου, 200/2017 του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3-4-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης να απορριφθεί καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη .
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 556 παρ.2 ΚΠολΔ, δικαίωμα αναίρεσης έχει ο διάδικος που ηττήθηκε ολικά ή εν μέρει κατά τη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Ο νικήσας διάδικος, που ως τέτοιος θεωρείται και ο εναγόμενος, όταν, για οποιοδήποτε λόγο απορρίφθηκε η αγωγή, έχει δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση εφόσον έχει προς τούτο έννομο συμφέρον, τη συνδρομή του οποίου πρέπει ρητά να επικαλείται στο αναιρετήριο.
Η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ και η έλλειψή του, που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, κατ' άρθρο 73 ΚΠολΔ, συνεπάγεται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης, ως απαράδεκτης. Η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, το οποίο πρέπει να υφίσταται τόσο κατά το χρόνο άσκησης όσο και κατά το χρόνο συζήτησης της αναίρεσης, απαιτείται όχι μόνο γενικώς για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, αλλά και ειδικώς για κάθε λόγο αναίρεσης, πρέπει δε ο αναιρεσείων να επικαλείται αυτό για τη νομιμοποίηση του στην αίτηση αναίρεσης.
Το έννομο συμφέρον πρέπει να προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και να είναι ατομικό και άμεσο του διαδίκου ο οποίος υφίσταται βλάβη, αν δε την αναίρεση ασκεί ο νικήσας διάδικος η βλάβη του εξαρτάται από το αν η απόφαση αναπτύσσει δυσμενείς γι' αυτόν συνέπειες, όπως συμβαίνει και όταν αυτός βλάπτεται από την αιτιολογία της απόφασης και ειδικότερα αν από αυτή δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος του σε άλλη δίκη, αν δηλαδή η αιτιολογία της αποφάσεως αποτελεί στοιχείο του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη και φέρει ως εκ τούτου προσόντα διατακτικού.
Προσέτι η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ, αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 14 ή 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
Σε κάθε όμως περίπτωση η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναιρέσεως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη.
Ο ισχυρισμός για αοριστία της αγωγής προτεινόμενος ή επαναφερόμενος ενώπιον του Εφετείου δεν αρκεί να αναφέρει ότι η αγωγή είναι αόριστη, αλλά πρέπει να αναφέρει τις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά, που είναι απαραίτητα για τη στήριξη του αγωγικού δικαιώματος, εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί, για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προβλήθηκε παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε στο δευτεροβάθμιο ο περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμός.
ΙΙ. Ο από τον αρ. 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας, ή την άρνηση της.
Στην περίπτωση που, το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή αντιστρόφως, κατά τα άνω εκτιθέμενα και καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Περαιτέρω, κατά τον αρ. 8α του πιο πάνω άρθρου, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν , ενώ κατά τον αρ. 8β του ίδιου άρθρου, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια αυτή είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (επομένως στηρίζουν το αίτημα), αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντέστασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Δεν έχει σημασία αν οι ισχυρισμοί αυτοί περιέχονται στο εισαγωγικό της δίκης έγγραφο ή στις προτάσεις των διαδίκων αρκεί το ότι προβλήθηκαν εγκαίρως, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος και είναι ορισμένοι από νομική και ουσιαστική πλευρά. Εξάλλου, πρέπει να έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή, αν αποδειχθούν αληθινοί, να έχουν ως συνέπεια, την παραδοχή ή απόρριψη άλλου αυτοτελούς πραγματικού ισχυρισμού ή (της) αίτησης (κύριας ή παρεμπίπτουσας) για παροχή έννομης προστασίας ή αναφερόμενης στην πορεία της διαδικασίας, το παραδεκτό άσκησης ένδικου μέσου κ.ο.κ.
Έτι περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει, ότι η αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει, ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά, χωρίς να απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα.
Επίσης, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 11 β ΚΠολΔ, στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν, για να είναι ορισμένος, θα πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) ποιες είναι οι αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν και τις οποίες έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας, β) ο ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ) η επίδραση που είχε αυτός στο διατακτικό της απόφασης.
