Supreme Court dismisses appeal against land ownership claim based on thirty-year possession of public forest land.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court ruling granting land ownership to private individuals based on thirty years of possession. The State argued the appeal was inadmissible due to lack of specific evidence regarding the nature and extent of the land used for possession. The court held that the lower court's decision was final and binding, rejecting the State's general allegations without concrete proof of the specific acts of possession.
Legislator headnote
AI generatedν. 8 παρ. 1 κωδ., ν. 9 παρ. 1 πανδ., ν. 76 παρ. 1 πανδ., ν. 7 παρ. 3 πανδ., άρθρα 18 και 21 του Ν. 1837: Possession of public forest land for thirty years can lead to ownership if the possessor acted in good faith, but vague general allegations without specific evidence of possession acts do not suffice to overturn a final judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 773 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 773/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Παρασκευή Καλαϊτζή-Εισηγήτρια, Γεώργιο Παπανδρέου, Λάμπρο Καρέλο και Ανθή Γκάμαρη Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 3η Απριλίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Στελιανή Κουστουμπάρδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Των αναιρεσίβλητων: 1. Π. Δ. Π. και 2Γ. συζ. Π. Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Βασιλική Κουλούρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-8-1990 αγωγή του Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σπάρτης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 106/2010 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 8-9-2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο παραστάθηκαν οι διάδικοι, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Παρασκευή Καλαϊτζή, ανέγνωσε την από 1-3-2019 έκθεσή της με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I.Σύμφωνα με τις διατάξεις των ν.8 παρ. 1 κωδ. (7.32), ν.9 παρ.1 πανδ. (50.14) ν.76 παρ. 1 πανδ. (18.1) και ν.7 παρ. 3 πανδ. (23.3) του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, που ίσχυε από τον Αστικό Κώδικα (δηλαδή πριν τις 23.2.1946), μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν άσκησης νομής επ' αυτού, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, σε χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδεσπόζει, να συνυπολογίσει στο δικό του χρόνο νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", συνάγεται ότι έκτακτη χρησικτησία χωρεί με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν και σε δημόσια κτήματα, όπως είναι και τα δάση, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή αυτών είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11.9.1915, όπως τούτο προκύπτει, αφενός από τις διατάξεις του νόμου ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν με βάση αυτόν και αφετέρου του άρθρου 21 του ΝΔ της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης".
Πλην όμως προϋπόθεση της συμπληρώσεως της τριακονταετούς νομής στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος ή των δικαιοπαρόχων του, μέχρι τις 11.9.1915, για κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, είναι ότι το ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα. Εφόσον δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά τις 11.9.1915, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις.
Εξ ετέρου κατά το άρθρο 1045 ΑΚ για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί μία συνεχή εικοσαετία. Νομέας κατά το άρθρο 974 του ίδιου κώδικα είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο ακίνητο, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Περί της συνδρομής ή όχι των προαναφερόμενων στοιχείων κρίνει το δικαστήριο, κατά την κοινή αντίληψη, με βάση τα συγκεκριμένα, σε κάθε περίπτωση, περιστατικά.
Ο διάδικος που προβάλλει χρησικτησία, πρέπει να επικαλεσθεί τη νομή και να καθορίσει συνάμα τις μερικότερες υλικές πράξεις αυτής, από τις οποίες, αν αποδειχθούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θέλησης του κατόχου να κατέχει το πράγμα σαν δικό του. Τέτοιες δε πράξεις είναι και η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η καλλιέργεια, η οριοθέτηση, η περιμάνδρωση, η περιτοίχηση και η καταμέτρηση των διαστάσεών του κ.α.
χωρίς παράλληλα να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.ΠολΔ παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο, αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου δεν, εφαρμόσθηκε, ενώ συνετρέχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή, με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 20/2011). Περαιτέρω, συμφώνως προς τον αρ. 10 εδ. α του άνω άρθρου, λόγος αναιρέσεως θεμελιώνεται, όταν από το δικαστήριο παρά το νόμο έγιναν δεκτά "πράγματα" που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς αποδεκτή και στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζητήσεως, κατά το οποίο ο δικαστής αποφασίζει με βάση, εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί.
Η περίπτωση αυτή υπάρχει, όταν για τα δεκτά γενόμενα από το δικαστήριο "πράγματα" δεν έχει προσαχθεί καμία απόδειξη ή λήφθηκε υπόψη απόδειξη, που είχε διαταχθεί για άλλο θέμα ή αποδεικτικό μέσο μη επιτρεπόμενο από το νόμο, ή δεν εκθέτει το δικαστήριο στην απόφασή του από ποια αποδεικτικά στοιχεία έχει αντλήσει την απόδειξη για πράγματα που δέχθηκε ως αληθινά.
Ο λόγος αναιρέσεως ότι το Εφετείο δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σε αυτήν (απόφαση) αποδεικτικά μέσα. Έτι περαιτέρω, κατά την έννοια του αρ. 19 του ιδίου άρθρου, η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως, όταν στην ελάσσονα πρότασή της δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνος ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
ΙΙΙ. Η προσβαλλόμενη, 106/2010, απόφαση του (Τριμελούς) Εφετείου Ναυπλίου, επιτρεπτώς επισκοπούμενη, έχει ως ακολούθως: "Στην προκειμένη περίπτωση από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων [ενός εκ μέρους του ενάγοντος και δύο εκ μέρους των εναγομένων] που περιέχονται στην υπ' αριθ. 27/1991 έκθεση της Ειρηνοδίκου Κροκεών, ως εντεταλμένου Δικαστή και στην υπ' αριθ. 3/1992 Εισηγητική Έκθεση, οι οποίες εκτιμώνται καθεαυτές και σε συνδυασμό μεταξύ τους και κατά τον λόγο γνώσης και αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα, τα δημόσια και ιδιωτικά έγγραφα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται οι υπ' αριθ.
