Supreme Court partially allows appeal against administrative court decision regarding interest claim inadmissibility.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Administrative Court's decision of 4380/2019. The appellants argued that a claim for default interest was inadmissible because administrative resolution procedures under Law 1418/1984 were not followed. The Court rejected this argument, finding the interest claim was implicitly included in the main administrative annulment requests and thus did not require separate procedural steps. However, the Court found the appellants' request for a 40% fee increase for the preliminary study was admissible and meritorious, ordering the lower court to re-examine this specific issue.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) of the Code of Civil Procedure; The claim for default interest attached to administrative annulment requests is considered procedurally connected and inadmissible if administrative resolution mechanisms were not pursued, but a separate claim for increased professional fees for preliminary studies is admissible and subject to re-examination.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 772 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 772/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου, Μαρία Ανδρικοπούλου και Μαρί Δεργαζαριάν - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: συμπραττόντων γραφείων μελετών: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." με διακριτικό τίτλο "....", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "....", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Χαρίκλεια Βασιλείου, η οποία ανακάλεσε την από 24-9-2021 δήλωσή της για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΡΓΑ Ο.Σ.Ε. Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Χριστοδούλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 26-2-2003, 6-9-2002 και 21-5-2003 προσφυγές των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Πενταμελές Εφετείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 953/2006, 954/2006, 955/2006 και .../2007 μη οριστικές του Εφετείου Αθηνών, 3311/2018 μη οριστική του Εφετείου Αθηνών, που κήρυξε εαυτό κατά λειτουργία αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, υπό πενταμελή σύνθεση και 4380/2019 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-12-2019 αίτησή τους και τον από 16-7-2021 πρόσθετο αυτής λόγο. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και του προσθέτου αυτής λόγου, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη κρινόμενη από 16-12-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα με αριθμό 4380/2019 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγιναν εν μέρει δεκτές οι από 6-9-2002, 26-2-2003 και 21-5-2003 προσφυγές των αναιρεσειουσών κατά της αναιρεσίβλητης. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και, συνεπώς, είναι παραδεκτή [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ], πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 εδ.α ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και αντίγραφο του οποίου επιδίδεται μέσα την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους.
Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, κεφάλαιο είναι κάθε οριστική διάταξη της τελεσίδικης απόφασης που κρίνει για το παραδεκτό ή το βάσιμο κάθε αυτοτελούς αίτησης παροχής έννομης προστασίας, η οποία εισάγει αντίστοιχα ένα ιδιαίτερο αντικείμενο δίκης, διαφοροποιούμενο από τα λοιπά είτε ως προς το αίτημα είτε ως προς την ιστορική βάση είτε ως προς αμφότερους τους παράγοντες που το οριοθετούν (ΑΠ 132/2004).
Αντιθέτως, πρόκειται για το αυτό αντικείμενο δίκης και επομένως και για το αυτό κεφάλαιο της απόφασης, όταν υπάρχει ταύτιση τόσο ως προς το αίτημα όσο και ως προς την ιστορική βάση. Αναγκαίως συνεχόμενα με τα κεφάλαια της απόφασης που αναιρεσιβλήθηκαν είναι όσα από τα λοιπά κεφάλαιά της παρουσιάζουν προς τα πρώτα στενή συνάφεια είτε διότι βρίσκονται σε σχέση προδικαστικότητας προς αυτά, δηλαδή αφορούν προκριματικά για την παραδοχή τους ζητήματα, είτε διότι έχουν, ως αντικείμενο, δικαιώματα που απορρέουν από την αυτή ιστορική αιτία ή από το αυτό βιοτικό γεγονός, οπότε και δημιουργείται κίνδυνος ασυμβίβαστων αποφάσεων, αν η κρίση περιορισθεί μόνο στα αναιρεσιβληθέντα κεφάλαια και συμβεί αυτή να είναι αντίθετη προς την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τα λοιπά απρόσβλητα κεφάλαια της απόφασής του (ΑΠ 1340/2017, ΑΠ 684/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση, ως ημέρα συζήτησης ενώπιον του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ορίστηκε η δικάσιμος της 27-9-2021, οι δε αιτούσες άσκησαν πρόσθετους λόγους αναιρέσεως με το από 16-7-2021 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε αυθημερόν στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου, δηλαδή τριάντα ημέρες πριν την ορισθείσα ως άνω αρχική δικάσιμο.
Από την υπ' αριθ. 5270Γ/19-7-2021 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς Ό. Μ. - Α., την οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείουσες, προκύπτει ότι αντίγραφο του δικογράφου των άνω προσθέτων λόγων επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη στις 19-7-2021, ήτοι τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα ως άνω δικάσιμο.
Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι παραδεκτοί και πρέπει, να ερευνηθούν περαιτέρω. Η σύμβαση, με την οποία ανατίθεται σε μηχανικό η εκπόνηση μελέτης, φέρει τον χαρακτήρα της μισθώσεως έργου, βάσει της οποίας ο μηχανικός έχει υποχρέωση να εκτελέσει το έργο εκπονώντας την αναληφθείσα μελέτη (ΑΚ 681) και δικαιούται να λάβει τη συμφωνημένη αμοιβή (ΑΚ 694) ή, αν αμοιβή δεν συμφωνήθηκε ή η συμφωνηθείσα είναι μικρότερη της κατά νόμο ελάχιστης, να λάβει την αμοιβή που καθορίζεται από το π.δ. 696/1974, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί (με το Π.Δ. 515/1989) και ισχύει (ΑΠ 362/2020, ΑΠ 819/2019, ΑΠ 783/2017, ΑΠ 82/2016).
Σύμφωνα με το άρθρο 81 του ως άνω π.δ/τος 696/1974 "Τα στάδια εκπονήσεως εκάστης των εν άρθρ. 80 αναφερομένων επί μέρους μελετών κτιριακού έργου, είναι τα κάτωθι: α) Προμελέτη, β) Οριστική μελέτη γ) Μελέτη εφαρμογής", ενώ με το άρθρο 87 ορίζεται ότι "1. Εάν ανατεθή εις τον μελετητήν η εκπόνησις μόνον του πρώτου σταδίου της μελέτης, ήτοι της Προμελέτης, η αντίστοιχος αμοιβή προσαυξάνεται κατά 40%.
Εάν ήθελε ζητηθή η μελέτη ετέρου προσχεδίου με το αυτό θέμα η αμοιβή αυτού δεν προσαυξάνεται. 2. Εάν ανατεθή εις τον Μελετητήν η εκπόνησις μόνον των δύο πρώτων σταδίων της μελέτης, ήτοι της προμελέτης και της οριστικής μελέτης, αι αντίστοιχοι αμοιβαί προσαυξάνονται κατά 25%.3...4..". Επίσης, με το άρθρο 100 παρ. 4 και 5 του ίδιου π.δ/τος ορίζεται ότι "4.
Προκειμένου περί μελετών κτιριακών έργων η αμοιβή για τη σύνταξη των τευχών δημοπράτησης υπολογίζεται χωριστά ανά προϋπολογισμό της αντίστοιχης μελέτης (αρχιτεκτονική μελέτη, στατική μελέτη, εκάστη μελέτη εγκαταστάσεων, εκάστη μελέτη υποδομής του οικοπέδου, μελέτη διαμορφώσεως του οικοπέδου και εν γένει του περιβάλλοντος χώρου) έστω και εάν πρόκειται περί του αυτού Μελετητή. 5.
Για τις μελέτες στις οποίες δεν έχει συνταχθεί στάδιο οριστικής μελέτης, ή για τις μελέτες που τα τεύχη δημοπράτησης εκπονούνται με βάση προγενέστερο στάδιο από το προβλεπόμενο, κατά περίπτωση από τις διατάξεις του παρόντος, τελικό στάδιο της μελέτης, η αμοιβή για τη σύνταξη τευχών δημοπράτησης προσαυξάνεται κατά 50% από εκείνη που προκύπτει με την εφαρμογή των παραπάνω παραγράφων του παρόντος άρθρου".
Εξάλλου, κατά το άρθρο 104 παρ. 1 "Η αμοιβή μελέτης καταβάλλεται τμηματικά και με την έγκριση του οικείου σταδίου της μελέτης....". Περαιτέρω, όσον αφορά τις μελέτες φερούσης κατασκευής (στατικών) κτιριακών έργων, στο άρθρο 236 του ίδιου π.δ/τος ορίζεται ότι "η στατική μελέτη εκπονείται κατά τα επόμενα τρία στάδια:
α) Προμελέτη. β) Οριστική μελέτη. γ) Μελέτη εφαρμογής" και στο άρθρο 237 ότι "1. Προϋπόθεσιν προς εκπόνησιν του πρώτου σταδίου της μελέτης ήτοι της προμελέτης αποτελεί η παράδοσις εις τον μελετητήν υπό του εργοδότου: α) Της εγκεκριμένης αρχιτεκτονικής προμελέτης και β) των αποτελεσμάτων ερεύνης του εδάφους θεμελιώσεων, εφ` όσον αύτη κρίνεται απαραίτητος. 2.
Προϋπόθεσιν προς εκπόνησιν της οριστικής μελέτης αποτελεί η παράδοσις εις τον μελετητήν υπό του εργοδότου: α) Της εγκεκριμένης οριστικής αρχιτεκτονικής μελέτης. β) της εγκεκριμένης στατικής Προμελέτης και γ) των εγκεκριμένων προμελετών εγκαταστάσεων...3....". Επίσης, με το άρθρο 238 με τίτλο "προμελέτη" ορίζεται ότι "1.
Αύτη περιλαμβάνει: α) Τεχνικήν έκθεσιν αναφερομένην εις τα υλικά και τον τρόπον κατασκευής του φέροντος οργανισμού του κτιρίου και της θεμελιώσεως αυτού, κατόπιν αξιολογήσεως των αποτελεσμάτων της γεωτεχνικής ερεύνης του εδάφους θεμελιώσεως, καθώς και τας παραδοχάς του υπολογισμού, ως προς την φόρτισιν και τους χρησιμοποιουμένους κανονισμούς.
β) Την εκπόνησιν σχηματικών σχεδίων διατάξεων των κυρίων στοιχείων του φέροντος οργανισμού του έργου διά τας προτεινομένας εις την αρχιτεκτονικήν προμελέτην λύσεις, ενώ με το άρθρο 239 με τίτλο "οριστική μελέτη" ορίζεται ότι "1. Αύτη περιλαμβάνει: α) Σχέδια γενικής διατάξεως της θέσεως και του είδους των κυρίων φορέων του φέροντος οργανισμού ανταποκρινόμενα εις την αρχιτεκτονικήν οριστικήν μελέτην.
