Supreme Court partially allows appeal on unpaid bonuses, remanding case to new judge for further trial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the company's appeal against the First Instance Court's judgment regarding unpaid employee bonuses. While the court found the lower court correctly included seniority pay in the maturity bonus, it ruled that the lower court erred in awarding the hazardous work bonus to both employees and the financial bonus to only one. Consequently, the case was remanded to a newly constituted single-instance court for retrial on the disputed portions.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 580, 176, 183 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal when the lower court correctly interprets certain legal provisions but incorrectly applies them to specific facts, requiring remittal to a new judge for retrial of the contested issues.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 773 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 773/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" με διακριτικούς τίτλους "...", όπως έχει δηλωθεί η τροποποίηση της επωνυμίας της ανώνυμης εταιρείας "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και προκύπτει από το πρακτικό 2/2016 του δικαστηρίου τούτου.
Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ληξουριώτη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Β. Τ. και 2)Κ. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Άγι Παπαστεργίου, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/5/2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 506/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 35/2015 του Μονομελές Εφετείο Λάρισας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 17/4/2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κατσιρούμπας ανέγνωσε την από 8/1/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι ενιαίως εκτιμώμενοι πρώτος και δεύτερος και εν μέρει κατά το προσδιοριζόμενο στο σκεπτικό μέρος του ο έκτος και ν’ απορριφθούν οι υπόλοιποι λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας εταιρείας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ κατά το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου και στις περιπτώσεις του άρθρου 98 η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.
Το άρθρο 665 παρ. 2 εδάφιο τελευταίο ΚΠολΔ, το οποίο όριζε ότι "κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή", καταργήθηκε σιωπηρά με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, με το οποίο ορίζεται ότι αντικαθίσταται το βιβλίο τέταρτο (άρθρα 591 - 681Δ’ ) του ΚΠολΔ και παρατίθενται ως νέες διατάξεις τα άρθρα 591-645.
Περαιτέρω, το άρθρο ένατο του ως άνω κεφαλαίου του ν. 4335/2015, με τον τίτλο "μεταβατικές και άλλες διατάξεις" ορίζει στην μεν παράγραφο 2 ότι " οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591-645 εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1.1.2016 ένδικα μέσα και αγωγές", στη δε παράγραφο 4 ότι "κατά τα λοιπά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις, η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από 1.1.2016".
Εξάλλου, το άρθρο 12 του ΕισΝΚΠολΔ ορίζει ότι "στις δίκες που κατά την εισαγωγή του ΚΠολΔ είναι εκκρεμείς στον πρώτο βαθμό, οι διαδικαστικές πράξεις ρυθμίζονται από τις διατάξεις του, όσες όμως είχαν ενεργηθεί πριν από την εισαγωγή του, ρυθμίζονται από το προγενέστερο δίκαιο", ενώ η διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 εδ β’ του ΕισΝΚΠολΔ ορίζει ότι "στα ένδικα μέσα που είχαν ασκηθεί κατά την εισαγωγή του ΚΠολΔ, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 12".
Από τον συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων προκύπτει ότι ως προς το κύρος των διαδικαστικών πράξεων στο πλαίσιο μιας δίκης έχει εφαρμογή η γενικότερη δικονομική αρχή που εκφράζεται στο άρθρο 12 ΕισΝΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία αυτό (κύρος διαδικαστικών πράξεων) κρίνεται από το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο που αυτές επιχειρούνται.
Κατ’ εφαρμογή της αρχής αυτής η πληρεξουσιότητα που χορηγείται μετά την 1.1.2016 σε δικηγόρο για την εκπροσώπηση κάποιου διαδίκου ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται πλέον μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση και όχι με ιδιωτικό έγγραφο, όπως γινόταν υπό την ισχύ της διάταξης του άρθρου 665 παρ. 2 ΚΠολΔ, που έπαυσε να ισχύει από 1.1.2016.
Η έλλειψη της πληρεξουσιότητας, εξεταζόμενη και αυτεπαγγέλτως (άρθρο 104 ΚΠολΔ), έχει ως συνέπεια τη μη προσήκουσα παράσταση του διαδίκου κατά τη συζήτηση της υποθέσεως (ολ ΑΠ 13/2008, AΠ 174/2016, 1393/2015). Τέλος, κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, οι αναιρεσίβλητοι Β. Τ. και Κ. Κ. δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο, αλλά εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Άγι Παπαστεργίου, δικηγόρο Λάρισας, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, στον οποίο, με τις από 13.1.2017 εξουσιοδοτήσεις, χορήγησαν πληρεξουσιότητα για να τους εκπροσωπήσει ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.
Η εν λόγω πληρεξουσιότητα, που δόθηκε μετά την 1.1.2016, δεν είναι νόμιμη, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, με συνέπεια οι αναιρεσίβλητοι να θεωρούνται δικονομικά απόντες. Από τις υπ’ αριθ. ... από 14.9.2015 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Λάρισας Ν. Κ., που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθ. 35/1915 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, με την κάτω απ’ αυτή πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου, καθώς και κλήση για συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 19.1.2016, κατά την οποία αναβλήθηκε, από το πινάκιο, η συζήτηση για τη δικάσιμο της 12.4.2016 και στη συνέχεια για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής (17.1.2017), επιδόθηκε με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας, η οποία επισπεύδει την συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, στους αναιρεσιβλήτους νομίμως και εμπροθέσμως.