…77, …78/24.3.1986, …5518.3.1986, ….61, ….62/19.3.1986, …67/28.3.1986 ένορκες βεβαιώσεις που ελήφθησαν υπέρ των εναγομένων, οι δύο πρώτες ενώπιον της συμ/φου Σ. Γ. - Σ., οι τέσσερις επόμενες ενώπιον της συμ/φου Π. Α. και η τελευταία ενώπιον του συμ/φου Π. Κ., πόυ ελήφθησαν για να χρησιμοποιηθούν σε προηγούμενη δίκη, επί ανακοπής κατά του πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής, και λαμβάνονται υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια [ΑΠ 146/1997 Νοβ 1998.1058], την υπ' αριθ. 34/1996 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της τοπογράφου μηχανικού Ε.
Π., την έκθεση της τεχνικής συμβούλου Π. Σ., που εκτιμάται ως δικαστικό τεκμήριο, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με το Βασιλικό Διάταγμα 19089 της 5/17 Απριλίου, 1935 παραχωρήθηκε στην οικογένεια Π. Μ. έκταση εμβαδού 12.689.872 γαλλικών μέτρων, συμπεριλαμβάνουσα τα εθνικά κτήματα τα ευρισκόμενα περί τα χωρία ..., ...
ή ... και ... ή ... της επαρχίας .... Ο Π. Μ. με την υπ' αριθ. ….89/13.9.J1847 πράξη του ενώπιον του συμ/φούντος Ειρηνοδίκου Πειραιώς Α. Π., που έχει χαρακτήρα δηλώσεως τελευταίας βουλήσεως, διένειμε το εν δεύτερο [1/2] της έκτασης αυτής α] στον αδελφό του Α., β] στους ανιψιούς του Γ. Ι. Μ. και Χ. Μ., γ] στους ανιψιούς του Π. και Λ., υιούς του αδελφού του Κ.
Μ., δ] στην Α. Μ., θυγατέρα του αδελφού του Κωνσταντίνου, ε] στους Γ. και Χ., Μ. Δ. και Α. τέκνα των αδελφών του Ι. και Κ. αντίστοιχα, όπως περιγράφεται στο σχετικό συμβόλαιο, το μεγαλύτερο τμήμα της οποίας αποτελεί η περιοχή .... Η διανομή τούτη ενεκρίθη δια του υπ' αριθ. 23 7/ρίου Διατάγματος. Στη συνέχεια οι διάδοχοι του Π.
Μ. προέβησαν σε δικαστική διανομή της κοινής μεταξύ των περιουσίας και σε εκτέλεση της υπ' αριθ. 413/1856 προδικαστικής απόφασης του Δικαστηρίου των εν Σπάρτη Πρωτοδικών, με την οποία διατάχθηκε η διανομή και ορίσθηκαν πραγματογνώμονες, προέβησαν σε υποκλήρωση των ακινήτων, η οποία [υποκλήρωση] επικυρώθηκε με την υπ' αριθ. 637/1857 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης.
Κατά τη διάρκεια των δικαστικών αυτών διανομών, με τις οποίες καθορίσθηκαν οι μερίδες , προσδιορίσθηκε με όρια και η παραχωρηθείσα με το Διάταγμα του 1835 έκταση, η οποία ήταν ΩΡΗ8ΗΚΕ εμβαδού 12.689.872 στρεμμάτων και αναφέρεται ως "γη ποτιστική, Εισηγήτρια ξηρική, επιδεκτική και ανεπίδεκτος καλλιεργείας", που περιέχει ελαιόδενδρα, μωρεόδενδρα, βαλανόδενδρα και άλλα διάφορα οπωροφόρα και άγρια δένδρα [βλ.
υπ' αριθ. 413/1856 απόφαση]. Στη συνέχεια το έτος 1886 με το υπ' αριθ. ….33/2.9.1886 διανεμητήριο συμβόλαιο του συμ/φου Δ. Γ., οι καθολικοί διάδοχοι των προαναφερθέντων και ειδικότερα οι Ι. Η. Κ. ή Μ., Ι. Δ. Κ. ή Μ. δι' εαυτόν και ως εκπρόσωπος των αδελφών του, Γεώργιος Μ. δι' εαυτόν και ως πληρεξούσιος του Π. Λ. Μ. και Μ. Γ. Μ. δι' εαυτόν και ως πληρεξούσιος του Κ.
Κ. προέβησαν εις περαιτέρω διανομή. Έτσι ο Κ. Κ. απέκτησε μεταξύ άλλων "Επί δε των αγρίων ορεινών μερών του όρους ... το προς το μεσημβρινόν μέρος του πρώτου τεμαχίου κατά τα τεθέντα σημεία οριοθετήσεως ήτοι από το σημείον Β κείμενον επί της κορυφής ... και κατ' ευθείαν γραμμήν διερχόμενη δια του λαιμού όστις κείται επί της πέραν κορυφογραμμής του ρεύματος ...
και απολήγουσα κατ' ευθείαν γραμμήν εις το όριον .... Εκείθεν δε απολήγουσα κατ' ευθείαν γραμμήν εις το όριον .... Εκείθεν δε διευθύνεται συμπεριλαμβάνων την λάκκαν ... και δι' ενός ρεύματος απολήγει από της κορυφής του όρους ... δεξιά του επάνω χωρίου ... εκείθεν δε διευθύνεται ...κατ' ευθείαν γραμμήν απολήγει ...
