Supreme Court dismisses appeal on property ownership and expert report distortion grounds under Greek Civil Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Court of Appeal's decision regarding property ownership and expert report interpretation. The appellants argued that the lower court failed to properly weigh public documents and distorted the expert report's findings on land identity. The court rejected these claims, ruling that the expert report is not a public document with automatic evidentiary force and that the lower court correctly exercised its free evaluation of evidence.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1710, 1712, 1721, 1846, 1193, 1195, 1198, 1199, 1033 of the Civil Code; Articles 340, 387, 438 of the Code of Civil Procedure; Article 559(20) of the Code of Civil Procedure: Expert reports do not constitute public documents with immediate evidentiary force against the opposing party, and lower courts retain the authority to freely evaluate their content alongside other evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 774 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 774/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Ερωτόκριτο Καλούδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Ι. Γ. Β. και 2. Β. συζ. Δ. Σ., το γένος Γ. Β., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κων/νο Καρακώστα.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Μ. θυγ. Β. Σ., κατοίκου ..., 2. Δ. Β. Σ., κατοίκου ..., 3. Α. χας Σ. Ρ., το γένος Β. Σ., κατοίκου ..., 4. Ε. συζ. Ι. Κ., το γένος Β. Σ., κατοίκου ... και 5. Β. Δ. Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σταύρο Δήμα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε α) με την από 30-12-1997 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, β) με την από 30-8-1998, της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης και με την από30-8-1998 αγωγή της αρχικής διαδίκου (Γ. Σ.) που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17/2007του ίδιου Δικαστηρίου και 381/2009 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11-6-2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 6-12-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1710 παρ.1, 1712, 1721, 1846, 1193, 1195, 1198, 1199 και 1033 ΑΚ, συνάγεται ότι η κυριότητα ακινήτου αποκτάται παραγώγως, με κληρονομική μεν διαδοχή, από τον θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον ο κληρονόμος αποδεχθεί την κληρονομιά με δημόσιο έγγραφο και μεταγράψει την περί αποδοχής δήλωσή του, με συμφωνία δε, μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, η οποία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβάλλεται σε μεταγραφή.
Για τη μεταβίβαση, με τους τρόπους αυτούς, της κυριότητας του ακινήτου, προϋπόθεση είναι ο αποβιώσας ή εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της να ήταν κύριος του ακινήτου. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045, 1051 ΑΚ, συνάγεται, ότι, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα, εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.
Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Τέλος, για μεν την ίδρυση του από το αρθρ. 559 αριθ.1α ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, πρέπει το δικαστήριο να απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή να αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος ή να προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, ενώ για την ίδρυσή του από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πρέπει, από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, να μην προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση, της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: "Με το υπ' αριθμ. .../3-10-1879 διανεμητήριο συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Κορίνθου Ιωάννη Λασίου, που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο 5/159 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Περαχώρας, διανεμήθηκε σε ακτήμονες δημότες με κλήρωση κοινοτική αγροτική έκταση κειμένη στη θέση "Κήποι ή Λειβαδάκι" της κτηματικής περιφέρειας Λουτρακίου Ν.Κορινθίας.
Με το διανεμητήριο αυτό δημιουργήθηκαν 384 συνολικά "κήποι", εκτάσεως 750 τ.μ. ο καθένας. Δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1985 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Κορίνθου Αθ. Ρομπόκου, που μεταγράφηκε νόμιμα, η Μ. Σ. (1η εκκαλούσα) απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα λόγω πωλήσεως από την Α. θυγ. Π. Δ. ένα οικόπεδο που βρίσκεται στην πόλη του Λουτρακίου και επί της οδού Καποδιστρίου, εμβαδού 285,67 τ.μ., οριζόμενο ανατολικά με ιδιοκτησία αδελφών Π., δυτικά με ιδιοκτησία Γ.
Σ. και Γ. Κ., βόρεια με τη δημοτική οδό Καποδιστρίου και νότια με ιδιοκτησία Μ.. Στο συμβόλαιο αυτό αναφέρεται ότι το πωλούμενο αποτυπούται εις το προσαρτώμενο εις αυτό από Σεπτεμβρίου 1983 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονος μηχανικού Κ. Θ.. Η Α. Δ., ετεροθαλής αδελφή της Γ. Σ., απέκτησε το ακίνητο αυτό από κληρονομιά της την 27-11-1957 αποβιώσασας μητέρας της Ε.
χήρας Π. Δ., δυνάμει της υπ' αριθμ. .../1943 δημόσιας διαθήκης της που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Κορίνθου Π. Βαρδάκα και δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμ. 252/ 1968 πρακτικό του Πρωτοδικείου Κορίνθου, κληρονομιά που αποδέχθηκε με την υπ' αριθμ. .../1968 πράξη του συμβολαιογράφου Κορίνθου Βασ. Σπηλιόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα.
Με τη σύνταξη του υπ' αριθμ. .../ 1985 συμβολαίου, η Μ. Σ. νέμεται και κατέχει διανοία κυρίας το ως άνω ακίνητο, οριοθετώντας το, εκμισθώνοντας το και συνεχίζουσα την υπό της αποβιώσασας την 27-12-1957 Ε. Δ., καλή τη πίστει, διανοία κυρίας και νόμιμο τίτλο, συνεχή και αδιάλειπτο νομή και κατοχή της δικαιοπαρόχου της Α.