β) Σχέδια υπό κλίμακα 1:100, 1:200 ή 1:50, εις τα οποία αναγράφονται οι απαραίτητοι διά την αρχιτεκτονικήν μελέτην εφαρμογής διαστάσεις, κατόπιν προσεγγιστικής εκτιμήσεως. Εις την περίπτωσιν κατασκευών, εξ οπλισμένου σκυροδέματος, σχεδιάζονται υπό την αυτήν κλίμακα, σχέδια ξυλοτύπων μετά των διαστάσεων των διαφόρων στοιχείων της κατασκευής (πάχη πλακών, διατομαί δοκών, υποστυλωμάτων και περίπου διαστάσεις πεδίλων, πεδιλοδοκών, πασσαλώσεως).
γ) Τεχνικοοικονομικήν μελέτην θεμελιώσεως όπου υφίσταται περίπτωσις επιλογής μεταξύ περισσοτέρων της μιας λύσεων και αιτιολογικήν έκθεσιν αυτών βάσει των αποτελεσμάτων της Γεωτεχνικής ερεύνης του α` σταδίου, αμειβομένην ιδιαιτέρως. δ) Τεχνικήν περιγραφήν περιλαμβάνουν το είδος των χρησιμοποιουμένων υλικών και το είδος των κατασκευών, ε) Προμέτρησιν και προϋπολογισμόν κατά προσέγγισιν βάσει των σχεδίων της παρούσης φάσεως και των τρεχουσών τιμών μονάδος αρμοδίως εγκεκριμένων ή λαμβανομένων εκ παρομοίων έργων".
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι οι μελέτες κτιριακών έργων μπορούν να εκτελεσθούν κατά στάδια, δύναται δε κάθε στάδιο μελέτης να ανατεθεί στον ίδιο ή σε διαφορετικό μελετητή. Μεταξύ των σταδίων της μελέτης υπάρχει σχέση αλληλεξάρτησης, δεδομένου ότι όλα τα στάδια της μελέτης υπακούουν σε επιταγές και προβλέψεις ενός ενιαίου τεχνικού και οικονομικού σχεδιασμού του κτιριακού έργου και, συνεπώς, κάθε εκπονούμενο στάδιο δεν είναι διακεκριμένο και αυτοτελές αλλά αποτελεί εξειδίκευση του ενιαίου σχεδιασμού.
Ενόψει αυτού, όταν έχει ανατεθεί στο μηχανικό η εκπόνηση πλήρους στατικής μελέτης, απαιτείται, για να προχωρήσει στην εκπόνηση του επόμενου σταδίου, να έχει εγκριθεί το προηγούμενο στάδιο από τον εργοδότη και να έχει δοθεί από τον τελευταίο σχετική εντολή στο μελετητή. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και η διάταξη του άρθρου 237 παρ. 2 του π.δ/τος 696/1974, σύμφωνα με την οποία προϋπόθεση για την εκπόνηση της οριστικής μελέτης αποτελεί η παράδοση από τον εργοδότη στο μελετητή της εγκεκριμένης οριστικής αρχιτεκτονικής μελέτης, της εγκεκριμένης στατικής προμελέτης και των εγκεκριμένων προμελετών εγκαταστάσεων.
Κατά συνέπεια, η προηγούμενη παράδοση των πιο πάνω μελετών στο μελετητή αποτελεί προϋπόθεση για την έναρξη του σταδίου της οριστικής μελέτης κτιριακών έργων, ενώ η για οποιοδήποτε λόγο ανάθεση και εκτέλεση από το μελετητή, κατά τη διάρκεια εκπόνησης της στατικής προμελέτης και προτού αυτή παραδοθεί και εγκριθεί από τον εργοδότη, μεμονωμένων εργασιών που περιλαμβάνονται στην οριστική μελέτη, δεν συνιστά έναρξη του εν λόγω σταδίου, ώστε, σε περίπτωση λύσεως της σύμβασης από τον εργοδότη μετά την έγκριση της προμελέτης, να δικαιούται ο μελετητής αποζημιώσεως για το ανεκτέλεστο τμήμα της οριστικής μελέτης.
Tέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Επίσης κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τις ανωτέρω διατάξεις λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ10/2021, ΑΠ 2090/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ' αριθ. .../15-5-2001 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της καθής οι προσφυγές εταιρείας (αναιρεσίβλητης) ανατέθηκε στα συνεργαζόμενα/συμπράττοντα γραφεία μελετών των προσφευγουσών εταιρειών (αναιρεσειουσών) η εκπόνηση της μελέτης "Β' φάση Μελετών του Συγκοινωνιακού Κέντρου Αχαρνών (Σ.Κ.Α.)" και υπογράφηκε μεταξύ τούτων η υπ' αριθμ. .../5-6-2001 σύμβαση, με την οποία ανατέθηκε από την καθής η προσφυγή ως εργοδότη στα ως άνω μελετητικά γραφεία, ως ανάδοχο του έργου, η εκπόνηση των στατικών, των γεωτεχνικών και ηλεκτρολογικών εργασιών στα πλαίσια της μελέτης "Β' φάση Μελετών του Συγκοινωνιακού Κέντρου Αχαρνών (Σ.Κ.Α.) αντί προεκτιμώμενης αμοιβής 1.408.657,37 ευρώ και ανέλαβαν οι τελευταίες την εκπόνηση των μελετών σύμφωνα με τους περιεχόμενους σ' αυτή όρους, τους όρους της Συγγραφής Υποχρεώσεων, που αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος της και τις σχετικές εντολές και οδηγίες του εργοδότη και ορίσθηκε ότι σε περίπτωση ασυμφωνίας των παραπάνω συμβατικών υποχρεώσεων, η σειρά ισχύος είναι α) η υπ' αριθμ. ...
σύμβαση, β) η συγγραφή υποχρεώσεων αυτής. Ειδικότερα σύμφωνα με το περιεχόμενο της σύμβασης η ως άνω συνολική αμοιβή, που προεκτιμήθηκε με βάση τις διατάξεις του π.δ. 696/1974, όπως τροποποιήθηκε με το π.δ. 515/1989, αναλύεται σε επιμέρους αμοιβές ως εξής: α) για τις στατικές μελέτες σε 763.022,74 ευρώ, β) για τις γεωτεχνικές μελέτες σε 381.511,37 ευρώ, γ) για τις ηλεκτρολογικές μελέτες σε 264.123,26 ευρώ.
Επίσης συμφωνήθηκε ότι η συνολική διάρκεια της σύμβασης είναι 12 μήνες, ότι η αμοιβή που θα καταβληθεί στο ανάδοχο θα καθορισθεί με το Π.Δ. 696/1974, όπως ίσχυε και σύμφωνα με τα οριζόμενα στη συγγραφή υποχρεώσεων, χωρίς να περιλαμβάνεται ο Φ.Π.Α. που βαρύνει τον εργοδότη, ότι η κατανομή της αμοιβής μεταξύ των γραφείων που απαρτίζουν τον ανάδοχο θα γίνεται σε ποσοστό επί του συνόλου της αμοιβής....
Περαιτέρω στη συγγραφή υποχρεώσεων της ως άνω σύμβασης ορίζονται μεταξύ των άλλων και τα εξής: Η μελέτη θα εκπονηθεί σύμφωνα με τις τεχνικές προδιαγραφές μελετών του Π.Δ. 696/1974, ότι αναθέτουσα αρχή είναι η "ΕΡΓΑ ΟΣΕ ΑΕ" που είναι ο "εργοδότης" κατά την έννοια του ν. 716/1977 εκπροσωπούμενη από το Διοικητικό Συμβούλιο αυτής, ότι... "έργο" ή "συμβατικό αντικείμενο" νοείται το σύνολο των εργασιών που περιγράφονται στο άρθρο 3 αυτής και η εκτέλεση του οποίου αποτελεί αντικείμενο της σύμβασης, "εργασίες" νοούνται οι εργασίες στις οποίες θα προβεί ο ανάδοχος, προκειμένου να εκτελέσει το έργο, "επιμέρους μελέτη" νοείται η κατάτμηση του συμβατικού αντικειμένου σε μικρότερες ομοειδείς μελέτες, "στάδιο" νοείται η κατάτμηση της επιμέρους μελέτης σε φάσεις εργασιών, "συμβατικό τίμημα" νοείται το ποσό που αντιστοιχεί στην πλήρη αποζημίωση του αναδόχου για την εκτέλεση των εργασιών κάθε επιμέρους μελέτης, "συμβατικό τίμημα σταδίου" νοείται το ποσό, που αντιστοιχεί στην πλήρη αποζημίωση του αναδόχου για την εκτέλεση όλων των εργασιών κάθε σταδίου/υποσταδίου, "συμβατικές τιμές μονάδος" νοούνται οι τιμές μονάδος που αντιστοιχούν σε επιμέρους εργασίες και οι οποίες θα χρησιμοποιηθούν για τον υπολογισμό της αποζημίωσης του αναδόχου σε περίπτωση αύξησης ή μείωσης του συμβατικού αντικειμένου κατά το ποσοστό των εκτελεσθεισών ή μη εκτελεσθεισών εργασιών, "συμβατικό χρονοδιάγραμμα" νοείται το χρονικό πρόγραμμα εκτέλεσης των εργασιών που αποτελούν το συμβατικό αντικείμενο.
Στο αντικείμενο της μελέτης περιλαμβάνονται σύμφωνα με το άρθρο 3 αυτής (Σ.Υ.) οι παρακάτω επιμέρους εργασίες: 1) το στατικό μέρος που περιλαμβάνει α) οριστικές μελέτες τεχνικών έργων (γέφυρες, ανισόπεδες διαβάσεις κλπ), β) πλήρη μελέτη (προκαταρκτική, προμελέτη, οριστική) των απαραίτητων τεχνικών εργασιών (τοίχων αντιστήριξης, αποβάθρων κλπ) για τη διαμόρφωση του σιδηροδρομικού σταθμού του Σ.Κ.Α.
και πλήρη μελέτη (προμελέτη, οριστική και μελέτη εφαρμογής του σκελετού από οπλισμένο σκυρόδεμα (θεμελίωση, υποστυλώματα πλάκες του κτιρίου του σιδηροδρομικού σταθμού και των χώρων στάθμευσης), 2) το γεωτεχνικό μέρος περιλαμβάνει γεωτεχνική έρευνα για την υποδομή της γραμμής και θεμελίωση των τεχνικών έργων και του κτιρίου του σταθμού και των χώρων στάθμευσης, το μέγεθος της οποίας καθορίζεται έπειτα από πρόταση του μελετητή και έγκριση της Υπηρεσίας, 3) Το ηλεκτρομηχανολογικό μέρος περιλαμβάνει α)....
και β).... Στην παράγραφο 2 του άρθρου 3 αυτής (Σ.Υ.) ορίζεται ότι αναπόσπαστα στοιχεία της σύμβασης θεωρούνται μεταξύ των άλλων α) ο Ν. 716/1977 και τα αναφερόμενα στην εφαρμογή του Π.Δ., β) οι τεχνικές προδιαγραφές μελετών του Π.Δ. 696/1974, γ) ο κώδικας αμοιβών μηχανικών (Π.Δ. 696/1974), δ) ο ν. 1418/1984, ε) η παρούσα συγγραφή υποχρεώσεων κλπ.