επί της κορυφής ..., συνορεύει δε γύρωθεν με τα τεμάχια του Μ. Μ., Ι. Η. Κ. και Ι. Κ. και όριον ...". Ο Κ. Κ. με το υπ' αριθ. …124/26.8.1900 πωλητήριο συμβόλαιο του συμ/φου Η. Γ. επώλησε στον Κ. Λ.Μ. μεταξύ άλλων το τμήμα που συμπεριελάμβανε τη θέση "...". Ο τελευταίος, Κ. Μ., κληρονομήθηκε από τη σύζυγο του Π. και τα τέκνα του Π., Δ.
και Α. συζ. Α. Μ., οι οποίοι έγιναν συγκύριοι κατά το ποσοστό του εξ αδιαιρέτου έκαστος της εκτάσεως στην περιοχή ... και δυνάμει της υπ' αριθ. 76/4.6.1927 εκθέσεως κληρώσεως του αρμοδίου Εισηγητού του Πρωτοδικείου Σπάρτης και ακολούθως του υπ' αριθ. …3/1936 πωλητηρίου συμβολαίου του συμ/φου Δ. Α., που μεταγράφηκε νόμιμα [τόμος 33 αριθ. 49], οι κληρονόμοι του Κ.
Μ. πώλησαν τμήμα της κληρονομιάς στον Η. Π. Ν., το οποίο περιελάμβανε ήμερο έκταση 150 στρεμμάτων και άγρια έκταση εμβαδού 850 στρεμμάτων. Μέρος της πωληθείσας έκτασης ήταν και το επίδικο, το οποίο στο συμβόλαιο αναφέρεται ως αγρός "εις θέσιν "…." του ορίου θέση ... - ….νι οι σέμπροι της οικογένειας Μ. και η οικογένεια Μ.
είχαν φτιάξει αλώνια για τον αλωνισμό των σιτηρών, μίσθωναν αυτό και άλλα τμήματα της έκτασης σε γεωργούς της περιοχής , πωλούσαν την χορτονομή σε ποιμένες, καλλιεργούσαν με βρώμη, σιτάρι και κριθάρι, έκαναν δενδροφυτεύσεις και κανένας δεν αμφισβητούσε τα δικαιώματα της οικογένειας Μ. στην περιοχή. Επίσης εκτός της έκτασης που εκαλλιεργείτο με σιτηρά, υπήρχε ποώδης βλάστηση, που προσφέρετο για κτηνοτροφία, γι' αυτό και μισθώνετο σε κτηνοτρόφους.
Τις πράξεις νομής των δικαιοπαρόχων του συνέχισε και ο Η. Ν. , ο οποίος έκανε βελτιώσεις στο επίδικο φυτεύοντας ελιές και συκιές. Η κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος Α. Γ., δασοφύλακα, εμφανίζει αντιφάσεις , γιατί αφενός βεβαιώνει ότι το επίδικο περιλαμβάνεται εντός των ορίων της παραχωρηθείσας στον Μ.
έκτασης αφετέρου υποστηρίζει ότι ήταν από το 1830 δημόσια δασική έκταση χωρίς να δικαιολογεί την γνώση του αλλά απλώς αναφέρει ότι έτσι του "έχει πεί η υπηρεσία". Ακόμη στις ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίζονται, κάτοικοι της περιοχής, όπως ο Δ. Α., γεννηθείς το 1908, Α. Κ., Δ. Λ., γεννηθείς το έτος 1928, Ι. Ι., Π. Τ., γεωργοί , καλλιεργητές και υπερήλικες όλοι, βεβαιώνουν ότι το επίδικο είτε καλλιεργείτο με δημητριακά και σιτηρά είτε μισθωνόταν σε κτηνοτρόφους.
Όσα δε βεβαιώνουν οι μάρτυρες των εναγομένων συνεπικουρούνται από την από 20.2.1986 έκθεση φωτοερμηνείας, στην οποία ο μηχανικός Γ. Κ. αναφέρει ότι το κεντρικό τμήμα του επιδίκου εκαλλιεργείτο το έτος 1945, ενώ τα δύο άλλα τμήματα του εκατέρωθεν αποτελούσαν κάποτε καλλιεργούμενες εκτάσεις που σταδιακά είχε διακοπεί η καλλιέργεια τους.
Ομοίως η πραγματογνώμονας Ε. Π., τοπογράφος μηχανικός, η οποία χρησιμοποίησε αεροφωτογραφίες του 1945, στην υπ' αριθ. κατάθ. 34/1996 έκθεση πραγματογνωμοσύνης αναφέρει ότι από τα στοιχεία που ήλεγξε καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το επίδικο ήταν καλλιεργούμενη έκταση , που περιλαμβάνεται στους αναφερομένους τίτλους ιδιοκτησίας των εναγομένων με την αιτιολογία ότι παρθένες εκτάσεις που ποτέ δεν έχουν καλλιεργηθεί έπρεπε να παρουσιάζουν υψηλή και πυκνή βλάστηση, ενώ εκείνες που παρουσιάζουν διαβαθμίσεις γκρίζου, σαν αυτές του εξεταζομένου ακινήτου, ως επί το πλείστον καλλιεργούνται σήμερα.
Η τεχνική σύμβουλος του εκκαλούντος Π. Σ., δασολόγος, ανέφερε στο ακροατήριο ότι σήμερα είναι όλο καλλιεργημένο και 23 συν 26 στρέμματα καλύπτονται από χορτολιβαδική βλάστηση. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι από το έτος 1936 έως το έτος 1945, που αποβίωσε, ο Η. Ν. ασκούσε τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του ακινήτου πράξεις νομής διάνοια κυρίου, με καλή πίστη, όπως καλλιέργειες δημητριακών , εκχερσώσεις, εκμίσθωση του επιδίκου σε καλλιεργητές δηλαδή για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 30 ετών προσμετρώντας στον χρόνο νομής του τον χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων του.