Επομένως και εφόσον για την παρούσα δικάσιμο δεν ήταν απαραίτητη ιδιαίτερη κλήτευσή τους, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 του ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και ενώπιον του Αρείου Πάγου (άρθρο 575 του ΚΠολΔ), πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Κατά το άρθρο 8 παρ. 2 και 3 του ν. 1876/1990 οι υπόλοιπες, πλην των εθνικών γενικών, συλλογικές συμβάσεις εργασίας δεσμεύουν τους εργαζόμενους και εργοδότες που είναι μέλη των συμβαλλόμενων συνδικαλιστικών οργανώσεων, τον εργοδότη που συνάπτει συλλογική σύμβαση εργασίας ατομικά και τους εργοδότες που συνάπτουν συλλογική σύμβαση εργασίας με κοινό εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο ή εκπροσώπους, όπως ορίζεται στην παρ. 4 του άρθρου 43 του νόμου αυτού (παρ. 2).
Εφ’ όσον ο εργοδότης δεσμεύεται από επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας, οι κανονιστικοί όροι της ισχύουν υποχρεωτικά και στις εργασιακές σχέσεις όλων των εργαζομένων που απασχολούνται από τον εν λόγω εργοδότη (παρ. 3). Κατά δε το άρθρο 9 του ίδιου νόμου 1876/1990, όπως αυτό ίσχυε πριν τη θέση σε ισχύ του ν. 4046/2012 και της κατ’ εξουσιοδότηση του νόμου αυτή εκδοθείσης υπ’ αριθ. 6/2012 ΠΥΣ, "1.
Οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας συνάπτονται για ορισμένο ή αόριστο χρόνο. Κάθε συλλογική σύμβαση εργασίας, που προβλέπει διάρκεια ισχύος πέρα από ένα έτος, θεωρείται ότι έχει αόριστη διάρκεια. Η διάρκεια της ισχύος δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα έτος. 2. Η ισχύς της συλλογικής σύμβασης εργασίας αρχίζει από την ημέρα της κατάθεσής της στην αρμόδια υπηρεσία και λήγει με την πάροδο του χρόνου που συμφωνήθηκε ή με καταγγελία σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού. 3.
Τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να ορίσουν για τη συλλογική σύμβαση εργασίας αναδρομική ισχύ έως την ημέρα της λήξης ή της καταγγελίας της προηγούμενης συλλογικής σύμβασης εργασίας, από την οποία αρχίζει να υπολογίζεται η διάρκειά της και, σε περίπτωση που δεν υπάρχει προηγούμενη συλλογική σύμβαση εργασίας, από την έναρξη των διαπραγματεύσεων. 4.
Οι κανονιστικοί όροι συλλογικής σύμβασης, που έληξε ή καταγγέλθηκε, εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα εξάμηνο και εφαρμόζονται και στους εργαζόμενους που προσλαμβάνονται στο διάστημα αυτό, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 8. 5. Μετά την πάροδο του εξαμήνου οι υφιστάμενοι όροι εργασίας εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου λυθεί ή τροποποιηθεί η ατομική σχέση εργασίας.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 της Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου, με αριθμό 6/28.2.2012 "Ρύθμιση θεμάτων για την εφαρμογή της παρ. 6 του άρθρου 1 του 4046/2012" (Φ.Ε.Κ. Τεύχος Α’ 38/28.2.2012): "1. Οι Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας συνάπτονται εφεξής για ορισμένο χρόνο ισχύος, η διάρκεια του οποίου δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα (1) έτος και δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τρία (3) έτη. 2.
Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που βρίσκονται σε ισχύ, ήδη 24 μήνες μέχρι την 14.2.2012 ή και περισσότερο, λήγουν στις 14.2.2013. 3. Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που την 14.2.2012 βρίσκονταν σε ισχύ για χρονικό διάστημα μικρότερο των 24 μηνών, λήγουν με τη συμπλήρωση τριών (3) ετών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος τους, εκτός και αν καταγγελθούν νωρίτερα κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 12 του ν. 1876/1990 (Α’ 27). 4.
Οι κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας που θα λήξει ή θα καταγγελθεί, εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα τρίμηνο από τη λήξη ή την καταγγελία τους. Κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης που έχει ήδη λήξει ή καταγγελθεί ισχύουν για ένα τρίμηνο από την ισχύ του ν. 4046/2012. Με την πάροδο του τριμήνου και εφόσον εν τω μεταξύ δεν έχει συναφθεί νέα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, εξακολουθούν να ισχύουν από τους κανονιστικούς αυτούς όρους αποκλειστικώς οι όροι εκείνοι που αφορούν α) τον βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο και β) τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας, εφόσον τα επιδόματα αυτά προβλέπονταν στις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που έληξαν ή καταγγέλθηκαν, ενώ παύει αμέσως να ισχύει κάθε άλλο προβλεπόμενο σε αυτές επίδομα.
Η προσαρμογή των συμβάσεων στις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου γίνεται χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων. Οι όροι του τρίτου εδαφίου που διατηρούνται, εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου αντικατασταθούν από εκείνους της νέας Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας ή της νέας ή της τροποποιημένης ατομικής σύμβασης. 5.
Οι διατάξεις των παραγράφων 1, 4 και 5 του άρθρου 9 του ν, 1876/1990 (Α’ 27) παύουν να ισχύουν. 6. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν και για τις Διαιτητικές Αποφάσεις". Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι από τις ΣΣΕ δεσμεύονται κατ’ αρχήν οι εργαζόμενοι και οι εργοδότες που είναι μέλη των συμβαλλόμενων συνδικαλιστικών οργανώσεων.