Με το άρθρο 9 της συγγραφής υποχρεώσεων ορίζεται ότι ο καθορισμός και ο τρόπος πληρωμής των μελετών τεχνικών έργων και Η/Μ μελετών θα γίνει σύμφωνα με τα αντίστοιχα σχετικά άρθρα του Π.Δ. 696/1974 και του Ν. 716/1977, όπως ορίζεται ειδικότερα στα άρθρα 5 και 6 των Ειδικών Όρων αυτής (συγγραφής υποχρεώσεων),... Με το άρθρο 12 της συγγραφής υποχρεώσεων ορίσθηκε, μεταξύ των άλλων, ότι ο ανάδοχος αφού ολοκληρώσει την εκπόνηση της μελέτης κάθε σταδίου θα υποβάλει για έλεγχο α) τους υπολογισμούς βιβλιοδετημένους με πίνακα περιεχομένων και β) όλα τα σχέδια, διαγράμματα και τεύχη,...Εξάλλου στο άρθρο 14 της Σ.Υ.
ορίζονται μεταξύ των άλλων και τα εξής : Ο εργοδότης δικαιούται να διακόψει οποτεδήποτε αναιτιολογήτως την εκπόνηση της μελέτης και να προβεί στη λύση της σύμβασης και ότι στην περίπτωση αυτή ο ανάδοχος δικαιούται να αποζημιωθεί μόνο για τις εργασίες ολοκλήρωσης του σταδίου διακοπής τις οποίες δεν έχει εκτελέσει, όπως ορίζεται στο άρθρο 14 του Π.Δ. 194/1979 και ότι ουδεμίας αποζημίωσης δικαιούται για εργασίες στα στάδια που δεν έχει αρχίσει.
Επίσης με το άρθρο 17 της Συγγραφής Υποχρεώσεων ορίσθηκε ότι για τις ενστάσεις και αιτήσεις θεραπείας που υποβάλλονται από τον ανάδοχο καθώς και για τη δικαστική επίλυση των διαφορών εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις των άρθρων 12 και 13 του ν. 1418/1984 και του άρθρου 57 του π.δ. 609/1985, όπως ισχύουν. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά τη διάρκεια εκπόνησης της στατικής προμελέτης από τον ανάδοχο, με το υπ' αριθμ. .../30-8-2001 έγγραφο του Διευθυντή της Διεύθυνσης Έργου της καθής, δόθηκε σ'αυτόν εντολή α) να ολοκληρώσει την προμελέτη των τοίχων αντιστήριξης, μεταξύ δυτικού και ανατολικού ζεύγους σιδηροδρομικών γραμμών και μεταξύ ανατολικού ζεύγους και υφιστάμενης σιδηροδρομικής γραμμής εντός του Σ.Κ.Α.
έτσι ώστε να υπάρχει η δυνατότητα κατασκευής των τοίχων σε πρώτη φάση, μεμονωμένα, χωρίς την κατασκευή των πλακών στάθμευσης και των λοιπών κτιριακών έργων και β) να συντάξει προσμέτρηση και προϋπολογισμό των προαναφερομένων για την πρώτη φάση κατασκευής (τοίχοι αντιστήριξης χωρίς λοιπά κτιριακά) και χωριστά για την τελική φάση του ολοκληρωμένου έργου.
Την 20-9-2001 ο ανάδοχος υπέβαλλε στην Διεύθυνση Έργου VI της καθής τα ανωτέρω στοιχεία μαζί με την εκπονηθείσα από αυτόν "Στατική Προμελέτη Κτιρίων Σιδηροδρομικού Σταθμού (πλην εκδοτηρίων) και Χώρων Στάθμευσης Αυτοκινήτων του Συγκοινωνιακού Κέντρου Αχαρνών", συνοδευόμενη από αναλυτικές προσμετρήσεις και προϋπολογισμούς ανά κτίριο.
Με την υπ' αριθμ. πρωτ. .../9-1-2002 απόφαση του Διευθύνοντος Συμβούλου και Γενικού Διευθυντή της καθής εγκρίθηκε η ως άνω στατική προμελέτη του αναδόχου και ο προϋπολογισμός του έργου των κτιρίων του Σιδηροδρομικού Σταθμού, όπως προκύπτει, κατά το στάδιο της προμελέτης για τα παραπάνω κτήρια στο ποσό 54.115.720,16 ευρώ (18.439.931.644 δραχμές), καθορίζοντας στην συνέχεια, με βάση τα ανωτέρω, τη συμβατική αμοιβή της στατικής προμελέτης κτιρίων σιδηροδρομικού σταθμού (πλην εκδοτηρίων) και των χώρων στάθμευσης αυτοκινήτων στο Σ.Κ.Α., μετά την αφαίρεση των εκπτώσεων υπέρ Δημοσίου στο ποσό 1.526.516,68 ευρώ (520.160.560 δραχμές), με την σημείωση ότι η αμοιβή αυτή θα επικαιροποιηθεί στο τελικό πινάκιο αμοιβής.
Επίσης με τα υπ' αριθμ. πρωτ. .../26-3-2002 και 3149861/14-5-2002 έγγραφα της ως άνω Υπηρεσίας εγκρίθηκε η προμελέτη ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων και με το υπ' αριθμ. πρωτ. .../20-5-2002 έγγραφό της εγκρίθηκε η μελέτη γεωτεχνικών του αναδόχου. Εξάλλου με το υπ' αριθμ. πρωτ. .../9-1-2002 έγγραφο της Διευθύνουσας Υπηρεσίας προς τον ανάδοχο, γνωστοποιήθηκε στον τελευταίο (ανάδοχο) ότι από το στατικό μέρος που περιλαμβάνεται στο αντικείμενο της μελέτης του θέματος (Β' φάση μελετών του Σ.Κ.Α.
Σύμβασή .../2001), όπως αυτό αναφέρεται στο άρθρο 3 παράγραφος ΙΑ της αντίστοιχης συγγραφής υποχρεώσεων, δεν θα εκπονηθεί καμία άλλη μελέτη ούτε τα επόμενα στάδια (οριστική και μελέτη εφαρμογής) αυτής που έχει ήδη εκπονηθεί. Μετά την εξέλιξη αυτή ο ανάδοχος με την υπ' αριθμ. πρωτ.../11-2-2002 αίτηση του που υπέβαλε την ίδια ημέρα στην καθής (αριθμ.
πρωτ. ΕΡΓΟΣΕ .../11-2-2002), ισχυριζόμενος ότι η εντολή σύνταξης προμέτρησης και προϋπολογισμού του φέροντος οργανισμού των κτιρίων του Σ.Κ.Α. συνεπαγόταν έναρξη του δεύτερου σταδίου της επίδικης μελέτης, δηλαδή της οριστικής, από την οποία έχουν ήδη παραδοθεί και εγκριθεί με την αριθμ. .../9-1-2002 απόφαση της, εργασίες υπερβαίνουσες το 50% αυτής και συγκεκριμένα προμέτρηση, προϋπολογισμός, 36 σχέδια ξυλοκόπων (σ.
ορθό ξυλοτύπων),... πλήρης τεχνική περιγραφή στο τεύχος της τεχνικής έκθεσης της προμελέτης και εδαφοτεχνικοί υπολογισμοί θεμελίωσης, όπως απαιτείται στην οριστική μελέτη, ζήτησε μετά την εντολή διακοπής των εργασιών κατά τη διάρκεια εκπόνησης του δεύτερου σταδίου της πλήρους στατικής μελέτης, α) την καταβολή του ποσού των δρχ. 868.395.285 δραχμών ή 2.548.482,13 ευρώ για την πληρωμή της εγκεκριμένης στατικής προμελέτης και της οριστικής στατικής μελέτης, της οποίας η εκπόνηση διακόπηκε, ως εξής:
αα) ποσό 1.518.227,96 Ευρώ (ελαττωμένο ως κατωτέρω κατά την έκπτωση υπέρ Δημοσίου), που αντιστοιχεί στο 25% της πλήρους αμοιβής προσαυξημένης κατά 25%, επειδή του έχουν ανατεθεί μόνο τα δύο πρώτα στάδια της πλήρους μελέτης για την εγκεκριμένη προμελέτη, ββ) ποσό 1.062.759,57 ευρώ (ελαττωμένο ως κατωτέρω κατά την έκπτωση υπέρ Δημοσίου) που αντιστοιχεί στο 50% του 35% της πλήρους αμοιβής, προσαυξημένης κατά 25% επειδή του έχουν ανατεθεί μόνο τα δύο πρώτα στάδια της πλήρους μελέτης, για το εκτελεσθέν τμήμα της διακοπείσης οριστικής μελέτης, γγ) ποσό 318.827,87 ευρώ (ελαττωμένο ως κατωτέρω κατά την έκπτωση υπέρ Δημοσίου) που αντιστοιχεί στο 30% του ημίσεως του 35% της πλήρους αμοιβής, προσαυξημένης κατά 25% επειδή του έχουν ανατεθεί τα δύο πρώτα στάδια της πλήρους μελέτης, για το μη εκτελεστέν τμήμα της διακοπείσας οριστικής μελέτης, δδ) μείον ποσό 351.333,28 ευρώ για έκπτωση Δημοσίου, β) τη σύνταξη κατά το άρθρο 14 παρ.3 του ΠΔ 194/1979 Πρωτοκόλλου Κανονισμού Τιμών Μονάδας Νέων Εργασιών για ποσό 1.021.965,44 ευρώ που είναι η διαφορά μεταξύ του παραπάνω ποσού των 2.548.482,13 ευρώ και του ποσού των 1.526.516,68 ευρώ το οποίο αντιστοιχεί στην αμοιβή εγκεκριμένης προμελέτης, γ) τη σύνταξη Συγκριτικού Πίνακα ο οποίος να περιλαμβάνει εκτός του αρχικού εκτιμηθέντος ποσού για τη στατική μελέτη των 763.022,74 ευρώ και επιπλέον το ποσό των 1.785.459,38 ευρώ δηλαδή συνολικά ποσό 2.548.482,13 ευρώ, δ) τη σύνταξη του ανωτέρω Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε.
και του Συγκριτικού Πίνακα εντός μηνός από την υποβολή της. Αφού παρήλθε άπρακτη η ως άνω προθεσμία ο ανάδοχος υπέβαλε με το υπ' αριθμ. πρωτ. .../20-3-2002 (αριθμ. πρωτ. ΕΡΓΟΣΕ .../20-3-2002) ένσταση κατά της τεκμαιρόμενης άρνησης της Διευθύνουσας Υπηρεσίας για την καταβολή αποζημίωσης λόγω διακοπής της εκπόνησης μελέτης επαναλαμβάνοντας τις περιεχόμενες στην ως άνω αίτησή του απαιτήσεις.