Δ.. Η Ε. Δ. απέκτησε το ακίνητο αυτό με αγορά από την αληθή κυρία Π. Α., δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1921 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Γερασίμου Λασίου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Η άλλη ενάγουσα Γ. Σ. απέκτησε το ακίνητό της με το υπ' αριθμ. .../1936 προικοσυμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κορίνθου Παν. Βαρδάκα, που μεταγράφηκε νόμιμα, κατά ψιλή κυριότητα και κατ' επικαρπία ο κατ' έτος 1949 αποβιώσας σύζυγός της, από τη μητέρα της Ε.
Δ., η οποία το είχε αποκτήσει σε μεγαλύτερη έκταση με αγορά από την Π. Α. με το προμνημονευθέν υπ' αριθμ. .../1921 συμβόλαιο του Γερασίμου Λασίου, που μεταγράφηκε νόμιμα, μέσα στο οποίο η Ε. Δ. κατά τα έτη 1930-1932 ήγειρα οικοδομή. Στην από Μαΐου 2006 τεχνική έκθεση του Δασολόγου Δ. Κ. αναγράφεται ότι εντός του ακινήτου και ειδικότερα στη ΝΔ πλευρά του τμήματος Ι υφίστατο από το 1940 μέχρι το 1981 μια κεραμοσκεπής οικία εμβαδού 37 τ.μ.
το 1940 και 32 τ.μ. το 1952, από την οποία και λόγω του σεισμού του 1981 απέμειναν κατά το Μάϊο του ίδιου έτους μόνο τα υπολείμματα της βόρειας και ανατολικής τοιχοποιίας του, τα οποία κατεδάφισε ο Γ. Ρ. με εντολή των εναγουσών. Επίσης σε επαφή με τη βόρεια πλευρά του μανδροτοίχου, που υπήρχε στη ΝΑ πλευρά του τμήματος Ι και στη συνέχεια της οικίας, υπήρχε πριν από το 1952 και μέχρι το 1967 χαμηλό κτίσμα εμβαδού 15 τ.μ.
Στην έκθεση του διορισθέντος από το Δικαστήριο πραγματογνώμονα το επίδικο ακίνητο ταυτίζεται με το κληροτεμάχιο 173 του από 10-6-1931 διαγράμματος του πολιτικού μηχανικού Μ. με το αιτιολογικό ότι αυτό προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, χωρίς όμως από αυτήν να προκύπτει κάτι τέτοιο, που είναι άλλωστε και το ζητούμενο.
Στο ίδιο κεφάλαιο αναφέρεται ότι στο προεκτεθέν διανεμητήριο συμβόλαιο του 1879 του συμβολαιογράφου Κορίνθου Ι. Δάσιου, ο Κ. Π. έλαβε το προς ανατολάς του επιδίκου ακίνητο (κληροτεμάχιο 141) πλην όμως ο Χ. Κ. Π. δηλώνει στο υπ' αριθμ. .../1962 συμβόλαιο ανταλλαγής ακινήτων ότι ανταλλάσσει ένα τμήμα κήπου με αριθμό 141 εκτάσεως 175 τ.μ.
και δηλώνει ότι το κατέχει εκ χρησικτησίας και όχι ως απώτερος δικαιοπάροχος του Κ. Π.. Στις παρατηρήσεις επί των τίτλων της παραπάνω έκθεσης αναφέρεται ότι η οδός που αναγράφεται στο .../1921 συμβόλαιο αγοράς της Ε. Δ. ως δυτικό όριο της ιδιοκτησίας που αγόρασε είναι η οδός Καραϊσκάκη που από τότε ήταν διανοιγμένη και ως εκ τούτου η ιδιοκτησία της Ε.
Δ. είναι το κληροτεμάχιο 205 του σχεδιαγράμματος του 1931. Στο κεφάλαιο όμως της περιγραφής του επιδίκου αναφέρεται ότι το κληροτεμάχιο 205 το πήρε ο Π. Κ. και αν το τεμάχιο αυτό βρίσκεται 50 μέτρα δυτικά της επίδικης έκτασης, όπως αναγράφεται στην παραπάνω έκθεση, τότε το κληροτεμάχιο 173 που είναι σε επαφή με το ανατολικό όριο του 205 και που αναμφισβήτητα είναι αυτό που περιλαμβάνεται στον τίτλο του Δ.
Μ., δεν είναι επίδικο, αλλά βρίσκεται νοτιοδυτικά του επιδίκου, όπως προέκυψε και από την τοποθέτηση του κληροτεμαχίου 173 σε σχέση με τη θέση του ως προς τη θέση του σχολείου που απεικονίζεται στο διάγραμμα διανομής κληροτεμαχίων του 1931. Επιβεβαιώνεται όμως στην έκθεση του πραγματογνώμονα ότι στην επίδικη έκταση υπήρχε κτίσμα το οποίο εμφανίζεται στην αεροφωτογραφία του 1960.
