Supreme Court rejects appeal and intervention, ruling that waiver of price revision is not admissible and legal arguments are not facts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by TEKA AE against the First Instance Court's decision regarding construction contract costs. The appellant argued that the lower court erred in law by failing to consider their claim for price revision under specific Civil Code articles and by incorrectly applying rules on cost offsetting. The Court held that the appellant's failure to reserve the right to request price revision constituted a waiver of a non-waivable legal right, and that legal arguments regarding statute of limitations do not qualify as 'facts' under appeal law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 80, 68, 3, 559 no. 8, 179 of the Code of Civil Procedure; Articles 200, 281, 288 of the Civil Code: A party cannot waive the right to request a mandatory revision of prices, and legal arguments regarding the application of statutes of limitation do not constitute 'facts' subject to review under Article 559 no. 8 of the Code of Civil Procedure.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 773 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 773/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Ελένη Σπίτσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΕΚΑ ΑΕ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως αναδοχος του έργου με τον τίτλο "Ανέγερση Δικαστικού Μεγάρου Ηγουμενίτσας Φάση Δ': Αποπεράτωση Οικοδομικών Εργασιών & Ηλεκτρομηχανολογικές Εγκαταστάσεις". Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Αικατερίνη Καφτάνη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΘΕΜΙΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΕ" που εκπροσωπείται νόμιμα και εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ναταλία Χασαποδήμου.
Προσθέτως Παρεμβάντως:Του σωματείου με την επωνυμία "ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΑΝΩΝΥΜΩΝ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ (ΣΑΤΕ), το οποίο εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Φλώρα Τριανταφύλλου. Υπέρ της ήδη αναιρεσείουσας.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-5-2005 προσφυγή-αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών. Εκδόθηκε η 334/2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 8-1-2007 αίτησή της . Το προσθέτως παρεμβαίνον με την από 21-7-2008 αίτηση παρέμβαση του προς το Δικαστήριο τούτο, ζήτησε όσα αναφέρονται σ'αυτή.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Σπίτσα ανέγνωσε την από 8-1-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας και του προσθέτως παρεμβαίνοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Α.- Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, κατά την οποία αν σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος μπορεί έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να τον υποστηρίξει, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί και το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου.
Περαιτέρω, από την άνω διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 68 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι αναγκαίος όρος για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος. Υφίσταται έννομο συμφέρον προς παρέμβαση, όταν με αυτή μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης.
Πρέπει, όμως, αυτά είτε να απειλούνται από τη δεσμευτικότητα ή εκτελεστότητα της απόφασης που θα εκδοθεί είτε να υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της. 'Ετσι, για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης, δεν αρκεί ότι σε μεταξύ άλλων εκκρεμή δίκη πρόκειται να λυθεί νομικό ζήτημα που θα ωφελήσει ή θα βλάψει τον προσθέτως παρεμβαίνοντα, επειδή υπάρχει ή πρόκειται να προκύψει σε μελλοντική δίκη μεταξύ αυτού και κάποιου από τους διαδίκους ή τρίτους συναφής διαφορά, αλλά απαιτείται η έκβαση της δίκης στην οποία παρεμβαίνει να θίγει από την άποψη του πραγματικού και νομικού ζητήματος τα έννομα συμφέροντά του.
Επομένως, τέτοιο έννομο συμφέρον δεν υφίσταται για σωματείο από το γεγονός ότι σε μεταξύ τρίτων εκκρεμή δίκη έχει ανακύψει ζήτημα που ενδέχεται να επηρεάσει τα συμφέροντα των μελών του. Στην προκειμένη υπόθεση, με την από 8-1-2007 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "ΤΕΚΑ ΑΕ" για αναίρεση της 334/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, τίθεται προς επίλυση και το νομικό ζήτημα περί του αν με τις διατάξεις του άρθρου 32 παρ. 8 και 9 του Κανονισμού Ανάθεσης και Εκτέλεσης 'Εργων της αναιρεσίβλητης, ο οποίος εγκρίθηκε με την 117460 οικ/22-10-1997 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, όπως ο κανονισμός αυτός τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με την 29/5-2-1998 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής και εγκρίθηκε με την 24599/6-2-1998 απόφαση του ίδιου ως άνω Υπουργού, ορίζεται, ως καταληκτικό χρονικό σημείο υποβολής των κάθε μορφής αιτημάτων του αναδόχου σχετικό με την εκτέλεση του έργου, η χρονολογία υποβολής της τελικής επιμέτρησης και του τελικού λογαριασμού και αν οι διατάξεις αυτές κείνται εντός νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως.