Στις 9-4-2002 ο ανάδοχος άσκησε την υπ' αριθμ. πρωτ. ... (ΕΡΓΟΣΕ .../9-4-2002) αίτηση θεραπείας κατά της υπ' αριθμ. .../9-1-2002 αποφάσεως του Διευθύνοντα Συμβούλου με την οποία είχε καθορισθεί ως αμοιβή του για τη στατική προμελέτη των κτιρίων του Σ.Κ.Α. το ποσό των 1.526.516,68 ευρώ, ζητώντας αφενός μεν τον καθορισμό και την έγκριση της αμοιβής για τις επικαλούμενες εργασίες της οριστικής μελέτης που πραγματοποίησε προκειμένου να συνταχθεί η προσμέτρηση και ο προϋπολογισμός, αφετέρου δε αποζημίωση για τις λοιπές εργασίες του σταδίου της οριστικής μελέτης που δεν εκτελέσθηκαν λόγω της εντολής για τη διακοπή της και λόγω της μη εμπρόθεσμης απόφασης επ' αυτής, άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου την υπό κρίση από 6-9-2002 πρώτη προσφυγή.
Στη συνέχεια η Διευθύνουσα Υπηρεσία συνέταξε Συγκριτικό Πίνακα, Κείμενο Επενεκτέων Μεταβολών και Πρωτόκολλο Κανονισμού Τιμών Μονάδας Νέων Εργασιών προκειμένου να επαναπροσδιορισθούν οι αμοιβές των μελετών. Ειδικότερα με τον από 19-4-2002 1ο Σ.Π. και 1ο Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε. που συνέταξε η Διευθύνουσα Υπηρεσία καθορίσθηκε ως αμοιβή α) για τις στατικές μελέτες το ποσό των 521.693.988 δραχμών (1.531.016,84 ευρώ) στο οποίο περιλαμβάνεται αμοιβή για την εκπόνηση της προμέτρησης και του προϋπολογισμού και αποζημίωση 30% για το μη εκτελεσθέν τμήμα της οριστικής μελέτης και το συνολικό ποσό της σύμβασης προσδιορίσθηκε σε 1.531.016,84 ευρώ, β) για γεωτεχνικές μελέτες και έρευνες ποσό 516.424,20 ευρώ, γ) για ηλεκτρομηχανολογικές μελέτες το ποσό των 55.655,68 ευρώ.
Για τον καθορισμό δε των ως άνω ποσών, έγινε δεκτό, μεταξύ των άλλων, ότι η σύνταξη της προσμέτρησης και προϋπολογισμού του σκελετού από οπλισμένο σκυρόδεμα του κτιρίου του Σιδηροδρομικού Σταθμού και των χώρων στάθμευσης του Σ.Κ.Α. αποτελεί μέρος της οριστικής μελέτης του επίδικου έργου, εγκεκριμένου προϋπολογισμού 52.879.668,54 ευρώ και υπολογίσθηκε ποσοστό αμοιβής 2,04% ως προς τη συνολική αμοιβή της οριστικής μελέτης, ενώ θεωρήθηκε ότι το ποσοστό του μη εκτελεσθέντος τμήματος αυτής, επί του οποίου δικαιούται αποζημίωση ο ανάδοχος λόγω της διακοπής αυτής ισούται με το 97,06%.
Παράλληλα και ως προς τις γεωτεχνικές έρευνες η Διευθύνουσα Υπηρεσία στα ως άνω έγγραφά της περιέκοψε εργασίες και μείωσε το ποσό του πινακίου αμοιβής της αμοιβής των γεωτεχνικών μελετών από 195.034.908 δραχμές σε 175.971.597 δραχμές. Κατά των ανωτέρω 1ου Σ.Π. και 1ου Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε. ο ανάδοχος υπέβαλε την υπ' αριθμ. πρωτ. .../25-4-2002 (αριθμ.
πρωτ. ΕΡΓΟΣΕ ...) ένστασή του, ενώ στη συνέχεια κατά της τεκμαιρόμενης απόρριψής της άσκησε την υπ' αριθμ. πρωτ. .../30-9-2002 αίτηση θεραπείας και λόγω της μη εμπρόθεσμης απόφασης επ'αυτής άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου την υπό κρίση από 26-2-2003 δεύτερη προσφυγή του. Τέλος το Διοικητικό Συμβούλιο της καθής με την υπ' αριθμ. .../5-9-2002 απόφασή του ενέκρινε ομόφωνα α) τον 1ο Σ.Π.
καθώς και το Κείμενο Επενεκτέων Μεταβολών που το συνοδεύει της μελέτης "Β Φάση Μελετών του Σ.Κ.Α." συνολικού ποσού 1.684.483,44 ευρώ, με τον οποίο επέρχεται αύξηση του οικονομικού αντικειμένου έναντι της αρχικής σύμβασης κατά ποσό 275.826,07 ευρώ και β) τον 1ο Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε. της ως άνω μελέτης. Ειδικότερα με τα ως άνω έγγραφα αφού καθορίσθηκε Νέα Τιμή Μονάδας για τη σύνταξη προσμέτρησης και προϋπολογισμού του σκελετού από οπλισμένο σκυρόδεμα του κτιρίου του σιδηροδρομικού σταθμού και των χώρων στάθμευσης του Σ.Κ.Α.
εγκεκριμένου προϋπολογισμού 52.879.668,54 ευρώ, σε ποσοστό αμοιβής 2,04% ως προς τη συνολική αμοιβή της οριστικής μελέτης και περικόπηκε η αποζημίωση ποσοστού 30% για το υπόλοιπο 97,96% τμήμα της οριστικής μελέτης, που δεν εκπονήθηκε, η εγκρινόμενη αμοιβή του αναδόχου για την εκτέλεση του επίδικου έργου, αναλύεται ως εξής α) στατική προμελέτη των κτιρίων του σιδηροδρομικού σταθμού και των χώρων στάθμευσης στο Σ.Κ.Α.
σε ποσό 1.184.179,42 ευρώ, β) προκαταρκτική μελέτη τοίχων για τους περιβάλλοντες χώρους των κτιρίων στο Σ.Κ.Α. σε ποσό 3.881,20 ευρώ, γ) σύνταξης προσμέτρησης και προϋπολογισμού κατά τα παραπάνω, που αντιστοιχεί σε ποσοστό αμοιβής 2,04% της σύνταξης της οριστικής μελέτης αυτών σε ποσό 33.820,16 ευρώ και συνολικά σε ποσό 1.221.880,78 ευρώ και μετά την εφαρμογή της έκπτωσης υπέρ Δημοσίου ποσού 109.477,23 ευρώ, η συνολική αμοιβή των στατικών μελετών ανέρχεται σε 1.112.403,56 ευρώ, δ) γεωτεχνικές μελέτες και έρευνες σε ποσό 516.424,20 ευρώ μετά την εφαρμογή έκπτωσης υπέρ του Δημοσίου.
Κατά των πιο πάνω πράξεων που θεωρήθηκαν από τον ανάδοχο βλαπτικές των συμφερόντων του υποβλήθηκε η υπ'αριθμ. .../15-10-2002 (αριθμ. πρωτ. ΕΡΓΟΣΕ .../15-10-2002) ένσταση, επί της οποίας δεν εκδόθηκε απόφαση, στη συνέχεια κατά της τεκμαιρόμενης απόρριψης ασκήθηκε η υπ' αριθμ. .../23-12-2002 αίτηση θεραπείας και δεδομένου ότι δεν εκδόθηκε απόφαση επ' αυτής, ασκήθηκε η υπό κρίση από 21-5-2003 τρίτη προσφυγή.
Περαιτέρω και ως προς τα ζητήματα που τέθηκαν με την υπ' αριθμ. .../2007 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου που διέταξε τη διενέργεια δικαστικής πραγματογνωμοσύνης, ο πραγματογνώμων Γιώργος Χατζηστεργίου, πολιτικός μηχανικός, αποφάνθηκε τα εξής : α) ότι η εντολή που δόθηκε κατά τη διάρκεια εκπόνησης της προμελέτης με το υπ' άριθμ.
πρωτ. .../30-8-2001 έγγραφο του Διευθυντή της Διεύθυνσης Έργου του εργοδότη προς τον ανάδοχο να συντάξει προσμέτρηση και προϋπολογισμό του φέροντος οργανισμού του Σ.Κ.Α., εργασία που εκπονήθηκε από τον ανάδοχο και εγκρίθηκε από τον εργοδότη, αφορά εργασίες εκτός του περιεχομένου της φάσης της στατικής προμελέτης που πρέπει να αμειφθούν, β) ότι η ως άνω εντολή σύνταξης προσμέτρησης κλπ δεν συνεπάγεται έναρξη του σταδίου της οριστικής στατικής μελέτης, καθότι αα) δεν υπήρχε ρητή και συγκεκριμένη εντολή του εργοδότη για την έναρξη του σταδίου της οριστικής μελέτης, ούτε συνιστά τέτοια εντολή η ανάθεση συγκεκριμένης εργασίας που εμπεριέχεται στο περιεχόμενο της οριστικής μελέτης, ββ) ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 237 του Π.Δ. 696/1974 για την εκπόνηση της οριστικής μελέτης δεδομένου ότι πέραν του ότι δεν είχε παραδοθεί από τον εργοδότη στον ανάδοχο η εκπόνηση της αρχιτεκτονικής μελέτης, δεν είχαν ολοκληρωθεί και παραδοθεί στον εργοδότη από τον ανάδοχο η εγκεκριμένη στατική προμελέτη και οι εγκεκριμένες προμελέτες εγκαταστάσεων, γ) ότι ως προς τον τρόπο αμοιβής της πρόσθετης, πέραν της προμελέτης, εκπονηθείσας από τον ανάδοχο εργασίας, δεν συνιστούν τρόπο υπολογισμού τα τεύχη δημοπράτησης δεδομένου ότι η φάση των τευχών είναι η καταληκτική για το έργο αφού ολοκληρωθούν και εγκριθούν και όλες οι φάσεις μελέτης του έργου (προμελέτη-οριστική μελέτη-μελέτη εφαρμογής) οπότε υπάρχουν τα στοιχεία για την εκπόνησή τους και ότι στην επίδικη περίπτωση, που υπάρχει μόνο η εγκεκριμένη προμελέτη και η έγκριση της επιπλέον εργασίας που ζητήθηκε, δεν μπορεί να εφαρμοσθεί ο ανωτέρω τρόπος υπολογισμού της αμοιβής και ότι ως βάση προσδιορισμού της αμοιβής της επί πλέον εργασίας είναι το ποσοστό % που αντιστοιχούν αυτές στην αμοιβή της οριστικής μελέτης, δ) ότι για τον υπολογισμό σε ποσοστό των εργασιών του αναδόχου που απαιτούνται για την οριστική μελέτη αα) η προσμέτρηση και ο προϋπολογισμός κατά προσέγγιση που εκπονήθηκε εξ υπαρχής και εξ ολοκλήρου από τη ανάδοχο ανέρχονται σε ποσοστό 10%, ββ) τα 36 σχέδια υπό κλίμακα 1:200 ανέρχονται σε ποσοστό 10%, γγ) ο προσεγγιστικός υπολογισμός των διαστάσεων που έγινε για τις πασσαλώσεις (δηλαδή για εργασίες κάτω από το επίπεδο του εδάφους) ανέρχεται σε 6% και δδ) τα σχέδια ξυλοτύπων πασσαλώσεων ανέρχονται 2% και ότι το συνολικό ποσοστό των εργασιών των περιεχομένων της οριστικής μελέτης ανέρχεται σε 28% (10 + 10 + 6 + 2), ε) ότι η σύνταξη της προσμέτρησης και του προϋπολογισμού συνιστούσε εργασία που αντιπροσώπευε ποσοστό 28% της οριστικής στατικής μελέτης και ότι ο τρόπος υπολογισμού της αμοιβής αυτής δεν μπορεί να βασισθεί στα της προμελέτης, στ) ότι η προκαταρκτική μελέτη των απαραίτητων τεχνικών έργων και συγκεκριμένα των τοίχων αντιστήριξης για τη διαμόρφωση του Σ.Σ.
