Legislator Case Law & Legislation
773/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on property ownership transfer, citing burden of proof allocation and final appealable judgment rule.

Case Number 773/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the second-instance court's decision regarding a property ownership dispute. The appellant argued the lower court incorrectly allocated the burden of proof, but the court held that the appellate court properly assessed witness testimony and evidence. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible because only the final second-instance judgment is appealable, not the first-instance ruling absorbed within it.

Legislator headnote

AI generated

Articles 522, 552, 553, 566 para. 2 of the Code of Civil Procedure; Articles 1033, 369, 1192 of the Civil Code; Article 338 para. 1 and Article 559 no. 13 of the Code of Civil Procedure: In appeals, only the final second-instance judgment is appealable, and erroneous burden of proof allocation does not constitute grounds for appeal if it challenges the uncontrollable fact-finding of the court of first instance.

Keywords

AI generated
burden of proof allocation property ownership transfer appealable judgment scope civil procedure code evidence assessment final judgment rule civil litigation

Cited Legislation

AI generated
Articles 522, 552, 553 and 566 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 1033, 369 and 1192 of the Civil Code
Article 338 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 13 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OL.AP 40/1996
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 773 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 773/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Ψ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Γρηγορία Αναστασοπούλου.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Γ. Α. του Κ., κατοίκου ..., 2. Ι. Α. του Κ. και 3. Κ. Α. του Ι., κατοίκων ..., από τους οποίους ο μεν πρώτος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κυπριωτάκη, οι δε 2ος και 3ος εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-5-1998 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 194/1999 μη οριστική, 149/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 417/2007 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση των τελευταίων αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24-3-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 7-12-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 552, 553 και 566 παρ. 2 ΚΠολΔ, με τις οποίες καθορίζεται η έκταση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, οι υποκείμενες σε αναίρεση αποφάσεις και τα της ασκήσεως αναιρέσεως κατά περισσότερων αποφάσεων, προκύπτει ότι σε υπόθεση η οποία διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, μόνο η οριστική απόφαση που εκδόθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εφόσον τούτο υπεισήλθε στην εξέταση της ουσίας, υπόκειται σε αναίρεση, όχι δε και η πρωτόδικη, η οποία ενσωματώνεται στην απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (Ολ.ΑΠ 40/1996).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο της 417/2007 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου, με αυτήν το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της συμπροσβαλλομένης 149/2002 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, κατά το μέρος της που αυτοτελώς στρέφεται κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία ενσωματώθηκε στην απόφαση του Εφετείου.

Επειδή, κατά τα άρθρα 1033, 369 και 1192 ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι, ότι ο μεταβιβάσας ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε.

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν 6 Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ.1 Πανδ. 18.1), ν 7 παρ.3 Πανδ. (23.3) του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία κατόπιν άσκησης νομής με διάνοια κυρίου, ως τέτοιας νοούμενης της άσκησης σ' αυτό εμφανών και συνεχών πράξεων που εκδηλώνουν βούληση εξουσίασης του νομέα πάνω στο ακίνητο, όπως καλλιέργεια, εκμίσθωση, εποπτεία, φύλαξη και άλλες πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση του ακινήτου, με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσία το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, γεγονός που συνάγεται από το δικαστήριο της ουσίας, ενόψει της φύσης της καλής πίστης ως ενδιάθετης κατάστασης, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 20 παρ. 12 Πανδ. (5.8), 27 Πανδ. (18.1), και για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας.

Επίσης, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.

Με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου, του κατ' άρθρο 1051 ΑΚ.

Περαιτέρω, από το άρθρο 1094 του ΑΚ, σε συνδυασμό με τις προαναφερθείσες διατάξεις, καθώς και εκείνες του άρθρου 216 παρ.1 α' ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι, για την πληρότητα της διεκδικητικής αγωγής κυριότητας ακινήτου, του οποίου η κυριότητα αποκτήθηκε με παράγωγο τρόπο, πρέπει ο ενάγων να αναφέρει, εκτός των άλλων, και ότι κατέστη κύριος του επίδικου ακινήτου για ορισμένη αιτία με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή και ότι ο άμεσος δικαιοπάροχός του ήταν κύριος του πράγματος που μεταβίβασε.

Ο τρόπος κτήσης της κυριότητας επί του επιδίκου από το δικαιοπάροχο του ενάγοντος δεν είναι στοιχείο της αγωγής. Μόνο, αν ο εναγόμενος ήθελε αμφισβητήσει με τις προτάσεις του της πρώτης πρωτοβάθμιας συζήτησης την κυριότητα του τελευταίου και των προ αυτού κτητόρων του επιδίκου, υποχρεούται ο ενάγων, για το ορισμένο της αγωγής, να αναφέρει είτε με την αγωγή καθ' υποφορά, είτε με τις προτάσεις του της ίδιας συζήτησης της αγωγής ορισμένο νόμιμο τρόπο με τον οποίο ο δικαιοπάροχός του έγινε κύριος του ακινήτου, τέτοιος δε τρόπος μπορεί να είναι εκείνος της κτήσεως της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία.

Συνίσταται δε ο εν λόγω τρόπος στο ότι ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος έχει στη νομή του, δηλαδή στην φυσική του εξουσία με διάνοια κυρίου, το ακίνητο για μία συνεχή εικοσαετία, ενώ κατά το βυζαντινορρωμαϊκό δίκαιο, που ίσχυε ως την εισαγωγή του ΑΚ (στις 23-2-1946), ο τρόπος αυτός συνίστατο στο ότι το ίδιο πρόσωπο είχε στην νομή του με καλή πίστη το ακίνητο για μία συνεχή τριακονταετία.

Επίσης, για το ορισμένο της αγωγής σ' αυτήν την τελευταία περίπτωση, πρέπει ο ενάγων στο δικόγραφο της αγωγής του να αναφέρει τις διακατοχικές πράξεις του δικαιοπαρόχου του στο ακίνητο. Αν η αγωγή στηρίζεται σε έκτακτη χρησικτησία, πρέπει ο ενάγων να αναφέρει υλικές πράξεις νομής πάνω στο ακίνητο, με τις οποίες φανερώνεται η βούλησή του να το έχει σαν δικό του, δυνάμενος να συνυπολογήσει, όπως ήδη προαναφέρθηκε, στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.

Τέλος, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.

Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ.

Στην προκείμενη περίπτωση, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι εκθέτουν στην ένδικη από 28-5-1998 διεκδικητική της κυριότητας ακινήτου αγωγή τους, ότι είναι κύριοι κατά τα αναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου επί του περιγραφόμενου ακινήτου, προεχόντως κατά παράγωγο τρόπο και ειδικότερα με αγορά, δωρεά και επαγωγή κληρονομίας, που νόμιμα αποδέχτηκε και μετέγραψε ο πρώτος και με κληρονομία που ομοίως νόμιμα αποδέχτηκαν και μετέγραψαν οι λοιποί, σε συνδυασμό με αδιάκοπη σειρά νόμιμων μεταβιβάσεων μεταξύ των εγγυτέρων και απώτερων δικαιοπαρόχων τους μέχρι τον απώτερο κοινό δικαιοπάροχο των διαδίκων Γ.

Π., που αποβίωσε το 1935, επικουρικώς δε με πρωτότυπο τρόπο και δη με τακτική άλλως έκτακτη χρησικτησία, που συμπληρώθηκε οπωσδήποτε πριν την άσκηση της αγωγής (4-6-1998), εφόσον νέμονταν το επίδικο με νόμιμους τίτλους κατά το ποσοστό που ανήκε στον καθένα τους με καλή πίστη επί δεκαετία, άλλως και ανεξάρτητα από καλή πίστη επί εικοσαετία, συνυπολογιζομένης και της νομής των δικαιοπαρόχων τους, και ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, συγκύριος του επιδίκου μόνο κατά ποσοστό 1/400, από τις 9-2-1995 άρχισε να νέμεται για δικό του λογαριασμό ολόκληρο το ακίνητο, αποβάλλοντας από τα επ' αυτού ιδανικά τους μερίδια αυτούς, επικαλούμενος ιδία κυριότητα, την οποία στηρίζει σε αγορά του όλου ακινήτου από τον Μ.