Σε όλες ανεξαιρέτως τις εκθέσεις μνημονεύεται το κτίσμα εντός του επιδίκου, κάτι που δεν έλαβε υπόψη της η εκκαλουμένη αλλά ούτε και η κατ' έφεση επί της υπ' αριθμ. 509/1997 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Κορίνθου εκδοθείσα υπ1 αριθμ. 39/1998 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, που δίκασαν τις από 12-7-1997 αιτήσεις ασφαλιστικών νομής των Γ.
και Μ. Σ.. Η οριογραμμή του, όπως αυτή δίδεται στο από Σεπτεμβρίου 1983 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Κ. Θ., υλοποιείται και ταυτίζεται πλήρως κατά τις διαστάσεις, τα όρια και τη θέση του επί των αεροφωτογραφιών από το έτος 1940 έως το 2000, αφού η ανατολική πλευρά ΘΗΖ αυτού απέχει την ίδια ακριβώς ευθεία απόσταση από τη βορειοανατολική γωνία του σχολείου, η οποία είναι σταθερή και αμετάβλητη από το 1940 τουλάχιστον.
Επιπλέον είχε σταθερό και αμετάβλητο δυτικό όριο την ιδιοκτησία Γ. Ρ. από το 1940, ανατολικά το μανδρότοιχο της ιδιοκτησίας των αδελφών Π. από το 1967 τουλάχιστον και βόρεια τη δημοτική οδό Καποδιστρίου από το 1967. Πριν δε το 1952 και μέχρι το 1940 τουλάχιστον, η νότια πλευρά του οριζόταν από το μανδρότοιχο της πρώην ιδιοκτησίας αφών Μ..
Αποδεικνύεται συνεπώς ότι οι τίτλοι των εναγουσών εφαρμόζονται πλήρως επί των επιδίκων ακινήτων, τα δε οικόπεδα των εναγομένων/εναγόντων δεν έχουν σχέση με τα επίδικα, στα οποία, όπως πλήρως αποδείχθηκε, οι ενάγουσες Γ. και Μ. Σ. και πριν από αυτές οι προκάτοχοί τους ασκούσαν συνεχώς από το 1921 και εντεύθεν όλες τις προσιδιάζουσες σ' αυτά κατωτέρω εκτιθέμενες πράξεις νομής, η οποία (νομή) δεν καταλύθηκε από μεταγενέστερες πράξεις νομής των Ι.
και Β. Β.. Ειδικότερα με την άδεια των Γ. και Μ. Σ. ο Γ. Ρ. τοποθετούσε από το 1962 εντός των οικοπέδων τους μηχανήματα και φορτηγά αυτοκίνητα της επιχείρησής του, ο Α. Μ., αμαξάς, από το 1962 μέχρι το 1980 περίπου στέγαζε το άλογό του στην οικία Δ.. Την οικία αυτή είχαν μισθώσει από την Α. Δ. ο Μ. Π. κατά τα έτη 1958-1959, ο Ι.
Κ. το 1947 και αργότερα ο Σ. Ρ. και ο Α. Ν.. Με το υπ' αριθμ. .../1951 προικοσυμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κορίνθου Κων. Καλλίρη, ο Δ. Π. Μ. παραχώρησε ως προίκα στο Γ. Ι. Β., πατέρα των εναγόντων/εναγομένων και νυν εφεσίβλητων, υπέρ της θυγατέρα του Α., μητέρας των εφεσίβλητων, το ήμισυ οικοπέδου εκτάσεως 750 τ.μ., δηλ. 375 τ.μ.
προς τη νότια πλευρά, του οποίου ολόκληρη η νότια πλευρά συνορεύει με ιδιοκτησία Σ. Α.. Το επίδικο όμως οικόπεδο συνορεύει σε όλη την πλευρά με οικόπεδο πρώην ιδιοκτησίας Μ., το οποίο είχε αγοράσει η Μ. Μ. δυνάμει του υπ' αριθμ. .../2.8.1926 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Κορίνθου Κων. Καλλίρη από την Α. Μ. όπως μνημονεύεται στο υπ' αριθμ. .../1983 συμβόλαιο με το οποίο ο εγγονός της Μ.
Μ., Γ. Π.-Μ. πώλησε το οικόπεδο του. Αποδεικνύεται συνεπώς ότι στο .../1951 συμβόλαιο το περιγραφόμενο ακίνητο δεν βρίσκεται βορείως του οικοπέδου Μ., αλλά εκεί βρίσκονται τα ακίνητα των εναγουσών Γ. και Μ. Σ., όπως αναφέρεται και στο από 6-12-1955 σχεδιάγραμμα του οικοπέδου Μ.. Από όλα τα ανωτέρω προσαγόμενα μετ' επικλήσεως έγγραφα αποδεικνύεται πλήρως ότι τόσον οι αρχικές ενάγουσες Γ.
και Μ. Σ., όσον και οι εγγύτεροι και απώτεροι δικαιοπάροχοί τους, ο καθένας από της σ' αυτόν περιελεύσεως δυνάμει των προεκτεθέντων συμβολαιογραφικών εγγράφων νέμονται και κατέχουν, παρ' αληθών κυρίων αποκτήσαντες, τα εις αυτούς περιελθόντα ακίνητα διάνοια κυρίων και με καλή πίστη και δη η Γ. Σ. του δυτικού ημίσεως τμήματος, εμβαδού 285,67 τ.μ.