Μετά τον θάνατο του κληρονομήθηκε από τα τέκνα του Π. και Π. Ν. και το επίδικο κατόπιν ατύπου διανομής περιήλθε στον Π. Ν., ο οποίος με την υπ' αριθμ. ..006/4.12.1963 πράξη του συμ/φου Γ. Μ. προέβη σε δήλωση αποδοχής της κληρονομιάς του πατρός του, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου …. (τόμος 37 αριθ. 110).
Στη συνέχεια ο Π. Ν. α) με το υπ' αριθ. ….06/18.9.1984 πωλητήριο συμβόλαιο του συμ/φου Δ. Π. Κ. μεταβίβασε αιτία πωλήσεως στον Π. Δ. Π., πρώτο εφεσίβλητο, 40.029 τ.μ. , β] με το υπ' αριθ. …807/1984 συμβόλαιο του ιδίου συμ/φου μεταβίβασε για την ίδια αιτία στον ίδιο ως άνω Π. Π. έκταση 33.242, 57 τ.μ. και γ] με το υπ' αριθ. …808/1984 συμβόλαιο προέβη σε γονική παροχή προς την θυγατέρα του Γ.
Π., δεύτερη εφεσίβλητο και σύζυγο του πρώτου εκτάσεως 30 στρεμμάτων. [Τα συμβόλαια τούτα μεταγράφηκαν στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου … στον τόμο 188 με αριθ. 42, 43 και 44] . Έτσι στους εναγομένους εφεσίβλητους περιήλθε κατά κυριότητα έκταση εκ [40.029 συν 33.242,57 συν 30.000 τ.μ.] 103,57 στρεμμάτων, η οποία συνορεύει βορείως με ιδιοκτησία Π.
Ν. και κληρ. Π. Ν., δυτικά με αγροτικό δρόμο και ιδιοκτησία κληρ. Π. Ν., νοτίως με αγροτικό δρόμο, ανατολικά με αγροτικό δρόμο και εκείθεν με ιδιοκτησία Γ. Μ. και Κ. Ι.. Από όλα τα προαναφερόμενα συνάγεται ότι το επίδικο, όπως προσδιορίζεται σήμερα στο από 5.11.1985 σχεδιάγραμμα του Ι. Π. , τεχνικού δασοπονίας με στοιχεία ΑΒΓΔΕΖΗΘΙΗ'ΖΈΤ'ΒΆ περιλαμβάνεται στην έκταση που παραχώρησε το Ελληνικό Δημόσιο στην οικογένεια Μ.
το έτος 1835 και έκτοτε ενέμετο διαδοχικά από την οικογένεια του Π. Μ., τους αδελφούς και ανιψιούς του, Κ. Κ., Κ. Μ. έως το έτος 1936 που μεταβιβάσθηκε κατά κυριότητα στον Η. Ν., το έτος 1945 λόγω κληρονομιάς στον Π. Ν. και το έτος 1984 στους εφεσίβλητους. Δηλαδή από το έτος 1835 έως την 11η Σεπτεμβρίου του έτους 1915 το επίδικο ενέμοντο οι προαναφερόμενοι με καλή πίστη και διάνοια κυρίου είτε με καλλιέργειες είτε χρησιμοποιώντας τούτο ως βοσκότοπο.
Συνεπώς ακόμα και αν ένα μέρος του επιδίκου έφερε δασική μορφή, γεγονός που δεν αποδείχθηκε, ή χρησιμοποιείτο ως βοσκότοπος, τούτο ουδόλως ασκεί επιρροή στην κτήση της κυριότητος επ' αυτού με έκτακτη χρησικτησία έως το έτος 1915 [11 Σεπτεμβρίου] σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα πρόταση που προηγήθηκε.
Έτσι ο Κ. Μ. , που συνέχισε τις πράξεις νομής των προκατόχων του και μετά το έτος 1915, προσμετρώντας τον χρόνο χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων του στον δικό του χρόνο χρησικτησίας, το έτος 1915 και πολύ περισσότερο έτος 1936, που το μεταβίβασε, είχε ήδη καταστεί κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία. Όμως τις πράξεις νομής συνέχισε και μετά το έτος 1936 στο επίδικο ο Η.
Ν. και ο Π. Ν. με τον τρόπο που προαναφέρθηκε χωρίς ποτέ να ενοχληθούν. Χαρακτηριστικό είναι ότι στη δήλωση φόρου κληρονομιάς του Π. Ν. περιλαμβάνεται το επίδικο [βλ. από 19.12.1950 πιστοποιητικό οικονομικού Εφόρου που αναφέρει για αγρό στη θέση "..."]. Για πρώτη φορά με βάση τα Ν.Δ. 86/69 και 996/1971 το έτος 1985 εμφανίζεται το εκκαλούν και συντάσσει ο προϊστάμενος του Δασαρχείου το υπ' αριθ. 6571/1985 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής των εφεσίβλητων από την επίδικη έκταση με βάση έκθεση αυτοψίας, σύμφωνα με την οποία η περιοχή δεν φέρει ίχνη παλιάς καλλιέργειας, αποτελούσα τμήμα μείζονος δασικής έκτασης.