Τους εργαζομένους και τους εργοδότες αυτούς καταλαμβάνει και η μετενέργεια των ΣΣΕ. Από την διάταξη δε της παραγράφου 4 της ως άνω ΠΥΣ υπ’ αριθ. 6/2012 συνάγεται επίσης ότι οι ΣΣΕ, που έληξαν ή καταγγέλθηκαν εντός του τελευταίου εξαμήνου, πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4046/2012, εξακολουθούν να ισχύουν για ένα τρίμηνο, ήτοι από τις 14.2.2012 έως τις 14.5.2012 και δεσμεύουν όπως προαναφέρθηκε τους εργαζομένους και τους εργοδότες που συμβλήθηκαν σ’ αυτές.
Εξ άλλου σύμφωνα με τη γενική "αρχή της εύνοιας" υπέρ των εργαζομένων, που διαπνέει το εργατικό δίκαιο, η προσπάθεια αναζήτησης της ευνοϊκότερης ρύθμισης για τον εκμισθωτή της εργασίας δεν περιορίζεται μόνο στο συσχετισμό μεταξύ συλλογικής και ατομικής σύμβασης εργασίας, αλλά επεκτείνεται και στη σχέση μεταξύ περισσότερων πηγών διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας, που ρυθμίζουν εν δυνάμει τους όρους αμοιβής και εργασίας σε συγκεκριμένη περίπτωση (π.χ.
νόμου, συλλογικής σύμβασης εργασίας, κανονισμού, ατομικής σύμβασης κ.λπ.). Με βάση, λοιπόν, την "αρχή της εύνοιας" υπέρ των μισθωτών, που ήδη προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του ν. 1876/1990, "οι όροι ατομικών συμβάσεων εργασίας, που αποκλίνουν από τους κανονιστικούς όρους συλλογικών συμβάσεων εργασίας, είναι επικρατέστεροι, εφ’ όσον παρέχουν μεγαλύτερη προστασία στους εργαζόμενους".
Αυτό συμβαίνει, διότι οι κανονιστικοί όροι μιας συλλογικής σύμβασης εργασίας (ΣΣΕ) περιέχουν τα κατώτατα όρια προστασίας και, ως εκ τούτου, απαγορεύουν την τυχόν δυσμενέστερη ρύθμιση με μια ατομική σύμβαση, όχι, όμως, και την δι’ αυτής βελτίωση της προστασίας των εργαζόμενων. Με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, που ορίζει ότι "για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά", καθιερώνεται στο ενοχικό και κατ’ ακολουθία στο εργατικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της ιδιωτικής βουλήσεως, η "αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων".
Σύμφωνα με την αρχή αυτή, οι συμβαλλόμενοι έχουν απεριόριστη δυνατότητα για κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας, με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί αυτό να μην απαγορεύεται από το νόμο ή να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη (ολΑΠ 1/2007, ΑΠ 692/2014). Επομένως, σε ατομικό επίπεδο, είναι έγκυρη, η μεταξύ εργοδότη και μισθωτού, ρητή ή σιωπηρή, συμφωνία, κατά την οποία ο δεύτερος θα λαμβάνει για την εργασία που παρέχει στον πρώτο την αμοιβή, που προβλέπεται από ισχύουσα ή μέλλουσα να ισχύσει ΣΣΕ που καταρτίζεται μεταξύ τρίτων, έστω και αν τα μέρη της ατομικής σύμβασης δεν είναι μέλη των οργανώσεων που καταρτίζουν τη συλλογική.
Σε μια τέτοια περίπτωση, οι συλλογικές ρυθμίσεις, προς τις οποίες γίνεται η παραπομπή με την ατομική σύμβαση, αποκτούν έναντι των συμβαλλομένων συμβατική δύναμη (ΑΠ 692/2014). Τέλος κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ολ ΑΠ 1/1999, ΑΠ 242/2015, 361/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Λάρισας με την προσβαλλομένη υπ’ αριθ. 35/2015 απόφασή του, δικάζοντας ύστερα από έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ’ αριθ. 506/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, που είχε δεχθεί εν μέρει αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων για την καταβολή οφειλομένων διαφορών αποδοχών από τις μεταξύ τους συμβάσεις εργασίας δέχθηκε ότι:
Η εναγομένη ανώνυμη εταιρία, που δραστηριοποιείται στο χώρο της επεξεργασίας γάλακτος, από την ίδρυση της είχε ως κύρια μέτοχο την Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Λάρισας, η συμμετοχή της οποίας προσέδιδε σε αυτήν το χαρακτήρα συνεταιριστικής εταιρίας, κατ’ άρθρο 39 παρ.1 και 2 του Ν. 2163/1993 "περί Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων".Το έτος 2000 η εναγομένη περιήλθε με εξαγορά του 70% των μετοχών της στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...
Α.Ε.". Οι ενάγοντες είχαν προσληφθεί από την εναγομένη με έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ο μεν πρώτος την 1.9.1992, ο δε δεύτερος την 1.8.1997, που συνήφθησαν μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης και αυτών, προκειμένου οι ενάγοντες να εργασθούν στις εγκαταστάσεις-εργοστασιακή μονάδα της εναγόμενης, που βρίσκεται στη ..., ο μεν πρώτος ως προϊστάμενος πωλήσεων ο δε δεύτερος ως οδηγός, με μηνιαίο μισθό τον προβλεπόμενο από την εκάστοτε ισχύουσα ΣΣΕ για το προσωπικό των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων, που αντιστοιχούσε στην οικογενειακή κατάσταση (έγγαμοι με ένα ανήλικο τέκνο) και στην προϋπηρεσία τους....