Το σωματείο "ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΑΝΩΝΥΜΩΝ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ (Σ.Α.Τ.Ε.)" με το από 21-7-2008 δικόγραφο άσκησε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσείουσας - προσφεύγουσας. Για τη θεμελίωση προς τούτο εννόμου συμφέροντός του επικαλείται την ιδιότητα αυτού ως συνδικαλιστικού οργάνου, που σκοπό έχει την διαφύλαξη των επαγγελματικών συμφερόντων των μελών του, μεταξύ των οποίων και η αναιρεσείουσα, και ότι το νομικό ζήτημα που πρόκειται να επιλυθεί θα έχει επιπτώσεις σε όλα τα μέλη του, αφού η δοθείσα εκ μέρους της προσβαλλόμενης απόφασης ερμηνεία οδηγεί στον αποκλεισμό του δικαιώματος του εργολάβου να ζητήσει τα ποσά της αναθεώρησης των τιμών, ενόψει του ότι οι συντελεστές αναθεώρησης δεν έχουν εκδοθεί συνήθως κατά το χρόνο υποβολής της τελικής επιμέτρησης και του τελικού λογαριασμού.
Όμως, αυτά που επικαλείται το προσθέτως παρεμβαίνον δεν συγκροτούν δικό του έννομο συμφέρον για την άσκηση της παρέμβασης, αφού η τυχόν έκδοση αρνητικής για την αναιρεσείουσα απόφαση δεν πρόκειται να θίξει δικαίωμα και να επηρεάσει κατά οποιοδήποτε δυσμενή τρόπο τη θέση του παρεμβαίνοντος, αλλ' ούτε και, κατά τα ιστορούμενα στο δικόγραφο της παρέμβασης , η από την προσβαλλόμενη απόφαση δοθείσα ερμηνεία αποκλείει από τους εργολάβους το δικαίωμα να ζητήσουν τα ποσά της αναθεώρησης, παρά μόνο θέτει χρονικό όριο υποβολής των σχετικών αιτημάτων τους έστω και μη εισέτι επακριβώς κατά ποσό προσδιορισμένων.
Συνεπώς η υπό κρίση πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Β.- Επειδή στο άρθρο 5 παρ. 7 εδ. α' και β' του ν. 2408/1996, όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του από τα άρθρα 3 παρ. 15α του ν. 2479/1997, 21 παρ. 5α του ν. 2521/1997 και 31 του ν. 2664/1998, ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής : α) "Ιδρύεται ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Θέμις Κατασκευαστική Α.Ε.", η οποία διέπεται από τον παρόντα νόμο και συμπληρωματικά από τον κ.ν. 2190/1920, όπως κάθε φορά ισχύει.
Η εταιρεία εποπτεύεται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης και λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος, κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας. Επί αυτής έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των παρ. 8, 9, 12, 13, 14, 15, 16, 17 και 19 του άρθρου 5 ν. 2229/1994 καθώς και οι διατάξεις των παρ. 2, 4, 5 και 6 του άρθρου εβδόμου, παρ. 1 του άρθρου ογδόου και παρ. 3 του άρθρου δεκάτου του ν. 1955/1991 ... .
Μέχρις εκδόσεως των κατά την παρ. 8 του άρθρου 5 του ν. 2229/1994 κανονισμών εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 1418/1984, όπως ισχύει. β) Σκοπός της εταιρείας είναι η μελέτη, η κατασκευή, η επέκταση, η επισκευή, η συντήρηση, ο εξοπλισμός και η οργάνωση των δικαστικών κτιρίων, των σωφρονιστικών καταστημάτων και των καταστημάτων των υπηρεσιών του Υπουργείου Δικαιοσύνης ..., εφόσον τα έργα αυτά ανατίθενται στην εταιρεία με απόφαση του Υπουργείου Δικαιοσύνης.
