Supreme Court dismisses appeal against indictment for forgery, upholding lower court's evidence evaluation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Regional Court of Western Macedonia's decision to indict him for forgery. The appellant argued the indictment relied solely on a handwriting expert's report lacking specific reasoning, violating procedural guarantees. The court rejected this, stating the Regional Court properly evaluated all evidence and provided the required detailed justification for its decision.
Legislator headnote
AI generatedArticles 484, 485 of the Code of Criminal Procedure; The Supreme Court holds that a decision to indict must be based on a comprehensive evaluation of all evidence and must contain specific and detailed reasoning, which the Regional Court fulfilled here.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 774 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 774/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ – ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Eυριπίδη Αντωνίου, Αντιπρόεδρο, Χρύσανθο Παπούλια και Κωνσταντίνο Κούκλη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Τσίμα, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Μαρτίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου: Χ, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 68/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δυτικής Μακεδονίας.
Το Συμβούλιο Εφετών Δυτικής Μακεδονίας, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος αυτού, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Νοεμβρίου 2004 αίτησή του αναιρέσεως, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2055/2004.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Χαράλαμπος Μαγκλάρας, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρότασή του, με αριθμό 54/7-2-2006, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω, κατά το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ, με τη σχετική δικογραφία, την από 26-11-2004 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατά του υπ΄αριθμ. 68/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δυτικής Μακεδονίας και εκθέτω τα εξής:
1. Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η υπ' αριθμ. 1/2004 έφεση του αναιρεσείοντος κατά του υπ' αριθμ. 14/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Φλώρινας, με το οποίο έχει παραπεμφθεί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, να δικασθεί για πλαστογραφία με χρήση με σκοπό προσπορισμού περιουσιακού οφέλους δια βλάβης τρίτου, που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών.
2. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε εμπροθέσμως, νομοτύπως και παραδεκτώς, σύμφωνα με τα άρθρα 465 παρ. 1, 473 παρ. 1, 474 και 482 παρ. 1 εδ. α΄ ΚΠΔ, αφού ασκήθηκε στις 26-11-2004 με δήλωση του αναιρεσείοντος στο Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, για την οποία συντάχθηκε η υπ΄αριθμ. 2/26-11-2004 σχετική έκθεση, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στις 19-11-2004 και διαλαμβάνεται σ΄αυτή (έκθεση) ο αναιρετικός λόγος της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθ. 484 παρ. 1 στοιχ. δ΄ ΚΠΔ).
3. Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος, για τον παραπάνω σκοπό, εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο, κατά δε την παράγραφο 3, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ. 2β του ν. 2721/1999, αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (1-2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικά μεν η κατάρτιση από την αρχή εγγράφου (κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ΄ ΠΚ) από τον υπαίτιο είτε με απομίμηση του γραφικού χαρακτήρα είτε με τη θέση της υπογραφής του φερομένου ως συντάκτη, που να το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, υποκειμενικά δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και το σκοπό του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως.
Για τη θεμελίωση της βαρύτερης μορφής της πράξεως, οπότε η πλαστογραφία τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος, απαιτείται πρόσθετος σκοπός του υπαίτιου να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος με βλάβη τρίτου ή να βλάψει άλλον, αν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών, είναι δε αδιάφορο αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε ή όχι.
Ως περιουσιακό όφελος νοείται κάθε βελτίωση της περιουσιακής καταστάσεως του δράστη ή άλλου, υπέρ του οποίου ενεργεί, η οποία επέρχεται με την αύξηση της οικονομικής αξίας της περιουσίας του ωφελουμένου ή προσπορισμός άλλων ωφελημάτων οικονομικού χαρακτήρα ή δια της αποσοβήσεως της μειώσεως της περιουσίας του με βλάβη άλλου, η οποία και μόνη αρκεί για τη θεμελίωση της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος, εάν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών (ΑΠ 1389/1997 «Υπερ.» 1998, 548, 1633/2002 Ποιν Λογ 2002, 1838).
Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ΄ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ΄αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο (ΑΠ 1178/1993, 760/1996, 711/2000 ΠΧ ΜΔ΄ 167, ΜΖ΄ 379, ΝΑ΄ 55 αντίστοιχα).
Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ΄αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατ΄άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ.
β΄ του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση (ΑΠ 760/1996, 1155/2000 ΠΧ ΜΖ΄ 379, ΝΑ΄ 398 αντίστοιχα).
4. Στην προκείμενη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Δυτικής Μακεδονίας που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, δέχθηκε με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ΄αυτό εισαγγελική πρόταση, ότι από τα κατ΄είδος μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα προέκυψαν τα ακόλουθα: Στις 12-11-1994 ο εγκαλών Ζ, πώλησε και παρέδωσε στην εδρεύουσα στο ..., ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «Αφοί ...
ΑΕ» (ήδη μετονομασθείσα σε «Ελληνική Γαλακτοβιομηχανία Βόρας ΑΕ»), της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο κατηγορούμενος, διάφορα εργαλεία και είδη τυροκομείου, αξίας 17.641.000 δραχμών και εξέδωσε το υπ΄αριθμ. 63/12-11-1994 τιμολόγιο πώλησης-δελτίο αποστολής, παρά πόδας του οποίου διαλαμβανόταν η πίστωση του τιμήματος για δύο μήνες.
Ο κατηγορούμενος, ενόψει του ότι η εταιρία του είχε υπαχθεί σε επιδοτούμενο από την Ευρωπαϊκή ΄Ενωση πρόγραμμα (στα πλαίσια του Κανονισμού 866/90) που αφορούσε την βελτίωση των συνθηκών μεταποίησης και εμπορίας γεωργικών προϊόντων, μη έχοντας εξοφλήσει την πιο πάνω οφειλή και πιεζόμενος από τις βραχύτατες προθεσμίες του προγράμματος αυτού, θέλοντας όμως να εμφανίσει ότι όλες οι εργασίες της νέας μονάδας επεξεργασίας γάλακτος είχαν εμπροθέσμως περατωθεί και οι δαπάνες που είχαν πραγματοποιηθεί είχαν πράγματι πληρωθεί, επιδιώκοντας να εισπράξει την τρίτη και τελευταία δόση της αναλογούσας επιδότησης, η οποία δινόταν μόνο κατόπιν πιστοποίησης κατά 100% της εκτέλεσης του έργου και της αποπληρωμής του συνόλου των δαπανών, μεταξύ των άλλων δικαιολογητικών και παραστατικών πληρωμής που υπέβαλε στην Διεύθυνση Γεωργίας ..., προσκόμισε (αδυνατώντας προφανώς να εμφανίσει ως εξοφλημένο το πιο πάνω τιμολόγιο καθώς σ΄αυτό γινόταν μνεία της «επί πιστώσει» πραγματοποιήσεως της πωλήσεως) και το υπ΄αριθμ. 405/14-11-1994 ένταλμα πληρωμής δραχμών 17.641.000, ώστε να δίδεται η εντύπωση ότι το ανωτέρω τιμολόγιο έχει εξοφληθεί και προς τούτο, κάτω από την οικεία θέση «αιτιολογία» του χρηματικού εντάλματος, συμπλήρωσε τη φράση « εξόφληση τιμολογίου 63/12-11-1994» αναγράφοντας αριθμητικώς και ολογράφως το ποσό των 17.641.000 δραχμών, θέτοντας τέλος στη θέση «ο λαβών» κατ΄απομίμηση την μονογραφή του εκδότη του τιμολογίου και πωλητή Ζ.
