Supreme Court dismisses appeals against conviction for perjury and instigation due to sufficient reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed two appeals filed by defendants X1 and X2 against a lower court conviction for perjury and instigation. The appellants argued the trial court failed to provide specific reasoning regarding evidence and misapplied criminal law provisions. The court rejected these claims, finding the lower court's decision fully reasoned and legally sound.
Legislator headnote
AI generatedArticles 224 para. 2 and 46 para. 1a of the Criminal Code; The Supreme Court holds that an appeal based on lack of specific reasoning or misapplication of law must be rejected if the lower court's decision is fully reasoned and correctly interprets and applies the substantive criminal law provisions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 773 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 773/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευριπίδη Αντωνίου, Αντιπρόεδρο, Χρύσανθο Παπούλια, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη και Κωνσταντίνο Κούκλη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαρτίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Τσίμα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1)Χ1 και 2)Χ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Καρατζογιάννη, για αναίρεση της 8907/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 15 Νοεμβρίου 2005 αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 56/2006.
Αφού άκουσεΤον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες από 15-11-2005 δύο αιτήσεις αναιρέσεως των αναιρεσειόντων Χ1 και Χ2, πρέπει να συνεκδικασθούν, λόγω της υφιστάμενης μεταξύ των πρόδηλης συνάφειας.
Από τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται: α)ο μάρτυρας να καταθέσει ενώπιον αρχής η οποία είναι αρμόδια για την εξέτασή του, β)τα πραγματικά περιστατικά που κατέθεσε να είναι ψευδή και γ)να υφίσταται άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση αυτού ότι όσα κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώσει των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει.
Η ένορκη κατάθεση του δράστη πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα αντικειμενικώς ανακριβή και όχι σε κρίσεις, γνώμες ή πεποιθήσεις, εκτός αν αυτές είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες προς τα γεγονότα που κατέθεσε. Θεωρείται δε, ως αντικειμενικώς ψευδές το περιστατικό που κατατίθεται όχι μόνον όταν αυτό είναι αντίθετο προς αντικειμενική πραγματικότητα, αλλά και προς εκείνα που ο μάρτυρας αντιλήφθηκε ή από διηγήσεις τρίτων πληροφορήθηκε και ως εκ τούτου εγνώριζε.
Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1α ΠΚ προκύπτει, ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτούνται: α)πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλο της αποφάσεως να διαπράξει ορισμένη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει, αφού ο νόμος δεν ορίζει, με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως με προτροπές (δηλαδή με παρακίνηση ή παρόρμηση ή ενθάρρυνση) και παραινέσεις (δηλαδή με συμβουλές κλπ), β)διάπραξη από άλλον της πράξεως αυτής και γ)δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένα πρόκληση της αποφάσεως για την διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος με θέληση και γνώση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του Ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. ΙΔ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ΄ αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. ΙΕ ΚΠΔ και η εσφαλμένη εφαρμογή η ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη (ουσιαστικού δικαίου) που εφαρμόσθηκε.
Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος είχαν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ΄ αριθμ. 8907/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών που εδίκασε σε δεύτερο βαθμό, καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες για ψευδορκία μάρτυρος ο Χ2 και για ηθική αυτουργία στην πράξη αυτή ο Χ1 σε ποινή φυλακίσεως 4 μηνών έκαστος, ανασταλείσαν ως προς τον Χ2 και μετατραπείσαν προς 4,40 ευρώ ημερησίως ως προς τον Χ1.
Στην κρίση της αυτή η προσβαλλομένη απόφαση κατέληξε αφού έλαβε υπόψη της όλα τα αποδεικτικά μέσα που κατ΄ είδος μνημονεύει μάρτυρες κατηγορίας και υπερασπίσεως, αναγνωρισθέντα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, αναγνωσθέντα έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων. Ειδικότερα εδέχθη τα ακόλουθα, όσον αφορά εις την ενοχή των κατηγορουμένων.
Ο νυν μηνυτής είχε ασκήσει κατά του ήδη πρώτου κατηγορουμένου την από 19-5-1999 μήνυση συνεπεία της οποίας ασκήθηκε κατά του τελευταίου ποινική δίωξη για παράβαση του άρθρου 370 Α΄ παρ. 2 εδ. β΄ και γ΄ ΠΚ και παραπέμφθηκε να δικαστεί στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών κατά τη δικάσιμο της 31-3-1998. Κατά τη δικάσιμο εκείνη εξετάσθηκε κατά πρόταση του κατηγορουμένου ως μάρτυρας υπεράσπισης ο ήδη δεύτερος κατηγορούμενος Χ2 γιος του κατηγορουμένου,, ο οποίος κατέθεσε εν γνώσει του ψευδώς ότι ο πατέρας του (2ος κατηγορούμενος) δεν χρησιμοποίησε πουθενά την κασέτα που περιείχε τη συνομιλία μεταξύ της μητέρας του και του Ψ.