Τέλος, σύμφωνα με τον αρ. 14 του άνω άρθρου (559) ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε απαράδεκτο, ακυρότητα ή έκπτωση από δικαίωμα. Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις οι παραβάσεις αφορούν κανόνες του δικονομικού δικαίου, κατ' αντίθεση προς την ακυρότητα και την ακυρωσία του ουσιαστικού δικαίου, την απόσβεση ή αποδυνάμωση κάποιου ουσιαστικού δικαιώματος και το λεγόμενο ουσιαστικό απαράδεκτο.
ΙΙΙ. Η προσβαλλόμενη 200/2017, απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, επιτρεπτώς επισκοπούμενη, έχει ως εξής: "Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη με την από 22-1-2009 και με αριθμό κατ. 22/1957 αγωγή της, η ισχυρίσθηκε ότι δυνάμει του υπ' αριθμό .../1959 δωρητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ιεράπετρας Ε. Κ., νομίμως μεταγραφέντος, απέκτησε από του γονείς της την κυριότητα ενός αγροτικού ακινήτου εμβαδού δύο στρεμμάτων και κατά νεότερη καταμέτρηση 4.914,65 τ.μ που βρίσκεται στη θέση "...
της κτηματικής περιφέρειας ... και ενός ελαιοφύτου ενός στρέμματος κατά νεότερη καταμέτρηση 1500 τ.μ., στη θέση "..." στο ..., ότι δυνάμει του υπ' αριθμό .../1986 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Ιεράπετρας Μ. Β., νομίμως μετεγγραμμένου, απέκτησε το 50% σε αγροτικό ακίνητο στη θέση "..." και ότι ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του πατέρα της απέκτησε ποσοστό συγκυριότητας 10% επί του ιδίου ακινήτου δυνάμει της υπ' αριθμ. ...2002 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Ιεράπετρας Κ.
Ξ.. Ότι ο εναγόμενος με το με αριθμό .../7-8-2010 συμβόλαιο δωρεάς της συμβολαιογράφου Μ. Χ. μεταβίβασε στην δεύτερη εναγομένη ; σύζυγό του την κυριότητα των δύο πρώτων ακινήτων και το 50% εξ αδιαιρέτου του τρίτου κληρονομιαίου ακινήτου που ανήκε σε όλα τα αδέλφια συγκληρονόμους εκ των οποίων το 10% εξ αδιαιρέτου ανήκε σ' αυτή, αμφισβητώντας με τον τρόπο αυτό την κυριότητά της στα παραπάνω ακίνητα.
Ζήτησε δε να αναγνωριστεί η κυριότητά της επί των δύο πρώτων ακινήτων και το δικαίωμα συγκυριότητας σε ποσοστό 60% επί του τρίτου ακινήτου, και ότι ο εναγόμενος δεν ήταν κύριος των παραπάνω ακινήτων και συνακόλουθα η δεύτερη εναγομένη δεν κατέστη κυρία αυτών και να αναγνωρισθεί η ακυρότητα του συμβολαίου δωρεάς".
"Στην προκειμένη περίπτωση όπως το περιεχόμενο της αγωγής εκτέθηκε παραπάνω, και όσον αφορά στο δικαίωμα της ενάγουσας στο 50% εξ αδιαιρέτου επί του ακινήτου στη θέση "...", το οποίο απέκτησε αυτή ότι δυνάμει του υπ' αριθμό .../1986 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Ιεράπετρας Μ. Β., δεν αναφέρονται περιστατικά προσβολής η αμφισβήτησης από τους εναγόμενους του δικαιώματος της συγκυριότητας της επί του ως άνω ακινήτου, και ως εκ τούτου δεν εκτίθεται η ύπαρξη έννομου συμφέροντος για την αναγνώριση αυτής κυρίας έναντι των συγκεκριμένων εναγομένων.