Το ανωτέρω ένταλμα σφραγίστηκε, μαζί με τα λοιπά δικαιολογητικά, από τη Διεύθυνση Γεωργίας ..., αντίγραφό του παρέμεινε στο αρχείο της υπηρεσίας αυτής και άλλο αντίγραφο με τα υπόλοιπα παραστατικά προωθήθηκε υπηρεσιακώς στη Διεύθυνση Προγραμματισμού και Γεωργικών Διαρθρώσεων του Υπουργείου Γεωργίας στην Αθήνα, προκειμένου κατόπιν του τελικού ελέγχου να εγκριθεί και να αποσταλεί μέσω της Αγροτικής Τράπεζας η αναλογούσα επιδότηση.
Διαρκούσης τόσο της διμήνου προθεσμίας, που είχε συμφωνηθεί για την αποπληρωμή του τιμήματος των 17.641.000 δραχμών, η οποία παρήλθε άπρακτη, όσο και κατά τη διάρκεια του επομένου έτους 1995, συνεχίζονταν οι πωλήσεις εκ μέρους του εγκαλούντα Ζ, προς την εταιρία «Αφοί ... Α.Ε.», με τις τελευταίες πάντως, ενόψει της μη τακτοποίησης της προγενέστερης και σε σεβαστό ύψος ανερχόμενης οφειλής, να είναι πολύ μικρότερου οικονομικού αντικειμένου.
Η «Αφοί ... Α.Ε.» συνέχιζε να επιδεικνύει ασυνέπεια απέναντι στις οικονομικές της υποχρεώσεις προς τον Ζ και ο κατηγορούμενος κώφευε στις κατ΄επανάληψη οχλήσεις του τελευταίου. Τούτο είχε ως συνέπεια η από οκταετίας μεταξύ τους σχέση να διαρραγεί και τελικά να διακοπεί, μετά μάλιστα και την σε αυστηρό τόνο γραμμένη προειδοποιητική επιστολή που απέστειλε ο Ζ, στις 27-8-1996, στην πιο πάνω εταιρία, με την οποία την καλούσε να εξοφλήσει το χρέος της και συγχρόνως τους γνώριζε ότι η οφειλή βαρυνόμενη με τους νόμιμους τόκους είχε ανέλθει σε μεγάλο ύψος.
Ο κατηγορούμενος και μετά το γεγονός αυτό δεν εφείδετο υποσχέσεων ότι θα τακτοποιήσει την οικονομική του εκκρεμότητα, χωρίς όμως να συμμορφωθεί, λειτουργώντας παρελκυστικά. Τελικώς ο εγκαλών Ζ και προ του κινδύνου η παραπάνω αξίωσή του να υποπέσει σε παραγραφή (άρθρο 250 περιπτ. 1 Α.Κ.), ήγειρε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών την από 6-12-1999 αγωγή, που επιδόθηκε στις 17-12-1999 σε βάρος της εταιρίας «Ελληνική Γαλακτοβιομηχανία Βόρας ΑΕ», όπως πλέον είχε μετονομασθεί η εταιρία «Αφοί ...
Α.Ε.», με την οποία ζητούσε την καταβολή από την εναγομένη νομιμοτόκως, από όταν το καθένα είχε καταστεί ληξιπρόθεσμο, διαφόρων επιμέρους ποσών (όπως αναλυτικά διαλαμβάνονταν στην αγωγή του), που αφορούσαν πωλήσεις διαφόρων ειδών προς την εναγομένη και των οποίων το οφειλόμενο τίμημα είχε για κάθε πώληση πιστωθεί χωριστά.
Συνολικά δε ζητούσε την προς αυτόν καταβολή ποσού που ανερχόταν συνολικά στο ύψος των 18.381.500 δραχμών, εκ του οποίου τα 17.641.000 δραχμές αφορούσαν το ανεξόφλητο τιμολόγιο για το οποίο έγινε λόγος παραπάνω. Η αγωγή προσδιορίσθηκε για συζήτηση αρχικώς στις 16-3-2000 και μετ΄αναβολή, που ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο, για τις 15-6-2000.
Στο μεταξύ ο κατηγορούμενος και σε χρονικό διάστημα που δεν διακριβώθηκε από την ανάκριση, αλλά που πάντως ανάγεται στον ενδιάμεσο χρόνο από της επιδόσεως της ως άνω αγωγής έως και της μετ΄αναβολή συζητήσεως, δηλαδή μεταξύ 17-12-1999 έως 15-6-2000, κατάρτισε την υπ΄αριθ. 405/14-11-1994 απόδειξη είσπραξης δραχμών 17.641.000 στην οποία ανέγραψε ότι ο Ζ έλαβε από την ανώνυμη εταιρία «Αφοί ...
Α.Ε.», αριθμητικώς και ολογράφως, το ως άνω ποσό για εξόφληση του υπ΄αριθμ. 63/12-11-1994 τιμολογίου θέτοντας στο κάτω δεξιό μέρος αυτής και στη θέση «ο λαβών» κατ΄απομίμηση την χρησιμοποιούμενη εκείνη την χρονική περίοδο σφραγίδα του Ζ και επ΄αυτής, ομοίως κατ' απομίμηση, την υπογραφή του τελευταίου, ώστε να δίδεται η εντύπωση της προελεύσεως της προπεριγραφομένης αποδείξεως εξ αυτού, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση της τους δικαστές του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών στο οποίο εκκρεμούσε η από 6-12-1999 αγωγή του εγκαλούντα Ζ, σχετικά με το γεγονός ότι το αναγραφόμενο στην ανωτέρω απόδειξη ποσό είχε πράγματι καταβληθεί.
