Legislator Case Law & Legislation
772/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate court ruling rejecting inheritance waiver due to lack of knowledge.

Case Number 772/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the State's appeal against the Athens Court of Appeal's decision to reject the heirs' request to cancel their forced acceptance of an inheritance. The heirs argued they failed to waive the inheritance within the statutory period due to ignorance of the deadline, which was only discovered after receiving tax notices. The court ruled that this lack of knowledge was a valid reason for the delay and that the lower court correctly applied the relevant civil code provisions.

Legislator headnote

AI generated

Articles 142, 143, 1857 para. 3, 4 of the Civil Code; The failure to waive an inheritance within the statutory period due to ignorance of the deadline and its consequences constitutes a valid ground for requesting the cancellation of the forced acceptance.

Keywords

AI generated
forced acceptance of inheritance statutory waiver period ignorance of deadline cancellation of acceptance Civil Code provisions appellate review state appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 para.3, 566 para.1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 215, 237, 238 of the Code of Civil Procedure
Article 1 of Article 9 para. 1 of Law 4335/2015
Articles 142, 143 and 1857 para. 3, 4 of the Civil Code
Articles 140, 141 and 1857 para. 1, 2 of the Civil Code
Articles 106, 176, 183, 189 no. 1 and 191 no. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 para. 1 of Law 3693/1957
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 772 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 772/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη- Εισηγήτρια, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 16 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, οδός ... (ΑΦΜ ...), ειδικότερα δε εν προκειμένω και από την ανεξάρτητη διοικητική αρχή με την επωνυμία "ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗ ΑΡΧΗ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ" (Α.Α.Δ.Ε.), εδρεύουσα ομοίως ως άνω, νομίμως εκπροσωπουμένη από τον Διοικητή της (ΑΦΜ ...), το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σοφία Μπίκου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. χήρας Σ. Μ., το γένος Δ. Κ., κατοίκου ... Δ.Ε. ... του Δήμου Κεντρικής ... και Διαποντίων Νήσων, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Στεφάνου, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις, 2) Γ. θυγ. Δ.. Κ.., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευστάθιο Κωνσταντόπουλο, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-7-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4497/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1702/2021 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 22-3-2023 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της υπό στοιχείο 2 αναιρεσίβλητης, ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 22.3.2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 1702/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την έφεση του πρώτου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ως ουσία αβάσιμη και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 215, 237, 238 ΚΠολΔ, που ορίζουν το πλαίσιο της νέας τακτικής διαδικασίας ενώπιον των πρωτοβαθμίων δικαστηρίων, οι οποίες, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 άρθρου ενάτου παρ. 1 του Ν. 4335/2015, εφαρμόζονται για τις κατατιθέμενες μετά την 1.1.2016 αγωγές, διαμορφώνεται η εξέλιξη της έγγραφης διεξαγωγής της δίκης στη βάση συγκεκριμένων κάθε φορά προθεσμιών, που δημιουργούν επί μέρους στάδια προόδου της δίκης.

Ειδικότερα, στο άρθρο 215 παρ. 2 ΚΠολΔ ορίζεται ότι στην περίπτωση του άρθρου 237, η αγωγή επιδίδεται στον εναγόμενο μέσα σε προθεσμία 30 ημερών από την κατάθεσή της και αν αυτός ή κάποιος από τους ομόδικους διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής μέσα σε προθεσμία 60 ημερών, αν δε η αγωγή δεν επιδοθεί μέσα στην προθεσμία αυτή, θεωρείται ως μη ασκηθείσα, στο άρθρο 237 ΚΠολΔ ορίζεται ότι μέσα σε προθεσμία 100 ημερών από την κατάθεση της αγωγής ή 130 ημερών αν κάποιος από τους διαδίκους διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής, οι διάδικοι οφείλουν να καταθέσουν τις προτάσεις τους και να προσκομίσουν όλα τα αποδεικτικά μέσα και τα διαδικαστικά έγγραφα, που επικαλούνται σ` αυτές, ότι οι αμοιβαίες αντικρούσεις γίνονται με προσθήκη στις προτάσεις, που κατατίθεται μέσα στις επόμενες 15 ημέρες από τη λήξη της ανωτέρω προθεσμίας της παρ.1, οπότε κλείνει και ο φάκελος της δικογραφίας, ότι μέσα σε 15 ημέρες από το κλείσιμο του φακέλου ορίζεται ο δικαστής και για τις υποθέσεις του πολυμελούς πρωτοδικείου η σύνθεση του δικαστηρίου και ο εισηγητής καθώς και η ημέρα και ώρα συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο του δικαστηρίου, σε δικάσιμο που ορίζεται σε χρόνο όχι μεγαλύτερο από 30 ημέρες από την παρέλευση της ανωτέρω δεκαπενθήμερης προθεσμίας, κατά την οποία δικάσιμο η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Με τις ανωτέρω διατάξεις θεσπίζονται σύντομες σχετικά προθεσμίες ενέργειας τόσο των διαδίκων όσο και του δικαστηρίου, ειδικά δε για την παράλειψη του ενάγοντος να επιδώσει την αγωγή στον εναγόμενο εντός των προθεσμιών του άρθρου 215 παρ. 2 ΚΠολΔ επιβάλλεται ως κύρωση να θεωρηθεί η αγωγή ως μη ασκηθείσα, δηλαδή ανυπόστατη (ΑΠ 1497/2023, ΑΠ 343/2023, ΑΠ 1181/2022).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 126 παρ.1 εδ. δ` ΚΠολΔ, η επίδοση για το Δημόσιο γίνεται σε εκείνους που το εκπροσωπούν σύμφωνα με το νόμο, ενώ στη διάταξη του άρθρου 5 του Κώδικα των νόμων περί Δικών του Δημοσίου (Διάταγμα 26.6/10.7.1944) ορίζεται ότι μόνο οι κοινοποιήσεις προς τον Υπουργό Οικονομικών οποιουδήποτε δικογράφου επί δικών του Δημοσίου παράγουν νόμιμες συνέπειες και ότι η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και όταν το Δημόσιο εκπροσωπείται δικαστικώς από άλλον, εκτός του Υπουργού των Οικονομικών, είτε από τους διευθυντές των ταμείων ή Οικονομικούς εφόρους ή τελώνες ή άλλο οποιοδήποτε κρατικό όργανο, οπότε η επίδοση προς τον Υπουργό των Οικονομικών απαιτείται προσθέτως, με συνέπεια, στην περίπτωση παράλειψής της, την ακυρότητα που ερευνάται αυτεπαγγέλτως.