Π., που όμως ήταν κύριος μόνο σε ποσοστό 85/400 επί του επιδίκου. Ζητούν δε να αναγνωριστεί η συγκυριότητά τους επί του επιδίκου και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος-αναιρεσείων να τους το αποδώσει κατά το ανήκον στον καθένα τους ποσοστό. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, περιέχοντας όλα τα αναγκαία στοιχεία που θεμελιώνουν τη κτήση κυριότητας στο πρόσωπο των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων επί του επιδίκου, κυρίως με παράγωγο τρόπο με συνεχείς νόμιμες καθολικές ή ειδικές διαδοχές μέχρι τον απώτερο κοινό δικαιοπάροχο των διαδίκων, και επικουρικά με πρωτότυπο τρόπο κτήσεως κυριότητας με τακτική και έκτακτη χρησικτησία μέσω πράξεων νομής των ιδίων και όλων των προηγηθέντων δικαιοπαρόχων τους, τις οποίες επαρκώς προσδιορίζουν, με τις φράσεις: "Έτσι, από τις 23-9-1935 μέχρι και σήμερα άπαντες οι προαναφερθέντες νυν συγκύριοι, συννομείς και συγκάτοχοι του επιδίκου, απώτεροι και απώτατοι προαναφερθέντες δικαιοπάροχοί μας ασκούσαμε επ' αυτού διανοία κυρίων, καλή τη πίστει και νομίμω τίτλω τις προσήκουσες και προσιδιάζουσες στη φύση του και τον προορισμό του πράξεις νομής και κατοχής και κατά το ανάλογο ποσοστό καθένας διά διαμονής σ' αυτό, επισκευών του, επιβλέψεως και επιτηρήσεως των ορίων του".

Επομένως, το Εφετείο που απέρριψε ρητά ως αβάσιμη την περί αοριστίας της ένδικης αγωγής ένσταση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντα γιατί δεν αναφέρονται σ' αυτή, πράξεις νομής των νωτέρων δικαιοπαρόχων των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, όπως ορθά εκτιμάται (και όχι του αριθμού 1 που αναφέρεται στο αναιρετήριο), και, έτσι, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης, που εφαρμόσθηκε ή, ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Όπως όλοι οι διάδικοι συνομολογούν, κύριος του κατωτέρω περιγραφομένου επίδικου ακινήτου ήταν ο Γ. Π. με έκτακτη χρησικτησία, που είχε ήδη συμπληρώσει το έτος 1933. Κατά το έτος όμως αυτό δεν προέκυψε από κανένα από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα, ότι προέβη σε μεταβίβαση της νομής του επιδίκου με απλή παράδοση προς τον υιό του Μ.

Π. στο πλαίσιο άτυπης δήθεν δωρεάς προς αυτόν, όπως αβάσιμα τελικώς ισχυρίζεται ο εναγόμενος-αναιρεσείων. Ακολούθως, στις 29-3-1935 ο ανωτέρω κύριος απεβίωσε χωρίς να αφήσει διαθήκη και η περιουσία του, στην οποία περιλαμβανόταν και το επίδικο, περιήλθε στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, δηλαδή στην εν ζωή σύζυγό του Ε., στον μοναδικό υιό του Μ. (άμεσο δικαιοπάροχο του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος) και στις τέσσερις θυγατέρες του, Ο.

ή Μ. (μητέρα των δύο πρώτων και μάμμη του τρίτου των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων), Α. ή Κ. (μητέρα του αναιρεσείοντος), Μ. ή Μ. και Θ. Π. κατά τα νόμιμα στον καθένα τους ποσοστά, όπως κατωτέρω εξειδικεύονται, και χωρίς μέχρι τότε ο Μ. Π. να έχει νεμηθεί με δική του έστω πρωτοβουλία, το επίδικο ακίνητο για δικό του λογαριασμό.

Όσον αφορά το επίδικο ακίνητο πρόκειται για μία (1) οικία μετά του περί αυτής προαυλίου και συνεχόμενου οικοπέδου της, κειμένου του όλου ακινήτου εντός του χωρίου Δίδυμα Αργολίδας, εντός οικισμού, συνολικής εκτάσεως του μεν οικοπέδου 1.869,35 τετρ. μέτρων, της δε εις αυτό υφισταμένης παλαιάς ισογείου οικίας εχούσης εμβαδόν 95,84 τετρ.

μέτρων, όπως το ακίνητο αυτό ολόκληρο απεικονίζεται στο από 2ας Φεβρουαρίου 1995 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου-μηχανικού Π. Ι. Π., το οποίο έχει προσαρτηθεί στο με αριθμό .../9-2-1995 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της τότε συμβολαιογράφου Κρανιδίου Μαρίας Παπαντωνίου, υπό τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Α, οριζομένου γύρωθεν, βόρεια με κοινοτική οδό επί πλευράς προσόψεως υπό τα γράμματα Α-Β μήκους 12,60 μέτρων, δυτικά και βοειοδυτικά με την αυτή συνεχιζόμενη κοινοτική οδό επί πλευράς προσόψεως υπό τα γράμματα Β-Γ, μήκους 32,60 μέτρων, βόρεια επίσης με την αυτή συνεχιζόμενη κοινοτική οδό επί πλευράς προσόψεως υπό τα γράμματα Γ-Δ μήκους 4,50 μέτρων, ανατολικά με ιδιοκτησία Νηπιαγωγείου της Κοινότητας Διδύμων επί πλευράς προσόψεως υπό τα γράμματα Δ-Ε, μήκους 21,50 μέτρων, βόρεια επίσης με την αυτή ιδιοκτησία Νηπιαγωγείου Διδύμων επί πλευράς προσόψεως υπό τα γράμματα Ε-Ζ, μήκους 21,30 μέτρων, ανατολικά με ετέρα κοινοτική οδό επί πλευράς προσόψεως υπό τα γράμματα Ζ-Η, μήκους 31,40 μέτρων, νότια εν μέρει με ιδιοκτησία Παπαντωνίου επί πλευράς προσόψεως υπό τα γράμματα Η-Θ, μήκους 33,60 μέτρων και εν μέρει με ιδιοκτησία Θ.

επί πλευράς προσόψεως υπό τα γράμματα Θ-Ι-Κ, μήκους 26,80 μέτρων, ανατολικά επίσης με την αυτή ιδιοκτησία Θ. επί πλευράς προσόψεως υπό τα γράμματα Κ-Λ, μήκους 4,90 μέτρων, νότια επίσης με κοινοτική οδό επί πλευράς προσόψεως υπό τα γράμματα Λ-Μ, μήκους 6,20 μέτρων και δυτικά επίσης με την αυτή ως άνω συνεχιζόμενη κοινοτική οδό επί πλευράς προσόψεως υπό τα γράμματα Μ-Ν-Ξ-Ο-Α μήκους 21,60 μέτρων.

Η επ' αυτού κυριότητα διήλθε τις ακόλουθες μεταβολές με βάση τους μη αμφισβητούμενους ειδικότερα εγγράφους τίτλους που προσκομίζονται: Α) Τον αρχικό κύριο του επιδίκου Γ. Μ. Π. κληρονόμησαν κατά τα προεκτεθέντα και κατά τις διατάξεις του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, αποδεχθέντες την κληρονομίαν του και αναμιχθέντες ενεργά σ' αυτή με πρόθεση κληρονόμου: 1) Η σύζυγός του Ε.

το γένος Γ. Α. κατά ποσοστό 5/20 ή 100|400 εξ αδιαιρέτου. 2) Το τέκνο του Θ. Π. κατά ποσοστό 3/20 ή 60/400 εξ αδιαιρέτου. 3) Το τέκνο του Ο. Π., μετέπειτα σύζυγος Κ. Α. (μητέρα του πρώτου και δευτέρου και μάμμη εκ πατρός του τρίτου των αναιρεσιβλήτων), κατά ποσοστό 3/20 ή 60/400 εξ αδιαιρέτου. 4) Το τέκνο του Κ. Π., μετέπειτα σύζυγος Χ.