Στη συνέχεια έκανε χρήση της πιο πάνω πλαστής απόδειξης, προσκομίζοντας αυτήν, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης εταιρίας, ενώπιον του πιο πάνω Δικαστηρίου στις 15-6-2000, κατά την μετ΄αναβολή συζήτηση επί της προαναφερόμενης αγωγής προς απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας της προτεινόμενης υπό της εναγομένης ενστάσεως εξόφλησης, που αφορούσε το ποσό που αναγραφόταν στην εξοφλητική απόδειξη και συνακόλουθα προς απόρριψη, κατά το μέρος τούτο, της κρινόμενης αγωγής, σκοπώντας να βλάψει τον εγκαλούντα Ζ, καθώς δεκτής γενόμενης στην ουσία της ενστάσεως εξοφλήσεως, που συνεπάγετο ότι αποσβενομένης της κυρίας αποχρέωσης προς παροχή των 17.641.000 δραχμών (51.771 ευρώ), η οποία είχε καταστεί ληξιπρόθεσμη από 13-1-1995 (δηλαδή μετά την πάροδο της συμφωνηθείσας πιστώσεως του τιμήματος για δύο μήνες, αρχόμενης από 12-11-1994), συναποσβέννυται και η παρεπόμενη υποχρέωση προς παροχή των οφειλομένων τόκων υπερημερίας, το ύψος των οποίων ανήρχετο στο ποσό των 24.140.238 δραχμών (70.844,43 ευρώ), θα καθίστατο έτσι αδύνατη η επιδίωξη είσπραξης της απαίτησης του εγκαλούντα, ανερχομένων του συνολικού οφέλους που σκοπήθηκε και της συνολικής ζημίας, που ομοίως σκοπήθηκε, στο ύψος των 41.781,238 δραχμών (συμπεριλαμβανομένων κεφαλαίου και τόκων), ποσού δηλαδή που υπερβαίνει τα 25.000.000 δραχμές (73.000 ευρώ).
Περιελθούσα δε σε γνώση του εγκαλούντα η προαναφερόμενη πλαστή απόδειξη είσπραξης, με την προσθήκη του επί του κατατεθειμένων προτάσεών του, προσέβαλε αυτήν ως πλαστή κατονομάζοντας μάλιστα ως πλαστογράφο τον κατηγορούμενο ..., τον οποίο και καταμήνυσε με την από 19-6-2000 έγκλησή του. Το δε Πολυμελές Πρωτοδικείο Γρεβενών, με την υπ΄αριθμ. 89/2000 απόφασή του, ανέβαλε την εκδίκαση της ενώπιόν του αχθείσας υποθέσεως έως το πέρας της ήδη ανοιγείσας ποινικής διαδικασίας.
Ο κατηγορούμενος απολογούμενος αρνήθηκε την κατηγορία ισχυριζόμενος μεταξύ των άλλων ότι το υπ' αριθμ. 405/14-11-1994 ένταλμα πληρωμής (δηλ. το υποβληθέν στην Διεύθυνση Γεωργίας ...) που αποτελεί ένα εσωτερικό έγγραφο της επιχείρησής του, συμπληρώθηκε ενόψει της ήδη υπάρχουσας στα χέρια του εξοφλητικής απόδειξης των 17.641.000 δραχμών από τον υπεύθυνο του λογιστηρίου, ο οποίος μετά από δική του εντολή έθεσε την υπογραφή του Ζ, γεγονός πάντως που κατηγορηματικά διαψεύδεται από τον λογιστή, που εκείνη την χρονική περίοδο είχε η «Αφοί ...
Α.Ε.», .... Πρέπει εν προκειμένω ν΄αναφερθεί ότι για το έγγραφο αυτό (ένταλμα πληρωμής) που υποβλήθηκε στη Διεύθυνση Γεωργίας ... και είναι ομοίου περιεχομένου με την επίδικη εξοφλητική απόδειξη που προσκομίσθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Γρεβενών, είχε επίσης ασκηθεί ποινική δίωξη σε βάρος του κατηγορουμένου για κακουργηματική πλαστογραφία μετά χρήσεως, η οποία όμως έπαυσε οριστικά λόγω παραγραφής, αφού κρίθηκε, με τη διαλαμβανόμενη στο εκκαλούμενο βούλευμα αιτιολογία, ότι έφερε χαρακτήρα πλημμελήματος ως τελεσθείσα στις 14-11-1999 (χρόνο υποβολής του εγγράφου αυτού στη Διεύθυνση Γεωργίας ...).
Περαιτέρω, πλέον του αρνητικού της κατηγορίας ισχυρισμού, ο κατηγορούμενος προέβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί παραγραφής και της κρινόμενης πλαστογραφίας (εξοφλητικής απόδειξης), ως φέρουσας τον χαρακτήρα πλημμελήματος, εκκινώντας από την παραδοχή της θέσεως ότι τα δύο έγγραφα (εξοφλητική απόδειξη και ένταλμα πληρωμής) είναι πλησιοχρόνου εκδόσεως και συνυποβλήθηκαν στις 14-11-1994 στη Διεύθυνση Γεωργίας ....
Επικαλείται μάλιστα προς απόδειξη αυτού το από 1-3-2001 έγγραφο της ως άνω υπηρεσίας στην οπίσθια σελίδα του οποίου αναγράφεται ότι στην επιτροπή ελέγχου προς τη Διεύθυνση Γεωργίας ... υποβλήθηκε από τον κατηγορούμενο ... και η πιο πάνω εξοφλητική απόδειξη. Το τελευταίο φαίνεται να μην ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, όχι μόνο γιατί η ως προς αυτό παρεχόμενη πληροφόρηση δεν είναι αποτέλεσμα άμεσης και ιδίας αντίληψης της εκδότριάς του, αλλά μεταφέρθηκε έτσι κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας των υπαλλήλων της Διεύθυνσης Γεωργίας στην ...., για τους οποίους μάλιστα διαλαμβάνεται, σε άλλο σημείο του εγγράφου, ότι εις χείρας τους ουδέν σχετικό παραστατικό βρίσκεται, αλλά και διότι έρχεται σε αντίθεση με τα όσα κατατίθενται από την ..., υπάλληλο της διεύθυνσης Γεωργίας και μέλος της επιτροπής παρακολούθησης, σύμφωνα με την οποία ο κατηγορούμενος ..., ως εκπρόσωπος της «Αφοί ....
Α.Ε.», προσκόμισε το Νοέμβριο του 1994 ως δικαιολογητικό το προαναφερόμενο ένταλμα πληρωμής, χωρίς να αναφέρει τίποτα σχετικά με την εξοφλητική απόδειξη. Εξάλλου παραδοχή της άποψης περί συνυποβολής του εντάλματος πληρωμής και της εξοφλητικής απόδειξης ως δικαιολογητικών στην αρμόδια υπηρεσία της Διεύθυνσης Γεωργίας ...
και με δεδομένο τα όσα αναφέρονται στο από 22-11-2002 έγγραφο του Διευθυντή της ως άνω υπηρεσίας, κατά το οποίο τα κατατεθειμένα παραστατικά σφραγίζονται απ΄αυτούς, τούτο κατ΄αναγκαία ακολουθία θα σήμαινε πως αμφότερα θα είχαν σφραγισθεί. Αυτό όμως επιβεβαιώνεται ως προς το ένταλμα πληρωμής και όχι ως προς την εξοφλητική απόδειξη, συναγομένου συνεπώς του ότι η τελευταία ούτε καταρτίστηκε ούτε έγινε χρήση αυτής το Νοέμβριο του 1994, όπως πραγματικά συνέβη με το ένταλμα πληρωμής.