στη + 142,50 χ.θ. που αφορούν τους περιβάλλοντες χώρους είναι τμήμα της μελέτης τεχνικών έργων που αμείβεται με ποσοστό 10%, ζ) ότι ο αριθμός των πιεζομέτρων που τοποθετήθηκαν και λειτούργησαν σύμφωνα με τον προορισμό τους (μέτρηση στάθμης υδροφόρου μετά την ολοκλήρωση των γεωτρήσεων) ανέρχεται σε δεκαοκτώ (18), και η) ότι το μήκος των πιεζομετρικών σωλήνων ανέρχεται σε 851,30 μέτρα και το μήκος του δικτύου υδροδότησης που κατασκευάσθηκε με βάση τα επιμετρητικά στοιχεία του έργου ανέρχεται σε 4.650 μέτρα....Περαιτέρω ο ισχυρισμός του αναδόχου ότι με την υπ' αριθμ.
πρωτ. .../30-8-2001 έγγραφη εντολή του Διευθυντή της Διεύθυνσης Έργου του εργοδότη προς αυτόν να συντάξει προσμέτρηση και προϋπολογισμό του φέροντος οργανισμού του Σ.Κ.Α., υπεισήλθε στο στάδιο της οριστικής μελέτης από το οποίο εκπόνησε εργασίες που αντιστοιχούν τουλάχιστον στο 50% των εργασιών της οριστικής μελέτης,...δεν είναι βάσιμοι, καθότι αποδείχθηκε ότι η εντολή που δόθηκε κατά τη διάρκεια εκπόνησης της προμελέτης, με το προαναφερθέν υπ' αριθμ.
πρωτ. .../30-8-2001 έγγραφο του εργοδότη προς τον ανάδοχο να συντάξει προσμέτρηση και προϋπολογισμό του φέροντος οργανισμού του Σ.Κ.Α., εργασία που εκπονήθηκε από τον ανάδοχο και εγκρίθηκε από τον εργοδότη, αφορά μεν εργασίες εκτός του περιεχομένου της φάσης της στατικής προμελέτης που πρέπει να αμειφθούν, πλην, όμως, η ως άνω εντολή δεν συνεπαγόταν έναρξη του σταδίου της οριστικής στατικής μελέτης, όπως αποφάνθηκε και ο δικαστικός πραγματογνώμονας, καθότι α) δεν υπήρχε ρητή και συγκεκριμένη εντολή του εργοδότη για την έναρξη του σταδίου της οριστικής μελέτης, ούτε συνιστούσε τέτοια εντολή η ανάθεση συγκεκριμένης εργασίας που εμπεριέχεται στο περιεχόμενο της οριστικής μελέτης, β) ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 237 του ΠΔ 696/1974 για την εκπόνηση της οριστικής μελέτης δεδομένου ότι πέραν του ότι δεν είχε παραδοθεί από τον εργοδότη στον ανάδοχο η εκπόνηση της αρχιτεκτονικής μελέτης, δεν είχαν ολοκληρωθεί και παραδοθεί στον εργοδότη από τον ανάδοχο η εγκεκριμένη στατική προμελέτη και οι εγκεκριμένες προμελέτες εγκαταστάσεων.
Επιπρόσθετα η καθής η προσφυγή με το υπ' αριθμ. πρωτ. .../9-1-2002 έγγραφο της Διευθύνουσας Υπηρεσίας της καθής προς τον ανάδοχο, αφού έκανε αναφορά ότι εγκρίθηκε η υποβληθείσα από τον ανάδοχο στατική προμελέτη, γνωστοποίησε στον τελευταίο (ανάδοχο) ότι από το στατικό μέρος που περιλαμβάνεται στο αντικείμενο της μελέτης του θέματος (Β' φάση Μελετών του Σ.Κ.Α.
Σύμβασή .../2001), δεν θα εκπονηθεί καμία άλλη μελέτη, ούτε τα επόμενα στάδια (οριστική μελέτη και μελέτη εφαρμογής). Εξάλλου..., στο άρθρο 14 της Συγγραφής Υποχρεώσεων οριζόταν, μεταξύ των άλλων, ότι ο εργοδότης δικαιούται να διακόψει οποτεδήποτε και χωρίς αιτιολογία την εκπόνηση της μελέτης και να προβεί στη λύση της σύμβασης και ότι στην περίπτωση αυτή ο ανάδοχος δικαιούταν να αποζημιωθεί μόνο για τις εργασίες ολοκλήρωσης του σταδίου διακοπής τις οποίες δεν είχε εκτελέσει, κατά την παρ.2 του άρθρου 14 του Π.Δ. 194/1979 και ότι ουδεμίας αποζημίωσης δικαιούταν για εργασίες που δεν είχε αρχίσει.
Από το συνδυασμό των προεκτεθεισών... διατάξεων των παρ. 1-2 του άρθρου 14 του ΠΔ 194/1979 και της παρ.3 του άρθρου 17 του ν. 716/1977, που εφαρμόζονται στην επίδικη σύμβαση εκπονήσεως μελέτης, σύμφωνα με το προαναφερθέν άρθρο 14 της Συγγραφής Υποχρεώσεων, προκύπτει σαφώς ότι εφόσον η καθής ως εργοδότης προέβη με την ολοκλήρωση του σταδίου της προμελέτης στη διακοπή της μελέτης και στη λύση της ανωτέρω συμβάσεως, ο ανάδοχος, στον οποίο είχαν ανατεθεί όλα τα στάδια της μελέτης, δικαιούται να αποζημιωθεί μόνο για τις εργασίες του σταδίου της προμελέτης και δεν δικαιούται καμία αποζημίωση για τα στάδια της οριστικής μελέτης και της μελέτης εφαρμογής στα οποία δεν είχε υπεισέλθει.
Επιπρόσθετα, από το άρθρο 14 της Συγγραφής Υποχρεώσεων, προκύπτει ότι μετά τη λύση της συμβάσεως με την ολοκλήρωση του σταδίου της προμελέτης, δεν τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 87 του ΠΔ 696/1974 που όπως προεκτέθηκε, ορίζει προσαύξηση α) της αμοιβής της προμελέτης κατά 40% στην περίπτωση αναθέσεως στο μελετητή της εκπονήσεως του πρώτου σταδίου της προμελέτης και β) της αμοιβής της προμελέτης και οριστικής μελέτης κατά 25% στην περίπτωση αναθέσεως στο μελετητή των ως άνω σταδίων, καθότι στην προκειμένη περίπτωση εφαρμόζονται οι ειδικότερες προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 3 του Ν. 716/1977 και του άρθρου 14 παρ. 1-2 του ΠΔ 194/1979, βάσει των οποίων, όταν δεν προβλέπεται υπό της συμβάσεως η άνευ αποζημιώσεως λύση αυτής, προβλέπεται αποζημίωση σε ποσοστό 10% επί του υπολοίπου χρηματικού αντικειμένου της συμβάσεως σε περίπτωση λύσεως της συμβάσεως μετά την ολοκλήρωση εκπονούμενου σταδίου (παρ.1 άρθρο 14 ΠΔ 194/1979) και αποζημίωση σε ποσοστό 30% για τις υπολειπόμενες εργασίες του εκπονούμενου σταδίου σε περίπτωση λύσεως της συμβάσεως κατά τη διάρκεια αυτού και ανάλογη εφαρμογή της παρ.1 για τα υπόλοιπα στάδια (παρ.2 άρθρο 14 ΠΔ 194/1979).
Συνακόλουθα και εφόσον είχε συμφωνηθεί στην επίδικη σύμβαση μελέτης ότι η καθής οι προσφυγές ως εργοδότης υποχρεούταν να αποζημιώνει τον ανάδοχο, σε περίπτωση λύσεως της συμβάσεως, μόνο για τις εργασίες ολοκλήρωσης του σταδίου διακοπής, αυτή, λόγω της εκ μέρους της λύσεως της συμβάσεως καθόν χρόνο ο ανάδοχος είχε ολοκληρώσει το στάδιο της προμελέτης και δεν είχε εισέλθει στο στάδιο της οριστικής μελέτης, υποχρεούται να αποζημιώσει τον ανάδοχο για όλες τις εργασίες του σταδίου της προμελέτης, χωρίς την προσαύξηση κατά ποσοστό 40% καθότι το άρθρο 87 του ΠΔ 696/1974 δεν εφαρμόζεται, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν (ΑΠ 790/2008, ΑΠ 1944/2006 οπ.).