Η εταιρεία μπορεί να αναθέτει σε τρίτους, με διαγωνισμό ή απευθείας ..., την εκτέλεση των έργων αυτών ... . Περαιτέρω στην παρ. 8 του άρθρου 5 του ν. 2229/1994 ορίζεται ότι "η εκπόνηση των μελετών και η εκτέλεση των έργων των εταιρειών, καθώς και οι συναφείς προμήθειες και εργασίες, γίνονται κατ' εξαίρεση από κάθε κείμενη διάταξη, πλην εκείνων του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σχετική με την ανάθεση μελετών και εκτέλεση δημοσίων έργων και την διενέργεια κρατικών προμηθειών.
Τα πλαίσια των διαδικασιών καθορίζονται με κανονισμούς που εγκρίνονται από τους εποπτεύοντες υπουργούς και δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως". Σε εκτέλεση της εξουσιοδοτικής αυτής διατάξεως εγκρίθηκε με την 117460 οικ/22-10-1997 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 970) ο Κανονισμός Ανάθεσης και Εκτέλεσης 'Εργων (Κ.Α.Ε.Ε.) της αναιρεσίβλητης, όπως αυτός, τροποποιηθείς και συμπληρωθείς με την 29/5-2-1998 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής, εγκρίθηκε με την 24599/6-2-1998 απόφαση του ιδίου ως άνω Υπουργού (ΦΕΚ Β 114).
Ο εν λόγω κανονισμός ορίζει στο άρθρο 30 παρ. 4 ότι "με την τελική επιμέτρηση, ο ανάδοχος μπορεί να υποβάλει και οιοδήποτε άλλο αίτημα σχετιζόμενο με την εκτέλεση του έργου", στην παρ. 8 του άρθρου 32 ότι "πριν τη διενέργεια της προσωρινής παραλαβής ο ανάδοχος συντάσσει και υποβάλλει τελικό λογαριασμό. Με τον τελικό λογαριασμό γίνεται εκκαθάριση του εργολαβικού ανταλλάγματος και όλων των αμοιβαίων απαιτήσεων που έχουν σχέση με την εκτέλεση της σύμβασης", στην παρ. 9 του ίδιου άρθρου ότι "με την υποβολή του τελικού λογαριασμού ο ανάδοχος δηλώνει ότι δεν έχει άλλες απαιτήσεις από την εκτέλεση του έργου" και στο άρθρο 46 ότι "Κάθε διαφορά που ανακύπτει μέχρι οριστικής παραλαβής του έργου επιλύεται από το Εφετείο Αθηνών ανεξάρτητα από την περιφέρεια, πόλη, νομό που εκτελείται το έργο κατά τους ορισμούς του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ...".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει α)'ότι η ημερομηνία υποβολής της τελικής επιμέτρησης και του τελικού λογαριασμού είναι το τελευταίο χρονικό σημείο, κατά το οποίο ο ανάδοχος του έργου μπορεί να υποβάλει τα κάθε μορφής αιτήματά του σχετικά με την εκτέλεση του έργου, δηλαδή είτε αυτά αναφέρονται σε συμφωνημένη ή άλλη αμοιβή του, είτε αφορούν σε αξιώσεις του απορρέουσες από την εκτέλεση του έργου και έχουσες σχέση με την κατά την διάρκεια της εκτέλεσης συμπεριφορά των μερών, εκτός βεβαίως των απαιτήσεων εκείνων που πηγάζουν από αιτίες γεννηθείσες ή εκδηλωθείσες μετά την υποβολή του τελικού λογαριασμού και β) ότι κάθε διαφορά που ανακύπτει μέχρι της οριστικής παραλαβής του έργου επιλύεται από το Εφετείο Αθηνών, κατ' εξαίρεση των οριζομένων στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας περί της καθύλην και κατά τόπον αρμοδιότητας των δικαστηρίων.