Αλλά και εκ της λογικής το αυτό συνάγεται, αφού αν πράγματι στον παραπάνω χρόνο είχε πράγματι καταρτισθεί και χρησιμοποιηθεί η επίδικη εξοφλητική απόδειξη, ποίος λόγος υπήρχε να υποβληθεί στην παραπάνω υπηρεσία και το ένταλμα πληρωμής, δηλαδή έγγραφο που να βεβαιώνει το αυτό γεγονός, δηλαδή την εξόφληση οφειλής.
Περαιτέρω, υπάρχουν και μια σειρά άλλων λογικών συμπερασμάτων τα οποία συνδυαζόμενα καταρρίπτουν τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί της υπάρξεως ήδη από το Νοέμβριο του 1994 της εξοφλητικής απόδειξης και αφετέρου αναιρούν κατ΄ουσία το συμπέρασμα της γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, της διορισθείσας από τον ανωτέρω ως τεχνικού συμβούλου, ...
Ειδικότερα ο κατηγορούμενος έναντι άλλης παλαιότερης οφειλής που είχε προς τον εγκαλούντα, κατέβαλε σ΄αυτόν το ποσό του 1.000.000 δραχμών συνταχθείσης της υπ΄αριθμ. 19/12-11-1994 απόδειξης. Η απόδειξη αυτή, της οποίας η γνησιότητα δεν αμφισβητήθηκε από τον κατηγορούμενο φέρεται εκδοθείσα στις 12-11-1994 με αύξοντα αριθμό 19, ενώ η απόδειξη (επίδικη) για το ποσό των 17.641.000 δραχμών φέρεται εκδοθείσα στις 14-11-1994 και με αύξοντα αριθμό 405, χωρίς να μπορεί πειστικά τουλάχιστον να εξηγηθεί πώς εκδόθηκαν μεταξύ των δύο αποδείξεων, των οποίων η ημέρα έκδοσης της μίας (12-11-1994) από τη φερόμενη ως ημέρα έκδοσης της άλλης (14-11-1994) απέχει χρονικά δύο ημέρες, ενδιάμεσα άλλες 386 (405-19) αποδείξεις.
Το κυριότερο όμως είναι, κάτι που εξάλλου γίνεται φανερό από απλή αντιπαραβολή των δύο αποδείξεων, ότι το πλαίσιο της μιάς είναι εντελώς διάφορο της άλλης, αλλά και η σφραγίδα που εκάστη φέρει είναι εντελώς διαφορετική. Πρέπει εδώ να επισημανθεί πως τα στοιχεία που φέρει η σφραγίδα επί της υπ΄αριθμ. 19/12-11-1994 αποδείξεως συμπίπτουν ως προς τα καταχωρούμενα σ΄αυτήν στοιχεία με εκείνα τα στοιχεία του εγκαλούντα που αναγράφονται στο ίδιας ημεροχρονολογίας υπ΄αριθμ. 63/12-11-1994 τιμολόγιο-δελτίο αποστολής, πλην όμως δεν συμβαίνει το ίδιο με τα στοιχεία της σφραγίδας που τέθηκε επί της υπ΄αριθμ. 405/14-11-1994 αποδείξεως.
Συνεπώς, λογικά συμπεραίνεται ότι οι δύο αποδείξεις δεν είναι πλησιόχρονης εκδόσεως. Περαιτέρω, επιβεβαιώνεται και το υπό του εγκαλούντα υποστηριζόμενο, ότι σφραγίδα με τα στοιχεία αυτά που φέρει η πλαστογραφηθείσα απόδειξη (υπ΄αριθμ. 405/14-11-1994) χρησιμοποιήθηκε απ΄αυτόν πολύ μεταγενέστερα, ώστε συνάγεται ότι η πιο πάνω απόδειξη καταρτίστηκε σε κάθε περίπτωση μεταγενέστερα της πρώτης.
Τα παραπάνω πάντως συμπεράσματα μεταφερόμενα στο πεδίο αξιολόγησης της κρίσης στην οποία κατέληξε η γραφολογική γνωμάτευση της τεχνικής συμβούλου του κατηγορουμένου, σύμφωνα με την οποία «η υπογραφή που βρίσκεται κάτω από την ένδειξη «ο λαβών» στην με αριθμό 405/14-11-1994 απόδειξη είσπραξης 17.641.000 δραχμών του Ζ πάνω από την ομώνυμη σφραγίδα του τελευταίου είναι γνήσια», κλονίζουν την αξιοπιστία της κρίσης αυτής και την αναιρούν κατ΄ουσίαν.
Αυτό συμβαίνει διότι οι γραφολογικές διαπιστώσεις και παρατηρήσεις της τεχνικής συμβούλου (οι οποίες σημειωτέον διαφέρουν εντελώς από τις αντίστοιχες του διορισθέντος με την υπ΄αριθ. 20/2002 διάταξη της Ανακρίτριας Φλώρινας γραφολόγου) αντιφάσκουν προς τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής. Ειδικότερα δεν μπορεί να εξηγηθεί πως μπορεί να είναι γνήσια η υπογραφή που φέρει η επίδικη απόδειξη, τη στιγμή που αυτή τέθηκε επί σφραγίδος, η οποία χρησιμοποιήθηκε το πρώτον μεταγενέστερα από την αναγραφόμενη ως ημερομηνία εκδόσεως της αποδείξεως.
Με βάση τα περιστατικά αυτά το Συμβούλιο Εφετών έκρινε, ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δυτικής Μακεδονίας, να δικασθεί για την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής πλαστογραφίας με χρήση και, αφού απέρριψε κατ΄ουσίαν την έφεσή του, επικύρωσε το εκκληθέν βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών.
5. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ενεργηθείσα ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέος ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις, με τις οποίες έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη, που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 13 στοιχ.
γ΄ και 216 παρ. 1 και 3 του ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Οι προβαλλόμενες αιτιάσεις ότι το Συμβούλιο Εφετών στήριξε την παραπεμπτική κρίση του αποκλειστικά στο περιεχόμενο της εκθέσεως γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, που καταλήγει απλώς στο συμπέρασμα ότι η υπογραφή στην ανωτέρω απόδειξη εισπράξεως ποσού 17.461.000 δραχμών με χρονολογία 14-11-1994 δεν έχει τεθεί από το μηνυτή Ζ και ότι αναιτιολόγητα δεν δέχθηκε το συμπέρασμα της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης της τεχνικής του συμβούλου γραφολόγου ...
