Supreme Court dismisses University of Patras appeal on procedural grounds regarding evidence and property ownership.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the University of Patras's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a property dispute. The appellant argued that the lower court improperly considered unsubmitted evidence and failed to properly establish the respondent's ownership rights. The court found these arguments inadmissible because the alleged evidence was not formally proposed during the trial and the lower court provided sufficient reasoning based on established facts. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(11b) of the Code of Civil Procedure; Art. 562(2) of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the improper consideration of evidence is inadmissible unless the evidence was formally proposed to the court of first instance, and an appeal based on insufficient reasoning fails if the lower court clearly articulated its findings based on proven facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 774 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 774/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Παρασκευή Καλαϊτζή-Εισηγήτρια, Γεώργιο Παπανδρέου, Λάμπρο Καρέλο και Ανθή Γκάμαρη Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 3η Απριλίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Πανεπιστημίου Πατρών ΝΠΔΔ", που εκπροσωπείται νόμιμα και εδρεύει στην Πάτρα,, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Βασίλειο Κωστόπουλο. Του αναιρεσίβλητου: Α. Γ. Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Παναγιώτη Ανδρονόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-9-2007 αγωγή του αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 62/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 215/2011 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 20-4-2014 αίτησή του, η συζήτηση της οποίας ματαιώθηκε και επανήλθε με την από 11-12-2018 κλήση του αναιρεσείοντος στην παρούσα δικάσιμο. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο παραστάθηκαν οι διάδικοι, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Παρασκευή Καλαϊτζή, ανέγνωσε την από 8-6-2016 έκθεσή της με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τον αρ. 11β του άρθρου 559 Κ.Πολ.λΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν κατά την διερεύνηση της υποθέσεως. Ο λόγος αυτός βασίζεται στην θεμελιώδη δικονομική αρχή, ότι ο δικαστής έχει υποχρέωση να αποφασίζει σύμφωνα με τα αποδεικνυόμενα στη δίκη.
Ειδικότερα, για το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης πρέπει να γίνεται επίκληση του ισχυρισμού, για την απόδειξη του οποίου το δικαστήριο έλαβε υπόψη τις (μη προσκομισθείσες) αποδείξεις, η ουσιώδης επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της αποφάσεως, καθώς και ο λόγος, για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός αυτός (ΑΠ 476/2010).
Περαιτέρω, για το ορισμένο του λόγου, ότι το δικαστήριο απαραδέκτως έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο χωρίς νόμιμη επίκληση, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο, ότι το πιο πάνω απαράδεκτο προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρ. 562§2 Κ.Πολ.Δ. Προσέτι, κατά την έννοια της διατάξεως του αρ. 19 του ιδίου άρθρου, η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως, όταν στην ελάσσονα πρότασή της δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνος ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Τέλος, από τον αρ. 20 του άνω άρθρου λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας για την απόδειξη (ή ανταπόδειξη) ουσιώδους ισχυρισμού, δηλαδή ισχυρισμού που ασκεί ουσιώδη επίδραση, στην έκβαση της δίκης παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.
Ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων θεμελιώνει τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 Κ.Πολ.Δ ως αποδεικτικά μέσα και μπορεί να είναι είτε ιδιωτικά είτε δημόσια και να χρησιμεύουν προς άμεση ή έμμεση απόδειξη και προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Επομένως, δεν αποτελούν έγγραφα με την έννοια των παραπάνω άρθρων, εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως η έκθεση πραγμ/νης και το σχεδιάγραμμα που την συνοδεύει, τα πρακτικά συνεδριάσεως, που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων, καθώς και τα τοπογραφικά διαγράμματα που συντάσσονται με αίτηση των διαδίκων, τα οποία φέρουν χαρακτήρα γνωμοδοτήσεως του άρθρου 390 Κ.Πολ.Δ (ή οι πίνακες και τα τοπογραφικά διαγράμματα που συνοδεύουν τις πράξεις εφαρμογής απαλλοτριώσεως ή τα ΚΑΕΚ του Κτηματολογίου, αφού αυτά έχουν ομοίως χαρακτήρα γνωμοδοτήσεως των αρμοδίων και εχόντων ειδικές γνώσεις οργάνων των εν λόγω δημοσίων υπηρεσιών).