Συνεπώς η αγωγή ως προς το αίτημα αυτό ήταν μη νόμιμη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, εφόσον, με την εκκαλούμενη απόφασή του, έκρινε νόμιμη την αγωγή και ως προς το ανωτέρω αίτημά της (και στη συνέχεια δέχτηκε εν μέρει, ως ουσιαστικά βάσιμο, το αίτημα αυτό), έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου. Πρέπει, συνεπώς, κατά τα αναφερόμενα στην προηγούμενη οικεία νομική σκέψη, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, ως προς τη διάταξή της με την οποία κρίθηκε νόμιμο και εν μέρει βάσιμο το εν λόγω αίτημα της αγωγής, και χωρίς ειδικό παράπονο από τον εκκαλούντες εναγόμενους, Στη συνέχεια, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση, να δικασθεί η ως άνω αγωγή, ως προς το αίτημά της αυτό, από το παρόν Δικαστήριο και να απορριφθεί, κατόπιν αυτεπάγγελτης έρευνας, το εν λόγω αίτημα ως μη νόμιμο".
Μετά ταύτα το Εφετείο δέχθηκε, την έφεση των αναιρεσειόντων, εξαφάνισε την 175/2012 οριστική απόφαση του Πολ/λούς Πρωτοδικείου Λασιθίου και δέχθηκε την αναγνωριστική κυριότητας των δύο επιδίκων ακινήτων της αναιρεσίβλητης στην περιοχή της Ιεράπετρας Κρήτης.
IV. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, α' μέρος αυτού, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο, ότι με την προσβαλλομένη υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού (κατ' εκτίμηση) 14 του άνω άρθρου. Ειδικότερα, αιτιώνται, ότι, αν και είχε προταθεί με τις ενώπιόν του προτάσεις τους, κράτησε και δίκασε την αγωγή της αναιρεσίβλητης και εσφαλμένα δεν ήλεγξε αυτεπάγγελτα, την απαράδεκτη, συμπλήρωση αυτής, στην οποία προέβη η αναιρεσίβλητη δια της προσθήκης - Αντίκρουσης (των προτάσεών) της.
Ακόμη, με τον ίδιο λόγο και κατά το ίδιο μέρος αυτού, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν ότι διά της άνω Προσθήκης Αντίκρουσης η αναιρεσίβλητη προέβη απαραδέκτως "σε εν μέρει παραίτηση τύποις του δικογράφου", όσον αφορά στο ποσοστό 10% εξ αδιαιρέτου στο τρίτο επίδικο ακίνητο στη θέση ... που αφορά στο κληρονομικό της μερίδιο η διεκδίκηση του οποίου έχει περιληφθεί στην 99/2009 αναγνωριστική αγωγή που έχει ασκήσει με τον αδελφό της και εκκρεμεί στο Εφετείο" και ότι κρίθηκε μάλιστα εσφαλμένα τη ένσταση εκκρεμοδικίας (που πρόβαλαν οι αναιρεσείοντες με τις πρωτόδικες προτάσεις τους και επανέφεραν με τον πρώτο λόγο της έφεσής τους), ως ένσταση δεδικασμένου.
Ωσαύτως, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν, ότι η αναιρεσίβλητη ούτε στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση, ούτε διά των προτάσεών της προέβη παραδεκτά σε συμπλήρωση του δικογράφου της αγωγής της, το οποίο έπασχε αοριστία, η οποία ελέγχεται αυτεπάγγελτως και την οποία προσπάθησε με την άνω προσθήκη - αντίκρουση, απαραδέκτως να συμπληρώσει αναφέροντας "συμπληρώνει την αγωγή της στην 3η σελίδα της μετά την πρώτη παράγραφο όσον αφορά το τρίτο ακίνητο στην θέση ..., κατά τον τίτλο κτήσεως της παρακρατήθηκε από τον Δωρητή Επικαρπία εφ όρου ζωής και ότι συμπληρώθηκε στο πρόσωπό της με την ψιλή κυριότητα στον θάνατο του πατέρα της που έλαβε χώρα στις 7.5.1988".
Υπό το πιο πάνω περιεχόμενο, κατά το μέρος αυτό, ο λόγος είναι απαράδεκτος, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, για έλλειψη εννόμου συμφέροντος των αναιρεσειόντων, αφού το Εφετείο, (καθόσον αφορά στο πιο πάνω τρίτο ακίνητο, στη θέση ...), απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη (ως προς το δικαίωμα 50% εξ αδιαιρέτου, για το οποίο γίνεται επίκληση από την αναιρεσίβλητη ότι περιήλθε σε αυτήν με συμβόλαιο γονικής παροχής) και ως απαράδεκτη (λόγω δεδικασμένου) ως, προς το δικαίωμα 10% στο 50% εξ αδιαιρέτου (επί του ιδίου ακινήτου) για το εξ αδιαθέτου κληρονομικό δικαίωμα της αναιρεσίβλητης ως κληρονόμου των γονέων της.