Κατόπιν των ανωτέρω, είναι απορριπτέα ως κατ' ουσία αβάσιμα, τόσο το κύριο αίτημα της υπό κρίση από 6-9-2002 προσφυγής όσο και τα επικουρικά αιτήματα αυτής που στηρίζονται στους ισχυρισμούς της πρώτης προσφεύγουσας ότι είχε εισέλθει στο στάδιο της οριστικής μελέτης, όταν η καθής προέβη στη λύση της συμβάσεως και ότι εκ του λόγου τούτου της οφείλει τις αμοιβές των σταδίων της προμελέτης και του τμήματος της οριστικής μελέτης με προσαύξηση 25% και επιπρόσθετα και αποζημίωση για το μη εκπονηθέν τμήμα της οριστικής μελέτης και ότι σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι αυτή (ανάδοχος) δεν είχε εισέλθει στο στάδιο της οριστικής μελέτης ότι η καθής της οφείλει την προσαύξηση 40% της αμοιβής για την εκπόνηση της προμελέτης.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι πρόσθετες εργασίες που εκπόνησε η ανάδοχος κατόπιν εντολής της καθής, που δεν ενέπιπταν στο στάδιο της προμελέτης, ανέρχονται σε ποσοστό 28% του συνόλου των εργασιών για την εκπόνηση της οριστικής στατικής μελέτης, όπως αποφάνθηκε και ο δικαστικός πραγματογνώμονας.... Συνακόλουθα η αμοιβή για τις επιπρόσθετες της προμελέτης εργασίες, την οποία δικαιούται η πρώτη προσφεύγουσα σύμφωνα με το προαναφερθέν άρθρο 8.1 της υπ' αριθμ. .../2001 συμβάσεως (βάσει του οποίου στην πρώτη προσφεύγουσα καταβάλλεται το 100% της αμοιβής των στατικών μελετών και των γεωτεχνικών μελετών) ανέρχεται, με βάση την αμοιβή για τη σύνταξη της οριστικής μελέτης του έργου ύψους 564.912.790 δραχμών, όπως προκύπτει από την ανάλυση νέας τιμής μονάδας που συνοδεύει το 1ο ΠΚΤΜΝΕ, σε ποσοστό 28% της ως άνω αμοιβής και στο ποσό των 158.175.581 δραχμών (564.912.790 δρχ.
Χ 28%). Από το ποσό αυτό πρέπει να αφαιρεθεί ποσό 11.524.221 δραχμών που καταβλήθηκε από την ως άνω αιτία από τη καθής στην πρώτη προσφεύγουσα (564.912.790 δρχ. Χ 2,04%) και συνεπώς αυτή δικαιούται τη διαφορά των 146.651.360 δραχμών (158.175.581 δρχ. -11.524.221 δρχ.). Από το ποσό αυτό... συνολικά εκπίπτει (υπέρ Δημοσίου) ποσό 20.497.704 δραχμών...
Επομένως η πρώτη προσφεύγουσα δικαιούται για την ως άνω αιτία τη διαφορά των 126.153.656 δραχμές (146.651.360 δραχμών- 20.497.704 δρχ.) και ήδη 370.223,50 ευρώ.... Περαιτέρω, όπως προεκτέθηκε, με τον 1ο Σ.Π., όπως αναμορφώθηκε με την υπ' αριθμ. .../5-9-2002 απόφαση του Δ/Σ της καθής και σε σχέση με τη γεωτεχνική μελέτη και έρευνα που διενήργησε η πρώτη προσφεύγουσα, η αμοιβή αυτής διαμορφώθηκε στο ποσό των 175.971.547 δραχμών (516.424,20 ευρώ) μετά από περικοπές στο από 19-4-2002 πινάκιο αμοιβής στο οποίο αναγραφόταν αρχικά ότι η αμοιβή της προσφεύγουσας ανερχόταν στο ποσό των 195.971.547 ευρώ....
Συνολικά η αμοιβή από τις εργασίες που περικόπηκαν για την ως άνω αιτία ανέρχεται στο ποσό των 14.255.784 δραχμών (9.939.500 + 386.008 + 3.930.276).... Πρέπει να σημειωθεί, όμως, ότι η πρώτη προσφεύγουσα με την υπ' αριθμ. .../25-4-2002 ένστασή της και με την υπ' αριθμ. πρωτ. .../30-9-2002 αίτηση θεραπείας ζητούσε να διορθωθεί ο προϋπολογισμός των γεωτεχνικών ερευνών για τις περικοπείσες εργασίες....
δηλαδή να συμπεριληφθεί επί πλέον ποσό αμοιβής ύψους 13.535.319 δραχμών (189.506.866-175.971.547). Κατόπιν τούτου απαράδεκτα με το δικόγραφο της υπό κρίση από 26-2-2003 προσφυγής ζητείται η επιδίκαση αμοιβής για την ως άνω αιτία ύψους 19.063.361 δραχμών (55.945.30 ευρώ), αφού... δεν μπορεί να ζητηθεί με αυτή (προσφυγή) ποσό μεγαλύτερο από το προσδιορισθέν, για την ως άνω αιτία, με την ένσταση και αίτηση θεραπείας ύψους 13.535.319 δραχμών.
Επομένως η πρώτη προσφεύγουσα, επιπρόσθετα του ποσού που έχει εισπράξει από την καθής ως αμοιβή για την υποβληθείσα γεωτεχνική μελέτη και έρευνα (175.971.547 δρχ.), από το προαναφερθέν επί πλέον ποσό αμοιβής των 13.535.319 δραχμών από τις εργασίες που εσφαλμένα περικόπηκαν από την καθής, και μετ'αφαίρεση του ποσού των 2.030.297 δραχμών που αντιστοιχεί στο ποσοστό έκπτωσης (15%) υπέρ του Δημοσίου (13.535.319 δρχ Χ 15%), δικαιούται τη διαφορά των 11.505.022 δραχμών (13.535.319 - 2.030.297) και ήδη 33.763,82 ευρώ....".
Mε βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, Α) όσον αφορά την από 6-9-2002 προσφυγή των αναιρεσειουσών: α) αναγνώρισε ότι είναι άκυρη εν μέρει η τεκμαιρόμενη απόρριψη από την αναιρεσίβλητη της υπ' αριθ. πρωτ. .../9-4-2002 αιτήσεως θεραπείας των προσφευγουσών εταιρειών κατά της υπ' αριθ. .../9-1-2002 αποφάσεως του Γενικού Διευθυντή της αναιρεσίβλητης, κατά το μέρος που αφορά την αμοιβή ύψους 370.223,50 ευρώ για τις πρόσθετες εργασίες της στατικής μελέτης της πρώτης αναιρεσείουσας, β) απέρριψε ως κατ'ουσία αβάσιμο το κύριο αναγνωριστικό αίτημα για επιδίκαση αμοιβής ύψους 1.379.118,99 ευρώ, γ) απέρριψε ως κατ'ουσία αβάσιμα αα) το πρώτο επικουρικό αίτημα (που στηρίζεται στον ισχυρισμό ότι η ανάδοχος είχε υπεισέλθει στο στάδιο της οριστικής μελέτης) για επιδίκαση αμοιβής ύψους 1.101.914,5 ευρώ, ββ) το δεύτερο αναγνωριστικό επικουρικό αίτημα (που στηρίζεται στον ισχυρισμό ότι η ανάδοχος δεν είχε υπεισέλθει στο στάδιο της οριστικής μελέτης, ότι δικαιούται αμοιβή με προσαύξηση 40% για την προμελέτη και ότι εκτέλεσε εργασίες που αντιπροσωπεύουν ποσοστό 50% της οριστικής μελέτης) για επιδίκαση αμοιβής ύψους 1.083.800,85 ευρώ, και γγ) το τρίτο αναγνωριστικό επικουρικό αίτημα (που στηρίζεται στον ισχυρισμό ότι η ανάδοχος δεν είχε εισέλθει στο στάδιο της οριστικής μελέτης και ότι της ανατέθηκε μόνο το πρώτο στάδιο για το οποίο δικαιούται προσαύξηση 25% και ότι εκτέλεσε εργασίες που αντιπροσωπεύουν ποσοστό 50% τη οριστικής μελέτης) για επιδίκαση αμοιβής ύψους 932.852,26 ευρώ, και δ) δέχθηκε εν μέρει ως κατ' ουσία βάσιμη την ανωτέρω προσφυγή ως προς το τέταρτο αναγνωριστικό επικουρικό αίτημα (που στηρίζεται στον ισχυρισμό ότι η ανάδοχος δεν είχε εισέλθει στο στάδιο της οριστικής μελέτης και ότι εκτέλεσε εργασίες που αντιπροσωπεύουν ποσοστό 28% της οριστικής μελέτης), και αναγνώρισε ότι η αναιρεσίβλητη υποχρεούται να καταβάλει στην πρώτη αναιρεσείουσα το ποσό των 370.223,50 ευρώ, ενώ απέρριψε το αίτημα για προσαύξηση κατά ποσοστό 40% της αμοιβής της προμελέτης ως κατ'ουσία αβάσιμο.
Β) Όσον αφορά την από 26-2-2003 προσφυγή: α) αναγνώρισε ότι είναι άκυρη εν μέρει η τεκμαιρόμενη απόρριψη από την αναιρεσίβλητη της υπ' αριθ. πρωτ. .../30-9-2002 αιτήσεως θεραπείας των προσφευγουσών αα) κατά το μέρος που αφορά την αμοιβή για τις ανατεθείσες από την καθής η προσφυγή στην πρώτη προσφεύγουσα πρόσθετες εργασίες για τη στατική μελέτη που ανέρχεται στο ποσό 370.223,50 ευρώ και ββ) κατά το μέρος που αφορά την περικοπή από την καθής η προσφυγή αμοιβής για τις προαναφερθείσες εργασίες της γεωτεχνικής μελέτης που ανέρχεται στο ποσό των 33.763,82 ευρώ και β) αναγνώρισε ότι η αναιρεσίβλητη οφείλει να καταβάλει στην πρώτη αναιρεσείουσα το ποσό των 33.763,82 ευρώ.
Γ) ως προς την από 21-5-2003 προσφυγή: α) αναγνώρισε ότι είναι άκυρη εν μέρει η τεκμαιρόμενη απόρριψη από την αναιρεσίβλητη της υπ'αριθμ. πρωτ. .../23-12-2002 αιτήσεως θεραπείας των αναιρεσειουσών και αναγνώρισε, επίσης, ότι πρέπει να τροποποιηθεί η υπ' αριθ. .../5-9-2002 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσίβλητης και να ανασυνταχθούν ο 1ος Συγκριτικός Πίνακας και το 1ο Πρωτόκολλο Κανονισμού Τιμών Μονάδας Νέων Εργασιών, ώστε να συμπεριλάβουν την αμοιβή για τις πρόσθετες εργασίες της στατικής μελέτης που διενήργησε η πρώτη αναιρεσείουσα ύψους 370.223,50 ευρώ και την αμοιβή για τις προαναφερθείσες εργασίες της γεωτεχνικής μελέτης και έρευνας που διενήργησε η πρώτη αναιρεσείουσα, που περικόπηκαν, ύψους 33.763,82 ευρώ.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο, αφού δέχθηκε ότι οι αναιρεσείουσες δεν υπεισήλθαν στο στάδιο εκπόνησης της οριστικής μελέτης, απέρριψε το αίτημα αυτών για καταβολή αποζημίωσης για τις μη εκτελεσθείσες εργασίες του σταδίου της οριστικής μελέτης, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 237 παρ. 2 του ν. 696/1974, που ήταν εφαρμοστέα στη συγκεκριμένη περίπτωση, και δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 3 του ν. 716/1977 και 14 παρ. 2 του π.δ/τος 194/1979, οι οποίες υπό τα ως άνω γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν ήταν εφαρμοστέες, καθόσον, ειδικότερα, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης α) δεν υπήρχε ρητή και συγκεκριμένη εντολή του εργοδότη για την έναρξη του σταδίου της οριστικής μελέτης, β) δεν είχε παραδοθεί από τον εργοδότη στον ανάδοχο η εκπόνηση της αρχιτεκτονικής μελέτης και, επίσης, δεν είχαν ολοκληρωθεί και παραδοθεί στον εργοδότη από τον ανάδοχο η εγκεκριμένη στατική προμελέτη και οι εγκεκριμένες προμελέτες εγκαταστάσεων, με αποτέλεσμα να μη συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 237 του ΠΔ 696/1974 για την εκπόνηση της οριστικής μελέτης, γ) η αναιρεσίβλητη, αμέσως μετά την έγκριση της προμελέτης στις 9-1-2002, όπως είχε δικαίωμα με βάση το άρθρο 14 της Συγγραφής Υποχρεώσεων, γνωστοποίησε στον ανάδοχο, με το υπ' αριθ.