Οι ανωτέρω διατάξεις κείνται εντός των ορίων της νομοθετικής εξουσιοδότησης της παραγράφου 8 του άρθρου 5 του Ν. 2229/1994, αφού η διάταξη αυτή παρέχει εξουσιοδότηση για τη ρύθμιση των διαδικασιών που αφορούν στην ανάθεση τέτοιων έργων, κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων του ισχύοντος ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου, πλην εκείνων του δικαίου της Ευρωπαϊκής 'Ενωσης σχετικά με την ανάθεση μελετών και εκτέλεση δημοσίων έργων και τη διενέργεια κρατικών προμηθειών, η επιλεγείσα δε νομοθετική ρύθμιση υπηρετεί την ανάγκη για ταχεία εκκαθάριση και διευθέτηση των οικονομικών αξιώσεων από την εκτέλεση των ανατεθέντων από τον Υπουργό Δικαιοσύνης έργων, τα οποία, ως αποβλέποντα στην εξυπηρέτηση του γενικού συμφέροντος, επιβάλλουν τη συντομότερη δυνατή περάτωση των οιονδήποτε εκκρεμοτήτων και τη θέση αυτών (έργων) σε λειτουργία για την επίτευξη του σκοπού για τον οποίο έγιναν, ενώ παράλληλα αποφεύγεται ο κίνδυνος δυσχέρειας προγραμματισμού ή εκτέλεσης άλλων έργων.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 16-5-2005 προσφυγή - αγωγή της ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, η αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε ότι, κατόπιν διενεργηθέντος ανοικτού μειοδοτικού διαγωνισμού, στις 15-11-2001 καταρτίσθηκε μεταξύ αυτής και της αναιρεσίβλητης σύμβαση έργου, δυνάμει της οποίας η πρώτη ανέλαβε την εκτέλεση του έργου "ανέγερση δικαστικού μεγάρου Ηγουμενίτσας, Φάση Δ', αποπεράτωση οικοδομικών εργασιών και ηλεκτρομηχανολογικές εγκαταστάσεις", έναντι συμφωνημένης αμοιβής ποσού 1.838.928,84 ευρώ.
Ότι, μετά την περάτωση των εργασιών, υπέβαλε, στις 2-6-2004 , στην αναιρεσίβλητη τον με αριθ. πρωτ. ... 10ο λογαριασμό του έργου, ποσού 222.256,26 ευρώ και, μετά την άπρακτη πάροδο δύο μηνών από της υποβολής του, την με αριθ. πρωτ. ... ένστασή της, με την οποία ζητούσε την πληρωμή του λογαριασμού, ο οποίος όμως της επιστράφηκε από την αναιρεσίβλητη με τη με αριθ.
πρωτ. ... απόφασή της, με την αιτιολογία ότι δεν μπορεί να συμπεριληφθεί σε πιστοποίηση του έργου δαπάνη για αναθεώρηση τιμών, στην οποία αφορούσε ο λογαριασμός αυτός. Ότι κατά της απόφασης αυτής της αναιρεσίβλητης άσκησε στον αρμόδιο Υπουργό Δικαιοσύνης την από 22-12-2004 αίτηση θεραπείας, επί της οποίας όμως ουδεμία απόφαση εκδόθηκε εκτός της υπό του άρθρου 12 του ν. 1418/1984 προβλεπόμενης τρίμηνης προθεσμίας.