και η Μ. Σ. του ανατολικού ημίσεως τμήματος, εμβαδού ομοίως 285,67 τ.μ., τα οποία κατείχαν μέχρι την κατά την 8-7-1997 προσβολή της κυριότητός τους υπό των αντιδίκων τους εφεσίβλητων, οι οποίοι μετέβησαν στα ανωτέρω οικόπεδα και δια σκαπτικών μηχανημάτων προέβησαν στην εκσκαφή τους για την κατασκευή θεμελίων ανεγέρσεως οικοδομής".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε, ότι οι ένδικες από 30.8.1998 αγωγές των αναιρεσιβλήτων περί αναγνώρισης της κυριότητάς τους στα επίδικα-δύο ακίνητα-οικόπεδα-, εμβαδού 285,67 τ.μ. το καθένα, αντίστοιχα, που έχουν ως βάση τον παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητάς τους με το πιο πάνω αγοραπωλητήριο .../1985 συμβόλαιο και .../1936 προικοσυμβόλαιο, αντίστοιχα, που έχουν νόμιμα μεταγραφεί, και πάντως τον πρωτότυπο τρόπο της τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας, πρέπει να γίνουν δεκτές ως βάσιμες και κατ' ουσίαν και αντίθετα, να απορριφθεί η από 30.12.1997 διεκδικητική των αυτών ακινήτων αγωγή των αναιρεσειόντων ως ουσιαστικά αβάσιμη, ακολούθως δε δέχτηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της εκκαλούμενης απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει αντίθετη κρίση.
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, σωστά τις άνω διατάξεις του ΑΚ για κτήση της κυριότητας με παράγωγο τρόπο και πάντως με πρωτότυπο τρόπο (τακτική ή έκτακτη χρησικτησία) ερμήνευσε και εφάρμοσε, περιέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, καθόσον αφορά τόσο την παραδοχή των ανωτέρω αγωγών των αναιρεσιβλήτων, όσο και την απόρριψη της αγωγής των αναιρεσειόντων και συνεπώς οι τρίτος, πέμπτος και έκτος λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, με τους οποίους, υπό τις αντίστοιχες αιτιάσεις, υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Η περιλαμβανόμενη στον έκτο αναιρετικό λόγο αιτίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις του α.ν. 431/ 1968, εφόσον δέχτηκε ότι τα επίδικα ήταν δεκτικά χρησικτησίας, ενώ, ως τμήματα κλήρου, δεν ήταν τέτοια, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο εν λόγω ισχυρισμός, που στηρίζει την επικαλούμενη αναιρετική πλημμέλεια και δεν εμπίπτει σε καμία από τις προβλεπόμενες στη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ εξαιρέσεις, είχε προταθεί νόμιμα στο Εφετείο από τους αναιρεσείοντες εφεσιβλήτους, με τις προτάσεις τους στο Εφετείο, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να προβληθεί παραδεκτά ως αναιρετική πλημμέλεια στον Άρειο Πάγο (άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτωση γ' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν λήφτηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας συγκεκριμένο μέσο απόδειξης.
Δεν γεννάται όμως ο λόγος αυτός, αν από τη γενική μνεία ότι λήφτηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος έστω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφτηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο που επικαλείται ο αναιρεσείων. Εξάλλου, οι ένορκες βεβαιώσεις, που έχουν ληφθεί εξ αφορμής άλλης δίκης, πριν από την άσκηση της αγωγής, και προσκομίζονται με επίκληση κατά τη συζήτησή της, δεν αποτελούν ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, που προβλέπονται από τα άρθρα 270 παρ.2 εδ.β' του ΚΠολΔ (όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 του ν. 2915/29.5.2001 και ήδη την αντικατάστασή του με το άρθρο 28 του ν. 3994/ 2011) και τυγχάνει εφαρμογής στην προκείμενη υπόθεση, κατ' άρθρο 22 του ν. 2915/29.5.2001, εφόσον ο χρόνος της πρώτης συζήτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου είχε ορισθεί πριν από τη 11.1.2002, ώστε να απαιτείται ειδική μνεία αυτών στην απόφαση, αλλά αποτελούν απλά έγγραφα που συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Έτσι, οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις, που δεν έχουν ληφθεί για να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικά μέσα σε συγκεκριμένη δίκη, αλλά λήφθηκαν πριν από την έναρξη αυτής εξ αφορμής άλλης, δεν απαιτείται να μνημονεύονται ειδικώς στην απόφαση, αλλά αρκεί να βεβαιώνεται στην τελευταία γενικώς, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ώστε να μην καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και τα έγγραφα των εν λόγω ενόρκων βεβαιώσεων.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πρώτο, όγδοο και ένατο, όπως ορθά εκτιμάται, λόγους της αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.γ' του ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να σχηματίσει το πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που αυτοί επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών τους για την ταυτότητα του επιδίκου και τη νομή του από αυτούς με τα προσόντα της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας καθώς και προς αντίκρουση του αντίστοιχου ισχυρισμού των αναιρεσιβλήτων και, ειδικότερα, δεν έλαβε υπόψη:
1. Αντίγραφο της υπ' αριθ. 218/1999 προδικαστικής απόφασης του Πολυμ. Πρωτοδικείου Κορίνθου, με την οποία συνεκδικάστηκαν οι τρεις αγωγές και η οποία διέταξε αποδείξεις και την ενέργεια πραγματογνωμοσύνης.