πρωτ. 3144296/10-1-2002 έγγραφο της Διευθύνουσας Υπηρεσίας, ότι δεν θα εκπονηθεί καμία άλλη μελέτη, ούτε τα επόμενα στάδια (οριστική μελέτη και μελέτη εφαρμογής) της εκπονηθείσας, και δ) η εντολή της αναιρεσίβλητης προς τον ανάδοχο να συντάξει προμέτρηση και προϋπολογισμό του φέροντος οργανισμού του Σ.Κ.Α., που δόθηκε με το υπ' αριθ.
πρωτ. .../30-8-2001 έγγραφο της αναιρεσίβλητης, αποτελούσαν μεν περιεχόμενο της οριστικής μελέτης, πλην όμως αφορούσε αποκλειστικά τις μεμονωμένες αυτές εργασίες και δόθηκε κατά τη διάρκεια εκπόνησης της προμελέτης, προτού αυτή παραδοθεί και εγκριθεί από την αναιρεσίβλητη, και, ως εκ τούτου, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, δεν συνεπαγόταν έναρξη του σταδίου της οριστικής στατικής μελέτης, ώστε να δικαιούνται οι αναιρεσείουσες, λόγω λύσεως της συμβάσεως από την αναιρεσίβλητη, αποζημιώσεως κατά τις διατάξεις των προαναφερθεισών διατάξεων των άρθρων 17 παρ. 3 του ν. 716/1977 και 14 παρ. 2 του π.δ/τος 194/1978.
Εξάλλου, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτουμένη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου.
Τούτο δε, διότι αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, και επάρκεια τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, ότι δηλαδή οι αναιρεσείουσες δεν έκαναν έναρξη του σταδίου της οριστικής μελέτης και, συνεπώς, δεν εδικαιούντο αποζημιώσεως για το μη εκτελεσθέν τμήμα του σταδίου αυτού.
Επομένως, ο πρώτος, από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναρεσείουσες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, με το π.δ. 696/1974, όπως τροποποιήθηκε με το π.δ. 515/1989 και ίσχυε κατά τον ένδικο χρόνο, πριν την 3.7.2011 (άρθρα 7 και 10 ν. 3919/2011), καθορίζονται οι αμοιβές των μηχανικών, οι οποίες αποτελούν τα υποχρεωτικώς εφαρμοζόμενα κατώτατα όρια αμοιβής για την εκπόνηση, μεταξύ άλλων, στατικών και αρχιτεκτονικών μελέτης κτιριακών έργων (ΟλΑΠ 2/2021).
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1, 2 παρ. 1α , 3 παρ. 1, 4, 6, 80 παρ. 1, 229 παρ. 2 και 230 παρ. 2 του π.δ/τος 696/1974, προκύπτει ότι η αμοιβή ιδιωτικών μηχανικών για την εκπόνηση των αναφερομένων στο διάταγμα αυτό μελετών κτιριακών έργων καθορίζεται και σε ποσοστά επί της εκατό του προϋπολογισμού των μελετωμένων έργων με βάση προβλεπόμενο τύπο.
Ο προϋπολογισμός, ο οποίος λαμβάνεται υπόψη για το υπολογισμό της αμοιβής κάθε έργου, είναι αυτός που εξάγεται από τις ποσότητες όλων των κονδυλίων, από την αναλυτική προσμέτρηση και τις τιμές μονάδας των σχετικών εργασιών που υπολογίζονται με βάση τις εγκεκριμένες αναλύσεις τιμών και τις βασικές τιμές ημερομισθίων, υλικών και μισθωμάτων μηχανημάτων κατά το χρόνο συντάξεως του προϋπολογισμού του τελευταίου σταδίου της μελέτης.
Ο κατά τον προαναφερόμενο τρόπο υπολογισμός της αμοιβής του μελετητή μηχανικού ισχύει και για τα ενδιάμεσα στάδια μελέτης. Κατά το άρθρο 80 παρ. 1 εκάστη μελέτη κτιριακού έργου περιλαμβάνει την αρχιτεκτονική μελέτη, τη μελέτη φέρουσας κατασκευής, τις μελέτες των εγκαταστάσεων και τις μελέτες των έργων υποδομής και διαμορφώσεως του οικοπέδου και εν γένει του περιβάλλοντος χώρου, επί του οποίου ανεγείρεται το κτιριακό έργο, ενώ κατά το άρθρο 81 τα στάδια εκπονήσεως εκάστης των ανωτέρω μελετών είναι η προμελέτη, η οριστική μελέτη και η μελέτη εφαρμογής.
Σύμφωνα δε με την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 87 του ως άνω π.δ/τος, αν ανατεθεί στο μελετητή η εκπόνηση μόνο του πρώτου σταδίου της μελέτης, ήτοι της προμελέτης, η αντίστοιχη αμοιβή προσαυξάνεται κατά 40% και αν ανατεθεί σ` αυτόν η εκπόνηση μόνο των δύο πρώτων σταδίων της μελέτης ήτοι της προμελέτης και της οριστικής μελέτης, οι αντίστοιχες αμοιβές προσαυξάνονται κατά 25%.
Η εν λόγω προσαύξηση έχει την έννοια της επί πλέον αμοιβής του μελετητή για το εκπονηθέν απ' αυτόν στάδιο, η οποία δικαιολογείται εκ του ότι ο συντάσσων την μελέτη μόνο του πρώτου σταδίου είναι υποχρεωμένος να προβεί σε ειδικές προβλέψεις για τη δομή, λειτουργία και δαπάνη του όλου κτιριακού έργου, στοιχεία τα οποία πρόκειται να εξειδικευθούν στα επόμενα στάδια της μελέτης, μέσω ιδίως της σύνταξης προσεγγιστικού προϋπολογισμού για το σύνολο του έργου, της σύνταξης γενικής τεχνικής περιγραφής του έργου και της εξέτασης της προσφορότερης αρχιτεκτονικής λύσεως.
Η διερεύνηση δε και επαλήθευση των προτεινομένων οικονομικών και τεχνικών λύσεων απαιτεί, κατά τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, την πλήρη εξέταση και επεξεργασία των τοπογραφικών, εδαφολογικών, πολεοδομικών, κλιματολογικών και λοιπών στοιχείων, όπως αυτά δίδονται στον μελετητή από τον εργοδότη πριν την έναρξη συντάξεως της προμελέτης.
Ενόψει, συνεπώς, των ως άνω δικαιολογητικών λόγων που υπαγόρευσαν την καθιέρωση της πρόσθετης αυτής αμοιβής, η τελευταία δεν αποτελεί χρηματική αποζημίωση του μελετητή λόγω της μη ανάθεσης σε αυτόν και των λοιπών σταδίων της μελέτης, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, η εκπόνηση οποιουδήποτε σταδίου της μελέτης λαμβάνει χώρα στα πλαίσια εκπλήρωσης αντίστοιχης συμβατικής υποχρέωσης.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η εν λόγω προσαύξηση οφείλεται όχι μόνον όταν το αντικείμενο της συμβάσεως ήταν εξ αρχής περιορισμένο - δηλαδή η ανάθεση αφορούσε ένα μόνο στάδιο -, αλλά και όταν, επί συμβάσεως αναθέσεως πλήρους μελέτης, το συμβατικό αυτής αντικείμενο περιορίζεται εκ των υστέρων μονομερώς από τον εργοδότη σε μόνο το πρώτο στάδιο εκπονήσεως της μελέτης.
Η αντίθετη άποψη θα αντέκειτο προς το πνεύμα των ανωτέρω διατάξεων του π.δ. 696/1974, αφού θα παραγνώριζε την, κατά τα άνω, αλληλεξάρτηση όλων των σταδίων της μελέτης, ιδίως δε τη σημασία της προμελέτης για τη σύλληψη των βασικών ιδεών που αφορούν στη λειτουργία, τη δομή, την μορφή καθώς και τη δαπάνη του συνολικού έργου (ΣτΕ 1021/2012, ΣτΕ 419/2008, αντίθ.
ΑΠ 790/2008, ΑΠ 1944/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλομένη την από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 87 παρ. 1 και 2του π.δ/τος 696/1074, 17 παρ. 3 του ν. 716/1977, 14 παρ. 2 του π.δ/τος 194/1979 και 700 ΑΚ, απέρριψε το αίτημά τους για προσαύξηση αφενός μεν της αμοιβής τους για την εκπονηθείσα μελέτη και αφετέρου της αποζημίωσής τους για τις εργασίες του σταδίου της οριστικής μελέτης που δεν εκτέλεσαν λόγω της λύσης της σύμβασης από την αναιρεσίβλητη, άλλως, στην περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί ότι η σύμβαση λύθηκε πριν να υπεισέλθουν στο στάδιο της οριστικής μελέτης, για προσαύξηση της αμοιβής τους κατά ποσοστό 40% για την εκπονηθείσα προμελέτη, εκλαμβάνοντας εσφαλμένα ότι η αποζημίωση λόγω διακοπής της μελέτης, από την οποία χωρεί παραίτηση με βάση τη σύμβαση, ταυτίζεται με την προσαύξηση της αμοιβής λόγω εκπόνησης μόνο του πρώτου σταδίου της μελέτης ή μόνο των δύο πρώτων σταδίων αυτής.