Όμως, στο με αριθ. πρωτ. 588/13.2.1989 έγγραφο του Δασαρχείου … τα αναφερόμενα στο πρωτόκολλο και στη έκθεση αυτοψίας, εν μέρει αναιρούνται από την ίδια υπηρεσία, καθόσον ο δασάρχης Κ. Γ. αναφέρει ότι "η Υπηρεσία μας έχει προτείνει στις Νομικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομικών την άσκηση τακτικής αγωγής όχι για όλη τη αποβληθείσα έκταση παρά μόνο για δύο τμήματα εμβαδού 26,213 στρεμμάτων το ένα και 23,122 στρεμμάτων το άλλο ....Η υπόλοιπη έκταση των 55,218 στρεμ.
για την οποία προτείνεται να μην ασκηθεί τακτική αγωγή, αφού από φωτοερμηνεία Υπαλλήλου της Υπηρεσίας μας προκύπτει ότι το έτος 1945 ήταν γυμνή". Εξ αυτού συνάγεται ότι η δασική υπηρεσία του εκκαλούντος αρχικά υποστήριζε το δασικό χαρακτήρα μόνο των εκατέρωθεν του κεντρικού τεμαχίου των 55,218 εκτάσεων εκ 26,213 και 23,122 στρεμμάτων το καθένα.
Σύμφωνα με όσα αποδείχθηκαν όμως, οι καταθέσεις που προαναφέρθηκαν αναφέρονται σε καλλιεργήσιμες εκτάσεις. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειωθούν ακόμη τα ακόλουθα. Οι παραχωρούμενες με το Β.Δ. εκτάσεις αναφέρονται σε διάφορα σημεία ως "εθνικαί γαίαι", "γήπεδα τα οποία καλλιεργούνται", ή "κτήματα", ονομασίες που χρησιμοποιούνται αδιακρίτως προς υποδήλωση ενός και του αυτού πράγματος δηλαδή ότι η παραχώρηση αφορά μόνο σε καλλιεργήσιμες δημόσιες εκτάσεις όχι δε και σε κατ' εκείνον τον χρόνο δημόσιες δασικές εκτάσεις.
Η άποψη αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι η παραχώρηση εντάσσεται στα πλαίσια της γενικής προικοδοτήσεως των ελληνικών οικογενειών, ενώ πρόσθετο επιχείρημα αποτελεί το ότι δεν είχαν παραχωρηθεί από το νεοσύστατο Ελληνικό Κράτος δάση σε ιδιώτες. Τούτα αναφέρει η νομική υπηρεσία του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου στην υπ' αριθ. 30/16.1.1990 γνωμοδότηση της προς το Υπουργείο Γεωργίας.
Πρόσθετα επιχειρήματα υπέρ του καλλιεργησίμου των εκτάσεων, που για κάποιες περιόδους, που δεν προσδιορίζονται ακριβώς χρονικά, είχε διακοπεί η καλλιέργεια συνάγονται από τη μορφολογία της έκτασης, που εμφανίζεται ως θαμνώδους μορφής (βλ. έκθεση φωτοερμηνείας), καθότι οι εκτάσεις που μένουν ακαλλιέργητες για πολλές δεκαετίες εμφανίζουν πυκνή και υψηλή βλάστηση, γεγονός που δεν συνέτρεχε στην υπό κρίση περίπτωση.
Επίσης υπέρ του καλλιεργησίμου των επιδίκων είναι οι βεβαιώσεις του Προέδρου της Κοινότητας ... Χ. Χ. [βλ. με αριθ. πρωτ. ….79/24.4.1986, ….24/11.5.1988 βεβαιώσεις], η από 28.3.1986 βεβαίωση της ... , από την οποία προκύπτει ότι ο Π. Π. είχε λάβει δάνεια για καλλιέργειες, γεωτρήσεις, περιφράξεις, αρδευτικούς αγωγούς και αρόσεις στην περιοχή, η μορφολογία που εμφανίζεται στις προσκομιζόμενες φωτογραφίες.
Θα πρέπει να σημειωθεί εξ άλλου ότι με την 23/1986 απόφαση του Ειρηνοδικείου ... ακυρώθηκε το υπ' αριθ. 8/7-11-1985 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής του Δασαρχείου …. που αφορούσε την έκταση των 104.553 τ.μ., με την υπ' αριθ.1016/1988 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης οι εφεσίβλητοι και ο δικαιοπάροχος τους Π.
Ν. αθωώθηκαν για τις πράξεις της παράνομης καταπάτησης και εκχέρσωσης δημόσιας δασικής έκτασης με την αιτιολογία ότι η έκταση αυτή δεν υπήρξε ποτέ δάσος και τους ανήκε κατά κυριότητα.
Από όλα τα προαναφερόμενα συνάγεται ότι τόσο οι εφεσίβλητοι όσο και οι δικαιοπάροχοι τους , απώτεροι και απώτατοι, ενέμοντο με καλή πίστη και διάνοια κυρίου το επίδικο, το οποίο δεν ήταν δασική έκταση ούτε λειβάδι ούτε αδέσποτο, από το έτος 1835 μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, οι δε εναγόμενοι κατέχοντες και τους νόμιμους τίτλους, που έχουν μεταγραφεί νόμιμα όπως προαναφέρθηκε, με βάση τους οποίους επί πλέον έχουν καταστεί κύριοι.
Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή η ένσταση τους ιδίας κυριότητος και να απορριφθεί ως αβάσιμη η υπό κρίσιν αγωγή". Επί τη βάσει δε των παραδοχών αυτών το Εφετείο απέρριψε από ουσιαστικής απόψεως την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 4/1998 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης με την οποία, κατά την παραδοχή ενστάσεως ιδίας κυριότητος των αναιρεσιβλήτων απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 8.8.1990 διεκδικητική αγωγή του αναιρεσείοντος για ακίνητο, περίπου 104 στρεμμάτων, στο ....