2. Την υπ' αριθ. 1999/1999 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Κορίνθου ..., από την οποία προκύπτει η νόμιμη επίδοση της άνω προδικαστικής απόφασης στις εναγόμενες.
3. Αντίγραφο της υπ' αριθ. 5/2000 απόφασης του Πολ. Πρωτ. Κορίνθου, (βάσει της οποίας διορίσθηκε πραγματογνώμονας ο τοπογράφος μηχανικός Ν.Ι. Κ. σε αντικατάσταση του διορισθέντος πραγματογνώμονα Ν. Κ. με την υπ' αριθ. 218/1999 προδικαστική απόφαση.
4. Αντίγραφο της υπ' αριθ.47/1999 πράξης του Εισηγητή-Δικαστή, με την οποία ορίστηκε ημερομηνία εξέτασης μαρτύρων η 23-11 -1999.
5. Αντίγραφο της υπ' αριθ.8/2006 εκθέσεως πρακτικών εξέτασης μαρτύρων ενώπιον του Εισηγητή-Δικαστή, στην οποία έχουν καταχωρηθεί οι καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων Δ. Σ., Κ. Π. και Α. Ρ..
6. Επικυρωμένο αντίγραφο της υπ' αριθ. 2/2005 Εισηγητικής Έκθεσης, στην οποία έχει καταχωρηθεί η κατάθεση του μάρτυρά τους Κ. Α. που εξετάστηκε ενώπιον του εντεταλμένου Δικαστή.
7. Αντίγραφο της από μηνός Ιουνίου 2004 ΕΚΘΕΣΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΟΓΝΩΜΟΣΥΝΗΣ που συντάχθηκε από τον νομίμως από το Δικαστήριο διορισθέντα πραγματογνώμονα τοπογράφο μηχανικό Ν. Κ., που κατατέθηκε στις 27-8-2004, βάσει της υπ' αριθ. 16/2004 πράξης κατάθεσης του Γραμματέα Πρωτοδικών Κορίνθου, καθώς και επικυρωμένο αντίγραφο του συνοδεύοντος την άνω ΕΚΘΕΣΗ από μηνός Ιουνίου 2004 τοπογραφικού διαγράμματος του άνω πραγματογνώμονα, το οποίο κατατέθηκε μαζί με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης.
8. Αντίγραφο των κατά την πρώτην της υποθέσεως συζήτηση κατατεθεισών προτάσεών τους, τις οποίες κατάθεσαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου προς υποστήριξη της ένδικης διεκδικητικής αγωγής τους και απόκρουση των αντιθέτων αναγνωριστικών αγωγών που άσκησαν εναντίον τους οι εναγόμενες και οι οποίες συνεκδικάστηκαν με την διεκδικητική αγωγή τους με την υπ' αριθ. 218/1999 προδικαστική απόφαση, τις ως άνω δε προτάσεις μας, στις οποίες και αύθις αναφέρθηκαν, θεώρησαν ενιαίες με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις τους.
9. Αντίγραφα των προτάσεων που κατάθεσαν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο προς απόκριση των αγωγών καί κατά την πρώτη συζήτησή τους των εναγουσών της Γ. χήρας Β. Σ. και της θυγατέρας της Μ. Σ., που συνεκδικάστηκαν με τη διεκδικητική αγωγή τους.
10. Όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν κατά την πρώτη συζήτηση των συνεκδικασθεισών αγωγών στο πρωτόδικο.
11. Αντίγραφο της από 30-12-97 διεκδικητικής αγωγής τους, καθώς και αντίγραφα των αναγνωριστικών αγωγών των αντιδίκων Γ. χήρας Β. Σ. και Μ. Β. Σ. (σχετ.1α, 1β), μολονότι στην 1η σελίδα κάθε αγωγής αναγράφεται "ΔΙΕΚΔΙΚΗΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ".
12. Αντίγραφο του υπ' αριθ. .../3-10-1879 διανεμητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου ποτέ Κορίνθου Ιωάννη Δασίου, νόμιμα μεταγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του τέως Δήμου Περαχώρας στο τόμο 5 και αριθ.159, βάσει του οποίου έγινε το 1879 η διανομή της τοποθεσίας "ΚΗΠΟΙ" ή "ΛΕΙΒΑΔΑΚΙ" περιφ. Λουτρακίου ανάμεσα στους κατοίκους Λουτρακίου.
13. Αντίγραφο του παμπάλαιου αριθμητικού πίνακα, ο οποίος συνοδεύει το ανωτέρω .../1879 διανεμητήριο, στον οποίο εμφαίνονται όλοι οι λαχόντες δικαιούχοι στους οποίους διαμοιράστηκε η τοποθεσία "ΚΗΠΟΙ" ή "ΛΕΙΒΑΔΑΚΙ" Λουτρακίου και ο αριθμός κλήρου που έλαχε ο καθένας δικαιούχος.
14. Το από 10-6-1931 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Μ., το οποίο λήφθηκε από το αρχείο του Δήμου Λουτρακίου στις 18-7-1997 και έχει επικυρωθεί από την αρμόδια υπάλληλο του Δήμου Δ. Μ. και στο οποίο σχεδιάγραμμα εμφαίνονται με αριθμούς, όλοι οι κλήροι (κήποι) οι οποίοι αναφέρονται στο παραπάνω .../1879 διανεμητήριο.
