Supreme Court dismisses appeal due to inadmissibility of arguments citing vague grounds and failure to reference specific legal provisions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Athens Court of Appeal's decision. The appellant raised multiple grounds alleging violations of procedural and substantive law, including the court's failure to consider a judicial admission. The court rejected these arguments as inadmissible because they were vague, lacked specific legal citations, and failed to reference the exact provisions violated. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1)(a), 559(1)(b), 559(1)(c), 559(1)(g), 559(1)(h), 559(1)(i), 559(1)(j) of the Code of Civil Procedure; The court must reject cassation grounds that are vague, fail to cite the specific substantive law provision violated, or mischaracterize the nature of a judicial admission as a separate appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 774 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 774/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 7 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Ζ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αδάμ Δήμου και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Άλφα Τράπεζα Ανώνυμος Εταιρεία" και το διακριτικό τίτλο "Alpha Bank" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Α. Σ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-11-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 715/2011 του ίδιου δικαστηρίου και 2793/2014 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-3-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ορίσθηκε εισηγήτρια η Αρεοπαγίτης Σοφία Καρυστηναίου.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αναιρεσίβλητης στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 570 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. η οποία εφαρμόζεται στη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου: "Οι διάδικοι δεν είναι υποχρεωμένοι να καταθέσουν προτάσεις, εκτός αν προβάλλονται ενστάσεις ως προς το παραδεκτό και το εμπρόθεσμο της αίτησης της αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων. Οι διάδικοι καταθέτουν τις προτάσεις τους είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο".
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσίβλητη με τις από 18-1-2017 έγγραφες προτάσεις της που κατατέθηκαν ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου αυθημερόν (βλ. τη σχετική επισημείωση της αρμόδιας γραμματέως) προέβαλε τον ισχυρισμό απαραδέκτου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος για την άσκησή της.
Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι οι έγγραφες προτάσεις στις οποίες περιέχεται υποβλήθηκαν μεν εμπροθέσμως, υπογράφονται όμως από το δικηγόρο Αθηνών Α. Κ., ο οποίος δεν παρέστη στο ακροατήριο αυτού του δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως ως πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ούτε υπέβαλε δήλωση παραστάσεως κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Και ναι μεν ο ισχυρισμός αυτός επαναλήφθηκε με την από 10-2-2017 προσθήκη-αντίκρουση των προτάσεων της αναιρεσίβλητης, η οποία κατατέθηκε ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου αυθημερόν (βλ. τη σχετική επισημείωση της αρμόδιας γραμματέως) και υπογράφεται, εκτός του ανωτέρω μη παραστάντος νομίμως δικηγόρου, από την παραστάσα νομίμως με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσίβλητης Α. Σ.. Είναι όμως επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω του εκπροθέσμου της προβολής του, αφού κατά τα προεκτεθέντα η προσθήκη-αντίκρουση κατατέθηκε στις 10-2-2017, δηλαδή μετά τη συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως που έλαβε χώρα στις 7-2-2017. 2. Από τις διατάξεις των άρθρων 3 αριθ. 4 περ.
α, 10 παρ. 1, 6, 9, 13 και 15 της από 11-11-1977 συλλογικής συμβάσεως εργασίας "περί Οργανισμού Προσωπικού Εμπορικής Τραπέζης της Ελλάδος", η οποία εκδόθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3239/1955, δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την 46806/10314/21-11-1977 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β 1255/26-11-1977), κηρύχθηκε δε υποχρεωτική με την 15869/10-7-1981 απόφαση του ίδιου υπουργού (ΦΕΚ Β 446/27-7-1981) και γι’ αυτό έχει ισχύ νόμου ως περιέχουσα κανονιστικές διατάξεις, προκύπτει ότι οι προαγωγές των υπαλλήλων (μηχανικών) της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος από το βαθμό του επιμηχανικού στο βαθμό του αρχιμηχανικού γίνονται κατ’ εκλογήν και εφόσον έχει συμπληρωθεί τριετής ευδόκιμη υπηρεσία στον προηγούμενο βαθμό, ενεργούνται δε από το διοικητικό συμβούλιο της τράπεζας, ύστερα από εισήγηση της γενικής διευθύνσεώς της.