είναι αβάσιμες. Και τούτο, διότι το Συμβούλιο Εφετών κατέληξε στην παραπεμπτική κρίση του, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αναφερόμενα κατ΄είδος αποδεικτικά μέσα και την έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος από τον Ανακριτή γραφολόγου, ενώ με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέκρουσε τις αντίθετες διαπιστώσεις και παρατηρήσεις της προαναφερόμενης τεχνικής συμβούλου του αναιρεσείοντος, που διατυπώθηκαν στη σχετική «γραφολογική γνωμάτευσή» της.
Επομένως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β΄ και δ΄ ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως και κατά το μέρος, με το οποίο, υπό την επίκληση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως, επιχειρείται αντίθετη αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και γενικά αποδίδεται σφάλμα περί την εκτίμηση των αποδείξεων, ως απαράδεκτοι.
6. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Χαράλαμπος Μαγκλάρας
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του 3 ΠΚ, όπως η τελευταία παράγραφος ίσχυε μετά το άρθρο 1 παρ. 7α του Ν. 2408/1996 και προτού να αντικατασταθεί με το άρθρο 14 παρ. 2α του Ν. 2721/1999, όποιος καταρτίζει πλαστό έγγραφο ή νοθεύει γνήσιο με σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση του άλλου, σχετικά με γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν ο υπαίτιος αυτού των πράξεων σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών, εάν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δρχ. (ή 473.000 ευρώ).
Με τις διατάξεις αυτές στοιχειοθετείται το έγκλημα της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος, προς θεμελίωση δε της αντικειμενικής του υποστάσεως αποτελείται εξ υπαρχής κατάρτιση εγγράφου από μη δικαιούμενο πρόσωπο ή νόθευση του περιεχομένου καταρτισμένου ήδη εγγράφου γνησίου, υποκειμενικώς δε αποκτείται δόλος, συνιστάμενος στη γνώση και θέληση παραγωγής των θεμελιούντων την πράξη της πλαστογραφίας περιστατικών, συγχρόνως, όμως και σκοπός του υπαιτίου όπως, με τη χρήση του πλαστού ή του νοθεύοντος εγγράφου, παραπλανηθεί άλλος με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, με στόχο να προσπορίσει στον εαυτό του ή άλλον με βλάβη τρίτου, περιουσιακό όφελος ή να βλάψει τρίτον, χωρίς να ασκεί επίδραση ή επέλευση του περιουσιακού οφέλους ή η βλάβη του τρίτου.
Εξάλλου, η απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη η αιτιολογία του παραπεμπτικού βουλεύματος, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. ΙΕ΄ ΚΠΠ αναιρετικό λόγο, υπάρχει, όταν αναφέρονται σ' αυτό τα περιστικά που προέκυψαν και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων σε βάρος του κατηγορουμένου για το έγκλημα, για το οποίο ασκήθηκε εναντίον του ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους το Συμβούλιο έκρινε, ότι από τα προκύψαντα περιστατικά υφίστανται αποχρώσεις ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.
Περαιτέρω, εσφαλμένα ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως, κατ' άρθρο 484 παρ. 1β ΚΠΔ υπάρχει και όταν η παραβίασηρ αυτής δίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση ούτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού με αποτελέσματος να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και να μη έχει το βούλευμα νόμιμη βάση.
Στην προκείμενη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Δυτικής Μακεδονίας που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, δέχθηκε με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ΄αυτό εισαγγελική πρόταση, ότι από τα κατ΄είδος μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα προέκυψαν τα ακόλουθα: Στις 12-11-1994 ο εγκαλών Ζ, πώλησε και παρέδωσε στην εδρεύουσα στο ..., ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «Αφοί ...
ΑΕ» (ήδη μετονομασθείσα σε «Ελληνική Γαλακτοβιομηχανία Βόρας ΑΕ»), της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο κατηγορούμενος, διάφορα εργαλεία και είδη τυροκομείου, αξίας 17.641.000 δραχμών και εξέδωσε το υπ΄αριθμ. 63/12-11-1994 τιμολόγιο πώλησης-δελτίο αποστολής, παρά πόδας του οποίου διαλαμβανόταν η πίστωση του τιμήματος για δύο μήνες.
Ο κατηγορούμενος, ενόψει του ότι η εταιρία του είχε υπαχθεί σε επιδοτούμενο από την Ευρωπαϊκή ΄Ενωση πρόγραμμα (στα πλαίσια του Κανονισμού 866/90) που αφορούσε την βελτίωση των συνθηκών μεταποίησης και εμπορίας γεωργικών προϊόντων, μη έχοντας εξοφλήσει την πιο πάνω οφειλή και πιεζόμενος από τις βραχύτατες προθεσμίες του προγράμματος αυτού, θέλοντας όμως να εμφανίσει ότι όλες οι εργασίες της νέας μονάδας επεξεργασίας γάλακτος είχαν εμπροθέσμως περατωθεί και οι δαπάνες που είχαν πραγματοποιηθεί είχαν πράγματι πληρωθεί, επιδιώκοντας να εισπράξει την τρίτη και τελευταία δόση της αναλογούσας επιδότησης, η οποία δινόταν μόνο κατόπιν πιστοποίησης κατά 100% της εκτέλεσης του έργου και της αποπληρωμής του συνόλου των δαπανών, μεταξύ των άλλων δικαιολογητικών και παραστατικών πληρωμής που υπέβαλε στην Διεύθυνση Γεωργίας ..., προσκόμισε (αδυνατώντας προφανώς να εμφανίσει ως εξοφλημένο το πιο πάνω τιμολόγιο καθώς σ΄αυτό γινόταν μνεία της «επί πιστώσει» πραγματοποιήσεως της πωλήσεως) και το υπ΄αριθμ. 405/14-11-1994 ένταλμα πληρωμής δραχμών 17.641.000, ώστε να δίδεται η εντύπωση ότι το ανωτέρω τιμολόγιο έχει εξοφληθεί και προς τούτο, κάτω από την οικεία θέση «αιτιολογία» του χρηματικού εντάλματος, συμπλήρωσε τη φράση «εξόφληση τιμολογίου 63/12-11-1994» αναγράφοντας αριθμητικώς και ολογράφως το ποσό των 17.641.000 δραχμών, θέτοντας τέλος στη θέση «ο λαβών» κατ΄απομίμηση την μονογραφή του εκδότη του τιμολογίου και πωλητή Ζ.
Το ανωτέρω ένταλμα σφραγίστηκε, μαζί με τα λοιπά δικαιολογητικά, από τη Διεύθυνση Γεωργίας..., αντίγραφό του παρέμεινε στο αρχείο της υπηρεσίας αυτής και άλλο αντίγραφο με τα υπόλοιπα παραστατικά προωθήθηκε υπηρεσιακώς στη Διεύθυνση Προγραμματισμού και Γεωργικών Διαρθρώσεων του Υπουργείου Γεωργίας στην ..., προκειμένου κατόπιν του τελικού ελέγχου να εγκριθεί και να αποσταλεί μέσω της Αγροτικής Τράπεζας η αναλογούσα επιδότηση.