Ότι, σύμφωνα με τον Κανονισμό Ανάθεσης και Εκτέλεσης 'Εργων της αναιρεσίβλητης, η τελευταία είχε προθεσμία ενός μηνός να επιστρέψει τον 10ο λογαριασμό του έργου, με την άπρακτη δε παρέλευση αυτής εγκρίθηκε αυτοδικαίως ο άνω λογαριασμός και συνεπώς η αναιρεσίβλητη της οφείλει το ποσό του εν λόγω λογαριασμού ύψους 222.256,26 ευρώ, άλλως η ίδια, κατά τις διατάξεις του ν. 1418/1984 και των άρθρων 200 και 288 ΑΚ και εκείνες του αδικαιολογήτου πλουτισμού, έχει υποχρέωση να αναθεωρήσει τις συμβατικές τιμές της εργολαβίας και να καταβάλει σ' αυτήν (αναιρεσείουσα) το ποσό των 221.002,93 ευρώ, ως επαύξηση του εργολαβικού ανταλλάγματος και επικουρικά έχει υποχρέωση να αναθεωρήσει τις συμβατικές τιμές της εργολαβίας κατά το άρθρο 34 του Κανονισμού Ανάθεσης και Εκτέλεσης 'Εργων, διότι υπήρξε καθυστέρηση στην εκτέλεση του έργου μεγαλύτερη των τριών μηνών, οφειλόμενη αποκλειστικά σε υπαιτιότητά της και να υποχρεωθεί να καταβάλει σ' αυτήν (αναιρεσείουσα) το ποσό των 185.400,01 ευρώ, ως επαύξηση του εργολαβικού ανταλλάγματος.
Το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, έκρινε ότι η ως άνω προσφυγή - αγωγή αρμοδίως και παραδεκτώς εισήχθη ενώπιόν του, σε πενταμελή σύνθεση, προς εκδίκαση σύμφωνα με το άρθρο 46 του Κανονισμού Ανάθεσης και Εκτέλεσης 'Εργων σε συνδυασμό με το άρθρο 3 παρ. 2 του Ν. 1418/1984 και είναι νόμω βάσιμη, πλην της βάσης της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 361, 681 επ., 340, 345, 346, 200, 288 ΑΚ και 19, 30, 32 παρ. 1, 26 και 34 παρ. 2 του ανωτέρω Κανονισμού Ανάθεσης και Εκτέλεσης 'Εργων.
Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα εξής : Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης ανατέθηκε στην εναγομένη εταιρεία "Θέμις Κατασκευαστική Α.Ε.", η οποία λειτουργεί χάριν δημοσίου συμφέροντος κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, το έργο της ανέγερσης δικαστικού μεγάρου στην Ηγουμενίτσα.
Ύστερα από ανοικτό μειοδοτικό διαγωνισμό που προκήρυξε η εναγομένη και στο οποίο μειοδότησε η ενάγουσα, στις 15-11-2001; μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης καταρτίσθηκε έγγραφη σύμβαση, δυνάμει της οποίας η τελευταία ανέθεσε στην πρώτη την κατασκευή του έργου "ανέγερση δικαστικού μεγάρου Ηγουμενίτσας, φάση Δ' αποπεράτωση οικοδομικών εργασιών και ηλεκτρομηχανολογικές εγκαταστάσεις", αντί συμφωνηθέντος εργολαβικού ανταλλάγματος 1.838.928,84 Ευρώ.
Στην έγγραφη αυτή σύμβαση ρητά ορίστηκε ότι το έργο έπρεπε να περατωθεί σε προθεσμία 360 ημερών από την υπογραφή της συμβάσεως και οτιδήποτε δεν καθορίζεται ή δεν μνημονεύεται στη σύμβαση αυτή ρυθμίζεται από τον Κανονισμό Ανάθεσης και Εκτέλεσης Έργων της εναγομένης. Με τις από 6-03-2003 και 6-08-2003 συμπληρωματικές συμβάσεις που καταρτίσθηκαν μεταξύ των διαδίκων, η εναγομένη ανέθεσε στην ενάγουσα την εκτέλεση πρόσθετων εργασιών και συμφωνήθηκε πρόσθετη αμοιβή της τελευταίας ποσού 463.299,48 Ευρώ για τις εργασίες που αναφέρονται στην πρώτη συμπληρωματική σύμβαση και ποσού 456.115,04 Ευρώ για εργασίες που αναφέρονται στη δεύτερη συμπληρωματική σύμβαση.