Στις ανωτέρω περιπτώσεις το προαναφερόμενο όργανο αποφαίνεται κατά την ενέργεια των προαγωγών με ελεύθερη κρίση, εκτιμώντας τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα κάθε υποψηφίου για προαγωγή υπαλλήλου και ειδικότερα τα στοιχεία που υπάρχουν στον ατομικό του φάκελο, στα οποία περιλαμβάνονται η ειδικότητα, οι εκθέσεις ποιότητας, η επιμέλεια, η ικανότητα, η ευσυνειδησία, η επάρκεια στην εκτέλεση της εργασίας, οι τίτλοι σπουδών, το ήθος και η συμπεριφορά έναντι των συναδέλφων του και του κοινού.
Η κρίση αυτή του άνω οργάνου υπόκειται μόνο στον περιορισμό του άρθρου 281 Α.Κ. και συνεπώς ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια αν αποτελεί ενάσκηση δικαιώματος που υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του, γεγονός που συμβαίνει όταν στερείται της προαγωγής του υπάλληλος που έχει αποκτήσει τα απαιτούμενα για τον ανωτέρω βαθμό τυπικά και ουσιαστικά προσόντα αν και υπερτερεί καταδήλως συναδέλφου του προαχθέντος από τον ίδιο βαθμό.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 12 ν. 1082/1980: "Η δια τελεσιδίκου δικαστικής αποφάσεως αναγνώρισις του δικαιώματος προαγωγής υπαλλήλου επί σχέσει εργασίας ιδιωτικού δικαίου εις βαθμόν, εις τον οποίον εδικαιούτο να προαχθή βάσει του διέποντος αυτόν κανονισμού ή οργανισμού βαθμολογικής και μισθολογικής εξελίξεως, λογίζεται πραγματοποιηθείσα αφ’ ου χρόνου έδει να είχε συντελεσθή η προαγωγή τούτου".
Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής ο ανωτέρω χρόνος, που κατά πλάσμα του νόμου θεωρείται ότι διήνυσε ο υπάλληλος στο βαθμό στον οποίο προήχθη με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, δεν είναι δυνατόν να ληφθεί υπόψη για τις προαγωγικές κρίσεις που θα διενεργηθούν πριν από τη δημοσίευση της σχετικής τελεσίδικης αποφάσεως αλλά μόνο για εκείνες που θα ακολουθήσουν αυτήν, διότι είναι αδιανόητο να θέλησε ο νομοθέτης με τη θέσπιση της ανωτέρω διατάξεως να υποχρεώσει το προαγωγικό όργανο της τράπεζας, με μόνη την άσκηση αγωγής εκ μέρους υπαλλήλου της για καταχρηστική παράλειψή του από συγκεκριμένη προαγωγή και ανεξάρτητα από την ύπαρξη σχετικής δικαστικής κρίσεως, να θεωρεί αυτήν ως "εν δυνάμει καταχρηστική", ώστε σε κάθε μεταγενέστερη προαγωγική κρίση που θα γίνει πριν από τη δημοσίευση τελεσίδικης αποφάσεως σχετικά με προηγούμενη προαγωγή του, να κρίνει όχι με βάση τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα τα οποία συγκεντρώνει ο υπάλληλος κατά τον κρίσιμο χρόνο της διενέργειας των αντίστοιχων προαγωγών, αλλά, υπολαμβάνοντας ότι αυτός κατά πλάσμα του νόμου έχει συμπληρώσει την αναγκαία τυπική προϋπόθεση της ασκήσεως των καθηκόντων του προηγούμενου βαθμού, να τον περιλάβει ως υποψήφιο να προαχθεί στον επόμενο βαθμό εκείνου από τον οποίο παραλείφθηκε.