Ψ., κατά ποσοστό 3/20 ή 60/400 εξ αδιαιρέτου. 5) Το τέκνο του Μ. η Μ. Π., κατά ποσοστό 3/20 ή 60/400 εξ ιδιαιρέτου. 6) Το τέκνο του Μ. Π., δικαιοπάροχο του αναιρεσείοντος, κατά ποσοστό 3/20 ή 60/400 εξ αδιαιρέτου. Β) Το έτος 1936 η Ο. Π., μετέπειτα σύζυγος Κ. Α., αγόρασε το παραπάνω ποσοστό των 3/20 ή 60/400 εξ αδιαιρέτου από την Θ. Π., δυνάμει του με αριθμό .../1936 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Κρανιδίου Αντωνίου Θεοδώρου, νόμιμα έκτοτε μεταγεγραμμένου στον τόμο 14 και με αυξ.

αριθμό ... στα βιβλία των μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μάσσητος και έτσι απέκτησε τα 120/400 εξ αδιαιρέτου επί του επίδικου ακινήτου. Γ) Στις 3-5-1940 απεβίωσε άνευ διαθήκης η εκ των ως άνω κληρονόμων του Γ. Π. κόρη του Κ. Π. σύζυγος Χ. Ψ., η οποία κληρονομήθηκε κατά το ποσοστό αυτής των 3/20 ή 60/400 εξ αδιαιρέτου επί της κληρονομιάς του πατρός της από τους παρακάτω νόμιμους κληρονόμους και εγγύτερους συγγενείς της, οι οποίοι απεδέχθησαν την κληρονομιά της και αναμίχθηκαν ενεργά σ' αυτήν με πρόθεση κληρονόμου, δηλαδή: 1) Από το σύζυγο της Χ.

Ψ. κατά ποσοστό 5/20 επί των 3/20 ή 60/400 εξ αδιαιρέτου του ιδανικού μεριδίου της, ήτοι κατά ποσοστό 15/400 επί του όλου ακινήτου. 2) Από το τέκνο της Α. ή Ε. θυγ. Χ. Ψ., σύζυγο Σ. Σ., κατά ποσοστό 3/20 επί των 3/20 ή 60/400 εξ αδιαιρέτου του ιδανικού μεριδίου της, ήτοι κατά ποσοστό 9/400 επί του όλου ακινήτου. 3) Από το τέκνο της Ε. θυγ.

Χ. Ψ., σύζυγο Β. Ά. κατά ποσοστό 3/20 επί των 3/20 ή 60/400 εξ αδιαιρέτου του ιδανικού μεριδίου της, ήτοι κατά ποσοστό 9/400 επί του όλου ακινήτου. 4) Από το τέκνο της Γ. Χ. Ψ. (εναγόμενο-αναιρεσείοντα) κατά ποσοστό 3/20 επί των 3/20 ή 60/400 εξ αδιαιρέτου του ιδανικού μεριδίου της, ήτοι κατά ποσοστό 9/400 επί του όλου ακινήτου. 5) Από το τέκνο της Σ.

Χ. Ψ. κατά ποσοστό 3/200 επί των 3/20 ή 60|400 εξ αδιαιρέτου του ιδανικού μεριδίου της, ήτοι κατά ποσοστό 9/400 επί του όλου ακινήτου, 6) Από το τέκνο της Α. Χ. Ψ. κατά ποσοστό 3/20 επί των 3/20 ή 60/400 εξ αδιαιρέτου του ιδανικού μεριδίου της, ήτοι κατά ποσοστό 9/400 επί του όλου ακινήτου. Δ) Το έτος 1945 απεβίωσε άνευ διαθήκης η εκ των κληρονόμων του Γ.

Π. σύζυγός του Ε. χήρα Γ. Π., το γένος Γ. Α. και κληρονομήθηκε κατά το ποσοστό αυτής των 5/20 ή 100/400 εξ αδιαιρέτου επί της κληρονομίας του συζύγου της από τους παρακάτω νόμιμους κληρονόμους και εγγυτέρους συγγενείς της, οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομιά της και αναμίχθηκαν ενεργά σ' αυτήν με πρόθεση κληρονόμου κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος Β.Ρ.δικαίου, δηλαδή από: 1) Το τέκνο της Θ.

θυγ. Γ. Π. κατά ποσοστό 20/400 εξ αδιαιρέτου επί του όλου ακινήτου. 2) Το τέκνο της Ο. θυγ. Γ. Π. κατά ποσοστό 20/400 εξ αδιαιρέτου επί του όλου ακινήτου (σύνολο ποσοστών 140/400). 3) Το τέκνο της Μ. ή Μ. θυγ. Γ. Π. κατά ποσοστό 20/400 εξ αδιαιρέτου επί του όλου ακινήτου (σύνολο ποσοστών 80/400). 4) Το τέκνο της Μ. Π. κατά ποσοστό 20/400 εξ αδιαιρέτου επί του όλου ακινήτου (σύνολο ποσοστών 80/400). 5) Από τους εγγονούς της, τέκνα της προαποβιωσάσης το έτος 1940 θυγατρός της Κ.

Π. σύζυγος Χ. Ψ., ήτοι: α) Α. ή Ε. θυγ. Χ. Ψ., συζ. Σ. Σ., κατά ποσοστό 4/400 εξ αδιαιρέτου επί του όλου ακινήτου (σύνολο ποσοστών 13/400). β) Ε. θυγ. Χ. Ψ., συζ. Β. Ά. κατά ποσοστό 4/400 εξ αδιαιρέτου επί του όλου ακινήτου (σύνολο ποσοστών 13/400). γ) Γ. Χ. Ψ., αναιρεσείοντος, κατά ποσοστό 4/400 εξ αδιαιρέτου επί του όλου ακινήτου (σύνολο ποσοστών 13/400).

δ) Σ. Χ. Ψ. κατά ποσοστό 4/400 εξ αδιαιρέτου επί του όλου ακινήτου (σύνολο ποσοστών 13/400). Και ε) Α. Χ. Ψ. κατά ποσοστό 4/400 εξ αδιαιρέτου επί του όλου ακινήτου (σύνολο ποσοστών 13/400). Ε) Το έτος 1959 η εκ των κληρονόμων του Γ. Π. θυγατέρα του Μ. ή Μ. θυγ. Γ. Π., δυνάμει του με αριθμό ...|/1959 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Καλαυρίας Μιχαήλ Κυπριωτάκη, νόμιμα έκτοτε μεταγεγραμμένου στα βιβλία των μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μάσσητος στον τόμο 16 και με αυξ.

αριθμό ..., πώλησε τα 60/400 εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου ακινήτου, που είχαν περιέλθει σ' αυτή εκ κληρονομιάς του κατά την 29-3-1935 αποβιώσαντος αδιαθέτως πατρός της Γ. Π., στον Κ. Ι. Α. (πατέρα του πρώτου και δευτέρου και εκ πατρός πάππου του τρίτου των αναιρεσιβλήτων), διατηρήσασα αυτή τα εκ της κληρονομιάς της μητρός της Ε.

χήρας Γ. Π., περιελθόντα σ' αυτή 20/400 εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου ακινήτου. ΣΤ) Στις 4-4-1960 απεβίωσε άνευ διαθήκης η Μ. ή Μ. θυγ. Γ. Π., και κληρονομήθηκε, κατά το διατηρηθέν από αυτή ποσοστό των 20|400 εξ αδιαιρέτου επί του επίδικου ακινήτου, που είχε περιέλθει σ' αυτήν εκ κληρονομιάς της μητέρας της Ε. χήρας Γ.