15. Αντίγραφο του υπ' αριθ. .../23-12-1936 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου ποτέ Περαχώρας Δημ. Μπαχταλιά, νόμιμα μεταγραμμένου στο τόμο 34 και αριθ.18 των βιβλίων μεταγραφών του τέως Δήμου Περαχώρας, βάσει του οποίου ο Β. Α. Β., γιος του Α. Ι. Β. ή Κ. επώλησε και μεταβίβασε το υπ' αριθ. 173 οικόπεδο (κήπο) που έλαχε ο πατέρας του στη διανομή του 1879 στο Δ. Π. Μ. πατέρα της μητέρας τους Α. Β..
16. Αντίγραφο του υπ' αριθ. .../1951 προικοσυμφώνου συμβολαίου του συμβολαιογράφου ποτέ Κορίνθου Κων. Καλλίρη νόμιμα μεταγραμμένο στο τόμο 38 και αριθ.114 των βιβλίων μεταγραφών του τέως Δήμου Περαχώρας, βάσει του οποίου ο πατέρας της μητέρας τους Α. και εκ μητρός πάππος τους, Δ. Π. Μ., από το όλο οικόπεδο του εμβαδού 750 τ.μ. και με αριθμό 173, παρεχώρησε λόγω προικός στην θυγατέρα του και μητέρα του Α. το ήμισυ διαιρετώς και προς το νότιο μέρος του εν λόγω 173 οικοπέδου.
17. Αντίγραφο του υπ' αριθ. .../1956 συμβολαίου του συμβολαιογράφου ποτέ Λουτρακίου Περαχώρας Περικλή Νικολακοπούλου, νόμιμα μεταγραμμένου στον τόμο 41 και αριθ.227 των αυτών ως άνω βιβλίων, μεταγραφών, βάσει του οποίου ο προαναφερόμενος πάππος τους εδώρισε και το άλλο εναπομείναν τμήμα του 173 οικοπέδου στη θυγατέρα του και μητέρα μας Α..
18. Αντίγραφα των υπ' αριθ. 442 και 443/1994 δηλώσεων φόρου κληρονομιάς στις οποίες αναφέρεται και το επίδικο οικόπεδο.
19. Αντίγραφο της υπ' αριθ. .../1995 πράξης αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Λουτρακίου Παν. Γεωργόπουλου νόμιμα μεταγραμμένης στο τόμο ... και αριθ. 137, 138 των αυτών ως άνω βιβλίων μεταγραφών, από την οποία προκύπτει, ότι αποδέχτηκαν την κληρονομιά της μητέρας τους Α. που απεβίωσε το 1992 και του πατέρα τους, ... που απεβίωσε το 1994, στην κληρονομιά των οποίων περιλαμβάνεται και το 173 οικόπεδο (επίδικο).
20. Τα υπ' αριθ. πρωτ. 3091/1999 και 3092/1999 πιστοποιητικά φόρου κληρονομιάς της Δ.Ο.Υ. Κηφισίας, καθώς και τις με αριθ. πρωτ. 7816/97 και 1479/2005 ΒΕΒΑΙΩΣΕΙΣ του Δημάρχου Λουτρακίου, από τις οποίες προκύπτει ότι δεν οφείλουν Τέλη Ακίνητης Περιουσίας (Τ.Α.Π.) στο Δήμο Λουτρακίου σχετικά με το επίδικο οικόπεδο.
21. Το από μηνός Φεβρουαρίου 1993 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού ... Π., στο οποίο εμφαίνεται το επίδικο οικόπεδό τους με τα ψηφία ΑΒΓΔΕΖΗΑ εμβαδού 572,48 τετρ. μέτρων, το οποίο οικόπεδό τους ταυτίζεται απόλυτα με τον 173 κλήρο το ως άνω και έχει προσαρτηθεί στην υπ' αριθ. .../1995 πράξη, αποδοχής κληρονομιάς.
22. Αντίγραφο του υπ' αριθ. .../5-12-1996 προσυμφώνου μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου και εργολαβικού που συντάχθηκε στο συμβολαιογράφο Λουτρακίου Παν. Γεωργόπουλο από το οποίο προκύπτει, ότι ανάθεσαν στους εις το άνω προσύμφωνο αναφερόμενους εργολήπτες, την ανέγερση στο παραπάνω οικόπεδό τους πολυωρόφου οικοδομής με αντιπαροχή.
23. Αντίγραφο της υπ' αριθ. 69/1997 άδειας του Πολεοδομικού Γραφείου Λουτρακίου, που εκδόθηκε επ' ονόματί τους, προκειμένου να ανεγείρουν στο επίδικο οικόπεδό τους τετραώροφη πολυκατοικία με πυλωτή και υπόγειο.
24. Αντίγραφο της από 12-7-1997 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων νομής, που άσκησε εναντίον τους στο Ειρηνοδικείο Κορίνθου η 1η των εναγομένων Γ. χα Β. Σ..
25. Αντίγραφο της από 12-7-1997 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων νομής που άσκησε εναντίον τους στο Ειρηνοδικείο Κορίνθου η 2η εναγομένη Μ. Σ..