II. Η προσβαλλομένη, 215/2011, απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, επιτρεπτώς επισκοπούμενη, έχει ως ακολούθως: "Στην προκειμένη υπόθεση, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που νομότυπα εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται (καταθέσεις) στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, την υπ' αριθ.
…215/6-10-2008 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμ/φου Α. Σ., η οποία λήφθηκε νόμιμα μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του ενάγοντος και από όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, μεταξύ των οποίων και η υπ' αριθ. 39817/5-9-2006 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμ/φου ... Α. Σ., που επίσης προσκομίζει ο εναγόμενος και λαμβάνεται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθόσον λήφθηκε ενόψει άλλης δίκης μεταξύ των ιδίων διαδίκων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Δυνάμει του υπ' αριθ. 233994/6028/51/22-2-1966 οριστικού παραχωρητηρίου του Υπουργείου Γεωργίας, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ..., στις 12-7-1973 , στον τόμο 592 και με αριθ. 362908, το ενάγον - εκκαλούν Ν.Π.Δ.Δ. κατέστη κύριος μίας έκτασης 209 στρεμμάτων, κατά ακριβή δε καταμέτρηση έκτασης 252 στρεμμάτων, που βρίσκεται στη θέση "..." της πρώην περιφέρειας της Κοινότητας ...
και ήδη του Δήμου ... (περιοχή ...), όπως απεικονίζεται με τα στοιχεία Ζ1, Η, Θ, Τ, Κ, Λ, Μ, Ν, Ξ, Β, Ο, Π, Ρ, Σ, Τ, Υ, Φ, Χ, Ω, Ζ' στο από 12-6-1965 τοπογραφικό διάγραμμα του Δασαρχείου ..., καθώς και στα έξι συνεχόμενα τοπογραφικά διαγράμματα, που συντάχθηκαν από το τεχνικό γραφείο μελετών "Α. Σ.". Μετά τη μεταγραφή του παραχωρητηρίου το έτος 1973, το ενάγον περιέφραξε την ως άνω έκταση σε ποσοστό 90%, ενώ κατά τα έτη 1977 - 1978 περιέφραξε και το εναπομείναν τμήμα.
Έκτοτε και παρά το γεγονός ότι έγιναν μελέτες για την αξιοποίησή της, η έκταση αυτή παρέμεινε αναξιοποίητη. Το ενάγον ισχυρίζεται ότι στις 2-3-2006, κατά την επίσκεψη του Προϊσταμένου του τμήματος ελευθέρων χώρων (μάρτυρά του) και του υπαλλήλου της ΔΕΣΕ στο ανωτέρω ακίνητο, διαπιστώθηκε ότι ο εναγόμενος, αφού εισήλθε στο ανατολικό τμήμα του ακινήτου, πλησίον του χωριού ..., τοποθέτησε πέντε πασσάλους καθώς και μία σειρά από σύρμα επ1 αυτών, καταλαμβάνοντας τμήμα του ακινήτου, εκτάσεως 609 τ.μ.
Ότι όταν ο Προϊστάμενος συντήρησης ελευθέρων χώρων, Κ. Α., επισκέφθηκε εκ νέου, στις 19-12-2006 τον επίδικο χώρο, διαπίστωσε ότι ο εναγόμενος είχε μεταφέρει τους ήδη τοποθετημένους πασσάλους, καθώς και ότι είχε τοποθετήσει νέους πασσάλους στο έδαφος με σκυρόδεμα, καταλαμβάνοντας με αυτόν τον τρόπο έκταση 777,08 τ.μ., όπως απεικονίζεται στο προσκομιζόμενο άνευ χρονολογίας με αριθ.