Διαρκούσης τόσο της διμήνου προθεσμίας, που είχε συμφωνηθεί για την αποπληρωμή του τιμήματος των 17.641.000 δραχμών, η οποία παρήλθε άπρακτη, όσο και κατά τη διάρκεια του επομένου έτους 1995, συνεχίζονταν οι πωλήσεις εκ μέρους του εγκαλούντα Ζ προς την εταιρία «Αφοί ... Α.Ε.», με τις τελευταίες πάντως, ενόψει της μη τακτοποίησης της προγενέστερης και σε σεβαστό ύψος ανερχόμενης οφειλής, να είναι πολύ μικρότερου οικονομικού αντικειμένου.
Η «Αφοί .... Α.Ε.» συνέχιζε να επιδεικνύει ασυνέπεια απέναντι στις οικονομικές της υποχρεώσεις προς τον Ζ και ο κατηγορούμενος κώφευε στις κατ΄επανάληψη οχλήσεις του τελευταίου. Τούτο είχε ως συνέπεια η από οκταετίας μεταξύ τους σχέση να διαρραγεί και τελικά να διακοπεί, μετά μάλιστα και την σε αυστηρό τόνο γραμμένη προειδοποιητική επιστολή που απέστειλε οΖ, στις 27-8-1996, στην πιο πάνω εταιρία, με την οποία την καλούσε να εξοφλήσει το χρέος της και συγχρόνως τους γνώριζε ότι η οφειλή βαρυνόμενη με τους νόμιμους τόκους είχε ανέλθει σε μεγάλο ύψος.
Ο κατηγορούμενος και μετά το γεγονός αυτό δεν εφείδετο υποσχέσεων ότι θα τακτοποιήσει την οικονομική του εκκρεμότητα, χωρίς όμως να συμμορφωθεί, λειτουργώντας παρελκυστικά. Τελικώς ο εγκαλών Ζ και προ του κινδύνου η παραπάνω αξίωσή του να υποπέσει σε παραγραφή (άρθρο 250 περιπτ. 1 Α.Κ.), ήγειρε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών την από 6-12-1999 αγωγή, που επιδόθηκε στις 17-12-1999 σε βάρος της εταιρίας «Ελληνική Γαλακτοβιομηχανία Βόρας ΑΕ», όπως πλέον είχε μετονομασθεί η εταιρία «Αφοί ...
Α.Ε.», με την οποία ζητούσε την καταβολή από την εναγομένη νομιμοτόκως, από όταν το καθένα είχε καταστεί ληξιπρόθεσμο, διαφόρων επιμέρους ποσών (όπως αναλυτικά διαλαμβάνονταν στην αγωγή του), που αφορούσαν πωλήσεις διαφόρων ειδών προς την εναγομένη και των οποίων το οφειλόμενο τίμημα είχε για κάθε πώληση πιστωθεί χωριστά.
Συνολικά δε ζητούσε την προς αυτόν καταβολή ποσού που ανερχόταν συνολικά στο ύψος των 18.381.500 δραχμών, εκ του οποίου τα 17.641.000 δραχμές αφορούσαν το ανεξόφλητο τιμολόγιο για το οποίο έγινε λόγος παραπάνω. Η αγωγή προσδιορίσθηκε για συζήτηση αρχικώς στις 16-3-2000 και μετ΄αναβολή, που ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο, για τις 15-6-2000.
Στο μεταξύ ο κατηγορούμενος και σε χρονικό διάστημα που δεν διακριβώθηκε από την ανάκριση, αλλά που πάντως ανάγεται στον ενδιάμεσο χρόνο από της επιδόσεως της ως άνω αγωγής έως και της μετ΄αναβολή συζητήσεως, δηλαδή μεταξύ 17-12-1999 έως 15-6-2000, κατάρτισε την υπ΄αριθ. 405/14-11-1994 απόδειξη είσπραξης δραχμών 17.641.000 στην οποία ανέγραψε ότι ο Ζ έλαβε από την ανώνυμη εταιρία «Αφοί ...
Α.Ε.», αριθμητικώς και ολογράφως, το ως άνω ποσό για εξόφληση του υπ΄αριθμ. 63/12-11-1994 τιμολογίου θέτοντας στο κάτω δεξιό μέρος αυτής και στη θέση «ο λαβών» κατ΄απομίμηση την χρησιμοποιούμενη εκείνη την χρονική περίοδο σφραγίδα του Ζ και επ΄αυτής, ομοίως κατ΄απομίμηση, την υπογραφή του τελευταίου, ώστε να δίδεται η εντύπωση της προελεύσεως της προπεριγραφομένης αποδείξεως εξ αυτού, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση της τους δικαστές του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών στο οποίο εκκρεμούσε η από 6-12-1999 αγωγή του εγκαλούντα Ζ, σχετικά με το γεγονός ότι το αναγραφόμενο στην ανωτέρω απόδειξη ποσό είχε πράγματι καταβληθεί.
Στη συνέχεια έκανε χρήση της πιο πάνω πλαστής απόδειξης, προσκομίζοντας αυτήν, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης εταιρίας, ενώπιον του πιο πάνω Δικαστηρίου στις 15-6-2000, κατά την μετ΄αναβολή συζήτηση επί της προαναφερόμενης αγωγής προς απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας της προτεινόμενης υπό της εναγομένης ενστάσεως εξόφλησης, που αφορούσε το ποσό που αναγραφόταν στην εξοφλητική απόδειξη και συνακόλουθα προς απόρριψη, κατά το μέρος τούτο, της κρινόμενης αγωγής, σκοπώντας να βλάψει τον εγκαλούντα Ζ, καθώς δεκτής γενόμενης στην ουσία της ενστάσεως εξοφλήσεως, που συνεπάγετο ότι αποσβενομένης της κυρίας αποχρέωσης προς παροχή των 17.641.000 δραχμών (51.771 ευρώ), η οποία είχε καταστεί ληξιπρόθεσμη από 13-1-1995 (δηλαδή μετά την πάροδο της συμφωνηθείσας πιστώσεως του τιμήματος για δύο μήνες, αρχόμενης από 12-11-1994), συναποσβέννυται και η παρεπόμενη υποχρέωση προς παροχή των οφειλομένων τόκων υπερημερίας, το ύψος των οποίων ανήρχετο στο ποσό των 24.140.238 δραχμών (70.844,43 ευρώ), θα καθίστατο έτσι αδύνατη η επιδίωξη είσπραξης της απαίτησης του εγκαλούντα, ανερχομένων του συνολικού οφέλους που σκοπήθηκε και της συνολικής ζημίας, που ομοίως σκοπήθηκε, στο ύψος των 41.781,238 δραχμών (συμπεριλαμβανομένων κεφαλαίου και τόκων), ποσού δηλαδή που υπερβαίνει τα 25.000.000 δραχμές (73.000 ευρώ).