Επιπρόσθετα, κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του ως άνω διατάγματος, αι προς τον Υπουργόν των Οικονομικών κατά τους κειμένους νόμους επιδόσεις γίνονται εν τω οικήματι εν ω εδρεύει η Διεύθυνσις Νομικών Υπηρεσιών (ήδη Νομικό Συμβούλιο του Κράτους). Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 περ. γ` και παρ. 3 περ.

α` του ν. 3086/2002 "Οργανισμός του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους", ``Ο Πρόεδρος του Ν.Σ.Κ.: α) ...... β) ....... γ) υπογράφει τα αποδεικτικά των κάθε είδους δικογράφων και δικαστικών αποφάσεων που επιδίδονται στο Δημόσιο, καθώς και κάθε εγγράφου που αφορά σε υποθέσεις της αρμοδιότητάς του (άρθρο 8 παρ. 1 περ. γ`). ..... Ο Πρόεδρος με πράξη του μπορεί να εξουσιοδοτήσει:

α) Νομικό Σύμβουλο ή Πάρεδρο, που υπηρετεί στην Κεντρική Υπηρεσία, να υπογράφει τις εκθέσεις επίδοσης δικογράφων, δικαστικών αποφάσεων και γενικά εγγράφων προς το Δημόσιο (άρθρο 8 παρ. 3 περ. α`). Από τις ως άνω διατάξεις, που ως ειδικές κατισχύουν αντιθέτων διατάξεων περί επίδοσης του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η επίδοση προς τον Υπουργό των Οικονομικών, ως εκπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου γίνεται στο οίκημα που εδρεύει το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους και το αποδεικτικό επίδοσης υπογράφεται από τον Πρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή από τον εξουσιοδοτημένο από αυτόν για να υπογράφει τα αποδεικτικά επίδοσης προς το Δημόσιο Νομικό Σύμβουλο ή Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου, εξ αυτών που υπηρετούν στην Κεντρική Υπηρεσία αυτού (ΑΠ 1309/2015).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 85 παρ.1 του ΚΕΔΕ (ν.δ. 356/1974), επί δικών του νομοθετήματος αυτού το Δημόσιο εκπροσωπεί ο Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου (ήδη Προϊστάμενος Δ.Ο.Υ.), κατά του οποίου στρέφεται και κοινοποιείται κάθε δικόγραφο με ποινή απαραδέκτου. Σε κάθε όμως περίπτωση, με την ίδια ως άνω κύρωση, απαιτείται κοινοποίηση του δικογράφου και στον Υπουργό των Οικονομικών.

Ήδη, όμως, στις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 4389/2016 ορίζεται : " 1. Συνιστάται Ανεξάρτητη Διοικητική Αρχή χωρίς νομική προσωπικότητα με την επωνυμία Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) (στο εξής η "Αρχή"), με σκοπό τον προσδιορισμό, τη βεβαίωση και την είσπραξη των φορολογικών, τελωνειακών και λοιπών δημοσίων εσόδων, που άπτονται του πεδίου των αρμοδιοτήτων της"... "4.

Από την έναρξη λειτουργίας της Αρχής καταργείται η Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών [...]", στο άρθρο 2 ορίζεται ότι "1. Η Αρχή ασκεί όλες τις αρμοδιότητες της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων (Γ.Γ.Δ.Ε.) του Υπουργείου Οικονομικών, που προβλέπονται, κατά την ημερομηνία έναρξης λειτουργίας της, στις διατάξεις της Υποπαραγράφου Ε2 της παραγράφου Ε` του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (Α` 222), σε οποιαδήποτε άλλη διάταξη της κείμενης νομοθεσίας [...] καθώς και τις αρμοδιότητες που της ανατίθενται με τον παρόντα νόμο και με οποιαδήποτε άλλη γενική ή ειδική διάταξη. 2. [...]", στο άρθρο 17 ότι "1.

Η Αρχή συγκροτείται από όλες τις οργανικές μονάδες που υπάγονται, κατά την ημερομηνία έναρξης της λειτουργίας της, στη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων, σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ. 111/2014 (Α` 178, διορθ. σφαλμ. Α` 25/24-2-2015) "Οργανισμός του Υπουργείου Οικονομικών" [...]. 2. [...]", στο άρθρο 36 ότι "1. Η Αρχή εκπροσωπείται δικαστικώς και εξωδίκως από τον Διοικητή της και παρίσταται αυτοτελώς, εκπροσωπώντας το Δημόσιο, σε κάθε είδους δίκες που έχουν ως αντικείμενο πράξεις ή παραλείψεις της ή τις έννομες σχέσεις που την αφορούν.

Οι επιδόσεις των δικογράφων στις δίκες αυτές γίνονται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις προς τον Διοικητή αντί του Υπουργού των Οικονομικών. Ειδικώς για την εκπροσώπηση και την επίδοση των δικογράφων σε δίκες που αφορούν σε φορολογικές εν γένει διαφορές και σε διαφορές που αναφύονται κατά την είσπραξη των δημοσίων εσόδων, εφαρμόζονται, κατά περίπτωση, οι διατάξεις του άρθρου 25 παρ. 1 περίπτωση α`, σε συνδυασμό προς το άρθρο 49 (παράγραφοι 2 και 4) και 219 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Α` 97) και 85 παρ. 1, εδάφιο πρώτο του ν.δ. 356/1974 (Α` 90).