σχεδίου 6, τοπογραφικό του γραφείου μελετών "Α. Σ.", αποβάλλοντας με αυτόν τον τρόπο το ενάγον από το τμήμα αυτό του ακινήτου του. Η επίδικη έκταση συνορεύει, σύμφωνα με το ως άνω σχεδιάγραμμα, δυτικά επί της πλευράς ΑΒ, μέτρων 17,40, με ιδιοκτησία Κ. Σ. ανατολικά και επί της πλευράς ΓΔ, μέτρων 26,50, με δημοτική οδό βόρεια και επί της πλευράς Β-Γ, μέτρων 53,00, με ιδιοκτησία του ενάγοντος και νότια, επί πλευράς μέτρων 36,32 με ιδιοκτησία πρώην εναγόμενου και ήδη Κ..
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος - εφεσίβλητος κατέστη κύριος ενός αγρού, έκτασης τριών περίπου στρεμμάτων, κατά το 1/2 αδιαιρέτως ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του πατέρα του, ο οποίος απεβίωσε το έτος 1954 και του οποίου την κληρονομιά αποδέχθηκε, μεταγράφοντας τη σχετική υπ' αριθ. 3776/1979 πράξη του συμ/φου ...
Σ. Π. και κατά το υπόλοιπο 1/2, δυνάμει του υπ' αριθ. ….22/1980 συμβολαίου ανταλλαγής ακινήτων του ίδιου συμ/φου, που επίσης μεταγράφηκε νόμιμα. Ο αγρός αυτός, σύμφωνα με το παραπάνω …22/1980 συμβόλαιο, συνόρευε βόρεια εν μέρει με αγρό Κ. Σ. και εν μέρει με περιφραγμένο χώρο του Πανεπιστημίου Πατρών (ενάγοντος), νότια με συμβολή οδών προς ...
και ..., ανατολικά με οδό προς ... και δυτικά με οδό προς ... και πέραν αυτής με οικισμό .... Στη συνέχεια, ο εναγόμενος, με διαδοχικές συμβάσεις πώλησε τμήματα του πιο πάνω ακινήτου του, εμβαδού 536, 99, 502,12, 367,39 και 605,22 τ.μ., και συνολικά έκταση 2.011,72 τ.μ στους Ά. Α., Ε. Α., Χ. Κ., Δ. Κ. και Ε. Κ. και απέμεινε στην κυριότητά του έκταση 773,74 τ.μ., όπως αυτή εμφαίνεται στο από Σεπτεμβρίου 2007 τοπογραφικό διάγραμμα του πτυχιούχου Μ.Τ.Σ.
Π. Τ. και φέρεται να συνορεύει βόρεια με το ακίνητο του ενάγοντος. Η έκταση αυτή αποτελεί και το επίδικο ακίνητο, η κρίση δε του Δικαστηρίου ότι ανήκει στην κυριότητα του εφεσίβλητου ενισχύεται από το γεγονός ότι, σε ανύποπτο χρόνο, ήτοι το Μάρτιο του έτους 1983, ο ίδιος παραπάνω μηχανικός είχε συντάξει τοπογραφικό διάγραμμα, στο οποίο η επίδικη έκταση συμπεριλαμβάνεται στην ιδιοκτησία του εναγομένου ως το βόρειο τμήμα αυτού και συνορεύει με το ακίνητο του ενάγοντος - εκκαλούντος, από το οποίο μάλιστα διαχωρίζεται με σταθερή περίφραξη.