Περιελθούσα δε σε γνώση του εγκαλούντα η προαναφερόμενη πλαστή απόδειξη είσπραξης, με την προσθήκη του επί του κατατεθειμένων προτάσεών του, προσέβαλε αυτήν ως πλαστή κατονομάζοντας μάλιστα ως πλαστογράφο τον κατηγορούμενο Χ, τον οποίο και καταμήνυσε με την από 19-6-2000 έγκλησή του. Το δε Πολυμελές Πρωτοδικείο Γρεβενών, με την υπ΄αριθμ. 89/2000 απόφασή του, ανέβαλε την εκδίκαση της ενώπιόν του αχθείσας υποθέσεως έως το πέρας της ήδη ανοιγείσας ποινικής διαδικασίας.
Ο κατηγορούμενος απολογούμενος αρνήθηκε την κατηγορία ισχυριζόμενος μεταξύ των άλλων ότι το υπ΄αριθμ. 405/14-11-1994 ένταλμα πληρωμής (δηλ. το υποβληθέν στην Διεύθυνση Γεωργίας ...) που αποτελεί ένα εσωτερικό έγγραφο της επιχείρησής του, συμπληρώθηκε ενόψει της ήδη υπάρχουσας στα χέρια του εξοφλητικής απόδειξης των 17.641.000 δραχμών από τον υπεύθυνο του λογιστηρίου, ο οποίος μετά από δική του εντολή έθεσε την υπογραφή του Ζ, γεγονός πάντως που κατηγορηματικά διαψεύδεται από τον λογιστή, που εκείνη την χρονική περίοδο είχε η «Αφοί ...
Α.Ε.», ... Πρέπει εν προκειμένω ν΄αναφερθεί ότι για το έγγραφο αυτό (ένταλμα πληρωμής) που υποβλήθηκε στη Διεύθυνση Γεωργίας... και είναι ομοίου περιεχομένου με την επίδικη εξοφλητική απόδειξη που προσκομίσθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Γρεβενών, είχε επίσης ασκηθεί ποινική δίωξη σε βάρος του κατηγορουμένου για κακουργηματική πλαστογραφία μετά χρήσεως, η οποία όμως έπαυσε οριστικά λόγω παραγραφής, αφού κρίθηκε, με τη διαλαμβανόμενη στο εκκαλούμενο βούλευμα αιτιολογία, ότι έφερε χαρακτήρα πλημμελήματος ως τελεσθείσα στις 14-11-1999 (χρόνο υποβολής του εγγράφου αυτού στη Διεύθυνση Γεωργίας ...).
Περαιτέρω, πλέον του αρνητικού της κατηγορίας ισχυρισμού, ο κατηγορούμενος προέβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί παραγραφής και της κρινόμενης πλαστογραφίας (εξοφλητικής απόδειξης), ως φέρουσας τον χαρακτήρα πλημμελήματος, εκκινώντας από την παραδοχή της θέσεως ότι τα δύο έγγραφα (εξοφλητική απόδειξη και ένταλμα πληρωμής) είναι πλησιοχρόνου εκδόσεως και συνυποβλήθηκαν στις 14-11-1994 στη Διεύθυνση Γεωργίας ....
Επικαλείται μάλιστα προς απόδειξη αυτού το από 1-3-2001 έγγραφο της ως άνω υπηρεσίας στην οπίσθια σελίδα του οποίου αναγράφεται ότι στην επιτροπή ελέγχου προς τη Διεύθυνση Γεωργίας... υποβλήθηκε από τον κατηγορούμενο Χ και η πιο πάνω εξοφλητική απόδειξη. Το τελευταίο φαίνεται να μην ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, όχι μόνο γιατί η ως προς αυτό παρεχόμενη πληροφόρηση δεν είναι αποτέλεσμα άμεσης και ιδίας αντίληψης της εκδότριάς του, αλλά μεταφέρθηκε έτσι κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας των υπαλλήλων της Διεύθυνσης Γεωργίας στην ..., για τους οποίους μάλιστα διαλαμβάνεται, σε άλλο σημείο του εγγράφου, ότι εις χείρας τους ουδέν σχετικό παραστατικό βρίσκεται, αλλά και διότι έρχεται σε αντίθεση με τα όσα κατατίθενται από την ..., υπάλληλο της διεύθυνσης Γεωργίας και μέλος της επιτροπής παρακολούθησης, σύμφωνα με την οποία ο κατηγορούμενος Χ, ως εκπρόσωπος της «Αφοί ...
Α.Ε.», προσκόμισε το Νοέμβριο του 1994 ως δικαιολογητικό το προαναφερόμενο ένταλμα πληρωμής, χωρίς να αναφέρει τίποτα σχετικά με την εξοφλητική απόδειξη. Εξάλλου παραδοχή της άποψης περί συνυποβολής του εντάλματος πληρωμής και της εξοφλητικής απόδειξης ως δικαιολογητικών στην αρμόδια υπηρεσία της Διεύθυνσης Γεωργίας...
και με δεδομένο τα όσα αναφέρονται στο από 22-11-2002 έγγραφο του Διευθυντή της ως άνω υπηρεσίας, κατά το οποίο τα κατατεθειμένα παραστατικά σφραγίζονται απ΄αυτούς, τούτο κατ΄αναγκαία ακολουθία θα σήμαινε πως αμφότερα θα είχαν σφραγισθεί. Αυτό όμως επιβεβαιώνεται ως προς το ένταλμα πληρωμής και όχι ως προς την εξοφλητική απόδειξη, συναγομένου συνεπώς του ότι η τελευταία ούτε καταρτίστηκε ούτε έγινε χρήση αυτής το Νοέμβριο του 1994, όπως πραγματικά συνέβη με το ένταλμα πληρωμής.
Αλλά και εκ της λογικής το αυτό συνάγεται, αφού αν πράγματι στον παραπάνω χρόνο είχε πράγματι καταρτισθεί και χρησιμοποιηθεί η επίδικη εξοφλητική απόδειξη, ποίος λόγος υπήρχε να υποβληθεί στην παραπάνω υπηρεσία και το ένταλμα πληρωμής, δηλαδή έγγραφο που να βεβαιώνει το αυτό γεγονός, δηλαδή την εξόφληση οφειλής.
Περαιτέρω, υπάρχουν και μια σειρά άλλων λογικών συμπερασμάτων τα οποία συνδυαζόμενα καταρρίπτουν τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί της υπάρξεως ήδη από το Νοέμβριο του 1994 της εξοφλητικής απόδειξης και αφετέρου αναιρούν κατ΄ουσία το συμπέρασμα της γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, της διορισθείσας από τον ανωτέρω ως τεχνικού συμβούλου, ...
