Appeal dismissed for one defendant but allowed for others regarding evidence and document production failure.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against defendant X1 but allowed it against defendants X2, Y1, Y3, and Y4. The appellants argued that the lower court failed to consider specific community certificates and ignored their request to produce the original 1975 private document. The court ruled that the lower court erred by not treating these documents as judicial evidence and by omitting a ruling on the production request.
Legislator headnote
AI generatedArticles 295(1), 297, 299, 457, 559(11)(c), 580(3) of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if not properly filed against a specific defendant, but admissible if the lower court failed to consider relevant evidence or rule on a request for document production.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 773 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 773/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1 και 2. Χ2. Ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Βαρότσο και ο 2ος παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο. Ο ανωτέρω πληρεξούσιος δικηγόρος δήλωσε ότι οι αναιρεσείοντες παραιτούνται από το δικόγραφο της αναίρεσης ως προς τον 2ο αναιρεσίβλητο.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1, 2. Ψ2, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 3. Ψ3 και 4. Ψ4, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως, με την ιδιότητά του ως δικηγόρος. Ο 1ος και ο 3ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Σουρή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-12-1990 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 14-10-1991 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Νάξου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7/1997 του ίδιου Δικαστηρίου και 168/1988, 268/2002 προδικαστικές, 144/2006 διορθωτική και 315/2005 οριστική του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση των αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11-7-2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Παπαηλιού ανέγνωσε την από 26-11-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως για τους δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, έβδομο, όγδοο, δέκατο τέταρτο και δέκατο όγδοο λόγους και να απορριφθεί για τους υπόλοιπους. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων και ο 4ος αναιρεσίβλητος την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι αναιρεσείοντες με δήλωση του πληρεξουσίου τους δικηγόρου Μιχαήλ Βαρότσου, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά της συνεδρίασης, παραιτήθηκαν του δικογράφου της αναιρέσεως ως προς τον απολειπόμενο αναιρεσίβλητο Ψ2. Από τους αναιρεσείοντες, ο μεν δεύτερο οπαρέστη στο ακροατήριο μετά του ως άνω δικηγόρου και παρέσχε την προς τούτο εντολή, ο δε πρώτος παρέσχε την εν λόγω ειδική εντολή με το........
πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Θήρας Φωτεινής Νικολοπούλου. Επομένως η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως θεωρείται, ως προς τον προαναφερόμενο αναιρεσίβλητο, πως δεν ασκήθηκε (άρθρα 295 παρ. 1, 297 και 299 Κ.Πολ.Δ). Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 457 παρ.1, 2 και 3 ΚΠολΔ, τη γνησιότητα ιδιωτικού εγγράφου, εφόσον αμφισβητείται, πρέπει να την αποδείξει εκείνος που το επικαλείται και το προσαγάγει, εκτός αν είναι τόσο φανερά αλλαγμένο ώστε το δικαστήριο να μπορεί να διαπιστώσει αμέσως και ασφαλώς ότι δεν είναι γνήσιο.
Εκείνος κατά του οποίου προσάγεται ιδιωτικό έγγραφο οφείλει να δηλώσει αμέσως αν αναγνωρίζει ή αρνείται τη γνησιότητα της υπογραφής, διαφορετικά το έγγραφο θεωρείται αναγνωρισμένο. Αν αναγνωριστεί ή αποδειχθεί η γνησιότητα της υπογραφής, θεωρείται ότι έχει διαπιστωθεί η γνησιότητα του περιεχομένου με την επιφύλαξη της προσβολής του ως πλαστού.
Η απόδειξη δε της γνησιότητας ή μη της υπογραφής κάποιου σε ιδιωτικό έγγραφο γίνεται και με μάρτυρες, με την έκδοση από το πρωτόδικο δικαστήριο προδικαστικής αποφάσεως ή πράξεως, κατά το χρόνο που ήταν επιτρεπτή η έκδοση αυτών. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.10 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε προ της αντικαταστάσεώς της με το άρθρο 17 παρ.2 του ν.2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι'αυτά.
Με τους δεύτερο και τρίτο από το άρθρο 559 αριθμ.10 ΚΠολΔ λόγους αναιρέσεως, κατ'ορθή υπαγωγή τους, προβάλλεται η αιτίαση από τους αναιρεσείοντες ότι εσφαλμένα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έκανε δεκτό τον τέταρτο αριθμ.3 λόγο της εφέσεώς τους κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, με τον οποίον παραπονούνταν κατ'αυτής ότι δεν έταξε αποδείξεις για τη γνησιότητα της υπογραφής του δικαιοπαρόχου πατέρα τους .......
επί του από ..... ιδιωτικού συμφωνητικού χρησιδανείου του επιδίκου ακινήτου, την οποία αυτοί αμφισβήτησαν πρωτοδίκως. 'Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρωτόδικων προτάσεων των αναιρεσειόντων της πρώτης συζητήσεως της υποθέσεως, αυτοί ρητώς αμφισβήτησαν την υπογραφή του δικαιοπαρόχου πατέρα τους στο ανωτέρω συμφωνητικό, πλην όμως η εκδοθείσα 39/1994 πράξη του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Νάξου, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής, δεν έταξε αποδείξεις επ'αυτού σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει το ως άνω έγγραφο.