26. Τις υπ' αριθ. .../1997, .../1997 και .../1997 τρεις ένορκες βεβαιώσεις που έδωσαν στον Ειρηνοδίκη Κορίνθου οι Ν. Δ. Ζ., Α. Χρ. Π. και Δ. Κ. Ρ., κάτοικοι ..., τις παραπάνω δε ένορκες βεβαιώσεις προσκόμισαν και επικαλέστηκαν κατά τη συζήτηση των ανωτέρω αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων των αντιδίκων και προς απόκρουση αυτών κατά τη δικάσιμο της 24-7-1997 κατά την οποία συνεκδικάστηκαν οι εν λόγω αιτήσεις, επί των οποίων εκδόθηκε η υπ' αριθ. 509/1997 απόφαση του Ειρηνοδικείου, η οποία μολονότι στο σκεπτικό της δέχεται ότι το 173 οικόπεδο έλαχε ο απώτερος δικαιοπάροχός μας Α. Ι. Β. και ότι τούτο ταυτίζεται με το επίδικο, εντούτοις όλως εσφαλμένως αποφαίνεται ότι τελευταίες νομείς των επιδίκων είναι οι εναγόμενες και έτσι έκαμε δεκτές τις αιτήσεις τους αυτές.
27. Αντίγραφο των υπ' αριθ. 509/97 πρακτικών του Ειρηνοδικείου Κορίνθου.
28. Αντίγραφο της υπ' αριθ. 39/1998 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, η οποία με ένα εμπεριστατωμένο και τεκμηριωμένο σκεπτικό δέχεται ότι το 173 οικόπεδο έλαχε κατά τη γενομένη το 1979 διανομή ο απώτερος δικαιοπάροχός τους Α. Ι. Β. και ότι αυτό ταυτίζεται με το επίδικο και ότι αυτοί είναι τελευταίοι συννομείς του επιδίκου και τελικά εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου και κατόπιν τούτου ανακατέλαβαν τη νομή του επιδίκου την οποία ασκούν έκτοτε και μέχρι σήμερα.
29. Επίσημο αντίγραφο του από μηνός Σεπτεμβρίου 1983 τοπογραφικού διαγράμματος του αρχιτέκτονα μηχανικού Κ. Θ., το οποίο έχει προσαρτηθεί στο υπ' αριθ. .../ 1985 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κορίνθου Αντων. Ρομπόκου, το οποίο συμβόλαιο επικαλείται ως τίτλο κτήσεως η εκ των αντιδίκων Μ. Β. Σ..
30. Αντίγραφο των υπ' αριθ. .../1936 προικοσυμβολαίου του συμβολαιογράφου ποτέ Κορίνθου Χρ. Βαρδάκα νόμιμα μεταγραμμένου (τ.33/377) στα βιβλία μεταγραφών του τέως Δήμου Περαχώρας, το οποίο ως άνω συμβόλαιο επικαλείται ως τίτλο κτήσεως του εις την αγωγή της περιγραφόμενου ακινήτου η εκ των εναγομένων Γ. χήρα Β. Σ..
31. Αντίγραφο του υπ' αριθ. .../1985 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Κορίνθου Αντ. Ρομπόκου, νόμιμα μεταγραμμένου, το οποίο επικαλείται ως τίτλο κτήσεως η εκ των αντιδίκων Μ. θυγ. Β. Σ. του ακινήτου που περιγράφεται στο άνω συμβόλαιο.
32. Αντίγραφο του υπ' αριθ. .../1921 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου ποτέ Κορίνθου Γερασίου Δασίου νόμιμα μεταγραμμένου (τ.26/243) το οποίο οι αντίδικοι επικαλούνται ως τίτλο κτήσεως του όλου επιδίκου εκ μέρους της απώτερης δικαιοπαρόχου τους Ε. συζύγου Π. Δ., πρώην Κ. Α., το γένος Γ. Φ..
33. Αντίγραφο της υπ' αριθ. .../1943 δημόσιας διαθήκης της Ε. συζ. Π. Δ. (δικαιοπαρόχου των αντιδίκων) που έχει συνταχθεί ενώπιον του συμβολαιογράφου ποτέ Κορίνθου Παν. Βαρδάκα, που έχει δημοσιευθεί νόμιμα με το υπ' αριθ. 252/1957 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου.
34. Αντίγραφο της υπ' αριθ. .../1968 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της Α. θυγ. Π. Δ. (δικαιοπαρόχου της αντιδίκου Μ. Σ.) που έχει συνταχθεί ενώπιον του συμβολαιογράφου ποτέ Κορίνθου Αθ. Ρομπόκου νόμιμα μεταγραμμένης.
35. Αντίγραφο του υπ' αριθ. .../1962 προικοσυμφώνου του συμβολαιογράφου ποτέ Κορίνθου Κων. Παβέλα, νόμιμα μεταγραμμένο.
Οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης, ως προς τα υπό στοιχεία α μεν 1, 2, 3, 4, 8, 9 και 11 αποδεικτικά μέσα, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, εφόσον δεν πρόκειται για αποδεικτικά μέσα -έγγραφα, αλλά για διαδικαστικά, ενώ ως προς τα υπό στοιχείο 10 αποδεικτικά μέσα πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, εφόσον δεν μνημονεύονται σ' αυτό τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα - έγγραφα, που δεν λήφθηκαν υπόψη.