Αντίθετη ερμηνεία της ανωτέρω διατάξεως θα οδηγούσε με βεβαιότητα στην κατάλυση του διευθυντικού δικαιώματος της τράπεζας να οργανώνει τις υπηρεσίες της επιχειρήσεώς της σύμφωνα με τις εκάστοτε ανάγκες και εκτιμώντας κατά τους κρίσιμους χρόνους διενέργειας των προαγωγών τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα του υπάρχοντος ανθρώπινου δυναμικού της με βάση τα θεωρούμενα από αυτήν ως πλέον αποτελεσματικά κριτήρια, υπό το φόβο της κρίσεως ως καταχρηστικής κάθε παραλείψεως προαγωγής υπαλλήλου της, ενώ θα παραβίαζε ευθέως το σκοπό των σχετικών με τη συνδρομή των τυπικών και ουσιαστικών προϋποθέσεων προς προαγωγή διατάξεων του έχοντος ισχύ ουσιαστικού νόμου οργανισμού αυτής, μεταξύ των οποίων κυρίαρχο χαρακτήρα για την κατ’ εκλογήν προαγωγή έχει η συμπλήρωση τριετούς πραγματικής ευδόκιμης υπηρεσίας στον προηγούμενο βαθμό (Ολ.
Α.Π. 11/2010). Στην προκειμένη περίπτωση με την από 26-11-2009 αγωγή του ο ήδη αναιρεσείων εξέθεσε ότι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προσελήφθη την 1-2-1981 από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε.", της οποίας καθολική διάδοχος ήταν η αρχικά εναγομένη "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", της οποίας καθολική διάδοχος είναι η ήδη αναιρεσίβλητη, στον τεχνικό κλάδο αυτής, ότι από την 1-1-1984 προήχθη στο βαθμό του μηχανικού Α και από την 1-1-1995 στο βαθμό του επιμηχανικού δυνάμει της 2829/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και ότι, αν και διέθετε τα αναγκαία προς τούτο τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, δεν προήχθη κατά τις κρίσεις της 1-1-2004, 1-1-2005 και 1-1-2006 στο βαθμό του αρχιμηχανικού αυτός αλλά οι αναφερόμενοι συνάδελφοί του, των οποίων υπερτερούσε καταφανώς ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα.
Ζήτησε δε, όπως το αίτημα της αγωγής παραδεκτά περιορίσθηκε με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και στις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, να αναγνωρισθεί ότι έπρεπε να προαχθεί στο βαθμό του αρχιμηχανικού από την 1-1-2004, άλλως από την 1-1-2005, άλλως από την 1-1-2006 και να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να του καταβάλει τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά για μισθολογικές διαφορές και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως νόμιμη και κατ’ ουσίαν βάσιμη, αναγνώρισε ότι ο ενάγων έπρεπε να προαχθεί στο βαθμό του αρχιμηχανικού από την 1-1-2004 και ότι η εναγομένη υποχρεούται να του καταβάλει τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά για μισθολογικές διαφορές και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Μετά από έφεση της εναγομένης εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το εφετείο δέχθηκε τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση και αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, την απέρριψε ως μη νόμιμη με την αιτιολογία ότι με βάση τα εκτιθέμενα σ’ αυτήν κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 1-1-2004, 1-1-2005 και 1-1-2006 δεν είχε τελεσιδικήσει η 2829/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών για προαγωγή του ενάγοντος στο βαθμό του επιμηχανικού και ότι συνακόλουθα κατά τους ανωτέρω επίδικους χρόνους ο ενάγων δεν πληρούσε τις νόμιμες προϋποθέσεις για προαγωγή, αφού οι σχετικές κρίσεις προηγούνταν της τελεσιδικίας της απόφασης προαγωγής του στο βαθμό του επιμηχανικού, στον οποίο δεν είχε πραγματική υπηρεσία.
Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ούτε εκείνες των άρθρων 3, 174, 288, 648 επ., 664, 679, 680 Α.Κ., 2 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5 παρ. 17 παρ. 1, 20 παρ. 1, 22 παρ. 5, 25 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της Συμβάσεως για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και 1 παρ. 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της πιο πάνω συμβάσεως.