Η περίφραξη αυτή παρέμεινε στη θέση της, όπως κατέθεσε και ο μάρτυρας του ενάγοντος στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Ο ίδιος μάρτυρας, σε άλλη δίκη ασφαλιστικών μέτρων νομής μεταξύ των διαδίκων ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πατρών, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 377/2006 απόφαση (απορριπτική), βεβαιώνει ότι η επίδικη έκταση περιλαμβάνεται στο προαναφερόμενο από 1983 τοπογραφικό διάγραμμα, καθώς επίσης ότι περιέχεται στα όρια του αναφερόμενου ακινήτου στο υπ' αριθ. 5222/1980 συμβόλαιο ανταλλαγής, που επικαλείται ο εφεσίβλητος.
Σε κάθε περίπτωση, ο εφεσίβλητος έχει καταστεί κύριος του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, καθόσον αποδείχθηκε ότι αυτός νέμονταν με εμφανείς υλικές πράξεις (επίβλεψη, περίφραξη κλπ) το επίδικο επί 20ετία πριν την άσκηση της αγωγής, όπως ρητώς κατέθεσαν όλοι οι μάρτυρες ανταπόδειξης, τόσον ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όσο και οι αναφερόμενοι στην πιο πάνω ένορκη βεβαίωση.
Κατά συνέπεια, δεκτής γενομένης της σχετικής ένστασης ιδίας κυριότητας του εναγομένου - εφεσιβλήτου, που παραδεκτά προβλήθηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η κρινόμενη αγωγή πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα, έστω και με ελλιπή αιτιολογία και απέρριψε την αγωγή, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, δεν έσφαλε. Μετά ταύτα το Εφετείο απέρριψε από ουσιαστικής απόψεως την έφεση του νυν αναιρεσείοντος κατά της 62/2009 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που είχε απορρίψει διεκδικητική αγωγή του (αναιρεσείοντος) για ακίνητο, εμβαδού 777,08 τ.μ. στην ... ..., κατά παραδοχή ενστάσεώς του (εναγομένου και ήδη) αναιρεσιβλήτου περί ιδίας κυριότητός του.
ΙΙΙ. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, το αναιρεσείον υποστηρίζει, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11β Κ.Πολ.Δ, διότι έλαβε υπόψη του τα …99 και …36 του …81 συμβόλαια του συμ/φου ... Σ.Ζ. Π., με τα οποία έλαβαν χώρα διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεως τμημάτων του ακινήτου, του αναιρεσιβλήτου, με φερόμενη ως εναπομένουσα στην κυριότητα του αναιρεσιβλήτου έκταση 773,74 τ.μ., την οποία και ταύτισε με το επίδικο, αποτυπούμενη στο από Σεπτεμβρίου 2007 τοπογραφικό διάγραμμα του πτυχιούχου Μ.Τ.Σ.
Π. Τ.. Εν τούτοις, (όπως αιτιάται το αναιρεσείον), του τοπογραφικού αυτού διαγράμματος δεν γίνεται επίκληση ούτε στις πρωτόδικες προτάσεις, αλλά ούτε και σε αυτές ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ουδέ προσκομίσθηκε. Επίσης, τα προμνησθέντα συμβόλαια προσκομίσθηκαν μη νόμιμα απ' τον αναιρεσίβλητο με τις προτάσεις του για πρώτη φορά (όπως περαιτέρω υποστηρίζει το αναιρεσείον) ενώπιον του Εφετείου.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι αφενός δεν γίνεται επίκληση, (όπως αναλύεται στη νομική σκέψη), του ισχυρισμού, για τον οποίον το δικαστήριο έλαβε υπόψη τις ανωτέρω αποδείξεις, η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της αποφάσεως, καθώς και ο λόγος, για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός αυτός και αφετέρου δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο, ότι το εν λόγω απαράδεκτο, ως προς τη λήψη υπόψη των μη επικληθέντων αποδεικτικών μέσων, προτάθηκε στο Εφετείο.