Π., υπό των εξής νομίμων κληρονόμων και εγγυτέρων συγγενών της, οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομιά της και αναμίχθηκαν ενεργά σ' αυτήν με πρόθεση κληρονόμου: 1) Της αδελφής της Θ. θυγ. Γ. Π. κατά ποσοστό 5/400 εξ αδιαιρέτου επί του όλου ακινήτου (σύνολο ποσοστών 25/400), η οποία αποδέχθηκε το κληρονομικό της μερίδιο με αριθμό .../7-6-1973 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του τότε συμβολαιογράφου Κρανιδίου Δημητρίου Βόντα, νόμιμα έκτοτε μεταγεγραμμένη στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μάσσητος στον τόμο 393 και με αύξ.

αρ. ... . 2) Της αδελφής της Ο. θυγ. Γ. Π., συζύγου Κ. Α. κατά ποσοστό 5/400 εξ αδιαιρέτου επί του όλου ακινήτου (σύνολο ποσοστών 145/400), η οποία αποδέχθηκε το κληρονομικό της μερίδιο με τη με αριθμό .../7-6-1973 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του τότε συμβολαιογράφου Κρανιδίου Δημητρίου Βόντα, νόμιμα έκτοτε μεταγεγραμμένη στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μάσσητος, στον Τόμο 393 και με αυξ.

αριθμό ... . 3) Του αδελφού της Μ. Γ. Π., δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος, κατά ποσοστό 5/400 εξ αδιαιρέτου επί του όλου ακινήτου (συνολικό ποσοστό 85/400), ο οποίος όμως δεν αποδέχθηκε το κληρονομικό του μερίδιο με συμβολαιογραφική πράξη και μεταγραφή ή μεταγραφή κληρονομητηρίου. 4) Των ανιψιών της, τέκνων της προαποβιωσάσης κατά το έτος 1940 αδελφής της Κ.

θυγ. Π. συζ. Χ. Ψ., ήτοι των: α) Α. Χ. Ψ. κατά ποσοστό 1/400 εξ αδιαιρέτου επί του όλου ακινήτου (σύνολο ποσοστών 14/400), ο οποίος όμως δεν αποδέχθηκε και αυτός το κληρονομικό του μερίδιο με συμβολαιογραφική πράξη και μεταγραφή της ή μεταγραφή κληρονομητηρίου. β) Γ. Χ. Ψ., αναιρεσείοντος, κατά ποσοστό 1/400 εξ αδιαιρέτου επί του όλου ακινήτου (σύνολο ποσοστών 14/400), ο οποίος όμως δεν αποδέχθηκε και αυτός το κληρονομικό του μερίδιο με συμβολαιογραφική πράξη και μεταγραφή της ή μεταγραφή κληρονομητηρίου.

γ) Σ. Χ. κατά ποσοστό 1/400 εξ αδιαιρέτου επί του όλου ακινήτου (σύνολο ποσοστών 14/400), ο οποίος όμως δεν αποδέχθηκε το κληρονομικό του μερίδιο με συμβολαιογραφική πράξη. δ) Α. ή Ε. θυγ. Χ. Ψ., συζ. Σ. Σ., κατά ποσοστό 1/400 εξ αδιαιρέτου επί του όλου ακινήτου (σύνολο ποσοστών 14/400), η οποία επίσης δεν αποδέχθηκε το κληρονομικό της μερίδιο με συμβολαιογραφική πράξη και μεταγραφή της ή μεταγραφή κληρονομητηρίου.

ε) Ε. θυγ. Χ. Ψ., συζ. Β. Ά. κατά ποσοστό 1/400 εξ αδιαιρέτου επί του όλου ακινήτου (σύνολο ποσοστών 14/400), η οποία αποδέχθηκε το κληρονομικό της μερίδιο με τη με αριθμό .../22-10-1980 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Αθηνών Δημητρίου Αναγνωστίδη, νόμιμα έκτοτε μεταγεγραμμένη στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μάσσητος στον Τόμο 660 και με αυξ.

αριθμό ... . Ζ) Το έτος 1965 η Ο. θυγ. Γ. Π. συζύγου Κ. Α. αγόρασε, δυνάμει του με αριθμό .../14-10-1965 συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Κρανιδίου Αντωνίου Θεοδώρου, νόμιμα έκτοτε μεταγεγραμμένου στα βιβλία των μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μάσσητος στον Τόμο 208 και με αυξ. αριθμό ..., το κληρονομικό μερίδιο των παρακάτω αναφερομένων επί του επίδικου ακινήτου: 1) Από το Χ.

Α. Ψ. τα 15/400 εξ αδιαιρέτου επί του όλου ακινήτου, που είχαν περιέλθει σ' αυτόν εκ κληρονομιάς της κατά το έτος 1940 αποβιωσάσης συζύγου του Κ. θυγ. Γ. Π.. 2) Από την Α. ή Ε. θυγ. Χ. Ψ., συζ. Σ. Σ., α) Τα 9/400 εξ αδιαιρέτου επί του όλου ακινήτου, που είχαν περιέλθει σ' αυτή εκ κληρονομιάς της κατά το έτος 1940 αποβιωσάσης μητρός της Κ.

θυγ. Π. συζ. Χ. Ψ.. β) Τα 4/400 εξ αδιαιρέτου επί του όλου ακινήτου, που είχαν περιέλθει σ' αυτόν εκ κληρονομιάς της κατά το έτος 1945 αποβιωσάσης εκ μητρός μάμμης του Ε. χήρας Γ. Π.. 3) Από το Σ. Χ. Ψ.: α) Τα 9/400 εξ αδιαιρέτου επί του όλου ακινήτου, που είχαν περιέλθει σ' αυτόν εκ κληρονομίας της κατά το έτος 1940 αποβιωσάσης μητρός του Κ.

θυγ. Γ. Π. σύζ. Χ. Ψ.. β) Τα 4/400 εξ αδιαιρέτου επί του όλου ακινήτου, που είχαν περιέλθει σ' αυτόν εκ κληρονομίας της κατά το έτος 1945 αποβιωσάσης εκ μητρός μάμμης του Ε. χήρας Γ. Π.. 4) Από τον Γ. Χ. Ψ. (αναιρεσείοντα): α) Τα 9/400 εξ αδιαιρέτου ιδανικά μερίδια που είχαν περιέλθει σ' αυτόν εκ κληρονομίας της κατά το έτος 1940 αποβιωσάσης μητρός του Κ.

θυγ. Γ. Π. σύζ. Χ. Ψ.. β) Τα 4/400 εξ αδιαιρέτου ιδανικά μερίδια που είχαν περιέλθει σ' αυτόν εκ κληρονομιάς της κατά το έτος 1945 αποβιωσάσης εκ μητρός μάμμης του Ε. χήρας Γ. Π. (σύνολο αγορασθέντων από την Ο. Π. - Α. ποσοστών 54/400, που ανέβασαν το συνολικό ποσοστό της επί του επίδικου ακινήτου σε 199/400). Η) Το έτος 1967 η αυτή ως άνω Ο.

Π. - Α. απέκτησε εκ δωρεάς εν ζωή δυνάμει του με αριθμό ...|13-6-1967 δωρητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννου Αναγνωστίδη, νόμιμα έκτοτε μεταγεγραμμένου στα βιβλία των μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μάσσητος στον Τόμο 241 και με αυξ. αριθμό ..., τα κληρονομικά μερίδια των παρακάτω αναφερομένων επί του επίδικου ακινήτου: 1)Από την Ε.

θυγ. Χ. Ψ., συζ. Β. Ά.: α) Τα 9/400 εξ αδιαιρέτου επί του όλου ακινήτου, που είχαν περιέλθει σ' αυτήν εκ κληρονομίας της κατά το έτος 1940 αποβιωσάσης μητρός της Κ. θυγ. Γ. Π. σύζ. Χ. Ψ.. β) Τα 4/400 εξ αδιαιρέτου επί του όλου ακινήτου, που είχαν περιέλθει σ' αυτή εκ κληρονομιάς της κατά το έτος 1945 αποβιωσάσης εκ μητρός μάμμης της Ε.