Ως χρόνος περατώσεως των εργασιών της πρώτης συμπληρωματικής σύμβασης ορίστηκε η 30-04-2003 και της δεύτερης συμπληρωματικής σύμβασης είκοσι ημέρες από της υπογραφής της. Όπως προκύπτει από την 2-10-2003 βεβαίωση του Προϊσταμένου του Τμήματος Διαχείρισης Έργων της εναγομένης, πολιτικού μηχανικού ..., οι εργασίες του ανατεθέντος από την εναγομένη στην ενάγουσα ως άνω έργου περατώθηκαν εμπροθέσμως στις 26-08-2003.
Κατά τη διάρκεια της εκτελέσεως του ως άνω έργου η ενάγουσα υπέβαλλε στην εναγομένη, σύμφωνα με το άρθρο 32 παρ. 1, 6 του Κανονισμού Ανάθεσης και Εκτέλεσης Έργων της τελευταίας, τους λογαριασμούς για την καταβολή των τμηματικών πληρωμών και οι λογαριασμοί αυτοί εξοφλούντο κανονικά από την εναγομένη. Μετά την περάτωση των εργασιών, η ενάγουσα στις 24-10-2003 υπέβαλε στην εναγομένη τη με αριθμό πρωτ. ...
τελική επιμέτρηση του έργου και ζήτησε, χωρίς καμία επιφύλαξη, την έγκριση του περατωθέντος έργου, ενώ με το υπ' αριθμ. ... έγγραφό της ζήτησε από την εναγομένη να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για την προσωρινή παραλαβή του έργου αυτού. Στις 23-01-2004 η ενάγουσα υπέβαλε προς πληρωμή στην εναγομένη τον 9° τελικό λογαριασμό, χωρίς καμία επιφύλαξη για οποιαδήποτε άλλη απαίτησή της, ο οποίος λογαριασμός εξοφλήθηκε κανονικά στις 28-04-2004.
Με την εξόφληση του 9ου τελικού λογαριασμού, η ενάγουσα εξέδωσε και παρέδωσε στην εναγομένη την υπ' αριθμ. ... απόδειξη πληρωμής, στην οποία δεν αναφέρεται καμία επιφύλαξη για οποιαδήποτε άλλη απαίτησή της από την εκτέλεση του ως άνω έργου. Στις 2-06-2004 η ενάγουσα με το υπ' αριθμ. πρωτ. ... έγγραφο της υπέβαλε στην εναγομένη τον 10° λογαριασμό του έργου, που αφορούσε αναθεώρηση των τιμών του έργου αυτού, ποσού 222.256,26 Ευρώ και μετά την παράλειψη της εναγομένης να της απαντήσει υπέβαλε σ' αυτήν την από 5-08-2004 ένσταση της.
Στις 24-09-2004 η εναγομένη με το υπ' αριθμ. πρωτ. ... έγγραφο της επέστρεψε τον 10° λογαριασμό στην ενάγουσα και της κατέστησε γνωστό ότι δεν μπορεί να συμπεριληφθεί σε πιστοποίηση του έργου δαπάνη για αναθεώρηση τιμών, διότι κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται από τη σύμβαση και τον Κανονισμό Ανάθεσης και Εκτέλεσης Έργων.
Στη συνέχεια η ενάγουσα άσκησε στον αρμόδιο Υπουργό Δικαιοσύνης την από 22-12-2004 αίτηση θεραπείας και τελικά την υπό κρίση προσφυγή - αγωγή της. Με τα δεδομένα αυτά η ανωτέρω απαίτηση της ενάγουσας, που απορρέει από αιτία που αναφάνηκε κατά την διάρκεια της εκτέλεσης του έργου και πριν από την υποβολή της τελικής επιμετρήσεως και του 9ου τελικού λογαριασμού, υπέκειτο στον κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις χρονικό περιορισμό ως προς την υποβολή της και μετά το χρονικό τούτο σημείο, που ορίζεται ως προθεσμία εκπτώσεως και επιφέρει απώλεια του σχετικού δικαιώματος σε περίπτωση μη ασκήσεώς του εντός αυτής, επήλθε έκπτωση της ενάγουσας ως προς την απαίτησή της αυτή, κατά παραδοχή του βάσιμου και νόμιμου σχετικού ισχυρισμού της εναγομένης.