Η προβλεπόμενη στο άρθρο 85 παρ. 1 εδάφιο δεύτερο του ν.δ. 356/1974 κοινοποίηση στον Υπουργό Οικονομικών γίνεται προς τον Διοικητή, στην Κεντρική Υπηρεσία του ΝΣΚ", [...]", στο άρθρο 41 ότι "1. [...] 2. Από την έναρξη λειτουργίας της Αρχής: α) Οι οργανικές μονάδες Κεντρικές, Ειδικές Αποκεντρωμένες και Περιφερειακές, που υπάγονται στη Γ.Γ.Δ.Ε., όπως καθορίζονται στις διατάξεις του π.δ. 111/2014 (Α` 178 και 25) και τα συλλογικά όργανα της Γ.Γ.Δ.Ε.

μεταφέρονται στην Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων και αποτελούν στο σύνολό τους υπηρεσίες και συλλογικά όργανα της Αρχής. [...]", στο δε άρθρο 43 ότι "Οι διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου [άρθρα 1-43] ισχύουν από 1η Ιανουαρίου 2017, εκτός και αν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις του". Έτσι, η Δ.Ο.Υ. ως περιφερειακή υπηρεσία της Γενικής Διεύθυνσης Φορολογικής Διοίκησης της Γ.Γ.Δ.Ε. (άρθρα 2 παρ. 2 περ.

γ υποπερ. ιι, 69 παρ. 2 περ. Γ, 80 π.δ. 111/2014, Α` 178) αποτελεί ήδη περιφερειακή υπηρεσία της Α.Α.Δ.Ε. και το Ελληνικό Δημόσιο εκπροσωπείται, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις, από τον Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. (ΣτΕ 1215/2017). Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι, ειδικώς, η επίδοση της αγωγής με την οποία διώκεται η ακύρωση, λόγω πλάνης, της πλασματικής αποδοχής της κληρονομίας, η οποία επήλθε στο πρόσωπο του κληρονόμου, με την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας αποποίησης, και η αναγνώριση της εγκυρότητας της γενομένης, εκ των υστέρων, δήλωσης αποποίησης της κληρονομίας, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1711, 1846, 1847, 1848, 1849, 1850, 1851, 1856, 1857 ΑΚ και 70 ΚΠολΔ, με την οποία επιδιώκεται η οριοθέτηση του κληρονομικού δικαιώματος του διαδίκου - κληρονόμου και το καταληκτικό της δίκης πόρισμα έχει ως συνέπειες, μεταξύ άλλων, και την απάλειψη της ιδιότητας του οφειλέτη του Δημοσίου από το πρόσωπο του διαδίκου ως κληρονόμου, ανεξάρτητα αν ο διάδικος έλαβε γνώση της ιδιότητάς του ως κληρονόμου με αφορμή την είσπραξη της απαίτησης από την αρμόδια ΔΟΥ του Δημοσίου, γίνεται είτε στον Υπουργό Οικονομικών (άρθρ. 5 του Κώδικα των νόμων περί Δικών του Δημοσίου (Διάταγμα 26.6/10.7.1944) είτε στον Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, άρθρ. 1 παρ. 1 και 4, 17 παρ. 1, 36 παρ. 1., 41 παρ. 1, 43 του ν. 4389/2016, 85 του ν.δ. 356/1974, άρθρα 2 παρ. 2 περ.

γ υποπερ. ιι, 69 παρ. 2 περ. Γ, 80 π.δ. 111/2014, Α` 178). (ΑΠ 361/2024, ΑΠ 503/2024, ΑΠ 1498/2023, ΑΠ 1497/2023). Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ ΑΠ 1/2019, ΑΠ 1383/2021).

Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανίσχυρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 1608/2022, ΑΠ 1222/2022).

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις "επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η, κατ` αποτέλεσμα, ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής . Έτσι, με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο ελέγχεται, πλην άλλων, το παραδεκτό της άσκησης της αγωγής (ΑΠ 1497/2023, ΑΠ 1181/2022, ΑΠ 647/2022).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά στο δεδικασμένο ή στη δημόσια τάξη, στην οποία δεν εμπίπτουν οι διατάξεις περί επίδοσης της αγωγής (ΑΠ 501/2024, ΑΠ 667/1989). Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Συνεπώς αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που έχει ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει να αναγράφεται στο δικόγραφο της αναίρεσης, ότι ο ισχυρισμός ο οποίος θεμελιώνει τον λόγο αναίρεσης, προβλήθηκε με λόγο έφεσης.

Επομένως το κυρίαρχο στοιχείο εξ απόψεως παραδεκτού δεν είναι άλλο από τη νόμιμη προβολή του ισχυρισμού ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Το γεγονός εξάλλου ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει σημασία, γιατί στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβιάζει μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο ισχυρισμός αυτός δεν έχει προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 501/2024, ΑΠ 35/2024, ΑΠ 495/2023, ΑΠ 115/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν θεώρησε την ένδικη αγωγή ως μη ασκηθείσα, και, συνεπώς, κατ` άρθρο 215 παρ. 2 ΚΠολΔ, ως ανυπόστατη, επειδή, ως ασκηθείσα μετά την 01-01-2017, επιδόθηκε στον Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων και στον Υπουργό Οικονομικών, αλλά δεν επιδόθηκε στον προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ.

του Κέντρου Ελέγχου Μεγάλων Επιχειρήσεων (Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ.), όπως κατά το αναιρεσείον απαιτείται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 36 του ν.4389/2016, καθώς πρόκειται για διαφορά που αφορά βεβαιωμένα κληρονομικά χρέη προς το Ελληνικό Δημόσιο. Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, καθόσον δεν προκύπτει από το δικόγραφο της έφεσης του αναιρεσείοντος, που παραδεκτά επισκοπείται (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), ότι ο ισχυρισμός, ο οποίος τον στηρίζει, προτάθηκε νομοτύπως στο δικαστήριο της ουσίας από το αναιρεσείον, ως λόγος έφεσης, ενώ δεν συντρέχει εν προκειμένω, καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ, δοθέντος του ότι οι διατάξεις περί επίδοσης της αγωγής δεν είναι δημοσίας τάξης, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη.

Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι και αβάσιμος, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, διότι η επίδοση της ένδικης αγωγής, ως στηριζομένη στις διατάξεις των άρθρων 140, 141, 1711, 1846, 1847, 1848, 1849, 1850, 1851, 1856, 1857 ΑΚ και 70 ΚΠολΔ, με την οποία επιδιώκεται η ακύρωση, λόγω πλάνης, της πλασματικής αποδοχής της κληρονομίας, η οποία επήλθε στο πρόσωπο των εναγουσών, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων, με την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας αποποίησης και το καταληκτικό της δίκης πόρισμα έχει ως συνέπειες, μεταξύ άλλων, και την απάλειψη της ιδιότητας του οφειλέτη του Δημοσίου από το πρόσωπο των εναγουσών, ως κληρονόμων, ανεξάρτητα αν οι ενάγουσες έλαβαν γνώση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων με αφορμή τη βεβαίωση της απαίτησης από την αρμόδια Δ.Ο.Υ Κέντρου Ελέγχου Μεγάλων Επιχειρήσεων (Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ.), γίνεται είτε στον Υπουργό Οικονομικών είτε στον Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, η οποία δεν αμφισβητείται από το αναιρεσείον ότι έλαβε χώρα.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1711, 1846, 1847, 1848, 1849, 1850, 1851, 1856 και 1857 ΑΚ συνάγεται ότι ο κληρονόμος, είτε καλείται από διαθήκη, είτε εξ αδιαθέτου, αποκτά αυτοδίκαια την κληρονομία με μόνο το θάνατο του κληρονομουμένου, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε ενέργεια από μέρους του, ακόμα και χωρίς τη γνώση ή θέλησή του.

Το δικαίωμα, όμως, αυτό της αυτοδίκαιης κτήσης της κληρονομίας είναι προσωρινό και μετακλητό, γιατί τελεί υπό την τιθέμενη από το νόμο διαλυτική αίρεση της εμπρόθεσμης αποποίησης της κληρονομίας (άρθρ. 1847 ΑΚ), δηλαδή δικαιούται ο κληρονόμος να αποποιηθεί, κατά βούληση, την κληρονομία που έχει επαχθεί σ` αυτόν από διαθήκη ή εξ αδιαθέτου, οπότε η κτήση αναιρείται, εξαρχής, και θεωρείται σαν να μην έγινε.

Η αποποίηση της κληρονομίας είναι δήλωση του προσωρινού κληρονόμου ότι αποκρούει - δεν δέχεται - την κληρονομία που έχει επαχθεί σ` αυτόν από διαθήκη ή εξ αδιαθέτου. Η αποποίηση συνιστά μονομερή δικαιοπραξία διαπλαστικού χαρακτήρα, μη απευθυντέα σε τρίτο, υποκείμενη σε συστατικό τύπο και είναι ανεπίδεκτη οποιασδήποτε αίρεσης ή προθεσμίας, χάριν της ασφάλειας των συναλλαγών (άρθρο 1851 εδ.

β ΑΚ). Η σχετική δήλωση αποποίησης γίνεται ενώπιον του γραμματέα του δικαστηρίου της κληρονομίας, μέσα σε προθεσμία τεσσάρων μηνών (με τη διαφοροποίηση του άρθρου 1847 παρ. 2 ΑΚ), που αρχίζει από τότε που ο κληρονόμος έλαβε γνώση της επαγωγής και του λόγου αυτής. Στην επαγωγή, όμως, από διαθήκη η προθεσμία δεν αρχίζει πριν από τη δημοσίευση της διαθήκης (άρθρ. 1847 παρ. 1 εδ.

β ΑΚ). Από την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας αποποίησης τεκμαίρεται αμαχήτως από το νόμο (άρθρ. 1850 εδ.β ΑΚ) η αποδοχή της κληρονομίας. Η δήλωση αποποίησης έχει διαπλαστικό χαρακτήρα, αφού δημιουργεί μία νέα νομική κατάσταση ως προς το πρόσωπο του κληρονόμου. Η κληρονομία επάγεται σ` εκείνον που θα είχε κληθεί, αν εκείνος που αποποιήθηκε δεν ζούσε κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου (άρθρ. 1856 ΑΚ).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1857 παρ. 1 και 2 ΑΚ, η αποδοχή ή η αποποίηση της κληρονομίας είναι αμετάκλητη, ενώ η αποδοχή ή η αποποίηση που οφείλεται σε πλάνη ή απάτη ή απειλή κρίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες. Δεν αποκλείεται όμως, παρά το ότι η διάταξη του άρθρου 1857 παρ. 1 ΑΚ καθιερώνει το αμετάκλητο της αποδοχής ή της αποποίησης ως μονομερούς δικαιοπραξίας, με προφανή σκοπό τη δημιουργία βεβαιότητας ως προς το πρόσωπο του κληρονόμου, η αποδοχή και η αποποίηση να είναι συνέπεια πλάνης που δεν αναφέρεται στο λόγο της επαγωγής ή να είναι αποτέλεσμα απάτης ή απειλής.

Στις περιπτώσεις αυτές, η διάταξη του άρθρου 1857 παρ. 2 ΑΚ προβλέπει τη δυνατότητα ακύρωσης της αποδοχής ή αποποίησης, σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις για τις ακυρώσιμες δικαιοπραξίες (άρθρ. 140 επ., 147 επ., 150 επ. ΑΚ), που εφαρμόζονται ενόσω δεν τροποποιούνται από τις ιδιαίτερες ρυθμίσεις των διατάξεων του άρθρου 1857 παρ. 2-4 ΑΚ.

Έτσι, εφόσον πρόκειται για δήλωση από πλάνη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 140, 141 και 142 ΑΚ, αν κατά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας η δήλωση δεν συμφωνεί από ουσιώδη πλάνη με τη βούληση του δηλούντος, αυτός έχει το δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας. Η πλάνη είναι ουσιώδης, όταν αναφέρεται σε σημείο ή ιδιότητα του προσώπου ή του πράγματος τέτοιας σπουδαιότητας για την όλη δικαιοπραξία, ώστε, αν ο πλανηθείς γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δεν θα επιχειρούσε τη δικαιοπραξία.