IV. Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον προσάπτει στο Εφετείο (Τριμελές) Ναυπλίου, ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην κατ' άρθρ. 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, "διότι παρέβη τις προπαραταθείσες διατάξεις του ΒΡ δικαίου, δεχόμενο ότι οι αναιρεσίβλητοι κατέστησαν κύριοι της επίδικης εκτάσεως και με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), με προσμέτρηση στη δική τους νομή και του χρόνου χρησιδεσποτείας των δικαιοπαρόχων τους και κυρίως του χρόνου νομής του απωτέρω δικαιοπαρόχου αυτών Π. Μ.. Αν, δε, κατά το αναιρεσείον, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθά ερμήνευε και εφήρμοζε τις άνω διατάξεις, όφειλε, να δεχθεί ότι ο φερόμενος ως απώτατος δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων. Π. Μ. δεν διέθετε οποιουδήποτε από τους προβλεπόμενους στο νόμο (Πρωτόκολλα του Λονδίνου και Συνθήκη της Κων/λεως) νόμιμο τίτλο, ούτε απέκτησε κυριότητα της επίδικης δασικής εκτάσεως με το 19089/5-17/4/1835 Β.Δ. (παραχωτητήριο), διότι σ' αυτό δεν περιλαμβάνονται δασικές εκτάσεις όπως η επίδικη".
Συνεπώς, όπως συνεχίζει το αναιρεσείον, "δεν ενέμετο καλοπίστως την επίδικη έκταση, λόγω μη συνδρομής της ευδιάθετης καταστάσεως της καλοπιστίας όρου αναγκαίου των περί εκτάκτου χρησικτησίας διατάξεων του ΒΡ δικαίου". Γι' αυτό και κατά το αναιρεσείον, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η οποία εφήρμοσε τις περί εκτάκτου χρησικτησίας διατάξεις, χωρίς να αξιολογήσει και εφαρμόσει το στοιχείο αυτό υπό την προεκτεθείσα ορθή νομική του έννοια, παραβίασε τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν και υπέπεσε στην προδιαληφθείσα πλημμέλεια.
Προσέτι, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον υποστηρίζει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 19 του άνω άρθρου, διότι: "α) Με ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, που διέλαβε στην απόφασή του, καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου και δη:
Ενώ το Δημόσιο αμφισβήτησε ρητά τη μεταβίβαση της επίδικης δασικής έκτασης με το άνω παραχωρητήριο προς τον Π. Μ. (απώτατο δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων), το Εφετείο δεν διέλαβε αιτιολογία για το πώς είναι δυνατή η εφαρμογή του τίτλου αυτού επί του εδάφους του επιδίκου και η ταυτοποίηση του επιδίκου βάσει αυτού, ζήτημα που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στο βάσιμο της ένστασης ιδίας κτήσης κυριότητας με παράγωγο τρόπο των αναιρεσιβλήτων.
β) Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές και ασαφείς αιτιολογίες σε ουσιώδες για την έκβαση της δίκης, ζήτημα και, συγκεκριμένα, αναφέρεται σε εδαφολογικής μορφής στοιχεία της παραχωρηθείσας, ως άνω, εκτάσεως, χωρίς να αναφέρονται τα όρια του επιδίκου εντός της ευρύτερης εκτάσεως που είχε παραχωρηθεί στον Π.
Μ. και, στη συνέχεια, ενώ δέχεται, ότι κατά τις αλλεπάλληλες διανομές και μεταβιβάσεις της αρχικής και τεράστιας έκτασης των 12.689.872 στρεμμάτων μεταβιβάστηκαν και άγριες εκτάσεις που περιλαμβάνουν άγρια δένδρα, δεν διευκρινίζει την χωροταξία των εκτάσεων αυτών (που βρίσκονται) εντός της ευρύτερης εκτάσεως και σε ποιο τμήμα περιλαμβάνεται το επίδικο".
Υποστηρίζει δε ακόμη το αναιρεσείον, ότι "το Εφετείο, παρά τα ανωτέρω, καταλήγει στο συμπέρασμα, ότι το επίδικο όπως, προσδιορίζεται σήμερα στο από 5.11.1985 σχεδιάγραμμα του Ι. Π. τεχνικού δασοπονίας, με στοιχεία ΑΒΓΔΕΖΗΘΙΗ'Ζ'ΕΤ'Β'Α περιλαμβάνεται στην έκταση που το Ελληνικό Δημόσιο, είχε παραχωρήσει στην οικογένεια Μ.
το έτος 1835 και έκτοτε ενέμετο διαδοχικά η οικογένεια του Π. Μ., οι αδελφοί και ανεψιοί του, Κ. Κ., Κ. Μ. έως το 1936, που μεταβιβάσθηκε κατά κυριότητα στον Η. Ν., το 1945 λόγω κληρονομίας στον Π. Ν. και το 1984 στους αναιρεσιβλήτους, δηλαδή, από το έτος 1835 έως 11.9.1915 με καλή πίστη και διάνοια κυρίου είτε με καλλιέργειες είτε με χρήση αυτού ως βοσκοτόπου".
Επομένως, κατά το αναιρεσείον, "οι παραδοχές του Εφετείου, ότι το επίδικο συμπεριλαμβάνεται στο παραχωρητήριο του 1835 δεν αρκούν για την συγκρότηση του παραγώγου, τρόπου κτήσεως κυριότητος από τους αναιρεσιβλήτους", γ) Η παραδοχή του Εφετείου (που υιοθετεί αυτούσια την άποψη της πραγματογνωμοσύνης), ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στους τίτλους των αναιρεσιβλήτων και των δικαιοπαρόχων τους είναι ανεπαρκώς αιτιολογημένη,διότι, ενώ, κατά τα δεκτά γενόμενα, με δικαστικές διανομές που εγκρίθηκαν με το Διάταγμα του 1847 και κατόπιν με την 413/1856 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, προσδιορίσθηκε με όρια η παραχωρηθείσα με το Διάταγμα του 1835 έκταση στο άνω εμβαδόν, με το …33/1886 διανεμητήριο συμβόλαιο του συμ/φου Δ.