χήρας Γ. Π.. 2)Από τον Α. Χ. Ψ.: α) Τα 9/400 εξ αδιαιρέτου επί του όλου ακινήτου που είχαν περιέλθει σ' αυτόν εκ κληρονομιάς της κατά το έτος 1940 αποβιωσάσης μητρός του Κ. θυγ. Γ. Π. σύζ. Χ. Ψ.. β) Τα 4/400 εξ αδιαιρέτου επί του όλου ακινήτου, που είχαν περιέλθει σ' αυτόν εκ κληρονομιάς της κατά το έτος 1945 αποβιωσάσης εκ μητρός μάμμης του Ε.

χήρας Γ. Π. (Σύνολο αποκτηθέντων από την Ο. Π. - Α. ποσοστών 26/400, που αύξησαν το συνολικό ποσοστό της επί του επιδίκου ακινήτου σε 225/400). Θ) Το έτος 1973 ο πρώτος ενάγων-πρώτος αναιρεσίβλητος Γ. Κ. Α. αγόρασε, δυνάμει του με αριθμό .../7-6-1973 συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Κρανιδίου Δημητρίου Βόντα, νόμιμα έκτοτε μεταγεγραμμένου στα βιβλία των μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μάσσητος στον Τόμο 393 και με αυξ.

αριθμό ..., τα κληρονομικά μερίδια επί του επιδίκου ακινήτου της Θ. θυγ. Γ. Π., δηλαδή: α) Τα 20/400 εξ αδιαιρέτου επί του όλου ακινήτου, που είχαν περιέλθει σ' αυτήν εκ κληρονομιάς της κατά το έτος 1945 αποβιωσάσης μητρός της Ε. χήρας Γ. Π.. β) Τα 5/400 εξ αδιαιρέτου επί του όλου ακινήτου, που είχαν περιέλθει σ' αυτή εκ κληρονομιάς της κατά το έτος 1960 αποβιωσάσης αδελφής της Μ.

ή Μ. θυγ. Γ. Π. (Σύνολο αγορασθέντων από τον πρώτο αναιρεσίβλητο ποσοστών 25/400). Ι) Στις 7-8-1975 απεβίωσε άνευ διαθήκης ο Κ. Ι. Α. και για τα 60/400 εξ αδιαιρέτου επί του όλου ακινήτου, που είχε αποκτήσει λόγω αγοράς από την Μ. ή Μ. θυγ. Γ. Π., δυνάμει του με αριθμό .../1959 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του Συμ/φου Καλαυρίας Μιχαήλ Κυπριωτάκη, κληρονομήθηκε από τους παρακάτω εγγυτέρους συγγενείς και νόμιμους κληρονόμους του, οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομία του και αναμίχθηκαν ενεργά σ' αυτή με πρόθεση κληρονόμου, δυνάμει της με αριθμό .../7-5-1977 πράξεως αποδοχής κληρονομιάς του Συμβολαιογράφου Πειραιά Παναγιώτη Γκέγκιου, νόμιμα έκτοτε μεταγεγραμμένης στα βιβλία των μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μάσσητος στον Τόμο 551 και με αύξ.

αριθμό ..., ήτοι: 1) Από τη σύζυγό του Ο. θυγ. Γ. Π. κατά 15/400 εξ αδιαιρέτου επί του όλου ακινήτου (σύνολο ποσοστών αυτής 240/400). 2) Από τους υιούς του Γ. και Ι. Α. (πρώτο και δεύτερο των αναιρεσιβλήτων), κατά 22,5/400 εξ αδιαιρέτου επί του όλου ακινήτου έκαστος αυτών (σύνολο ποσοστών Γ. Α. 47,5/400). ΙΑ') Το έτος 1981 ο πρώτος αναιρεσίβλητος Γ.

Κ. Α. απέκτησε λόγω δωρεάς εν ζωή δυνάμει του με αριθμό .../24-11-1981 δωρητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Καλαυρίας Ιωάννου Κούλη, νόμιμα έκτοτε μεταγεγραμμένου στα βιβλία των μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μάσσητος στον Τόμο 700 και με αύξ. αριθμό ..., το κληρονομικό μερίδιο επί του επιδίκου ακινήτου, ήτοι το 1/400 εξ αδιαιρέτου, της Ε.

θυγ. Χ. Ψ., συζ. Β. Ά., η οποία το είχε αποκτήσει εκ κληρονομιάς της κατά το έτος 1960 αποβιωσάσης εκ μητρός θείας αυτής Μ. ή Μ. θυγ. Γ. Π. (σύνολο ποσοστών πρώτου αναιρεσιβλήτου 48,5/400 επί του επιδίκου ακινήτου). ΙΒ') Στις 7-6-1987 απεβίωσε η Ο. θυγ. Γ. Π. συζ. Κ. Α. και δια της από 20-7-1985 ιδιόγραφης διαθήκης της, η οποία δημοσιεύθηκε στα με αριθμό 2586/4-9-1987 πρακτικά συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εγκατέστησε μοναδικό κληρονόμο της τον εγγονό της Κ.

Ι. Α. (τρίτο αναιρεσίβλητο) εφ' όλης της περιουσίας της, ήτοι και επί των 240/400 εξ αδιαιρέτου ιδανικών μεριδίων της επί του επίδικου ακινήτου. Την παραπάνω κληρονομιά της Ο. θυγ. Γ. Π. χήρας Κ. Α. την αποδέχθηκε αναμιχθείς σ' αυτήν ενεργά με πρόθεση κληρονόμου ο Κ. Ι. Α. (τρίτος αναιρεσίβλητος) με την με αριθμό ...|20-3-1998 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών Αλεξάνδρας Μέργιανου - Νικολαϊδη, νόμιμα έκτοτε μεταγεγραμμένη στα βιβλία των μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μάσσητος στον Τόμο 1225 και με αύξοντα αριθμό ... .

ΙΓ') Στις 6-1-1991 απεβίωσε η Α. ή Ε. θυγατέρα Χ. και Α. Ψ. σύζυγος Σ. Σ., άνευ διαθήκης και το εναπομείναν σ' αυτή 1/400 εξ αδιαιρέτου ιδανικό μερίδιό της επί του επιδίκου ακινήτου, αφού τα υπόλοιπα μερίδιά της τα είχε κατά τα ανωτέρω μεταβιβάσει, περιήλθε στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους της ήτοι: 1) Στο νόμιμο σύζυγο της Σ.

Σ. κατά τα 2/8 του 1|400. 2) Στο γιο της Σ. Σ. Σ. κατά τα 3/8 του 1/400 και 3) Στην κόρη της Μ. Σ. Σ. κατά τα 3/8 του 1/400, οι οποίοι όμως δεν αποδέχθηκαν τα κληρονομικά τους μερίδια με συμβολαιογραφική πράξη και μεταγραφή της ή μεταγραφή κληρονομητηρίου, όπως είχαν υποχρέωση. Έτσι, μετά ταύτα, οι ενάγοντες-αναιρεσίβλητοι έγιναν με παράγωγο τρόπο συγκύριοι του επίδικου ακινήτου κατά τα παρακάτω ποσοστά: 1) Γ.

Κ. Α. (πρώτος αναιρεσίβλητος) κατά ποσοστό 48,5/400 εξ αδιαιρέτου. 2) Ι. Κ. Α. (δεύτερος αναιρεσίβλητος) κατά ποσοστό 22,5/400 εξ αδιαιρέτου. 3) Κ. Ι. Α. (τρίτος αναιρεσίβλητος) κατά ποσοστό 240/400 εξ αδιαιρέτου. Όλοι οι ανωτέρω δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων, καθώς και οι ίδιοι, αλλά και οι λοιποί συγκύριοι επί του επίδικου ακινήτου, ασκούσαν σ' αυτό προσωπικά ή μέσω των υπολοίπων, που τους αντιπροσώπευαν, τη νομή στο επίδικο, κατά τα ανήκοντα σ' αυτούς ποσοστά εξ αδιαιρέτου με τις κατάλληλες πράξεις φυσικού εξουσιασμού, όπως διαμονή σε αυτό, μόνιμη ή ευκαιριακή (σε διακοπές και περιστασιακές επισκέψεις), συντήρηση των εντός αυτού κτισμάτων και φυτειών, αυτοπροσώπως ή μέσω τρίτων, των οποίων τις υπηρεσίες μίσθωναν, καταβάλλοντες τις σχετικές δαπάνες, επίβλεψη αυτού αυτοπροσώπως ή μέσω προστηθέντων προσώπων εμπιστοσύνης τους/, που διέμεναν μόνιμα στην περιοχή, όταν εκείνοι απουσίαζαν για μεγάλα χρονικά διαστήματα και με επιτήρηση των ορίων του από προσβολές τρίτων.