Η πλάνη σχετικά με το ενεργητικό ή παθητικό της κληρονομίας δεν θεωρείται ουσιώδης (άρθρο 1857 παρ. 3 ΑΚ, ΑΠ 1041/2022). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αποδοχή της κληρονομίας που συνάγεται από την παραμέληση της προθεσμίας αποποίησης, μπορεί να προσβληθεί από τον κληρονόμο λόγω πλάνης όταν η, με τον τρόπο αυτό, συναγόμενη, κατά πλάσμα του νόμου, αποδοχή, δεν συμφωνεί με τη βούλησή του από ουσιώδη πλάνη, δηλαδή από άγνοια ή εσφαλμένη γνώση της κατάστασης που διαμόρφωσε τη βούλησή του, αν αυτή αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την αποδοχή της κληρονομίας, ώστε, αν ο κληρονόμος γνώριζε την αληθινή κατάσταση, ως προς το σημείο αυτό, δεν θα άφηνε να παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αποποίησης.

Η εσφαλμένη γνώση ή άγνοια, που δημιουργεί τη, μεταξύ βούλησης και δήλωσης, διάσταση, η οποία, όταν είναι ουσιώδης, θεμελιώνει δικαίωμα προσβολής της δήλωσης λόγω πλάνης, μπορεί να οφείλεται και σε άγνοια ή εσφαλμένη γνώση των προαναφερόμενων νομικών διατάξεων για την αποδοχή της κληρονομίας (Ολ ΑΠ 858/1990), υπάρχει δε πλάνη περί το δίκαιο της αποδοχής της κληρονομίας και όταν ο κληρονόμος τελεί σε άγνοια που ανάγεται :

α) στο σύστημα της κτήσης της κληρονομίας κατά τον ΑΚ που επέρχεται, αμέσως, μετά το θάνατο του κληρονομουμένου, οπότε η προθεσμία του άρθρου 1847 ΑΚ δεν αρχίζει, γιατί η άγνοια αποκλείει τη γνώση της επαγωγής της κληρονομίας και β) σε άγνοια μόνο της ύπαρξης της προθεσμίας του άρθρου 1847 ΑΚ προς αποποίηση ή της κατά το άρθρο 1850 ΑΚ νομικής σημασίας της παρόδου της προθεσμίας αυτής άπρακτης (ΑΠ 842/2022, ΑΠ 827/2017, ΑΠ 572/2016, ΑΠ 1041/2015).

Εάν έχει χωρήσει πλασματική αποδοχή της κληρονομίας, λόγω της προαναφερθείσας πλάνης, η έναρξη της προθεσμίας αποποίησης προϋποθέτει την ακύρωση της πλασματικής αποδοχής τελεσιδίκως, ώστε η, εν συνεχεία, αποποίηση να επιφέρει τα έννομα αποτελέσματά της. Η αγωγή προς ακύρωση της αποδοχής της κληρονομίας είναι δυνατόν να στραφεί κατά του δανειστή της κληρονομίας (ΑΠ 842/2022).

Αποποίηση που γίνεται ενώ έχει επέλθει πλασματική αποδοχή λόγω πλάνης, επιφέρει τις έννομες συνέπειές της, μόνο, στην περίπτωση ακύρωσης της πλασματικής αποδοχής, καθώς πρόκειται για αποποίηση με νομική αίρεση (condicio juris), ήτοι προϋπόθεση που τίθεται από το νόμο, καθώς η εκ των υστέρων ακύρωση ανατρέχει αναδρομικά στο χρόνο επαγωγής (ΑΠ 361/2024, ΑΠ 1497/2023, ΑΠ 572/2016, ΑΠ 1534/2011).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Εξάλλου, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ένδικης υπόθεσης σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού.

Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, δηλαδή, αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν, καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.

Ιδρύεται δε ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 319/2017). Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 23/2023, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 52/2019).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), (Ολ.ΑΠ 6/2006, ΑΠ 1217/2020).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 518/2023, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 1238/2019).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1238/2019, ΑΠ 166/2016). Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς (ΑΠ 164/2021, ΑΠ 30/2020, ΑΠ 1238/2019, ΑΠ 253/2013).

Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παραβίαση (ΑΠ 518/2023, ΑΠ 328/2023, ΑΠ 467/2021, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 598/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον, με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 140, 141, 142, 143 και 1857 ΑΚ και εκ πλαγίου τις διατάξεις του άρθρου 1857 ΑΚ, δεχόμενο εσφαλμένα, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ότι η πάροδος άπρακτης της προθεσμίας αποποίησης της εξ αδιαθέτου επαχθείσας στις ενάγουσες κληρονομίας της μητέρας τους οφείλεται σε πλάνη στο πρόσωπό τους του νομικού καθεστώτος περί της αποδοχής / αποποίησης της κληρονομίας και των εννόμων συνεπειών της μη τήρησης της αποκλειστικής τετράμηνης προθεσμίας προς αποποίηση, ενώ, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του ως προς τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, θα έπρεπε να δεχθεί ότι η πλάνη τους αφορούσε αποκλειστικά και μόνο στο περιεχόμενο (παθητικό) της κληρονομίας της θανούσας, η οποία κατά το άρθρο 1857 παρ. 3 ΑΚ δεν είναι ουσιώδης και στην παραμέληση των νομικών υποχρεώσεων των εναγουσών.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα : "η μητέρα των εναγουσών, Μ. χήρα Δ.. Κ.., το γένος Μ. και Σ. Τ., κάτοικος όσο ζούσε ... Αττικής, απεβίωσε, στις 22-7-2014, στην ..., χωρίς να αφήσει διαθήκη. Η τελευταία κληρονομήθηκε, σύμφωνα με τους κανόνες της εξ αδιαθέτου διαδοχής, από τις ενάγουσες, κόρες της, οι οποίες θεωρούσαν ότι δεν έχει κανένα περιουσιακό στοιχείο και δεν προέβησαν στην αποποίηση της επαχθείσας κληρονομιάς της μητέρας τους, εντός της νόμιμης τετράμηνης προθεσμίας, από την επαγωγή της.