Ειδικότερα ο κατηγορούμενος έναντι άλλης παλαιότερης οφειλής που είχε προς τον εγκαλούντα, κατέβαλε σ΄αυτόν το ποσό του 1.000.000 δραχμών συνταχθείσης της υπ΄αριθμ. 19/12-11-1994 απόδειξης. Η απόδειξη αυτή, της οποίας η γνησιότητα δεν αμφισβητήθηκε από τον κατηγορούμενο φέρεται εκδοθείσα στις 12-11-1994 με αύξοντα αριθμό 19, ενώ η απόδειξη (επίδικη) για το ποσό των 17.641.000 δραχμών φέρεται εκδοθείσα στις 14-11-1994 και με αύξοντα αριθμό 405, χωρίς να μπορεί πειστικά τουλάχιστον να εξηγηθεί πώς εκδόθηκαν μεταξύ των δύο αποδείξεων, των οποίων η ημέρα έκδοσης της μίας (12-11-1994) από τη φερόμενη ως ημέρα έκδοσης της άλλης (14-11-1994) απέχει χρονικά δύο ημέρες, ενδιάμεσα άλλες 386 (405-19) αποδείξεις.
Το κυριότερο όμως είναι, κάτι που εξάλλου γίνεται φανερό από απλή αντιπαραβολή των δύο αποδείξεων, ότι το πλαίσιο της μιάς είναι εντελώς διάφορο της άλλης, αλλά και η σφραγίδα που εκάστη φέρει είναι εντελώς διαφορετική. Πρέπει εδώ να επισημανθεί πως τα στοιχεία που φέρει η σφραγίδα επί της υπ΄αριθμ. 19/12-11-1994 αποδείξεως συμπίπτουν ως προς τα καταχωρούμενα σ΄αυτήν στοιχεία με εκείνα τα στοιχεία του εγκαλούντα που αναγράφονται στο ίδιας ημεροχρονολογίας υπ΄αριθμ. 63/12-11-1994 τιμολόγιο-δελτίο αποστολής, πλην όμως δεν συμβαίνει το ίδιο με τα στοιχεία της σφραγίδας που τέθηκε επί της υπ΄αριθμ. 405/14-11-1994 αποδείξεως.
Συνεπώς, λογικά συμπεραίνεται ότι οι δύο αποδείξεις δεν είναι πλησιόχρονης εκδόσεως. Περαιτέρω, επιβεβαιώνεται και το υπό του εγκαλούντα υποστηριζόμενο, ότι σφραγίδα με τα στοιχεία αυτά που φέρει η πλαστογραφηθείσα απόδειξη (υπ΄αριθμ. 405/14-11-1994) χρησιμοποιήθηκε απ΄αυτόν πολύ μεταγενέστερα, ώστε συνάγεται ότι η πιο πάνω απόδειξη καταρτίστηκε σε κάθε περίπτωση μεταγενέστερα της πρώτης.
Τα παραπάνω πάντως συμπεράσματα μεταφερόμενα στο πεδίο αξιολόγησης της κρίσης στην οποία κατέληξε η γραφολογική γνωμάτευση της τεχνικής συμβούλου του κατηγορουμένου, σύμφωνα με την οποία «η υπογραφή που βρίσκεται κάτω από την ένδειξη «ο λαβών» στην με αριθμό 405/14-11-1994 απόδειξη είσπραξης 17.641.000 δραχμών του Ζ πάνω από την ομώνυμη σφραγίδα του τελευταίου είναι γνήσια», κλονίζουν την αξιοπιστία της κρίσης αυτής και την αναιρούν κατ΄ουσίαν.
Αυτό συμβαίνει διότι οι γραφολογικές διαπιστώσεις και παρατηρήσεις της τεχνικής συμβούλου (οι οποίες σημειωτέον διαφέρουν εντελώς από τις αντίστοιχες του διορισθέντος με την υπ΄αριθ. 20/2002 διάταξη της Ανακρίτριας Φλώρινας γραφολόγου) αντιφάσκουν προς τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής. Ειδικότερα δεν μπορεί να εξηγηθεί πως μπορεί να είναι γνήσια η υπογραφή που φέρει η επίδικη απόδειξη, τη στιγμή που αυτή τέθηκε επί σφραγίδος, η οποία χρησιμοποιήθηκε το πρώτον μεταγενέστερα από την αναγραφόμενη ως ημερομηνία εκδόσεως της αποδείξεως.
Με βάση τα περιστατικά αυτά το Συμβούλιο Εφετών έκρινε, ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δυτικής Μακεδονίας, να δικασθεί για την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής πλαστογραφίας με χρήση και, αφού απέρριψε κατ΄ουσίαν την έφεσή του, επικύρωσε το εκκληθέν βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών.
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ενεργηθείσα ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέος ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις, με τις οποίες έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη, που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 13 στοιχ.
γ΄ και 216 παρ. 1 και 3 του ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Οι προβαλλόμενες αιτιάσεις ότι το Συμβούλιο Εφετών στήριξε την παραπεμπτική κρίση του αποκλειστικά στο περιεχόμενο της εκθέσεως γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, που καταλήγει απλώς στο συμπέρασμα ότι η υπογραφή στην ανωτέρω απόδειξη εισπράξεως ποσού 17.461.000 δραχμών με χρονολογία 14-11-1994 δεν έχει τεθεί από το μηνυτή Ζ και ότι αναιτιολόγητα δεν δέχθηκε το συμπέρασμα της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης της τεχνικής του συμβούλου γραφολόγου ..., είναι αβάσιμες.
Και τούτο, διότι το Συμβούλιο Εφετών κατέληξε στην παραπεμπτική κρίση του, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αναφερόμενα κατ΄είδος αποδεικτικά μέσα και την έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος από τον Ανακριτή γραφολόγου, ενώ με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέκρουσε τις αντίθετες διαπιστώσεις και παρατηρήσεις της προαναφερόμενης τεχνικής συμβούλου του αναιρεσείοντος, που διατυπώθηκαν στη σχετική «γραφολογική γνωμάτευσή» της.
Επομένως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β΄ και δ΄ ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως και κατά το μέρος, με το οποίο, υπό την επίκληση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως, επιχειρείται αντίθετη αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και γενικά αποδίδεται σφάλμα περί την εκτίμηση των αποδείξεων, ως απαράδεκτοι.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-11-2004 αίτηση του Χ για αναίρεση του υπ' αριθμ. 68/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δυτικής Μακεδονίας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία προσπορίζει σε διακόσια δέκα (210) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Μαρτίου 2006. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα την 30 Μαρτίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ774/2006