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον προσάπτει στο Εφετείο, ότι υπέπεσε στην υπ' αρ. 20 του άνω άρθρου πλημμέλεια, διότι παραμόρφωσε την κατάθεση του μάρτυρά του μηχανικού, που περιέχεται στα από 7.10.2008 πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, σε σχέση με την αρχική περίφραξη του αναιρεσείοντος, περίφραξη που ο ίδιος είχε κατασκευάσει και υπέδειξε την θέση της σε προσκομισθείσες (και αναφερόμενες στα άνω πρακτικά) φωτογραφίες.
Επίσης, με τον ίδιο (2ο) λόγο το αναιρεσείον παραπονείται, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 12.6.1965 τοπογραφικού διαγράμματος του Δασαρχείου ..., στο οποίο απεικονίζεται ολόκληρη η έκταση, που παραχωρήθηκε στο αναιρεσείον από το Υπουργείο Γεωργίας και από το οποίο εμφαινόμενος είναι ο υφιστάμενος σήμερα διαμορφωμένος και διαπλατυσμένος δρόμος και το επίδικο, το οποίο ΑΝ.
συνορεύει με αυτόν επί της πλευράς ΓΔ (και όχι ΑΔ), η οποία αποτελεί το όριο της ιδιοκτησίας του (αναιρεσείοντος) με την ιδιοκτησία του αναιρεσιβλήτου. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, τόσο καθόσον αφορά στην φερόμενη παραμόρφωση της εμπεριεχόμενης στα άνω πρακτικά μαρτυρικής καταθέσεως, όσο και σε συνάρτηση με τα προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα, αφού σε αμφότερες, τις περιπτώσεις δεν είναι έγγραφα κατά την έννοια του αρ. 20 του αρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ, συμφώνως προς την αντίστοιχη μείζονα σκέψη.
Με τον τρίτο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον καταλογίζει στο Εφετείο την υπ' αρ. 19 του ανωτέρω άρθρου πλημμέλεια, διότι στην προσβαλλομένη απόφασή του, διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την κυριότητα του αναιρεσιβλήτου επί του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, κατά τα ειδικότερα στο περιεχόμενο του λόγου αυτού εκτιθέμενα.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, δοθέντος ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες - αναπτύσσει το αποδεικτικό του πόρισμα, με την αναφορά των εμφανών υλικών πράξεων νομής (επίβλεψη, περίφραξη κ.ο.κ.) που άσκησε συνεχώς επί 20ετία στο επίδικο ακίνητο ο (εναγόμενος και νυν) αναιρεσίβλητος, ο οποίος έτσι κατέστη κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, πράξεις για τις οποίες, (όπως μνημονεύεται στις παραδοχές της προσβαλλομένης), ρητώς κατάθεσαν όλοι οι μάρτυρες ανταποδείξεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, καθώς και οι ενόρκως βεβαιώσαντες.
IV. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς διερεύνηση, η αίτηση αναιρέσεως, επαναφερόμενη για συζήτηση με την από. 11.12.2018 κλήση του αναιρεσείοντος, μετά ματαίωση της συζητήσεώς της στη δικάσιμο της 19.10.2016, πρέπει να απορριφθεί και η δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή του αιτήματός του, να επιβληθεί στο ηττώμενο αναιρεσείον (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ. 22 Ν. 3693/57, ως ισχύει), συμφώνως προς το διατακτικό. Ζήτημα διατάξεως εισαγωγής στο Δημόσιο Ταμείο παραβόλου δεν τίθεται, αφού η κατάθεση στις 29.4.2014 της αιτήσεως είχε γίνει ατελώς.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20.4.2014 αίτηση του Ν.Π.Δ.Δ. "ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΑΤΡΩΝ", η οποία επαναφέρεται με την από 11.12.2018 κλήση, του αναιρεσείοντος περί αναιρέσεως της 215/2011 αποφάσεως του (Τριμελούς) Εφετείου Πατρών. Και Επιβάλλει στο αναιρεσείον την δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, το ποσόν της οποίας ορίζει σε τριακόσια ευρώ (300€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Ιουλίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