Οι ενάγοντες εξακολούθησαν να αμείβονται με βάση την εκάστοτε ισχύουσα για το προσωπικό των ΑΣΟ ΣΣΕ, μέχρι και το έτος 2000. Από την επόμενη χρονιά, ήτοι από το έτος 2001, η εναγομένη άρχισε να καταβάλλει σε αυτούς μειωμένες μηνιαίες αποδοχές, εφαρμόζοντας την εκάστοτε ισχύουσα κλαδική συλλογική σύμβαση για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις βιομηχανίες τυροκομίας, τυροκομικές επιχειρήσεις και εν γένει τυροκομικά εργαστήρια όλης της χώρας, ισχυριζόμενη ότι, μετά την εξαγορά του πλειοψηφικού πακέτου από την ως άνω ανώνυμη εταιρία και τη συνεπεία αυτής μεταβολή του ιδιοκτησιακού της καθεστώτος, εξέλιπε ο συνεταιριστικός χαρακτήρας της.
Οι ενάγοντες, διαμαρτυρόμενοι για τη μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας τους, προσέφυγαν στο Ειρηνοδικείο Λάρισας, ασκώντας τη με αριθμό κατάθεσης 595/2004 αγωγή τους, με την οποία ζητούσαν, για την παραπάνω νόμιμη αιτία, να υποχρεωθεί η ήδη εναγομένη να καταβάλει στον πρώτο το ποσό των 8.822,56 ευρώ και στο δεύτερο το ποσό των 8.911,16 ευρώ.
Επί της αγωγής τους εκδόθηκε η με αριθμό 21/2005 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου (ειδική διαδικασία εργατικών διαφορών), που, αφού έκρινε ότι η συμπεριφορά της εναγομένης να εφαρμόζει για τις αμοιβές των εργαζομένων της τις ΣΣΕ για το προσωπικό των ΑΣΟ είχε ως αποτέλεσμα η εφαρμογή αυτή να αποτελέσει σιωπηρώς ουσιώδη όρο των ατομικών εργασιακών συμβάσεων των εναγόντων, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή τους και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 5.195.88 ευρώ και στο δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 4.263,80 ευρώ.
Κατά της ως άνω δικαστικής απόφασης, άσκησαν έφεση αμφότερες οι διάδικες πλευρές. Επί των εφέσεων τους εκδόθηκε η με αριθμό 6/2008 απόφαση του Πολυμελούς πρωτοδικείου Λάρισας ( ειδική διαδικασία εργατικών διαφορών) που συνεκδίκασε αυτές και τις απέρριψε αμφότερες ως ουσιαστικά αβάσιμες με συνέπεια η ως άνω πρωτόδικη απόφαση να καταστεί τελεσίδικη και μετά την έκδοση της υπ’ αριθ. 431/2010 απόφασης του Αρείου Πάγου, δυνάμει της οποίας απορρίφθηκε η εκ μέρους της εναγομένης ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως κατά της απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, αμετάκλητη.
Κατά συνέπεια, εκ της ως άγω δικαστικής απόφασης απορρέει δεσμευτικό μεταξύ των ήδη διαδίκων δεδικασμένο, που καλύπτει και τα ζητήματα, που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως, όπως είναι το ζήτημα του περιεχομένου των ατομικών συμβάσεων εργασίας τους σχετικά με τις αποδοχές τους και της υποχρέωσης της εναγομένης να εφαρμόζει ως προς αυτούς, για τον υπολογισμό των αποδοχών τους, την εκάστοτε ισχύουσα ΣΣΕ για το προσωπικό των ΑΣΟ.
Περαιτέρω, η εναγομένη από την έκδοση της προαναφερθείσας απόφασης του Αρείου Πάγου (9.3.2010) και μέχρι και το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2011, συμμορφώθηκε με το περιεχόμενο της σε βάρος της αμετάκλητης δικαστικής αποφάσεως, κατέβαλε στους ενάγοντες τα αιτούμενα από αυτούς χρηματικά ποσά διαφορών αποδοχών και έκτοτε τους κατέβαλε τις προβλεπόμενες από τη ΣΣΕ για το προσωπικό των ΑΣΟ αποδοχές.
Ακολούθως στις 30.11.2011, μεταξύ των εκπροσώπων της ένωσης προσώπων των εργαζομένων στην εναγόμενη ανώνυμη εταιρία και του νομίμου εκπροσώπου της τελευταίας, συνάφθηκε επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας σύμφωνα με τους ορισμούς των διατάξεων του ν.1876/1990, όπως τροποποιήθηκαν με το άρθρο 37 παρ.1 του Ν. 4024/2011, η οποία κατατέθηκε στην Επιθεώρηση Εργασίας Ν.
Λάρισας και δυνάμει της οποίας από την 1η Ιανουαρίου 2012 και για αόριστο χρονικό διάστημα, οι αποδοχές των εργαζομένων της επιχείρησης μειώθηκαν στα προβλεπόμενα από την ισχύουσα ΕΓΣΣΕ 2010-2012 όρια. Η εναγομένη, επικαλούμενη την ισχύ της ως άνω επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας από την 1η Ιανουαρίου 2012 μείωσε και τις αποδοχές των εναγόντων, καταβάλλοντος σε έκαστο αυτών το ποσό των 1.037,13 ευρώ.
Όμως με δεδομένο ότι οι ατομικές συμβάσεις εργασίας των εναγόντων, όπως ήδη αναφέρθηκε, και έχει αμετάκλητα αναγνωρισθεί παρέπεμπαν ως προς τις αποδοχές τους στους κανονιστικούς όρους της εκάστοτε ισχύουσας ΣΣΕ για το προσωπικό των ΑΣΟ, οπότε οι όροι αυτής καθίσταντο περιεχόμενο της ατομικής σύμβασης, και εφόσον είναι ευνοϊκότεροι για το μισθωτό δεν μπορούν να μεταβληθούν με μεταγενέστερη ΣΣΕ, που περιέχει όρους δυσμενέστερους από τους όρους της προηγούμενης, με συνέπεια αυτές να μην θεωρούνται καταργημένες από τη νεότερη επιχειρησιακή σύμβαση, της οποίας οι κανονιστικοί όροι περιείχαν μειώσεις αποδοχών.