Η ένσταση ιδίας κυριότητας του εναγομένου-αναιρεσείοντος, λόγω συμπληρώσεως έκτακτης χρησικτησίας στο επίδικο εκ μέρους του αμέσου δικαιοπαρόχου του ή και με προσαύξηση χρόνου χρησικτησίας αυτού σε δικό του χρόνο χρησικτησίας δεν αποδείχθηκε. Συγκεκριμένα, δεν προέκυψε, ότι, μετά τον θάνατο του αρχικού κυρίου του επιδίκου και απώτερου κοινού δικαιοπαρόχου των διαδίκων, ο άμεσος δικαιοπάροχος του αναιρεσείοντος ανέλαβε την άσκηση της νομής στο επίδικο αποκλειστικά για δικό του λογαριασμό, εν γνώσει και υπό τα όμματα των λοιπών συγκληρονόμων του και των διαδόχων τους, που συναινούσαν σε αυτό, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του προϊσχύσαντος δικαίου μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ (ήτοι με καλή πίστη ότι δεν προσβάλλει δικαιώματα άλλων) και έκτοτε με εκείνα που απαιτεί ο ΑΚ, μέχρι την συμπλήρωση συνολικά 30 ή αναλόγως 20 ετών συνεχούς και αδιάλειπτης νομής, με αποτέλεσμα να καταστεί δήθεν αδιαμφισβήτητα κύριος του επιδίκου και αργότερα να μπορεί να μεταβιβάσει νόμιμα την κυριότητα αυτή σε τρίτον, όπως αυθαίρετα έπραξε μεταβιβάζοντας αυτήν στον αναιρεσείοντα με το πωλητήριο συμβόλαιο .../9-2-1995 της Συμβ/φου Κρανιδίου Μαρίας Χρ.

Παπαντωνίου. Ειδικότερα, προέκυψαν τα ακόλουθα περιστατικά που αναιρούν τον ως άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και αντίθετα επιβεβαιώνουν τους ισχυρισμούς των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων: α) Μετά τον θάνατο του Γ. Π. το έτος 1935 όλοι οι προαναφερθέντες κληρονόμοι του παρέμειναν στο επίδικο, που ήταν η κοινή οικογενειακή τους στέγη.

Πρώτη αποχώρησε το 1936 η κόρη του Θ., που μετανάστευσε στις ΗΠΑ. Ακολούθησε η κόρη του Α., που νυμφεύθηκε και εγκαταστάθηκε στην γειτονική Θερμησία Ερμιονίδος και τελικά απεβίωσε στις 3-5-1940. Η Ο. Π. παντρεύτηκε κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής και εγκαταστάθηκε στην οικία του συζύγου της στον Πόρο.

Το 1945 απεβίωσε η σύζυγος του αρχικού κυρίου του επιδίκου Ε. Π.. Την επαγωγή της κληρονομιάς της τελευταίας δήλωσαν αργότερα για τον υπολογισμό του σχετικού φόρου κληρονομιάς οι κληρονόμοι της, μεταξύ των οποίων και οι διάδικοι, καθώς και ο δικαιοπάροχος του αναιρεσείοντος, στην αρμόδια Εφορία Σπετσών και Ερμιονίδος.

Όπως προκύπτει δε από το υπ' αριθ. πρωτ. 1670/24-5-1973 πιστοποιητικό της εν λόγω υπηρεσίας, στην δήλωση των κληρονόμων περιλήφθηκε και το επίδικο ακίνητο ως κληρονομιαίο κατά το ανήκον στην αποβιώσασα ποσοστό εξ αδιαιρέτου. Περαιτέρω, στην διάρκεια της ανώμαλης περιόδου των μετακατοχικών χρόνων ο Μ. Π. εξεδίωξε από την οικία την αδελφή του Μ.

για πολιτικούς λόγους, αλλά αυτή μετέπειτα επανήλθε και τελικά μετανάστευσε στις ΗΠΑ, όπου και απεβίωσε στις 4-4-1960. Η Ο. μετά τον γάμο της επισκεπτόταν τακτικά το επίδικο και από κοινού με τον αδελφό της Μ. το φρόντιζαν, όχι μόνο για δικό τους λογαριασμό, αλλά και των απόντων λοιπών συγκυρίων συγγενών τους.

Από το 1945 μέχρι το 1964 ο Μ. Π. είχε μετατρέψει το ένα από τα δύο κτίσματα, από τα οποία αποτελείται το επίδικο, πλέον του κήπου και του ακαλύπτου χώρου-προαυλίου, σε καφενείο και βιοποριζόταν από αυτό. Από το 1964 που έκλεισε το καφενείο και επί 15 περίπου χρόνια έκτοτε, ο Μ. είχε εγκατασταθεί οικογενειακώς στην Θεσσαλονίκη, προσφέροντας υπηρεσίες στον Μητροπολίτη Π..

Κατά το διάστημα δε αυτό επισκεπτόταν περιστασιακά το επίδικο, ενώ την φροντίδα του είχε αναλάβει κυρίως η ευρισκομένη σε αυτό εγγύτερα από όλους τους συγκυρίους αδελφή του Ο. και ο συντοπίτης τους Τ. Κ.. β) Στις 1-4-1966 η Ο. Α. το γένος Π. ατομικά και για λογαριασμό όλων των συγκυρίων του επιδίκου εκμίσθωσε αυτό για κατοικία στον συνονόματο του αποβιώσαντος πατέρα της, συμπατριώτη τους Γ.

Π., με την συμφωνία όπως, αντί μισθώματος, καταβάλει τις αναγκαίες για την επισκευή και συντήρηση του μισθίου δαπάνες. γ) Στις 20-1-1973 και, αφού ο προηγούμενος μισθωτής είχε αποχωρήσει από το μίσθιο, η Ο., ενεργώντας πάλι για λογαριασμό και των λοιπών συγκυρίων του επιδίκου, κατέβαλε στον προστηθέντα για την επίβλεψή του Τ.

Κ. και αυτός κατέβαλε ακολούθως για λογαριασμό της προς τον οικοδόμο Χ. Μ. και το συνεργείο του 8.000 δραχμές για εργασίες επισκευής των κτισμάτων του ακινήτου. δ) Κατά το πρώτο 10ήμερο του Σεπτεμβρίου του 1979 ο ιδιοκτήτης της προς νότο του επιδίκου γειτονικής ιδιοκτησίας Χ. Θ. κατέστρεψε τον διαχωριστικό των δύο ιδιοκτησιών μανδρότοιχο και κατασκεύασε νέο, περιλαμβάνοντας στην ιδιοκτησία του και τμήμα του ήδη επίδικου ακινήτου.

Η Ο., ενεργώντας ατομικά και για λογαριασμό του απουσιάζοντος στην Αμερική υιού της (δεύτερου αναιρεσίβλητου), και επίσης ο πρώτος αναιρεσίβλητος και ο δικαιοπάροχος του αναιρεσείοντος Μ., άσκησαν αμέσως αίτηση ασφαλιστικών μέτρων στο Ειρηνοδικείο Μάσσητος (Κρανιδίου) κατά του Θ. και ζήτησαν από κοινού να αρθεί η προσβολή της συννομής τους.