Περαιτέρω από την επισκόπηση της έφεσης προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες με τον προαναφερόμενο λόγο έφεσής τους παραπονούνταν κατά της πρωτοδίκης απόφασης ότι δεν έταξε σε βάρος των αναιρεσιβλήτων θέμα απόδειξης για την γνησιότητα της υπογραφής του πατέρα τους στο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό. Επομένως, εφόσον το Εφετείο απέρριψε το λόγο αυτόν με την αιτιολογία ότι ο ισχυρισμός αυτός συνιστούσε άρνηση και για το λόγο αυτό δεν είχε υποχρέωση το πρωτοβάθμιο δικαστήριο να τάξει σχετικό θέμα απόδειξης σε βάρος των αναιρεσιβλήτων και, περαιτέρω, δέχθηκε ότι η υπογραφή του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων ήταν γνήσια, παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς να έχει διαταχθεί γι'αυτά απόδειξη.
Κατά συνέπεια οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως είναι βάσιμοι, ώστε πρέπει να γίνουν δεκτοί και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Από τη διάταξη του άρθρου 100 παρ.1 περίπτ. 1 του π.δ. 410/1995 περί Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, προκύπτει ότι ο Πρόεδρος της Κοινότητας έχει αρμοδιότητα να εκδίδει πιστοποιητικά προσωπικής και οικογενειακής καταστάσεως των δημοτών.
Συνεπώς ένα πιστοποιητικό του Προέδρου Κοινότητας που αφορά την ιδιωτική περιουσία δημότη, δεν αποτελεί, κατ'άρθρο 438 ΚΠολΔ, πλήρη απόδειξη, αλλά απλή βεβαίωση τρίτου. 'Όμως από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 341, 396-398, 406 και 410 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το έγγραφο που περιέχει βεβαίωση τρίτου εκτιμάται προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αν δεν εκδόθηκε πριν από τη δίκη, είτε κατά τη διάρκεια αυτής με σκοπό να χρησιμεύσει σ'αυτήν ως αποδεικτικό μέσο, γεγονός που κρίνει ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας.
Με τον έβδομο από το άρθρο 559 αριθμ.11 περ. γ' ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο, που οι ίδιοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν ενώπιον του Εφετείου. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο εκείνο δεν έλαβε υπόψη, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, δύο πιστοποιητικά του Προέδρου της Κοινότητας Πύργου Καλλίστης, διότι, όπως αναφέρει, εκδόθηκαν για θέματα τα οποία αφορούν ιδιωτική περιουσία, που δεν ανάγονται στις αρμοδιότητες του Προέδρου της Κοινότητας, χωρίς, όμως, περαιτέρω το δευτεροβάθμιο δικαστήριο να αναφέρει αν εκδόθηκαν πριν από τη δίκη, είτε κατά τη διάρκεια αυτής με σκοπό να χρησιμεύσουν σ'αυτήν ως αποδεικτικά μέσα, προκειμένου να αποκλεισθούν αυτά ως δικαστικά τεκμήρια.
Επομένως ο ως άνω λόγος αναιρέσεως ότι έπρεπε τα ως άνω πιστοποιητικά να ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο ως δικαστικά τεκμήρια είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 450 παρ. 1 και 451 παρ.1 ΚΠολΔ κάθε διάδικος οφείλει να επιδείξει τα έγγραφα που χρησιμοποίησε ή επικαλέστηκε στη δίκη...
Η επίδειξη μπορεί να ζητηθεί εφόσον έχει την υποχρέωση αυτή ένας τρίτος με παρεμπίπτουσα αγωγή, ενώ αν έχει την υποχρέωση διάδικος και με τις προτάσεις. Τέλος, η αίτηση για επίδειξη εγγράφων, η οποία μπορεί να υποβληθεί σε κάθε στάδιο της δίκης, μπορεί να ζητηθεί και με την έφεση. Η παράλειψη του δικαστηρίου ν' αποφανθεί για την αίτηση επίδειξης εγγράφων καθιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ.9 ΚΠολΔ, Με τον όγδοο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο άφησε την αίτησή τους για επίδειξη του πρωτοτύπου του από 28-5-1975 ιδιωτικού εγγράφου, στο οποίο αμφισβήτησαν την υπογραφή του δικαιοπαρόχου πατέρα τους, αδίκαστη.
Από την επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως των αναιρεσειόντων και της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει η υποβολή της ως άνω αιτήσεως ως και η παράλειψη του δικαστηρίου να απαντήσει επ'αυτού. Επομένως ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Μετά ταύτα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Θεωρεί την αίτηση αναιρέσεως πως δεν ασκήθηκε ως προς τον αναιρεσίβλητο Χ1.
Αναιρεί ως προς τους λοιπούς διαδίκους την 315/2005 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, όπως διορθώθηκε με την 144/2006 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την απόφαση που αναιρέθηκε. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 15 Απριλίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