Τούτο διότι, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην αρχή αυτής της σκέψεως, ο χρόνος που κατά πλάσμα του νόμου θεωρείται ότι διήνυσε ο υπάλληλος στο βαθμό στον οποίο προήχθη με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, δεν είναι δυνατόν να ληφθεί υπόψη για τις προαγωγικές κρίσεις που θα διενεργηθούν πριν από τη δημοσίευση της σχετικής τελεσίδικης αποφάσεως αλλά μόνο για εκείνες που θα ακολουθήσουν αυτήν.
Επομένως όλοι οι (επτά συνολικά) λόγοι αναιρέσεως, κατά το μέρος τους με το οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. 3. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.
προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ. θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικά για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ.) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.
Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Εξ άλλου για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έχει νόμιμη βάση (άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.) εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο πλην των παραπάνω να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις.
Και στις δύο περιπτώσεις πρέπει επιπρόσθετα να εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι υποβλήθηκε στο εφετείο ισχυρισμός για την αντιμετώπιση του οποίου εσφαλμένα εφαρμόστηκε ή, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί, εσφαλμένα δεν εφαρμόστηκε ο επικαλούμενος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ.
Α.Π. 20/2005). Περαιτέρω τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών που αποτέλεσαν το αντικείμενο της αποδείξεως είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, η υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (Ολ.
Α.Π. 10/2005). Για τη θεμελίωση δε του λόγου αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β Κ.Πολ.Δ. για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πρέπει η παραβίαση να αφορά την ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα δικαίου, δηλαδή εξειδίκευση αόριστων νομικών εννοιών ή υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ’ αυτόν, ενώ ο ως άνω λόγος δεν θεμελιώνεται όταν η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αφορά την εκτίμηση αποδείξεων (Ολ.
Α.Π. 2/2008, Α.Π. 115/2010). Εξ άλλου κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. γ Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα της δίκης.
Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρεμβάσεως, της αυτοτελούς πρόσθετης παρεμβάσεως, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου (Α.Π. 123/2016). Τέλος κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική. Όμως το έννομο συμφέρον και η νομιμοποίηση του διαδίκου αποτελούν, κατά το άρθρο 68 Κ.Πολ.Δ., ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας.
Συνεπώς η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προυποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. και όχι εκείνο του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος ανακύπτει μόνο όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (Ολ.
Α.Π. 25/2008). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων για τη θεμελίωση όλων των λοιπών πλην του ανωτέρω λόγων αναιρέσεως ισχυρίζεται ότι με την προσθήκη των εγγράφων προτάσεών του ενώπιον του εφετείου είχε εκθέσει κατά λέξη τα εξής: "Σχετικά με την ύπαρξη ή μη εννόμου συμφέροντος από την πλευρά μου για να ζητήσω από το Δικαστήριό Σας, το επιδικασθέν σ’ εμένα χρηματικό ποσό.
Η αντίδικός μου νόμω και ουσία αβασίμως ισχυρίζεται με τις προτάσεις της, στην προτελευταία παράγραφο της έκτης σελίδας των προτάσεών της στις οποίες ανέφερε επί λέξει "Με τον τρόπο όμως αυτό, στερείται σήμερα της δυνατότητας να υποστηρίξει την έφεσή της και ζητήσει την ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης, αφού - παραπλανηθείσα από τη συμπεριφορά του αντιδίκου - έχει ήδη αναγνωρίσει εξωδίκως την προαγωγή του αντιδίκου στον αιτούμενο βαθμό του Αρχιμηχανικού (που αποτελεί και το κύριο αίτημα της αγωγής), έτσι ώστε να μην είναι εφικτό σήμερα (καθώς δεν νοείται τέτοιο αίτημα) να ζητήσει την ακύρωσή της!!!".