Ειδικότερα, η πρώτη εξ αυτών, γεννηθείσα το έτος 1940 εργαζόταν ως δημόσιος υπάλληλος στο Υπουργείο Γεωργίας, από 1-6-1970 έως 6-5-1985, οπότε παραιτήθηκε και έκτοτε ασχολούνταν με τα οικιακά, διαμένοντας σε μόνιμη βάση στο χωρίο ... ..., η δε δεύτερη εξ αυτών, γεννηθείσα το έτος 1947, εργαζόταν ως ιδιωτική υπάλληλος από το έτος 1966 έως το έτος 2007, οπότε συνταξιοδοτήθηκε (βλ, την υπ' αριθμ. 22.703/23-10-1985 πράξη του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους περί απονομής σύνταξης στην πρώτη ενάγουσα και την υπ' αριθμ.459/9-4-2008 απόφαση του Διευθυντή του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. ...

περί απονομής σύνταξης στην δεύτερη ενάγουσα). Οι ανωτέρω ουδόλως ενδιαφέρθηκαν για την κληρονομιά της μητέρας τους, με συνέπεια να παραμελήσουν την τετράμηνη αποσβεστική προθεσμία για την αποποίηση αυτής και να θεωρείται, πλέον, κατά πλάσμα του νόμου, ότι την έχουν αποδεχθεί από 23-11-2014, που παρήλθε άπρακτη η εν λόγω προθεσμία.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η κληρονομούμενη είχε ορισθεί από το έτος 1998, σε ηλικία 80 ετών, Πρόεδρος και Διευθύνουσα Σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού ... και έχει ως αντικείμενο τη διενέργεια στοιχειοθετικών, εκδοτικών και φωτογραφικών εργασιών, με το από 10-8-1998 πρακτικό έκτακτης Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της ανωτέρω εταιρείας, το οποίο καταχωρίσθηκε, στις 28-5-1999, στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών, στο Διοικητικό Συμβούλιο της οποίας συμμετείχε μέχρι πρότινος ο (πρώην) σύζυγος της δεύτερης ενάγουσας (βλ.

την από 10-3-1995 καταχώρηση στο με αρ. ... ΦΕΚ- Τεύχος Ανωνύμων Εταιρειών και ΕΠΕ) και εξακολούθησε να συμμετέχει η μητέρα του τελευταίου και πεθερά της δεύτερης ενάγουσας, Ε. Τ., ενώ η ίδια η δεύτερη ενάγουσα συμμετείχε στην εταιρεία ως μέτοχος (βλ. με αρ. 13 από 10- 8-1998 πρακτικό έκτακτης Γενικής Συνέλευσης της ανώνυμης εταιρείας "...

ΑΕ"). Κατόπιν ελέγχου του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (βλ. με αρ. πρωτ. ...2001 δελτίο πληροφοριών), προέκυψε ότι η ανωτέρω εταιρεία, εκπροσωπούμενη από την Ε. Τ. του Θ., μεταβίβασε το μοναδικό ακίνητο, επί της οδού ..., ιδιοκτησίας της, στην off shore εδρεύουσα στην Κύπρο εταιρεία, με την επωνυμία "... ΕΠΕ", εκπροσωπούμενη από την Γ.

Κ., δεύτερη ενάγουσα, δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών, Σ. Τ., έναντι τιμήματος 98.511.202 δρχ. με τμηματική καταβολή, το οποίο δεν προέκυψε ότι εξοφλήθηκε, με σκοπό να καταστεί αδύνατη η επιδίωξη είσπραξης βεβαιωμένων οφειλών από το Δημόσιο (βλ. με αρ. πρωτ. 19931/11-8-22017 έγγραφο ΑΑΔΕ), χωρίς όμως το τελευταίο να προβεί μέχρι και σήμερα σε οποιαδήποτε ενέργεια ακύρωσης της ανωτέρω φερόμενης ως καταδολιευτικής δικαιοπραξίας, ούτε σε άλλες νόμιμες ενέργειες εξασφάλισης των απαιτήσεών του.

Σημειωτέον ότι, παράλληλα, συστάθηκε, στις 18-11-1998, εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... ΕΠΕ" με το ίδιο αντικείμενο και έδρα με την εταιρεία "... ΑΕ", αποτελούμενη από την εταιρεία "... ΕΠΕ", με ποσοστό συμμετοχής 96% και από τον ορισθέντα διαχειριστή αυτής Α. Τ., με ποσοστό συμμετοχής 4%, ο οποίος και θωρούνταν, σύμφωνα με το ανωτέρω έγγραφο του ΣΔΟΕ, ότι είναι το πρόσωπο, που συντόνιζε και κατεύθυνε τις δραστηριότητες όλων των παραπάνω εταιρειών, εμπλεκόμενος σε αυτές με διάφορες ιδιότητες.

Τελικά, η Δ.Ο.Υ. "Κέντρο Ελέγχου Μεγάλων Επιχειρήσεων" (Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ.), καταλόγισε σε βάρος της εταιρείας, με την επωνυμία "... Α" διάφορα ποσά για παραβάσεις κατά τα οικονομικά έτη 1993 έως και 2014, που αφορούν πρόστιμο Κ,Β.Σ., Φ.Π.Α (ΠΟΛ 1444), Φ.Π.Α. περαίωση, εισόδημα (ΠΟΛ 1444).Τα συγκεκριμένα χρέη, για τα οποία ευθυνόταν εις ολόκληρον με την εταιρεία και η κληρονομούμενη, ως Πρόεδρος και Διευθύνουσα Σύμβουλος αυτής, ανέρχονταν, στις 17-3-2017, μαζί με τους αναλογούντες τόκους και προσαυξήσεις, στο ποσό των 3.225.986,67 ευρώ (βλ.

το υπ' αριθμ. πρωτ. ...2017 έγγραφο του Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ και την από 10-8-2017 έγγραφη εκτύπωση από τη σχετική εφαρμογή στο Taxisnet, που προσκομίζονται με επίκληση από το εκκαλούν). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κοινοποιήθηκε στην πρώτη ενάγουσα, στις 4-3-2017, η με αρ. 4798/17-2-2017 ατομική ειδοποίηση καταβολής-υπερημερίας ληξιπρόθεσμων χρεών της Δ.Ο.Υ.