Η διαφορά λύθηκε συμβιβαστικά με το πρακτικό του επιληφθέντος δικαστηρίου υπ' αριθμ. 36 της συνεδριάσεως της 29-9-1979, κατά την οποία παραστάθηκαν όλοι οι αιτούντες (η Ο. και ο Μ. αυτοπροσώπως). Αργότερα, στις 19-2-1980 σε επιστολή του προς άλλον συγγενή ο Μ. Π. παραπονέθηκε για νέες οχλήσεις από τον Θ. και ζήτησε να συνεννοηθεί με τον πρώτο αναιρεσίβλητο, για να αντιδράσουν από κοινού.

ε) Στις αρχές του 1982 ο Μ. απέστειλε ιδιόχειρη επιστολή στην Ο. αναφέροντας, ότι ο Πρόεδρος της τότε Κοινότητας Διδύμων επεξέτεινε κατά πλάτος τον κοινοτικό δρόμο σε βάρος του ακινήτου τους, καταστρέφοντας την εξωτερική του μάνδρα και της ζήτησε να αντιδράσουν συνεννοημένα. Στην επιστολή αυτή, η γνησιότητα της οποίας δεν αμφισβητήθηκε πρωτοδίκως, όταν για πρώτη φορά προσκομίσθηκε, ανέφερε ότι ο ίδιος έχει το κτίσμα και η Ο.

τον κήπο. Τούτο ανέφερε προφανώς επειδή ο ίδιος διέμενε εντός της επί του κοινού οικοπέδου οικίας και εννοεί, ότι έχει αυτήν κατά χρήση. Την διευθέτηση της υπόθεσης αυτής ανέλαβε ο υιός της Ο. Γ. Α. (πρώτος αναιρεσίβλητος), ο οποίος, ενεργώντας για λογαριασμό όλων των συγκυρίων του ακινήτου, προέβη σε συμβιβασμό με την Κοινότητα, σύμφωνα με το προσκομιζόμενο σχετικό από 14-2-1982 "ιδιωτικό συμφωνητικό" και το ενσωματωμένο σ' αυτό σχεδιάγραμμα.

Αργότερα στις 21-9-1982 ο Γ. και η Ο. Α. διαμαρτυρήθηκαν προς την Νομαρχία Αργολίδας και την Κοινότητα Διδύμων για νέα αυθαίρετη επέμβαση της δεύτερης στο επίδικο. Η υπόθεση αυτή τακτοποιήθηκε με υποχώρηση του τότε Προέδρου της Κοινότητας, όπως προκύπτει από το έγγραφο Α 1533/18-2-1983 της Νομαρχίας. στ) Με το από 23-1-1980 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ αφενός της Ο.

Α. το γένος Γ. Π., που ενεργούσε ατομικά και ως αντιπρόσωπος των υιών της (πρώτου και δεύτερου των αναιρεσιβλήτων) και αφετέρου του αμέσου δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος Μ. Π. συμφωνήθηκε, όσον αφορά το επίδικο, όπως, αφού αποκτήσουν οι συμβληθέντες και το μερίδιο της οικογένειας Ψ., γίνει μεταξύ τους συμβολαιογραφική εξώδικη διανομή του ακινήτου και λάβει ο μεν Μ.

το τμήμα αυτού που περιέχει τα κτίσματα, η δε οικογένεια της Ο. το υπόλοιπο. Η συμφωνία αυτή ουδέποτε υλοποιήθηκε. ζ) Το 1985 η Ο. και οι ενάγοντες-αναιρεσίβλητοι υιοί της άσκησαν αγωγή διανομής του επιδίκου κατά του Μ. Π. και των λοιπών συγκυρίων τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου. Κατά την συζήτηση της αγωγής αυτής, η οποία απορρίφθηκε για τυπικούς λόγους με την απόφαση υπ' αριθ. 155/1985 του εν λόγω δικαστηρίου, ο Μ.

Π. ισχυρίσθηκε για πρώτη φορά με τις προτάσεις του, ότι είναι αποκλειστικός κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία. Επομένως από την χρονολογία αυτή (21-3-1985) μπορεί να λογίζεται, ότι άρχισε να ασκεί αποκλειστική νομή στο επίδικο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Αργότερα, και συγκεκριμένα το 1995, επικαλούμενος την ισχυριζόμενη πρόσφατα (μόλις από το 1985) δήθεν αποκλειστική κυριότητά του, μεταβίβασε λόγω πωλήσεως ολόκληρο το επίδικο με το συμβόλαιο .../9-2-1995 της συμβολαιογράφου Κρανιδίου Μαρίας Παπαντωνίου στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα.

Ο τελευταίος, ο οποίος ως κληρονόμος της Μ. ή Μ. Π. ήταν κατά τα προεκτεθέντα στη νομή του επίδικου ακινήτου μόνο κατά ποσοστό 1/400 εξ αδιαιρέτου, αφού τα υπόλοιπα ποσοστά του (9+4/400) τα είχε μεταβιβάσει στην Ο. Π. - Α., αναγνωρίζοντας έτσι σαφώς, ότι ο Μ. Π. δεν ήταν αποκλειστικός κύριος του επιδίκου ακινήτου, άρχισε έκτοτε να νέμεται για δικό του αποκλειστικά λογαριασμό το ακίνητο αυτό, χωρίς όμως να συμπληρώσει χρόνο έκτακτης χρησικτησίας μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής (4-6-1998) και αφού βέβαια προσμετρηθεί και ο από 21-3-1985 χρόνος έκτακτης χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του".

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο έκρινε, ότι οι ενάγοντες-αναιρεσίβλητοι κατέστησαν συγκύριοι του επίδικου ακινήτου κατά τα αναφερόμενα ποσοστά τόσο με παράγωγο τρόπο, όσο και με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), και ότι η ένσταση ιδίας κυριότητας του ενάγοντος-αναιρεσείοντος με βάση την έκτακτη χρησικτησία στο επίδικο δεν αποδείχτηκε.

Κατόπιν τούτου, το Εφετείο, αφού απέρριψε την ένσταση ιδίας κυριότητας του αναιρεσείοντος, δέχτηκε την διεκδικητική αγωγή των αναιρεσιβλήτων, απέρριψε την έφεση και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που έκρινε όμοια. Με αυτά, που δέχθηκε, και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 1045 και 1051 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα, ότι από το έτος 1935 όλοι οι αναφερόμενοι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων, καθώς και οι ίδιοι, αλλά και οι λοιποί συγκύριοι ασκούσαν επί του επίδικου ακινήτου προσωπικά ή μέσω των υπολοίπων, που τους αντιπροσώπευαν, τη νομή σ' αυτό με τις κατάλληλες πράξεις φυσικού εξουσιασμού, όπως διαμονή σ' αυτό , μόνιμη ή ευκαιριακή, συντήρηση των εντός αυτού κτισμάτων και φυτειών, επίβλεψη αυτού και με επιτήρηση των ορίων του από προσβολές τρίτων και ότι, μετά το θάνατο του αρχικού κυρίου του επιδίκου και απώτερου κοινού δικαιοπαρόχου των διαδίκων, ουδέποτε προηγουμένως ο άμεσος δικαιοπάροχος του αναιρεσείοντος ανέλαβε την άσκηση της νομής στο επίδικο αποκλειστικά για δικό του λογαριασμό, εν γνώσει και υπό τα όμματα των λοιπών συγκληρονόμων του και των διαδόχων τους, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, παρά μόνο το έτος 1985.

Επομένως, οι πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς και πρώτος, κατά το τέταρτο μέρος του, δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος του, και όγδοος από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Επειδή, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί, που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ.ΑΠ 11/1996).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τους πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, και δεύτερο, κατά το τρίτο μέρος του, αντίστοιχα, λόγους αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του για αοριστία της αγωγής και περί ιδίας κυριότητας του επίδικου ακινήτου.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση, όμως, προκύπτει, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ως άνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος και τους απέρριψε ρητά ως αβάσιμους. Επομένως, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, ο αναιρεσείων με τους δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του, και τέταρτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγους αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια, διότι "την κρίση του αυτή (δηλαδή το αποδεικτικό του πόρισμα περί της ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης αγωγής και αβασιμότητα της ένστασης ιδίας κυριότητας του αναιρεσείοντος) το Δικαστήριο δεν την επιστηρίζει σε κανένα στοιχείο και σε κανένα αποδεικτικό στοιχείο" και διότι "απέρριψε την έφεσή του χωρίς κανένα στοιχείο".

Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, καθόσον με αυτούς προσβάλλεται η ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 περ. α' ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.

Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή, όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τους πρώτο, κατά το τρίτο μέρος του, δεύτερο, κατά το τρίτο μέρος του, και τέταρτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγους αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια, ότι το Εφετείο απέρριψε την ένστασή του ιδίας κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, χωρίς απόδειξη.

Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο στην κρίση του για την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής και την απόρριψη της ως άνω ένστασης του αναιρεσείοντος κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων, που εξετάστηκαν δυνάμει της 194/1999 προδικαστικής απόφασης του πρωτόδικου δικαστηρίου και της 144/2005 μη οριστικής απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, καθώς, επίσης, και των εγγράφων, τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι.

Έτσι, στην εν λόγω κρίση του το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και γι' αυτό πρέπει οι αμέσως πιο πάνω από το άρθρο 559 αριθ. 10 περ. α' ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως, να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Εξάλλου, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο, κατά το πέμπτο μέρος του, λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου προσκομισθέντων από τον αναιρεσείοντα εγγράφων, ήτοι 1) του με αριθμό .../1995 συμβολαίου αγοράς της συμβολαιογράφου Κρανιδίου Μαρίας Παπαντωνίου και 2) της από 10-10-1983 βεβαίωσης του τότε Προέδρου της Κοινότητας Διδύμων Β. Ο. με την γενομένη από 28-12-1994 επικύρωση του Προέδρου της Κοινότητας Διδύμων Α. Δ.. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση η κρίση του Εφετείου, ότι δεν αποδείχτηκε η προβληθείσα από τον αναιρεσείοντα ένσταση ιδίας κυριότητας στο επίδικο ακίνητο, δεν οφείλεται σε διαγνωστικό λάθος, αλλά αποτελεί εκτίμηση του περιεχομένου των ανωτέρω εγγράφων, που συνεκτιμήθηκαν μαζί με τα υπόλοιπα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 9 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης και όχι αίτηση για παραδοχή ενστάσεων, προτάσεων, πραγματικών ισχυρισμών ή αποδεικτικών μέσων. Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου.

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο άφησε αδίκαστη την ένστασή του περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγής. Ο λόγος αυτός, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, είναι απαράδεκτος.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν από τους διαδίκους με επίκληση, τα οποία έχει το δικαστήριο υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ (ΑΠ 643/2001). Εξάλλου, δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει στην απόφασή του ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη ή να καθορίσει τη βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή τη σχέση και επιρροή εκάστου στα προς απόδειξη θέματα, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά, ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από τον αριθ. 11 περ. γ' άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη παρά το νόμο τα ακόλουθα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες με επίκληση προς απόδειξη της ένστασής τους περί ιδίας κυριότητας, και δη 1) το με αριθμό .../1995 συμβόλαιο αγοράς της συμβολαιογράφου Κρανιδίου Μαρίας Παπαντωνίου, 2) την από 10-10-1983 βεβαίωση του τότε Προέδρου της Κοινότητας Διδύμων Β.

Ο. με την γενομένη από 28-12-1994 επικύρωση του Προέδρου της Κοινότητας Διδύμων Α. Δ. και 3) τις ένορκες καταθέσεις των με επιμέλειά του εξετασθέντων μαρτύρων Α. Γ. και Χ. Θ.. Από την υπάρχουσα, όμως, στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωση, κατά την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που περιέχονται στην 172/2000 έκθεση της Ειρηνοδίκου Αθηνών Ιωάννας Σφυρή, ως εντεταλμένης δικαστού, δυνάμει της προδικαστικής αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (194/1999), και όλων των προσκομιζόμενων με επίκληση εγγράφων, είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθώς και από την κατά το πρώτον εκτίμηση των ένορκων μαρτυρικών καταθέσεων, που περιέχονται στη με αριθμό 19/2006 έκθεση του πρωτοδίκη Ναυπλίου Βασιλ.

Μαλάμου, ως εισηγητή Δικαστή δυνάμει της με αριθμό 144/2005 προδικαστικής αποφάσεως του δικαστηρίου τούτου" και από όλο το πιο πάνω περιεχόμενο της απόφασης αυτής, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα παραπάνω έγγραφα, καθώς και τις αναφερόμενες μαρτυρικές καταθέσεις.

Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, ο πρώτος, κατά το δεύτερο και τρίτο μέρος του, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από τον αριθ. 11 περ. α' και γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει και αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν, και δη "φωτοτυπίες εγγράφων δήθεν επιστολών του νεκρού δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντα, των οποίων ουδείς βεβαίωσε τη γνησιότητα", είναι επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος.

Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 340 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η αξιοπιστία των μαρτύρων και η εκτίμηση των όσων καταθέτουν ανήκει στην κυριαρχική και ανέλεγκτη εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο, μπορεί να αποδώσει στις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσιβλήτου μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσείοντος.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως θεμελιώνεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό καθορίζει ο νόμος, όχι, όμως και στην περίπτωση που, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (ΚΠολΔ 340), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με τα άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία, διότι η εκτίμηση αυτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων διατείνεται, ότι το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την έφεσή του και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, για το σχηματισμό της ως άνω κρίσεώς του επί της προκείμενης υποθέσεως στηρίχθηκε μόνο στις μαρτυρικές καταθέσεις των μαρτύρων των αναιρεσιβλήτων, όχι δε και τις καταθέσεις των δικών του μαρτύρων, τις οποίες δεν εκτίμησε δεόντως και επίσης προέβη σε εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών που κατέθεσαν οι εν λόγω μάρτυρες.

Ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί οι προβαλλόμενες με αυτόν πιο πάνω αιτιάσεις, αναγόμενες στη στάθμιση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και την εκτίμηση αυτών που κατέθεσαν, δεν μπορούν να θεμελιώσουν λόγο αναιρέσεως.

Επειδή, κατά το άρθρο 338 παρ. 1 ΚΠολΔ κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος αποδείξεως των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποία διώκεται η δικαστική διάγνωση.

Το βάρος αποδείξεως διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής προϋποθέσεως των θεμελιωτικών της αξιώσεώς του πραγματικών γεγονότων.

Αντίθετα, αντικειμενικό βάρος αποδείξεως είναι ο κίνδυνος, που διατρέχει ο διάδικος στη περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 13 Κ.Πολ.Δ λόγο αναιρέσεως.

Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν με την πρόφαση της εσφαλμένης κατανομής του βάρους αποδείξεως, προσβάλλεται η ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έβδομο και τελευταίο εξεταζόμενο λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 13 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου "σχετικά με το βάρος απόδειξης της αγωγής μετά την άρνηση του αναιρεσείοντα και δεν έταξε τις δέουσες αποδείξεις ούτε και έκρινε επ' αυτών και μόνο, και αντί να κληθούν οι ενάγοντες να αποδείξουν πράξεις νομής των ιδίων και των δικαιοπαρόχων τους, θεώρησε αξιωματικά άνευ οιασδήποτε αποδείξεως των εναγόντων, ότι όφειλε ο αναιρεσείων να αποδείξει".

Από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχτηκε, ότι οι αναιρεσίβλητοι απέδειξαν, ότι κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου και με έκτακτη χρησικτησία, ασκώντας τις αναφερόμενες πράξεις νομής επ' αυτού και ότι ο αναιρεσείων δεν απέδειξε την ένσταση ιδίας κυριότητας, η οποία και απορρίφθηκε.

Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και, συνακόλουθα, ο έβδομος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-3-2009 αίτηση του Γ. Ψ. για αναίρεση της 417/2007 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου και της 149/2002 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαΐου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