Συνεπώς η εναγομένη ως προς τους ενάγοντες όφειλε να μην εφαρμόσει την ως άνω επιχειρησιακή σύμβαση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ.2 του Ν. 1876/1990, αλλά να εξακολουθεί να τους αμείβει με βάση την εκάστοτε ισχύουσα ΣΣΕ για το προσωπικό των ΑΣΟ. Επομένως, η εκ μέρους της μονομερώς ως προς τους ενάγοντες μείωση των αποδοχών τους, συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας τους, η οποία έλαβε χώρα κατά κατάχρηση του διευθυντικού της δικαιώματος.
Συνακόλουθα, η εναγομένη οφείλει να καταβάλει σε αυτούς, τη διαφορά μεταξύ του καταβληθέντος μισθού και του μισθού, που δικαιούνταν, κατά τους όρους της ΣΣΕ 16.12.2010 για τους όρους αμοιβής και εργασίας του εν γένει προσωπικού των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων (Πρ. Κατ. Υπ.Ερ. 56/17.12.2010), που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 4.1.2011, με την ΥΑ 11346/692/2011 (ΦΕΚ 1449Β/17.6.2011), αναλόγως της ειδικότητας, της προϋπηρεσίας και της οικογενειακής τους κατάστασης.
Πιο συγκεκριμένα, ο μεν πρώτος ενάγων δικαιούταν να λαμβάνει από την 1.1.2012 το συνολικό ποσό των 2.399,67 ευρώ, που αντιστοιχεί σε βασικό μισθό εργαζόμενου ανώτατης εκπαίδευσης, με προϋπηρεσία 19-20 έτη, εκ 1.390,27 ευρώ, πλέον επιδόματος προϋπηρεσίας 336,45 ευρώ, επιδόματος γάμου 10%, εξ 139,03 ευρώ, επίδομα τέκνου 5% εξ 69,51 ευρώ, επίδομα ανθυγιεινής εργασίας 10% εξ 139,01, ταμειακό επίδομα 7% εξ 97,32 ευρώ, επίδομα προϊσταμένου 10% εξ 139,03 ευρώ, εργοστασιακό- έκτακτο επίδομα 10% εξ 139,03 ευρώ, ο δε δεύτερος δικαιούταν το συνολικό ποσό των 1.780,21 ευρώ (που αντιστοιχεί σε βασικό μισθό εργαζομένου υποχρεωτικής εκπαίδευσης, με συνολική προϋπηρεσία 23-24 έτη, εκ 1.171,19 ευρώ, πλέον επιδόματος προϋπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη 14-15 έτη, εξ 199,10 ευρώ, επιδόματος γάμου 10%, εξ 117,12 ευρώ, επίδομα τέκνου 5% εκ 58,56 ευρώ, επίδομα ανθυγιεινής εργασίας 10% εξ 117,12 ευρώ και εργοστασιακό-έκτακτο επίδομα 10% , 117,12 ευρώ.
Επομένως, ο πρώτος ενάγων δικαιούταν να αξιώνει ως διαφορά αποδοχών μηνός Ιανουαρίου 2012, το ποσό των (2.399,67 -1037,13) 1.362,54 ευρώ, πλην, όμως, σε αυτόν θα επιδικασθεί το έλασσον ποσό, που ο ίδιος αιτείται, ήτοι το ποσό των 1.255,91 ευρώ, ο δε δεύτερος ενάγων δικαιούται ως διαφορά αποδοχών του αυτού ως άνω μηνός το ποσό των (1.780,21 - 1037,13) 743,08 ευρώ.
Περαιτέρω, στις 9.2.2012 η ΠΑΣΕΓΕΣ προέβη σε καταγγελία της κλαδικής ΣΣΕ της 16.12.2010 για τους όρους αμοιβής και εργασίας του εν γένει προσωπικού των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων, σε εκτέλεση της με αριθμό 391/16.6.2011 απόφασης του ΔΣ αυτής, που αποφάσισε την ενέργεια αυτή, προκειμένου να ξεκινήσουν νέες συλλογικές διαπραγματεύσεις για την υπογραφή νέας ΣΣΕ, οι κανονιστικοί όροι της οποίας θα εναρμονίζονται με τους όρους της ΕΓΣΣΕ.
Επιπλέον, στις 14.2.2012 δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ (τεύχος 28Α/14.2.2012) ο ν. 4046/2012, με τον οποίο εγκρίθηκε το Μνημόνιο Συνεννόησης (ΜΕΜΟRΑΝDUΜ ΟF UΝDΕRSΤΑΝDING), μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος, στο Παράρτημα V του οποίου προβλέφθηκε η μείωση της περιόδου χάριτος λήξασας ΣΣΕ σε τρεις μήνες και ο περιορισμός της "μετενέργειας" τέτοιας ΣΣΕ.
Κατ’ εξουσιοδότηση του ως άνω νόμου, εκδόθηκε η ΠΥΣ με αριθμό 6/28.2.2012 στην οποία προβλέπεται, μεταξύ άλλων, ότι "Συλλογικές συμβάσεις, που έχουν λήξει ή έχουν καταγγελθεί, θα παραμείνουν σε ισχύ για μέγιστο χρονικό διάστημα τριών μηνών. Εάν δεν συναφθεί συμφωνία μετά το διάστημα αυτό, η αμοιβή θα επανέλθει στο βασικό μισθό και τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, εκπαίδευσης και βαρέων επαγγελμάτων θα συνεχίσουν να ισχύουν έως ότου αντικατασταθούν από εκείνα της νέας ΣΣΕ ή των νέων ή τροποποιημένων ατομικών συμβάσεων".