Γ. έγινε, περαιτέρω διανομή και ο Κ. Κ. (απώτερος δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων) απέκτησε μεταξύ άλλων, όπως περιγράφεται στην αναιρεσιβαλλόμενη "επί δε των αγρίων ορεινών μερών του όρους ...υ το προς το μεσημβρινόν μέρος του πρώτου τεμαχίου κατά τα τεθέντα σημεία οριοθετήσεως ήτοι από το σημείον Β κείμενον επί της κορυφής ...
και κατ' ευθείαν γραμμήν διερχόμενη δια του λαιμού όστις κείται επί της πέραν κορυφογραμμής του ρεύματος ... και απολήγουσα κατ' ευθείαν γραμμήν εις το όριον .... Εκείθεν δε διευθύνεται συμπεριλαμβάνων την λάκκαν ... και δι' ενός ρεύματος απολήγει από της κορυφής του όρους....δεξιά του επάνω χωρίου ... εκείθεν δε διευθύνεται...κατ' ευθείαν γραμμή απολήγει...επί της κορυφής ..., συνορεύει δε γύρωθεν με τα τεμάχια του Μ.
Μ., Ι. Η. Κ. και Ι. Κ. και όριον ..." και στη συνέχεια οι κληρονόμοι του Κ. Μ. πώλησαν τμήμα της κληρονομιάς που συμπεριλάμβανε τη θέση "..." και περιελάμβανε ήμερο έκταση 150 στρεμμάτων και άγρια έκταση 850 στρεμμάτων, μέρος της οποίας ήταν και το επίδικο.
Περαιτέρω η αναιρεσιβαλλόμενη υιοθετεί την από 20-2-1986 έκθεση φωτοερμηνείας του μηχανικού Γ. Κ. και της πραγματογνώμονα Ε. Π. (σελ. 9 στίχοι 1 έως 16) σχετικά με το χαρακτήρα του επίδικου ως καλλιεργούμενης έκτασης, μολονότι οι ως άνω εκθέσεις ήταν παντελώς αόριστες (η αοριστία των εκθέσεων αυτών γίνεται φανερή από τη χρήση των φράσεων "τα δύο άλλα τμήματά του (επιδίκου) εκατέρωθεν αποτελούσαν κάποτε καλλιεργούμενες εκτάσεις.....", "παρθένες εκτάσεις που ποτέ δεν έχουν καλλιεργηθεί έπρεπε να παρουσιάζουν υψηλή και πυκνή βλάστηση"), γεγονός που καθιστά την αναιρεσιβαλλόμενη αναιτιολόγητη αλλιώς ανεπαρκώς και ασαφώς αιτιολογημένη ως προς το κρίσιμο ζήτημα για την έκβαση της δίκης, αν δηλαδή η επίδικη έκταση ήταν ανέκαθεν δασική και ουδέποτε είχε καλλιεργηθεί, όπως ισχυριζόταν το Ελληνικό Δημόσιο με την αγωγή, την έφεση και τις προτάσεις του στο Πρωτοδικείο Σπάρτης και στο Εφετείο Ναυπλίου.
Είναι προφανές από τα παραπάνω ότι, ενώ ο αρχικός τίτλος ΒΔ. 19089/1835 αφορούσε έκταση 12.689.872 στρεμμάτων, το τμήμα που πωλήθηκε από τους κληρονόμους του Κ. Μ. ήταν 1.000 στρέμματα και το επίδικο 104,533 στρέμματα.
Συνεπώς οι μεταβιβάσεις αυτές δεν μετήγαγαν την κυριότητα της επίδικης έκτασης σε κανέναν, διότι εξέλειπε κάθε φορά η κυριότητα από τον μεταβιβάζοντα την έκταση".
Ακόμη, το αναιρεσείον, εν κατακλείδι των προμησθέντων, αιτιάται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε με αντιφατικές αιτιολογίες, ότι οι παραπάνω μεταβιβάσεις ήταν νόμιμες και τις συμπεριέλαβε στην αλυσίδα των δικαιοπραξιών που οδήγησαν στη σύνταξη και (των τελευταίων) προς τους αναιρεσιβλήτους, …806/1984, …807/1984 και …808/1984 συμβολαίων.
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον μέμφεται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του έχει υποπέσει στην πλημμέλεια του αρ. 19 του άνω άρθρου, καθόσον διέλαβε ελλιπή αιτιολογία ως προς την άσκηση διακατοχικών πράξεων νομής και την ύπαρξη ή μη καλής πίσης, καθώς και το συγγνωστό ή μη αυτής κατά το χρόνο ενάρξεως της χρησικτησίας, τον οποίο η αναιρεσιβαλλόμενη τοποθετεί στο 1835, όταν εκδόθηκε το επίμαχο παραχωρητήριο στον Π.
Μ. και κατά τον μεταγενέστερο χρόνο (1886), κατά τον οποίο περιήλθε η νομή στον ειδικό του διάδοχο Κ. Κ. και έως το 1915, ζήτημα ουσιώδες για την έκβαση της δίκης. Το αναιρεσείον διαλαμβάνει τις ειδικότερες εν προκειμένω αιτιάσεις, ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν προσδιορίζονται επαρκώς τα πραγματικά περιστατικά, βάσει των οποίων συνάγεται η νομή και ότι συνέτρεχε, στην προκειμένη περίπτωση το στοιχείο της καλής πίστεως στο πρόσωπό του Π.