Και αμέσως παρακάτω αβασίμως ουσία και νόμω αναφέρει η εναγομένη, ότι δήθεν "Επομένως, καταχρηστικώς, απαραδέκτως και χωρίς να νομιμοποιείται προς τούτο, ο αντίδικος ζητά την εκδίκαση της παρούσας, καθώς όπως αποδεικνύουμε ανωτέρω, η Τράπεζα και εκείνος προέβησαν σε εξωδικαστικό συμβιβασμό της υπό κρίση αγωγής και όλες οι αγωγικές του αξιώσεις έχουν ικανοποιηθεί-εξοφληθεί"...
Με βάση τα προαναφερόμενα το έννομο συμφέρον μου είναι αυταπόδεικτο". Στη συνέχεια με τους (επτά συνολικά κατά τα προεκτεθέντα) λόγους αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις εξής αναιρετικές πλημμέλειες, οι οποίες ευρίσκονται διάσπαρτες σε όλους τους λόγους αυτούς: α) του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.
α Κ.Πολ.Δ. διότι το εφετείο, μη λαμβάνοντας υπόψη τη δικαστική ομολογία της αναιρεσίβλητης παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις περί εννόμου συμφέροντος, β) του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β Κ.Πολ.Δ. διότι το εφετείο, μη λαμβάνοντας υπόψη την ομολογία της αναιρεσίβλητης, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, γ) του άρθρου 559 αριθ. 9 περ.
γ Κ.Πολ.Δ. διότι το εφετείο άφησε αδίκαστη την ανωτέρω ομολογία της αναιρεσίβλητης, δ) του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ. διότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ομολογία της αναιρεσίβλητης, ε) του άρθρου 559 αριθ. 12 Κ.Πολ.Δ. διότι το εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς την αποδεικτική δύναμη της ομολογίας της αναιρεσίβλητης, στ) του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ.
διότι το εφετείο, μη απορρίπτοντας την έφεση της εναγομένης ως απαράδεκτη λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος αυτής, υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κηρύξεως απαραδέκτου και ζ) του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. διότι το εφετείο, με το να μην κάνει οποιαδήποτε μνεία της ανωτέρω δικαστικής ομολογίας, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσεως.
Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι προεχόντως λόγω αοριστίας αφού για τη θεμελίωσή τους δεν αναφέρεται ο ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης την ουσιαστική αβασιμότητα του οποίου ομολόγησε η ίδια και παρά ταύτα έγινε δεκτός από το εφετείο ή ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος την ουσιαστική βασιμότητα του οποίου ομολόγησε η αναιρεσίβλητη και παρά ταύτα απορρίφθηκε από το εφετείο ούτε παρατίθεται το πλήρες κείμενο της δικαστικής ομολογίας της αλλά σε πλάγιο λόγο και αποσπασματικά.
Από τους λόγους δε αυτούς οι ανωτέρω αναφερόμενοι με τα στοιχεία α, β, γ, στ και ζ είναι απορριπτέοι επιπροσθέτως ως απαράδεκτοι: Ο λόγος με το στοιχείο α (από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ.) λόγω αοριστίας διότι δεν αναφέρεται η ουσιαστικού δικαίου διάταξη η οποία παραβιάστηκε, ο λόγος με το στοιχείο β (από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ.
β Κ.Πολ.Δ.) λόγω αοριστίας διότι δεν αναφέρεται η ουσιαστικού δικαίου διάταξη κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή της οποίας παραβιάστηκαν τα διδάγματα της κοινής πείρας, ο λόγος με το στοιχείο γ (από το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. γ Κ.Πολ.Δ.) διότι η δικαστική ομολογία δεν είναι αίτηση κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο λόγος με το στοιχείο στ (από το άρθρο 559 αριθ. 14 περ.
β Κ.Πολ.Δ.) διότι η ύπαρξη ή μη εννόμου συμφέροντος δεν ερευνάται με το λόγο αυτό αλλά με εκείνον του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. και ο λόγος με το στοιχείο ζ (από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.) διότι η μη λήψη υπόψη δικαστικής ομολογίας δεν θεμελιώνει το λόγο αυτό αλλά εκείνον του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ.
4.Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης σύμφωνα με σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-3-2016 αίτηση για αναίρεση της 2793/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαρτίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Απριλίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