Ο Ν. 4046/2012 ρητώς όρισε ότι οι ανωτέρω ρυθμίσεις συνιστούν κανόνες άμεσης εφαρμoγής και, ως εκ τούτου, καταλαμβάνουν και τις ήδη κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του λήξασες ή καταγγελθείσες ΣΣΕ, η περίοδος χάριτoς των οποίων μειώνεται, συνακόλουθα, από τους έξι μήνες, που προβλεπόταν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 4 του Ν. 1876/1990, στους τρεις μήνες από την έναρξη ισχύος του νόμου και, ως εκ τούτων, λήγει στις 14.5.2012.
Μετά το χρονικό αυτό διάστημα, ο εργαζόμενος, εφόσον δεν συναφθεί νέα ΣΣΕ ή ατομική σύμβαση , δικαιούται να λαμβάνει μόνον το βασικό μισθό, προσαυξημένο με τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδυνότητας, στο οποίο πρέπει να θεωρηθεί ότι περιλαμβάνεται, ως εκ της φύσης του και το ταμειακό επίδομα, όπως και το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας ως προς τα οποία και μόνο μετενεργεί πλέον η ΣΣΕ.
Με βάση τα παραπάνω, οι ενάγοντες για τους επόμενους μήνες από την καταγγελία εκ μέρους της ΠΑΣΕΓΕΣ της ΣΣΕ για το προσωπικό των ΑΣΟ, δικαιούνται το ίδιο ως άνω ποσό μηνιαίων αποδοχών των ατομικών συμβάσεων εργασίας τους που όπως αναφέρθηκε είχαν ενσωματώσει στο περιεχόμενο τους όρους των ΣΣΕ για το προσωπικό των ΑΣΟ και, ως εκ τούτων, η εναγομένη οφείλει να τους καταβάλει για έκαστο των μηνών Φεβρουαρίου, Μαρτίου και Απριλίου 2012, το προαναφερθέν ως προς έκαστο των εναγόντων χρηματικό ποσό.
Ομοίως, η εναγομένη οφείλει να τους καταβάλει τη διαφορά μεταξύ του καταβληθέντος και του νομίμου επιδόματος εορτών Πάσχα, ήτοι για τον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 627,95 ευρώ, που αυτός αιτείται και όχι το υπέρτερο ποσό των 681,27 ευρώ [(2.399,67 : 2) - (1037,13 : 2)], που δικαιούται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου και για το δεύτερο ενάγοντα το ποσό των [(1,780,21 : 2) - (1037,13 : 2)] 371,54 ευρώ.
Από το μήνα Μάιο 2012 και εφεξής, ενόψει του ότι δεν έχει συναφθεί ακόμη νέα ΣΣΕ, ο μεν πρώτος ενάγων δικαιούται το βασικό μισθό εργαζόμενου ανώτατης εκπαίδευσης, με προϋπηρεσία 19-20 έτη, εκ 1.390,27 ευρώ, πλέον επιδόματος προϋπηρεσίας 336,45 ευρώ, επίδομα τέκνου 5% εξ 69,51 ευρώ, επίδομα ανθυγιεινής εργασίας 10% εξ 139,01, ταμειακό επίδομα 7% εξ 97,32 ευρώ και συνολικά το ποσό των 2.032,56 ευρώ και ο δεύτερος το βασικό μισθό εργαζομένου υποχρεωτικής εκπαίδευσης, με συνολική προϋπηρεσία 23 - 24 έτη, εκ 1.171,19 ευρώ, πλέον επιδόματος προϋπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη 14-15 έτη, εξ 199.10 ευρώ, επίδομα τέκνου 5% εκ 58,56 ευρώ, επίδομα ανθυγιεινής εργασίας 10% εξ 117,12 ευρώ και συνολικά το ποσό των 1.545,97 ευρώ.
Επομένως, η εναγομένη για το μετέπειτα του μηνός Μαΐου 2012 χρονικό διάστημα οφείλει να τους καταβάλει τη διαφορά μεταξύ των νομίμων και των καταβληθεισών αποδοχών τους ήτοι για μεν τον πρώτο ενάγοντα το ποσό των (2.032,- 1.037,13) 995,45 ευρώ και για το δεύτερο ενάγοντα το ποσό των (1.545,- 1037,13) 508,84 ευρώ. Με βάση τις παραδοχές αυτές έκρινε το Εφετείο ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε με τις αυτές αιτιολογίες ότι οι ατομικές συμβάσεις εργασίας των εναγόντων που παραπέμπουν στους κανονιστικούς όρους της ΣΣΕ ΑΣΟ, οι όροι των οποίων έχουν καταστεί περιεχόμενο της ατομικής τους σύμβασης, είναι ευνοϊκότερες για τους ενάγοντες, δεν μπορούν να θεωρηθούν κατηργημένες από τη νεότερη επιχειρησιακή σύμβαση, της οποίας οι κανονιστικοί όροι περιείχαν μειώσεις αποδοχών, και η εκ μέρους της εναγομένης μείωση των αποδοχών τους με βάση τη δυσμενέστερη νεότερη ΣΣΕ συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας τους και ότι αν και καταγγέλθηκε η κλαδική ΣΣΕ της 16.12.2010 για τους όρους αμοιβής και εργασίας του εν γένει προσωπικού των ΑΣΟ αφού δεν έγινε νέα συλλογική σύμβαση μέσα στους 3 μήνες που προβλέπεται από το ν. 4046/2012, συνέχισαν να ισχύουν οι ατομικές συμβάσεις εργασίας των εναγόντων, μετά δε το τρίμηνο και εφόσον δε συνήφθη νέα ΣΣΕ ή ατομική, όφειλε η εναγομένη να τους καταβάλει τα αναφερόμενα στο ν. 4046/2012 ήτοι το βασικό μισθό και τα επιδόματα συμπεριλαμβανομένων του ταμειακού επιδόματος και του επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας και επιδίκασε στους ενάγοντες, ως διαφορές αποδοχών, για καθένα των