Περαιτέρω, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και, ειδικότερα, από την περιεχόμενη σ' αυτήν βεβαίωση, ότι λήφθηκαν υπόψη η με αριθμό 16/2004 έκθεση πραγματογνωμοσύνης (η οποία μάλιστα και σχολιάζεται) καθώς και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα - στα οποία περιλαμβάνονται και οι στο στοιχείο 26 αναφερόμενες ..., ...
και .../1997 ένορκες βεβαιώσεις, που έχουν ληφθεί εξ αφορμής άλλης δίκης, πριν από την άσκηση των ένδικων αγωγών, για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κορίνθου - σε συνδυασμό με τις σκέψεις που η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού της πορίσματος, δεν καταλείπεται καμία απολύτως αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις τόσο την έκθεση πραγματογνωμοσύνης όσο και όλα τα υπό στοιχείο 56 και 12 έως 35 έγγραφα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός.
Επομένως, οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης ως προς τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
ΙΙΙ. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει σ' αυτό ο νόμος, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα σ' ένα από αυτά.
Τα δημόσια έγγραφα έχουν αυξημένη αποδεικτική δύναμη αν παράγουν πλήρη απόδειξη, κατά το άρθρο 438 ΚΠολΔ, εφόσον, εκτός άλλων, προέρχονται από πρόσωπο ενώπιον του οποίου έγιναν τα σ' αυτά βεβαιούμενα και είναι καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση και όχι όταν εκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια.
Τα ιδιωτικά έγγραφα, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 445 ΚΠολΔ, εφόσον έχουν συνταχθεί σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους και η γνησιότητά τους αναγνωρίστηκε ή αποδείχθηκε, αποτελούν κατ' αρχήν πλήρη απόδειξη ως προς το ότι η περιεχόμενη σ' αυτά δήλωση προέρχεται από τον εκδότη τους και όχι ως προς άλλα γεγονότα, τα οποία, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο.
Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 387 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία, το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τη γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων προκύπτει, ότι ελεύθερα εκτιμώνται όχι μόνο το πόρισμα και οι κρίσεις του πραγματογνώμονα αλλά και όσα βεβαιώνονται στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης, ότι ενήργησε ο ίδιος ή ότι έγιναν ενώπιόν του, διότι η εν λόγω έκθεση πραγματογνωμοσύνης είναι ίδιο αποδεικτικό μέσο και όχι το δημόσιο έγγραφο.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τους δεύτερο και έβδομο, κατ' ορθήν εκτίμησή του, λόγους της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν προσέδωσε την αυξημένη αποδεικτική δύναμη των δημόσιων εγγράφων στο προεκτεθέν διανεμητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κορίνθου Ι.
Δάσιου του 1879, στο από 10.6.1931 σχεδιάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Μ. καθώς και στην έκθεση της διαταχθείσας από το Δικαστήριο πραγματογνωμοσύνης, σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα της ταύτισης του επίδικου ακινήτου με τον 173 κλήρο, όπως δέχεται η έκθεση πραγματογνωμοσύνης, αφού ο πραγματογνώμων θέτει μεν ως αφετηρία της σκέψης του τη διανομή του 1879 και το σχεδιάγραμμα του 1931, στη συνέχει όμως, "απαρνείται" την ταύτιση του επίδικου ακινήτου με τον 173 κλήρο, και, έτσι, "προσδίδει άλλη διάσταση στην πραγματογνωμοσύνη, έμμεσα δε και στο σχεδιάγραμμα του 1931".
Οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, διότι το επίμαχο διανεμητήριο συμβόλαιο του 1879 δεν αποτελεί στην προκείμενη περίπτωση, πλήρη απόδειξη, ως προς τα βεβαιούμενα σ' αυτό, κατά την προεκτιθέμενη διάταξη του άρθρου 438 ΚΠολΔ, αφού η περιγραφή του επίδικου ακινήτου και η ταύτισή του με τον 173 κλήρο δεν αποτελεί γεγονός από εκείνα που έχουν γίνει ενώπιον του συντάκτη του - συμβολαίου - ο οποίος και δεν ήταν αρμόδιος για τη βεβαίωσή του, ενώ εξάλλου από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο τα παραπάνω έγγραφα, -συμβόλαιο και σχεδιαγράμματα - καθώς και την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, εκτίμησε ελεύθερα, κατ' άρθρα 340 και 387 ΚΠολΔ, μαζί με τα υπόλοιπα, κατ' είδος αναφερόμενα, αποδεικτικά μέσα.
IV. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει λόγον αναιρέσεως, είναι τα από τις διατάξεις των άρθρων 432 επ. προβλεπόμενα έγγραφα που παρέχουν άμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου του επικαλουμένου και προσκομίζοντος αυτά. Τέτοια όμως έγγραφα δεν είναι, όπως έχει ήδη εκτεθεί, οι εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης (άρθρο 339 ΚΠολΔ). Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 20 τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά τον οποίο το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από Ιουνίου 2004 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11.6.2010 αίτηση των: 1) Ι. Β. του Γ. κ.ά., για αναίρεση της 381/2009 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαΐου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