Ότι ο πατέρας του δεν μαγνητοφώνησε ποτέ τον Ψ ότι ποτέ σε Δικαστήριο δεν έχουν μιλήσει για κασέτα και ότι δεν προσκομίσθηκε κασέτα ή απομαγνητοφώνηση ενώ την αλήθεια την οποία γνώριζε ο ίδιος ήταν ότι ο πατέρας του επανειλημμένα είχε χρησιμοποιήσει την κασέτα αυτή στα δικαστήρια κατά τη διάρκεια της αντιδικίας του με τον μηνυτή Ψ όπως προκύπτει από την από 27-10-1993 αγωγή του πατέρα Χ1 κατά του Ψ τις επ΄ αυτής από 24-11-1994 προτάσεις του ίδιου (Χ1), από την υπ΄ αριθμό 951/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών καθώς και την υπ΄ αριθμό 2536/1996 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Επίσης αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1 έπεισε με πειθώ και φορτικότητα τον πρώτο κατηγορούμενο να καταθέσει τα άνω αναληθή προς υπεράσπισή του κατά τη δικάσιμο της 31-3-1998 ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Σύμφωνα με τα άνω αποδειχθέντα το Δικαστήριο πείσθηκε ότι οι κατηγορούμενοι τέλεσαν τις πράξεις που τους αποδίδονται με το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι.
Με αυτά που εδέχθη η προσβαλλομένη απόφαση διέλαβε την απαιτουμένη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος, και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων (ψευδορκία μάρτυρος και ηθική αυτουργία σε ψευδορκία) για τα οποία καταδικάστηκε κάθε κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 224 παρ. 2 και 46 παρ. 1α ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, με ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογία, ώστε να στερηθεί έτσι η απόφαση νομίμου βάσεως.
Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους, από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που αναφέρθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να υπάρχει ανάγκη αναφοράς και του τι προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο ούτε (ανάγκη) της αξιολογήσεώς του, ενώ δεν απαιτείται για να είναι πλήρης αυτή (αιτιολογίας) η γνώση εκ μέρους του δεύτέρου αναιρεσείοντος Χ2 του περιεχομένου των εγγράφων (αγωγής του πατέρα του, κατά του μηνυτή Ψ, των προτάσεων του πρώτου καθώς και των δικαστικών αποφάσεων-Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και Εφετείου Αθηνών (υπ΄ αριθμ. 951/1995 και 2536/1996μ αντιστοίχως), από τα οποία έγγραφα, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, προέκυπτε ότι είχε γίνει χρήση της κασέτας στα δικαστήρια κατά την διάρκεια της αντιδικίας του αναιρεσείοντος Χ1 με τον Ψ.
Επίσης είναι πλήρως αιτιολογημένη η απόφαση, αναφορικά με την ποινική ευθύνη του ηθικού αυτουργού (Χ1) αφού αναφέρονται εις αυτήν, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της, σε συνδυασμό με το διατακτικό, που αλληλοσυμπληρώνονται ότι εκείνος (ηθικός αυτουργός) με πρόθεση προκάλεσε την απόφαση στον φυσικό αυτουργό να τελέσει την άδικη πράξη και ειδικότερα με πειθώ, φορτικότητα και συνεχείς παραινέσεις, δηλαδή με παρακίνηση, παρόρμηση και ενθάρρυνση.
Με βάση τις σκέψεις αυτές, ο από το άρθρο 510 παρ. ΙΔ ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως αμφοτέρων των αιτήσεων περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επίσης, ως αβάσιμος, πρέπει να απορριφθεί και δεύτερος λόγος αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Χ1 εκ του άρθρου 510 παρ.
ΙΕ ΚΠΔ, περί εσφαλμένης δηλαδή εφαρμογής και ερμηνείας της ουσιαστικού ποινικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 46 παρ. 1α ΠΚ, διότι με βάση τις παραδοχές της αποφάσεως ορθώς ερμηνεύθηκε και εφαρμόσθηκε η διάταξη αυτή, η οποία ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβιάσθηκε, μη δημιουργουμένης καμιάς αντιφάσεως εκ του ότι στο σκεπτικό γίνεται μνεία ότι ο εν λόγω αναιρεσείων «έπεισε με πειθώ και φορτικότητα» τον συγκατηγορούμενό του να καταθέσει τα αναληθή που κατέθεσε, εις δε το διατακτικό ότι έπεισε αυτόν αν με φορτικότητα και συνεχείς παραινέσεις».
Απορριπτομένων όλων των λόγων των συνεκδικαζομένων αιτήσεων και μη υπάρχοντος άλλου προς έρευνα οι κρινόμενες αιτήσεις πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ) κατά τα εις το διατακτικό.
Για τους λόγους αυτούςΣυνεκδικάζον τις από 15 Νοεμβρίου 1005 δύο αιτήσεις των Χ1 και Χ2 για αναίρεση της υπ΄ αριθμ. 8907/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών,
Απορρίπτει αυτές. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία προσδιορίζει σε διακόσια δέκα (210) ευρώ για τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2006.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Μαρτίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