μηνών Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου, Μαρτίου και Απριλίου 2012 το ποσό των 1.255,91 στον πρώτο και 743,08 στον δεύτερο, για δώρο Πάσχα 627,95 ευρώ στον πρώτο και 371,54 ευρώ στον δεύτερο και για διαφορές αποδοχών του Μαΐου του 2012, στον πρώτο 995,45 ευρώ και στον δεύτερο 508,84 ευρώ, ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το έχον ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ζήτημα του περιεχομένου της σιωπηρής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων περί υπαγωγής των αναιρεσιβλήτων στις εκάστοτε ισχύουσες ΣΣΕ για τους εργαζομένους στις συνεταιριστικές οργανώσεις, συγκεκριμένα δε δεν αναφέρονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση α) αν η συμφωνία αυτή μεταξύ των διαδίκων περιελάμβανε τον όρο ότι θα ίσχυε και στην περίπτωση λήξεως των σχετικών ΣΣΕ που αφορούσαν τους εργαζομένους στις συνεταιριστικές οργανώσεις είτε με την πάροδο του χρόνου τους είτε με καταγγελία, κατά το στάδιο μετενέργειας αυτών, που, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, εκτείνεται μόνο μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων που δεσμεύονταν ως συμβληθέντες στις ΣΣΕ που έληξαν και β) τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία θα μπορούσε να συναχθεί η σύναψη τέτοιας συμφωνίας.
Επομένως, οι δύο πρώτοι λόγοι αναιρέσεως, εκτιμώμενοι ενιαίως, ως αποδίδοντες μόνο την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια στην προσβαλλομένη, κατά το μέρος τους που αναφέρονται στα λοιπά, πλην τα αφορώντα τον Ιανουάριο του 2012 κεφάλαια της αγωγής είναι βάσιμοι, ενώ είναι αβάσιμοι κατά το μέρος τους που αναφέρονται στα κεφάλαια που αναφέρονται στον ανωτέρω μήνα (Ιανουάριο 2012), κατά τον οποίο δεν είχε καταγγελθεί και ήταν ενεργός η ΣΣΕ για το προσωπικό των ΑΣΟ, η οποία κατά τα προαναφερόμενα, ήταν εφαρμοστέα, ως όρος των ατομικών τους συμβάσεων, όσον αφορά τις αποδοχές των αναιρεσιβλήτων.
Σύμφωνα με την και ανωτέρω αναφερομένη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 της Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου (ΠΥΣ), με αριθμό 6/28.2.2012 οι κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας που θα λήξει ή θα καταγγελθεί μετά την 14.2.2012, εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα τρίμηνο από τη λήξη ή την καταγγελία τους. Κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης που έχει ήδη λήξει ή καταγγελθεί ισχύουν για ένα τρίμηνο από την ισχύ του ν. 4046/2012 (14.2.2012).
Με την πάροδο του τριμήνου και εφόσον εν τω μεταξύ δεν έχει συναφθεί νέα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, εξακολουθούν να ισχύουν από τους κανονιστικούς αυτούς όρους αποκλειστικώς οι όροι εκείνοι που αφορούν α) τον βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο και β) τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας, εφόσον τα επιδόματα αυτά προβλέπονταν στις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που έληξαν ή καταγγέλθηκαν, ενώ παύει αμέσως να ισχύει κάθε άλλο προβλεπόμενο σε αυτές επίδομα.
Η προσαρμογή των συμβάσεων στις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου γίνεται χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων. Οι όροι του τρίτου εδαφίου που διατηρούνται, εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου αντικατασταθούν από εκείνους της νέας Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας ή της νέας ή της τροποποιημένης ατομικής σύμβασης.
Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι ως επίδομα ωρίμανσης που διατηρείται κατά τα ανωτέρω, δεν θεωρείται ο βασικός μισθός του μισθολογικού κλιμακίου, στον οποίο περιέχεται και η ωρίμανση κατά την έννοια της εξέλιξης της μισθολογικής κλίμακας, αλλά οποιοδήποτε επίδομα, που σχετίζεται με τον χρόνο προϋπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη, που εμπεριέχει το στοιχείο της επιβράβευσης της πολυετούς παραμονής στον ίδιο εργοδότη και της ανταμοιβής της εργασιακής εμπειρίας.
Αν ο νομοθέτης ήθελε ως στοιχείο της έννοιας ωρίμανσης μόνο το βασικό μισθό που διαμορφώνεται σε κλιμάκια με βάση το χρόνο υπηρεσίας, θα αρκείτο να αναφέρει ως διατηρούμενο το βασικό μισθό και δεν θα ομιλούσε περί επιδομάτων, έννοια που είναι διαφορετική από το βασικό μισθό και υποδηλώνει κάτι πέραν αυτού.