Με τον ίδιο λόγο, β' μέρος οι αναιρεσείοντες ψέγουν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι δεν έλαβε υπόψη αυτεπάγγελτα την αοριστία της αγωγής ως προς τον τίτλο κτήσης κυριότητας επί του τρίτου ακινήτου (στη θέση ...). Ο λόγος, (με τον οποίο εκτιμάται, σύμφωνα και με τη νομική σκέψη, ότι αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια του αρ. 14 του άνω άρθρου), κατά τα ειδικότερα στο μέρος αυτό εκτιθέμενα, είναι απαράδεκτος, γιατί η αοριστία έπρεπε, σύμφωνα με τη νομική σκέψη, να είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1420/14).
Ακόμη, με τον ίδιο λόγο, γ' μέρος, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 11β (κατ' εκτίμηση) του πιο πάνω άρθρου, διότι, κατ' αυτούς, η αναιρεσίβλητη προέβη σε απαράδεκτη προσκόμιση σχετικών (8, 9, 10, 11, 12 και 13) με προσθήκη προτάσεων της, όχι για την αντίκρουση ισχυρισμών των αναιρεσειόντων, αλλά για απόδειξη δικών της ισχυρισμών.
Ο λόγος, κατά το μέρος αυτό, είναι αόριστος, διότι, όπως αναπτύσσεται στη μείζονα σκέψη, δεν αναφέρεται ποιες είναι οι αποδείξεις αυτές, αν το εφετείο τις έλαβε υπόψη ποιος είναι ο ισχυρισμός για τον οποίο λήφθηκαν υπόψη και ποια η επίδραση που είχε αυτός στο διατακτικό της προσβαλλομένης. Επίσης, με τον ίδιο (πρώτο) λόγο, μέρος δ' οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 10 του άνω άρθρου ως εκ της μη λήψης υπόψη ότι η αναιρεσίβλητη δεν απέδειξε τους αγωγικούς ισχυρισμούς της (πράξεις νομής), μη εξετάσασα μάρτυρες, ενώ ο πρώτος αναιρεσείων, όπως αποδίδεται με τον ίδιο λόγο, μέρος ε', απέδειξε ότι είχε γίνει κύριος με έκτακτη χρησικτησία και ότι ορθώς μεταβίβασε, ως κύριος, τα επίδικα στη δεύτερη αναιρεσείουσα το 2007, λόγω δωρεάς, πράγματα που το Εφετείο (ωσαύτως) δεν έλαβε υπόψη κι έτσι υπέπεσε (και) στην πλημμέλεια του αρ. 8β του πιο πάνω άρθρου.
Ο λόγος, κατά το δ' και ε' μέρος αυτού είναι αβάσιμος, διότι το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση νόμιμα προσκομίσθηκαν, δέχθηκε ανελέγκτως, κατά τα ως άνω, ότι (σε σχέση με τα δύο επίδικα ακίνητα στις θέσεις "..." και "..." ο πρώτος αναιρεσείων τα καλλιεργούσε για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης, στην οποία απέδιδε ποσότητα ελαιολάδου και κάποιες ελάχιστες φορές χρήματα.
Η τελευταία δε, σύμφωνα με την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου με το .../8.12.1986 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο του συμ/φου Αθηνών Γ. Ζ., μεταγενέστερα, δηλαδή από την επικληθείσα από τον πρώτον αναιρεσείοντα (κατά την περαιτέρω παραδοχή της αναιρεσιβαλλόμενης), άτυπη πώληση κατά το έτος 1983 προς αυτόν (από την αναιρεσίβλητη) του ακινήτου στη θέση "...", κατέστησε τούτον (πρώτον αναιρεσείοντα) ειδικό πληρεξούσιο με την εντολή να το πουλήσει στους Κ.