Κέντρου Ελέγχου Μεγάλων Επιχειρήσεων, συνολικού ποσού 510.517,65 ευρώ, μέσω συστημένης επιστολής ΕΛΤΑ, όπως προκύπτει από την από 11-8-2017 εκτύπωση από τη σχετική εφαρμογή στο Taxisnet, που προσκομίζεται με επίκληση από το εκκαλούν. Ακολούθως, στις 20-3-2017, επιβλήθηκε κατάσχεση από το εκκαλούν εις χείρας τρίτου (βλ.

με ίδια ημερομηνία έγγραφο κατασχετηρίου, που προσκομίζουν με επίκληση οι ενάγουσες) και δη της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" για ποσό 3.225.986,67 ευρώ και σε λογαριασμό τη πρώτης ενάγουσας, εφεσίβλητης, λόγω της κληρονομικής ιδιότητάς της και κατά το ποσοστό αυτής στην κληρονομιά της ως άνω αποβιώσασας, για οφειλές της τελευταίας προς το εκκαλούν, που ως δανειστής της κληρονομιάς έλκει άμεσο έννομο συμφέρον από την πλασματική αποδοχή της κληρονομιάς από τις ενάγουσες.

Η πρώτη ενάγουσα, διαπιστώνοντας αρχές Απριλίου 2017 ότι είχε δεσμευτεί το ήμισυ της μηνιαίας σύνταξής της, πληροφορήθηκε, αφενός, από τους αρμόδιους υπαλλήλους της Τράπεζας την επιβληθείσα κατάσχεση και στη συνέχεια, αφού ενημέρωσε και την αδελφή της, απευθύνθηκε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., όπου έμαθε για το ύψος των οφειλών της αποβιωσάσης (βλ.

με αρ. πρωτ. ... α/α 531/2017 πίνακα χρεών με ημερομηνία εκτύπωσης 11-4-2017, που προσκομίζουν με επίκληση οι ενάγουσες). Σε μια ύστατη προσπάθεια για να άρουν τις έννομες συνέπειες της πλασματικής αποδοχής, που συνάγεται από την παραμέληση της άνω προθεσμίας για αποποίηση της κληρονομιάς της θανούσας, προκειμένου να φανεί έστω και έμμεσα η άγνοιά τους για την ύπαρξη της εν λόγω προθεσμίας, προσήλθαν, κατόπιν νομικών συμβουλών από δικηγόρο, οι εφεσίβλητες, ενάγουσες και προέβησαν, στις 10-4-2017, ενώπιον του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών, σε εκπρόθεσμη δήλωση αποποιήσεως της κληρονομιάς της θανούσας μητέρας τους Μ.

Κ.. Επίσης, άσκησαν την ένδικη αγωγή εκθέτοντας, ότι, καθόλο το χρονικό διάστημα από το θάνατο της μητέρας τους και μέχρι τις 7-4-2017, τελούσαν σε καθεστώς πλάνης, τόσο ως προς την ύπαρξη της τετράμηνης νόμιμης προθεσμίας αποποίησης, όσο και των εννόμων συνεπειών της παρέλευσης άπρακτης αυτής. Δεν αποδείχθηκε, όμως, ότι οι ενάγουσες, οι οποίες έχουν προφανώς τη βασική πρωτοβάθμια εκπαίδευση και στερούνταν ειδικών νομικών γνώσεων, πράγματι, γνώριζαν ή πληροφορήθηκαν, ότι απαιτείτο δήλωση αποποίησης, μέσα σε συγκεκριμένη προθεσμία, της επαχθείσας κληρονομίας, ούτε άλλωστε αποδείχθηκε ότι γνώριζαν ότι αυτή αποκτάται αυτοδικαίως, με την άπρακτη παρέλευσή της.

Ειδικότερα, το γεγονός ότι η δεύτερη ενάγουσα, η οποία προκύπτει ότι έχει πάρει από εικοσαετίας διαζύγιο από τον Α. Τ. (βλ. από 30-10-2017 ως άνω ένορκη βεβαίωση μάρτυρα Μ. Μ.) και η οποία, όπως προαναφέρθηκε, συμμετείχε ως μέτοχος στην ανώνυμη εταιρεία "... ΑΕ" και εκπροσώπησε την αγοράστρια εταιρεία, με την επωνυμία "...

ΕΠΕ", κατά την υπογραφή της ανωτέρω ύποπτης, σύμφωνα με το με αρ. πρωτ. ...2001 δελτίο πληροφοριών του ΣΔΟΕ, μεταβιβαστικής πράξης, γνωρίζοντας, κατά το εκκαλούν, τα χρέη της πρώτης εταιρείας και άρα και της μητέρας της προς αυτό, δεν καταδεικνύει άνευ άλλου τινός τη γνώση αυτής και την πρόθεσή της να προβεί σε αποποίηση της κληρονομιάς, ούτε άλλωστε επιβεβαιώνεται από κάποιο αποδεικτικό μέσο ότι δικηγόρος της παρείχε νομικές συμβουλές περί της ύπαρξης προθεσμίας αποποίησης, καθώς και των εννόμων συνεπειών της άπρακτης παρέλευσης αυτής.

Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση, με βάση την ανωτέρω συμπεριφορά τους, προκύπτει, ότι, αν οι ενάγουσες γνώριζαν ότι απαιτούνταν διαδικασία, ήτοι δήλωση, ενώπιον του γραμματέα του Δικαστηρίου της κληρονομίας, αποποίησης της επαχθείσας κληρονομίας της αποβιώσασας μητέρας τους, δεν θα αμελούσαν να προβούν στις ανωτέρω ενέργειες, προκειμένου να επιτύχουν να μην καταστούν εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της επαχθείσας αυτοδικαίως σε αυτές κληρονομιάς.

Η μη αποποίηση, επομένως, εκ μέρους τους της κληρονομιάς της μητέρας τους οφείλεται σε πλάνη και άγνοια σχετικά με τις διατάξεις του νόμου, που διέπουν την προθεσμία αποποίησης της επαχθείσας σε αυτές κληρονομιάς της μητέρας τους, διότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν αποδείχθηκε ότι αυτές είχαν μεγάλη κοινωνική και επαγγελματική πείρα και διέθεταν και νομικό σύμβουλο, τον οποίον συμβουλεύονταν για τα διάφορα ζητήματά τους.