Περαιτέρω στην έννοια του επιδόματος επικίνδυνης εργασίας δηλαδή της πρόσθετης μισθολογικής παροχής που έχει ως λόγο καταβολής της την παροχή εργασίας, υπό συνθήκες που συνεπάγονται κίνδυνο για τη ζωή ή τη σωματική ακεραιότητα του εργαζομένου, δεν περιλαμβάνεται και το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, που έχει ως αιτία καταβολής το περιβάλλον στο οποίο παρέχεται η εργασία, το οποίο (περιβάλλον) διαφοροποιείται από το κοινό εργασιακό περιβάλλον και απαιτεί από τον εργαζόμενο την τήρηση με σχολαστικότητα των κανόνων υγιεινής και ασφάλειας προκειμένου να επιτευχθεί ο σκοπός παροχής της εργασίας του στη συγκεκριμένη κατηγορία επιχειρηματικής δραστηριότητας, χωρίς οποιαδήποτε επίδραση στην υγεία του, δεν επάγεται όμως κίνδυνο για τη ζωή ή σωματική ακεραιότητα αυτού, το οποίο επίδομα (ανθυγιεινής εργασίας) δεν διατηρήθηκε με τις ρυθμίσεις της ως άνω ΠΥΣ.
Δεν περιλαμβάνεται επίσης στις ανωτέρω έννοιες των διατηρουμένων επιδομάτων το ταμιακό επίδομα, το οποίο ούτε με το χρόνο υπηρεσίας ούτε με τον κίνδυνο για την ζωή και την σωματική ακεραιότητα του μισθωτού συνδέεται. Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. (ΟλΑΠ 7/2006 και 4/2005).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά, όχι όμως και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου για τα οποία η έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια της αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΑΠ 11/2014,1389/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση από τις ανωτέρω αναφερόμενες παραδοχές του Εφετείου προκύπτει ότι αυτό με την προσβαλλομένη απόφασή του, έκρινε σχετικά με τις αποδοχές που δικαιούνται οι αναιρεσίβλητοι τον μήνα Μάϊο του 2012 και το μετέπειτα χρονικό διάστημα τα εξής: "Από το μήνα Μάιο 2012 και εφεξής, ενόψει του ότι δεν έχει συναφθεί ακόμη νέα ΣΣΕ, ο μεν πρώτος ενάγων δικαιούται το βασικό μισθό εργαζόμενου ανώτατης εκπαίδευσης, με προϋπηρεσία 19-20 έτη, εκ 1.390,27 ευρώ, πλέον επιδόματος προϋπηρεσίας 336,45 ευρώ, επίδομα τέκνου 5% εξ 69,51 ευρώ, επίδομα ανθυγιεινής εργασίας 10% εξ 139,01, ταμειακό επίδομα 7% εξ 97,32 ευρώ και συνολικά το ποσό των 2.032,56 ευρώ και ο δεύτερος το βασικό μισθό εργαζομένου υποχρεωτικής εκπαίδευσης, με συνολική προϋπηρεσία 23 - 24 έτη, εκ 1.171,19 ευρώ, πλέον επιδόματος προϋπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη 14-15 έτη, εξ 199.10 ευρώ, επίδομα τέκνου 5% εκ 58,56 ευρώ, επίδομα ανθυγιεινής εργασίας 10% εξ 117,12 ευρώ και συνολικά το ποσό των 1.545,97 ευρώ.
Επομένως, η εναγομένη για το χρονικό διάστημα του μηνός Μαΐου 2012 οφείλει να τους καταβάλει τη διαφορά μεταξύ των νομίμων και των καταβληθεισών αποδοχών τους ήτοι για μεν τον πρώτο ενάγοντα το ποσό των (2.032,- 1.037,13) 995,45 ευρώ και για το δεύτερο ενάγοντα το ποσό των (1.545,- 1037,13) 508,84 ευρώ". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο κατά το μέρος της με το οποίο δέχθηκε ότι στην έννοια του επιδόματος ωρίμανσης, εντάσσεται και το επίδομα προϋπηρεσίας δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 4 της υπ’ αριθ. 6/2012 ΠΥΣ και συνεπώς ο έκτος λόγος αναιρέσεως, κατά το αντίστοιχο μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, για την εν λόγω κρίση του είναι αβάσιμος.
Κατά το μέρος της όμως, που αναφέρεται στο επίδομα ανθυγιεινής εργασίας και στο ταμιακό επίδομα για τα οποία δέχθηκε ότι το πρώτο από αυτά (επίδομα ανθυγιεινής εργασίας) οφείλει να καταβάλλει η αναιρεσείουσα και στους δύο αναιρεσιβλήτους ενώ το δεύτερο (ταμιακό επίδομα) οφείλει να καταβάλλει στον πρώτο αναιρεσίβλητο για το μήνα Μάιο του 2012 και το μετέπειτα χρονικό διάστημα, παραβίασε την ως άνω διάταξη και συνεπώς ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το αντίστοιχο μέρος του είναι βάσιμος.
Τέλος κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια με το να δεχθεί ότι στη μεν έννοια του επιδόματος ωρίμανσης περιλαμβάνεται και το επίδομα προϋπηρεσίας στην δε έννοια του επιδόματος επικίνδυνης εργασίας περιλαμβάνεται και το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η αποδιδόμενη στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια αφορά την ερμηνεία του νόμου και όχι την ελάσσονα πρόταση της νομικού συλλογισμού της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, κατά παραδοχή των δύο πρώτων, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και του έκτου, κατά το από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου 559 ΚΠολΔ σκέλος του, λόγων αναιρέσεως, αμφοτέρων κατά το μέρος τους που αναφέρεται στα αφορώντα τους μήνες Φεβρουάριο, Μάρτιο, Απρίλιο, Μάιο του 2012 και το μετέπειτα χρονικό διάστημα αγωγικά αιτήματα, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων αναιρέσεως, που όλοι αναφέρονται στα ίδια αγωγικά αιτήματα, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το αντίστοιχο μέρος της και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον, από εκείνον που την εξέδωσε (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την 35/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, κατά το μέρος της που αναφέρεται στο σκεπτικό.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσιβλήτους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Μαρτίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Μαϊου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