Η παράλειψη δε της εναγομένης να εγκρίνει ή να επιστρέψει τον 10ο λογαριασμό, που της υπέβαλε η ενάγουσα, μέσα στη μηνιαία προθεσμία που προβλέπεται στο άρθρο 32 παρ. 6 του Κανονισμού Ανάθεσης και Εκτέλεσης Έργων; δεν έχει καμία έννομη συνέπεια για την εναγομένη και ειδικότερα την αυτοδίκαιη έγκριση του λογαριασμού αυτού, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα, διότι μετά την υποβολή της τελικής επιμέτρησης του έργου και του 9ου τελικού λογαριασμού του έργου αυτού επήλθε οριστική εκκαθάριση του εργολαβικού ανταλλάγματος από την εκτέλεση του ω άνω έργου, αφού με την υποβολή του 9ου τελικού λογαριασμού, ενυπήρχε σ' αυτόν δήλωση της ενάγουσας ότι δεν έχει άλλες απαιτήσεις από την εκτέλεση του έργου.
Συνεπώς η εναγομένη δεν είχε καμία υποχρέωση να τηρήσει την καθοριζόμενη στο άρθρο 32 παρ. 6 του Κανονισμού Ανάθεσης και Εκτέλεσης 'Εργων μηνιαία προθεσμία ούτε η μη τήρηση της προθεσμίας αυτή δημιουργεί έννομες συνέπειες σε βάρος της. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον επήλθε έκπτωση της ενάγουσας να ζητήσει από οποιαδήποτε νομική αιτία την αναθεώρηση των τιμών του έργου, η υπό κρίση προσφυγή - αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε την άνω προσφυγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. 'Ετσι κρίνοντας το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 8 του Ν. 2229/1994, 43 παρ. 2 του Συντάγματος, 3, 174, 189, 250 παρ. 1 και 275 ΑΚ, ούτε έσφαλε δεχθέν ότι ήταν καθ' ύλην αρμόδιο προς εκδίκαση το κρίσιμης διαφοράς. Επομένως, οι περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 5 ΚΠολΔ, απορρέοντες, πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμοι.
Τον προβλεπόμενο στο άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο ιδρύει και η παράβαση των γενικών ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, κατά την ερμηνεία της δικαιοπραξίας, όχι όμως και κατά την ερμηνεία του νόμου, όπου άλλωστε δεν υπάρχει έδαφος εφαρμογής αυτών των κανόνων.
Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, υπαγόμενο στη ρύθμιση του αριθμού 1 (όχι και του αριθμού 8) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καταλογίζεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι, κατά παράβαση των περιεχομένων στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών και δη με την παράλειψή του να τους εφαρμόσει, προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 30 παρ. 4 και 32 παρ. 9 του Κανονισμού Ανάθεσης και Εκτέλεσης 'Εργων (Κ.Α.Ε.Ε.) της αναιρεσίβλητης. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι ο άνω Κανονισμός, εγκριθείς, στο πλαίσιο της εξουσιοδοτικής διατάξεως του άρθρου 5 παρ. 8 του ν. 2229/1994, με τις προαναφερθείσες υπουργικές αποφάσεις, έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, με συνέπεια η ερμηνεία των ειρημένων άρθρων του να εκφεύγει της ρυθμιστικής εμβέλειας των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Με την εκδοχή ότι αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση πως παρεβίασε τις άνω διατάξεις του Κανονισμού αυτές καθ' εαυτές (όχι μέσω της παραβιάσεως των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ), ο ίδιος λόγος είναι αβάσιμος, αφού, με βάση τις διαλαμβανόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση ως άνω παραδοχές του, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις εν λόγω διατάξεις.