Μ., δεδομένου ότι σε αυτόν, όπως δέχεται το Εφετείο, δεν παραχωρήθηκαν δημόσιες δασικές εκτάσεις, πλην όμως (κατά την άποψη της δασικής υπηρεσίας …), τα δύο τμήματα εμβαδού 26.213 και 23.122 στρεμμάτων εκατέρωθεν του κεντρικού τεμαχίου των 55,218 στρεμμάτων του επιδίκου είναι δασικό χαρακτήρα. Ωσαύτως, το αναιρεσείον κατά την περαιτέρω ανάπτυξη των αιτιάσεών του στον ίδιο λόγο αναιρέσεως ισχυρίζεται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, στέρησε από την προσβαλλομένη απόφασή του την νόμιμη βάση, διότι δεν διέλαβε σε αυτήν πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της κτήσης της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από τον δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων Κ.
Κ. οι οποίες δεν επιτρέπουν τον έλεγχο της συνδρομής, στη συγκεκριμένη περίπτωση, των όρων των διατάξεων των ν. 8 παρ. 1 κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14) ν. 2 Παρ. 20 Πανδ. (41.4) ν. 6 παρ. Πανδ. (44.3), ν 76 παρ. 1 (Πανδ. 18.1), ν 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, τις οποίες εφάρμοσε και τις οποίες έτσι παραβίασε εκ πλαγίου.
Ειδικότερα, το Δικαστήριο της ουσίας, στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, ότι ο δικαιοπάροχος των εναγομένων Κ. Κ. απέκτησε την κυριότητα της επίδικης έκτασης με τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων της έκτακτης χρησικτησίας, ήτοι της άσκησης από αυτόν πράξεων νομής επί της έκτασης αυτής και της συνδρομής της ενδιάθετης κατάστασης της καλής πίστης στο πρόσωπα αυτού χωρίς όμως να διαλάβει περαιτέρω αιτιολογίες για τις συγκεκριμένες πράξεις νομής που ενήργησε αυτός επί του επιδίκου κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, οι οποίες ήταν αναγκαίες, ενόψει των παραδοχών του, ότι το ως άνω ακίνητο συνολικού εμβαδού 103,57 στρεμμάτων αποτελεί τμήμα του τεραστίων διαστάσεων και εμβαδού εκατομμυρίων στρεμμάτων έκτασης που είχε περιέλθει στον Π.
Μ. , το οποίο περιελάμβανε δάση, δοσότοπους, καλλιεργήσιμες και βοσκήσιμες γαίες, αλλά παρέλειψε να παραθέσει συγκεκριμένες πράξεις νομής που ασκούσε ο Κ. Κ. στο τμήμα που περιήλθε σ' αυτόν αλλά αναφέρεται γενικά και αόριστα σε πράξεις των σέμπρων της οικογένειας Μ. (σελ. 8) χωρίς να εξειδικεύσει αν και ποιες από αυτές ασκούντο στο επίδικο ακίνητο, καθώς επίσης χωρίς να παραθέσει αιτιολογίες ως προς τον χαρακτήρα της επίδικης έκτασης (ως δασικό αγροτικό ή χορτολιβαδικό), με συνέπεια να μη καθίσταται εφικτή ούτε η διακρίβωση, από το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ποιες από τις ανωτέρω πράξεις νομής διενεργήθηκαν επί του επιδίκου από τους δικαιοπαρόχους των εναγομένων κατά τον κρίσιμο για τη συμπλήρωση της χρησικτησίας της χρόνο".
Οι προμνησθέντες λόγοι αναιρέσεως (1ος, 2ος, 3ος ) είναι απαράδεκτοι, διότι υπό την επίφασιν των προειπωθεισών πλημμελειών πλήττεται η περί τα πράγματα αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Με τον τέταρτο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του αρ. 10, διότι, όπως υποστηρίζει, το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε την συνδρομή του στοιχείου της καλής πίστης και την άσκηση διακατοχικών πράξεων στο επίδικο ακίνητο από τον απώτατο και τους απώτερους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων, από το έτος 1880 έως και το 1915, ήτοι περί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της τριακονταετίας, γεγονός που ασκεί ουσιώδη επίδραση στο ουσία βάσιμο του ισχυρισμού περί ιδίας κυριότητος των αναιρεσιβλήτων, χωρίς να εκθέτει στην απόφασή του από ποια αποδεικτικά (επιτρεπόμενα από το νόμο) μέσα, έχει αντλήσει την απόδειξη, για τα δεκτά γενόμενα από αυτό πράγματα ως αληθινά, ενόψει και της χρονικής περιόδου που αυτά αφορούν (1880-1915).
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφασή του μνημονεύει τα κατά νόμον αποδεικτικά μέσα, στα οποία στηρίχθηκε η αποδεικτική του κρίση (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα, ένορκες βεβαιώσεις, έκθεση πραγματογνωμοσύνης).
V. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος ετέρου λόγου, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να επιβληθεί στο ηττώμενο αναιρεσείον η δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του αιτήματός τους (άρθρα 176, 183, 191§2 Κ.Πολ.Δ, 22 ν. 3693/57, ως ισχύει), συμφώνως προς το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8.9.2010 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου περί αναιρέσεως της 106/2010 αποφάσεως του (Τριμελούς) Εφετείου Ναυπλίου. Και
Επιβάλλει στο αναιρεσείον την δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, το ποσόν της οποίας ορίζει σε τριακόσια ευρώ (300€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Ιουλίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