Επομένως, από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, προέκυψε, ότι οι ενάγουσες καθόλο το χρόνο, που έπρεπε να αποποιηθούν τα εν λόγω ποσοστά (1/2 εξ αδιαιρέτου) της κληρονομίας της μητέρας τους, και μέχρι τις 4-3-2017, οπότε κοινοποιήθηκαν στην πρώτη εξ αυτών οι οφειλές της μητέρας τους και κατ' επέκταση και των ίδιων, σε κάθε δε περίπτωση το αργότερο μέχρι και τις αρχές Απριλίου 2017, οπότε ενημερώθηκαν επισήμως ότι κλήθηκαν να πληρώσουν τις οφειλές της μητέρας τους, αγνοούσαν την ύπαρξη προθεσμίας αποποίησης και κατ' επέκταση τις απορρέουσες από την άπρακτη παρέλευσή της έννομες συνέπειες, ήτοι της πλασματικής αποδοχής.

Η πλάνη δε αυτή των εφεσιβλήτων, εναγουσών είναι πράγματι ουσιώδης και θεμελιώνει την ακύρωση της πλασματικής από αυτές αποδοχής της εν λόγω κληρονομίας, ώστε, τα όσα αντιθέτως διατείνεται το εκκαλούν με τον πρώτο λόγο έφεσης, κρίνονται ως αβάσιμα. Επίσης, το εκκαλούν ισχυρίζεται, με το δεύτερο λόγο έφεσης, ότι σε κάθε περίπτωση η βλάβη των εφεσιβλήτων παρήλθε ήδη τον Δεκέμβριο του 2016, όταν η φορολογική διοίκηση ενημέρωσε τη δεύτερη ενάγουσα, εφεσίβλητη, με το με αρ.

πρωτ. ...2016 έγγραφο ότι αυτή ευθύνεται για τα χρέη της μητέρας της, ως κληρονόμος αυτής, μέχρι του ποσού της κληρονομικής μερίδας της. Πλην, όμως, ουδόλως αποδείχθηκε από το εκκαλούν, πρώτο εναγόμενο, που είχε και το σχετικό βάρος απόδειξης του ισχυρισμού του, ότι η έγγραφη αυτή ενημέρωση κοινοποιήθηκε στη δεύτερη εφεσίβλητη, ενάγουσα, με κάποιο νόμιμο τρόπο, αφού ουδόλως προσκομίζεται αντίστοιχο αποδεικτικό επίδοσης, ή έγγραφο εκτύπωσης από ιστοσελίδα taxisnet, όπου να αναγράφεται η ημεροχρονολογία της σχετικής επίδοσης.

Συνεπώς, η από 7-7-2017 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...2017 αγωγή των ήδη εφεσιβλήτων, εναγουσών ασκήθηκε εμπροθέσμως, εντός της προβλεπόμενης 6μηνης προθεσμίας (βλ. την υπ' αριθμ. ... έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ν. Π.) από τότε που έπαψε να υφίσταται η πλάνη των εναγουσών και άρα, ορθά απερρίφθη ως ουσιαστικά αβάσιμη η σχετική ένσταση παραγραφής, που προέβαλε νόμιμα πρωτοδίκως το πρώτο εναγόμενο, εκκαλούν.

Με αυτά τα δεδομένα, η κρινόμενη αγωγή ορθά έγινε δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και ακυρώθηκαν λόγω ουσιώδους πλάνης οι πλασματικές αποδοχές της εξ αδιαθέτου κληρονομίας της κληρονομουμένης, που συνάγονται από την παραμέληση της τετράμηνης προθεσμίας αποποίησης, που είχε αρχίσει από την επομένη του θανάτου της.".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε κάνει δεκτή την αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 140, 141 και 1857 παρ. 1, 2 ΑΚ, ενώ ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 142, 143 και 1857 παρ. 3, 4 ΑΚ, οι οποίες δεν ήταν εν προκειμένω εφαρμοστέες.

Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η μη αποποίηση της κληρονομίας από τις αναιρεσίβλητες, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους της αποβιώσασας στις 22.7.2014 μητέρας τους, Μαρίας χήρας Δ. Κ., εντός της νόμιμης τετράμηνης προθεσμίας, οφειλόταν, υπό τις προαναφερόμενες συνθήκες, στην άγνοια των διατάξεων για την προθεσμία της αποποίησης και τις έννομες συνέπειες που απορρέουν από την άπρακτη παρέλευσή της μέχρι τις 4.3.2017, οπότε κοινοποιήθηκε στην πρώτη εξ αυτών η με αριθ. ...2017 ατομική ειδοποίηση καταβολής-υπερημερίας ληξιπρόθεσμων χρεών της Δ.Ο.Υ.

Κέντρου Ελέγχου Μεγάλων Επιχειρήσεων, σε κάθε δε περίπτωση το αργότερο μέχρι και τις αρχές Απριλίου 2017, οπότε ενημερώθηκαν επισήμως ότι κλήθηκαν να πληρώσουν τις οφειλές της μητέρας τους, η πλάνη δε αυτή είναι ουσιώδης, λόγω των συνεπειών της, να βαρύνονται δηλαδή οι ενάγουσες με τα χρέη της κληρονομίας και ως εκ τούτου, δικαιούνται να ζητήσουν την ακύρωση της πλασματικής αποδοχής της επαχθείσας σ' αυτές εξ αδιαθέτου κληρονομίας.

Η αναφορά στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης, ότι οι ενάγουσες θεωρούσαν ότι η κληρονομουμένη μητέρα τους δεν έχει κανένα περιουσιακό στοιχείο, οπότε παραμέλησαν να προβούν σε οποιαδήποτε ενέργεια αναφορικά με την επαχθείσα σε αυτές κληρονομία, συνιστά πλεοναστική αιτιολογία, μη επιστηρίζουσα το διατακτικό της απόφασης.

Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 140, 141 και 1857 παρ. 1, 2 ΑΚ, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις.

Επομένως, ο αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρ. 106, 176, 183, 189 αρ. 1 και 191 αρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957, όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 22.3.2023 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 1702/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ για εκάστη εξ αυτών.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Απριλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