και Μ. Π., οπότε, συντάχθηκε το από Μάρτιο 1983 τοπογραφικό διάγραμμα του πολ. μηχανικού Χ. Α., αλλά, η πώληση ματαιώθηκε. Μετά ταύτα, δε, έγινε δεκτό από το δικαστήριο της ουσίας ότι πρώτος αναιρεσείων δεν είχε καταστεί, κύριος των δύο αυτών επιδίκων ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία και γι' αυτό η δεύτερη αναιρεσείουσα, που της μεταβίβασε τα ακίνητα αυτά με το πιο πάνω .../7.8.2007 συμβόλαιο δωρεάς της συμ/φου Ιεράπερας Μ.
Χ., δεν κατέστη κυρία, αφού τα απέκτησε από μη κύριο. Τέλος, με τον ίδιο (πρώτο) λόγο, μέρος στ' οι αναιρεσείοντες αιτιώνται, ότι εσφαλμένα το Εφετείο δέχθηκε μη προταθέντα ισχυρισμό (περί δήθεν άτυπης αγοραπωλησίας) κατά τα ως άνω πρώτου και δευτέρου ακινήτων το έτος 1983 (για το 1ο ακίνητο) και το έτος 1962 (για το 2ο ακίνητο), με καταβολή τιμήματος, ποσού 1.500.000 δρχ, από τον πρώτον αναιρεσείοντα.
Ο λόγος, κατά το μέρος αυτό είναι απαράδεκτος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση η παραδοχή αυτή συνιστά επιχείρημα του Εφετείου, που αντλήθηκε από τις αποδείξεις, για την απόρριψη του ισχυρισμού του πρώτου αναιρεσείοντος (-εναγομένου) περί άτυπης πώλησης κατά τα ως άνω (τα έτη 1983 και 1962 αντίστοιχα) των δύο ακινήτων.
Με το δεύτερο (τελευταίο) λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν, ότι το Εφετείο, υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 1α του άνω άρθρου, διότι παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις του ΑΚ 1033 (για την παράγωγη κτήση κυριότητας ακινήτου) 1094 (για τη διεκδίκηση ακινήτου) και 1192, 1198 που αφορούν στη μεταγραφή των μεταβιβαζόμενων ακινήτων.
Ειδικότερα, ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες ότι το Εφετείο δέχθηκε τη διεκδικητική αγωγή της αναιρεσίβλητης και δη ότι αυτή είχε γίνει κυρία των επιδίκων ακινήτων με παράγωγο τρόπο και συγκεκριμένα, με τα συμβόλαια .../1959 (δικαστήριο του τότε συμ/φου Ιεράπετρας Ε. Κ.), .../1986 (γονικής παροχής της τότε συμ/φου Ιεράπετρας Μ.
Β.) και ...2002 (δήλωση αποδοχής κληρονομίας της συμ/φου Ιεράπετρας Κ. Ξ.), χωρίς μνεία της απαιτούμενης μεταγραφής αυτών. Ο λόγος, κατά το μέρος που αφορά στο ανωτέρω δωρητήριο συμβόλαιο, είναι αβάσιμος, καθόσον στην προσβαλλόμενη απόφαση μνημονεύεται η μεταγραφή αυτού. Κατά τα λοιπά, ήτοι σε σχέση με τα συμβόλαια της γονικής παροχής και αποδοχής κληρονομίας, ο λόγος είναι απαράδεκτος ελλείψει εννόμου συμφέροντος, καθόσον αφορούν στο τρίτο ακίνητο, στη θέση "...", αφού το Εφετείο απέρριψε την αγωγή, κατά τα ως άνω, όπως αναπτύσσεται στην αντιμετώπιση του πρώτου λόγου αναίρεσης, κατά το α' μέρος αυτού.
V. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς διερεύνηση, πρέπει: Η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να επιβληθεί στους ηττώμενους αναιρεσείοντες η δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του αιτήματος της (άρθρα 176, 191§2, 495§3 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3.4.2019 αίτηση του Χ. Π. και της Μ. Π. κατά της Κ. Π. για αναίρεση της 200/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου.
Και
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, το ποσό της οποίας ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2.700€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαΐου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Ιουλίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