Επειδή, με τον τέταρτο λόγο, κατά το πρώτο μέρος αυτού, η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 34 παρ. 2 του ως άνω Κανονισμού , δεθέν ότι η παράλειψή της να διατυπώσει επιφύλαξη κατά την υποβολή της τελικής επιμέτρησης και του τελικού λογαριασμού ισοδυναμεί με παραίτησή της από το "αναγκαστικού δικαίου" δικαίωμά της να ζητήσει αναθεώρηση των τιμών.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Και τούτο, διότι το Εφετείο, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, δέχθηκε (και ορθώς) ότι, όπως προκύπτει από τις παραγράφους 8 και 9 του άρθρου 32 του Κανονισμού, καταληκτικό χρονικό σημείο της υποβολής εκ μέρους της αναιρεσείουσας των κάθε μορφής αιτημάτων της από την εκτέλεση του έργου, πλην των οψιγενών τοιούτων, είναι η ημερομηνία υποβολής της τελικής επιμέτρησης και του τελικού λογαριασμού και ότι, συνεπώς, η τελευταία, (αναιρεσείουσα) η οποία ουδεμία επιφύλαξη διατύπωσε κατά την υποβολή του τελικού λογαριασμού, εξέπεσε του δικαιώματός της να αξιώσει την επίδικη απαίτησή της, λόγω υποβολής της μετά το χρονικό αυτό σημείο και όχι, όπως αβασίμως η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, ότι η μη διατύπωση επιφύλαξης ισοδυναμεί με παραίτηση από το σχετικό δικαίωμά της.
Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που με αυτόν η αναιρεσείουσα; επικαλούμενη τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προσάπτει στο Εφετείο ότι, με το να δεχθεί πως η μη διατύπωση επιφύλαξης κατά την υποβολή της τελικής επιμέτρησης και του τελικού λογαριασμού ισοδυναμεί με παραίτηση από το "αναγκαστικού δικαίου" δικαίωμά της να ζητήσει την νόμιμη αναθεώρηση των τιμών, έστω και αν αυτή (αναθεώρηση) ζητείται με βάση τα άρθρα 200, 281 και 288 ΑΚ, από το οποίο δικαίωμα δεν χωρεί παραίτηση, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 3 ΑΚ, στηρίζεται επίσης σε, αντίστοιχη προς την αναφερόμενη πιο πάνω, ανακριβή προϋπόθεση και είναι, ως εκ τούτου, αβάσιμος.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης. Δεν εμπίπτουν, άρα, στο εύρος αυτής της έννοιας οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων. Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ απορρέων πέμπτος λόγος, με τον οποίο ψέγεται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη τον εκ μέρους της αναιρεσείουσας προβληθέντα ισχυρισμό περί εφαρμογής εν προκειμένω του άρθρου 250 παρ. 1 ΑΚ και εντεύθεν περί υπαγωγής της κρίσιμης αξιώσεως στην προβλεπόμενη συναφώς πενταετή παραγραφή, είναι αβάσιμος, διότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα", αλλά αφορά στη σχετική νομική αξιολόγηση της προβλεπόμενης από τον Κ.Α.Ε.Ε. προθεσμίας υποβολής της αξιώσεως της αναιρεσείουσας.
Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 179 ΚΠολΔ, σε περίπτωση που η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής, μπορεί το δικαστήριο, ανεξάρτητα από την έκταση της νίκης ή της ήττας των διαδίκων, να προβεί σε συμψηφισμό των εξόδων. Στην περίπτωση έτσι αυτή ο συμψηφισμός ή μη των δικαστικών εξόδων ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας, και άρα η σχετική κρίση του δεν είναι δεκτική αναιρετικού ελέγχου.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ έκτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο ψέγεται το Εφετείο ότι, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 179 ΚΠολΔ, κατεδίκασε την αναιρεσείουσα στα εκ 4.500 ευρώ έξοδα της αναιρεσίβλητης, αντί να προβεί στον συμψηφισμό τους, εξαιτίας της δυσχέρειας των κριθέντων νομικών ζητημάτων. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπέρ της αναιρεσείουσας από 21-7-2008 πρόσθετη παρέμβαση του σωματείου με την επωνυμία "ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΑΝΩΝΥΜΩΝ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ (Σ.Α.Τ.Ε.).
Απορρίπτει την από 8-1-2007 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΤΕΚΑ Α.Ε." για αναίρεση της 334/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