Ο λόγος αυτός, καθό μέρος ανάγεται σε έναρξη του σταδίου της οριστικής μελέτης, είναι αλυσιτελής, αφού η βασιμότητά του προϋποθέτει τη βασιμότητα του πρώτου λόγου της αναίρεσης, ο οποίος, όμως, κατά τα ανωτέρω απορρίφθηκε. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το ως άνω αναλυτικώς εκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο απέρριψε το αίτημα των αναιρεσειουσών για προσαύξηση της αμοιβής τους κατά ποσοστό 40% για την εκπονηθείσα προμελέτη, κρίνοντας ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 87 παρ. 2 του π.δ/τος 696/1974, καθόσον η αναιρεσίβλητη, έλυσε τη σύμβαση, όπως είχε δικαίωμα από το άρθρο 14 της Σ.Υ., καθόν χρόνο οι αναιρεσείουσες είχαν ολοκληρώσει μόνον το στάδιο της προμελέτης, χωρίς να έχουν εισέλθει στο στάδιο της οριστικής μελέτης, και, επομένως, αυτή έχει υποχρέωση να αποζημιώσει τον ανάδοχο για όλες τις εργασίες του σταδίου της προμελέτης, χωρίς όμως την πιο πάνω προσαύξηση.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 3 του ν. 716/1977, 14 παρ. 2 του π.δ/τος 194/1979 και ιδιαίτερα τη διάταξη του άρθρου 87 παρ. 2 του π.δ/τος 696/1074, τις οποίες δεν εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους, δεδομένου ότι οι αναιρεσείουσες, εφόσον, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προέβησαν στην εκπόνηση της προμελέτης, δικαιούνται την εν λόγω προσαύξηση της αμοιβής τους κατά ποσοστό 40%, παρά τη λύση της σύμβασης από την αναιρεσίβλητη, αφού, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, η εν λόγω προσαύξηση δεν αποτελεί χρηματική αποζημίωση των αναιρεσειουσών λόγω μη εκτέλεσης και των λοιπών σταδίων της μελέτης και, συνεπώς, οφείλεται όχι μόνο όταν το αντικείμενο της συμβάσεως ήταν εξαρχής περιορισμένο, δηλαδή, η ανάθεση αφορούσε το στάδιο της προμελέτης, αλλά και όταν επί συμβάσεως αναθέσεως πλήρους μελέτης, το συμβατικό αυτής αντικείμενο περιορίστηκε εκ των υστέρων μονομερώς από τον εργοδότη, όπως στην προκείμενη περίπτωση.
Συνεπώς, ο δεύτερος, κατά το οικείο μέρος, αναιρετικός λόγος, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η ως άνω πλημμέλεια, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Κατόπιν δε αυτού, παρέλκει, ως άνευ αντικειμένου, η έρευνα του τρίτου αναιρετικού λόγου, ο οποίος κατατείνει στο ίδιο αποτέλεσμα, με τον προαναφερθέντα δεύτερο λόγο, που έγινε δεκτός.
Κατά την έννοια των διατάξεων των αρθ.12 και 13 ν.1418/1984, οι οποίες, παρά την προβλεπόμενη κύρωση του "απαραδέκτου", είναι και ουσιαστικού δικαίου, αφού η μη τήρηση αυτών συνεπάγεται την ουσιαστική απώλεια του άξιου δικαστικής προστασίας, με προσφυγή, ιδιωτικού δικαιώματος - για το παραδεκτό της προσφυγής του αναδόχου ενώπιον του Εφετείου, πρέπει προηγουμένως να έχει εξαντληθεί υποχρεωτικά η διαδικασία διοικητικής επιλύσεως της διαφοράς με την άσκηση των παρεχόμενων από τον νόμο δύο επάλληλων ενδικοφανών μέσων, της ένστασης και αίτησης θεραπείας, μέσα στις οριζόμενες, κατά περίπτωση, ανατρεπτικές προθεσμίες και επιπλέον αυτά (ενδικοφανή μέσα), ως προς το περιεχόμενό τους, να συμπίπτουν με την προσφυγή.
Ειδικότερα, δεν επιτρέπεται να περιλαμβάνονται στα επόμενα ενδικοφανή ή ένδικα μέσα αιτήματα διάφορα ή περισσότερα από εκείνα, που είχαν περιληφθεί στα προηγούμενα ενδικοφανή μέσα και τα οποία το αρμόδιο να αποφανθεί επί τούτων όργανο απέρριψε είτε ρητώς είτε σιωπηρώς με την πάροδο άπρακτης της προβλεπόμενης σχετικής προθεσμίας (ΑΠ 2146/2014).
Συνεπώς, αιτήματα, τα οποία δεν είχαν περιληφθεί σε προηγούμενο ενδικοφανές μέσο ή υποβλήθηκαν αόριστα και προβάλλονται το πρώτον σε επόμενο ενδικοφανές μέσο ή με την προσφυγή, είναι απορριπτέα, λόγω ελλείψεως προδικασίας. Έτσι, για να είναι παραδεκτό και το παρεπόμενο αίτημα της προσφυγής περί επιδικάσεως τόκων υπερημερίας, πρέπει να τηρήθηκε, και ως προς το αίτημα τούτο η απαιτούμενη διαδικασία διοικητικής επιλύσεως της διαφοράς (ΑΠ 572/2019, ΑΠ 2146/2014, ΑΠ 653/2010 ΑΠ 1193/2010, ΑΠ 2098/2009, ΣτΕ 917/2009, ΣτΕ 750/2009, ΣτΕ 2188/2009).
Εξάλλου, με τη διάταξη της παρ. 14 του άρθρου 41 του Ν. 3316/2005 "Ανάθεση και εκτέλεση δημοσίων συμβάσεων εκπόνησης μελετών και παροχής συναφών υπηρεσιών και άλλες διατάξεις", ορίσθηκε ότι, για τη δικαστική επίλυση των διαφορών, που προκύπτουν μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών, κατά την εκτέλεση των συμβάσεων του άρθρου 1 εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις του άρθρου 13 του ν. 1418/1984, όπως ισχύουν κάθε φορά.
Στη συνέχεια με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 3 του ν. 3481/2006 προστέθηκε στην παρ. 1 του άρθρου 13 του ν. 1418/1984 εδάφιο στο οποίο ορίζεται ότι: "η κατά τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας διάκριση μεταξύ των ενδίκων βοηθημάτων της προσφυγής και της αγωγής (άρθρα 63 και 71) ισχύει και στις διαφορές του παρόντος νόμου.", ενώ στο τέλος της παραγράφου 3 του άρθρου 13 του ν. 1418/1984 προστέθηκε εδάφιο, ως ακολούθως: "Δεν απαιτείται η τήρηση ενδικοφανούς προδικασίας στις περιπτώσεις, που ασκείται από τον ενδιαφερόμενο αγωγή, στο δικόγραφο της οποίας δεν σωρεύεται αίτημα ακύρωσης ή τροποποίησης διοικητικής πράξης ή παράλειψης".
Με τη θέσπιση των ανωτέρω διατάξεων [αρχικών και μεταγενέστερων], που έχουν εφαρμογή σε κάθε σύμβαση δημόσιου έργου, που καταρτίζεται και εκτελείται ή εκτελέσθηκε, μετά την έναρξη εφαρμογής του [28-2-1984], ο νομοθέτης δεν θέλησε να ανατρέψει τα μέχρι τότε ισχύοντα, ότι δηλαδή απαιτείται η τήρηση της διοικητικής προδικασίας, σε κάθε περίπτωση, εφόσον προσβάλλεται με προσφυγή βλαπτική, για τον ανάδοχο, πράξη ή παράλειψη της διευθύνουσας το έργο αρχής, στο δικόγραφο της οποίας παραδεκτά σωρεύεται και αγωγή [καταψηφιστική ή αναγνωριστική], αλλά να καλύψει το απαράδεκτο των αγωγών, που δεν περιείχαν ακυρωτικό αίτημα και για τις συμβάσεις, που ήδη εκτελούνταν, κατά τον χρόνο έναρξης ισχύος των τροποποιητικών πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 13 του ν. 1418/84, ιδιαίτερα όταν με αυτές επιδιώκονταν η υλοποίηση εγκριτικής πράξης της διοίκησης, αφού πρόκειται για γεγονός, που δεν δημιουργεί διαφωνία μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών, ούτε υπάρχει πράξη ή παράλειψη βλαπτική των συμφερόντων του αναδόχου.
Τέλος σε περίπτωση απόρριψης της προσφυγής - αγωγής, λόγω μη τήρησης της ανωτέρω προδικασίας, η απόφαση του Εφετείου υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, [που περιλαμβάνεται μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων λόγων αναίρεσης στη παρ. 6 του άρθρου 13 του ν. 1418/1984], αφού οι ανωτέρω διατάξεις, παρά την προβλεπόμενη κύρωση του "απαραδέκτου", αν δεν τηρήθηκε η διοικητική διαδικασία είναι και ουσιαστικού δικαίου, καθόσον η μη τήρηση αυτών συνεπάγεται την ουσιαστική απώλεια του άξιου δικαστικής προστασίας με προσφυγή -αγωγή ιδιωτικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 10/2016, ΑΠ 1059/2021, ΑΠ 572/2019, ΑΠ 570/2014, ΑΠ 653/2010).
Περαιτέρω, το άρθρο 21 του δ/τος της 26-6/10-7-1944 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου, ορίζει ότι "ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκoς πάσης του Δημοσίου οφειλής ορίζεται εις 6% ετησίως... Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής". Από αυτή τη διάταξη σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 340, 341, 345 και 346 ΑΚ προκύπτει ότι, επί χρηματικής οφειλής του Δημοσίου, μοναδικό γενεσιουργό λόγο της υποχρεώσεως αυτού προς πληρωμή τόκων υπερημερίας αποτελεί η επίδοση αντιγράφου καταψηφιστικής ή αναγνωριστικής αγωγής, ως τέτοιας νοουμένης και της αγωγής, της οποίας το αρχικό καταψηφιστικό αίτημα περιορίσθηκε σε αναγνωριστικό (ΑΕΔ 7/2011, ΑΠ 132/2021, ΑΠ 163/2013).
Μόνον η επίδοση τέτοιων αγωγών επιφέρει έναρξη τοκοφορίας, χωρίς προς τούτο να αρκεί η καθ` οιονδήποτε άλλο τρόπο όχληση ή η παρέλευση δήλης ημέρας, εκτός αν συμφωνήθηκε διαφορετικά ή προκύπτει από ειδικό νόμο (ΟλΑΠ 10/2008, ΟλΑΠ 7/2000, ΑΠ 142/2021). Η καθ' ης η προσφυγή είναι θυγατρική Εταιρεία του Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος που ιδρύθηκε το 1996, κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.3 του Ν.2366/1995, σύμφωνα με το οποίο οι ως άνω επιχειρήσεις ή εταιρείες που ιδρύει ο Ο.Σ.Ε.
λειτουργούν για χάρη του δημόσιου συμφέροντος ως επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας και εποπτεύονται από τον Υπουργό Μεταφορών και Επικοινωνιών, όπως και ο Ο.Σ.Ε.. Διέπονται από τις διατάξεις του κωδικοποιημένου νόμου 2190/1920, όπως κάθε φορά ισχύει, και τις διατάξεις που διέπουν τους Οργανισμούς ή τις επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα.
Βάσει της παρ. 15 του άρθρου 5 του Ν 2229/1994 στην εταιρεία εφαρμόζεται μεταξύ άλλων διατάξεων και η παρ. 15 του άρθρου 5 του Ν 2229/1994, που ορίζει ότι "Οι εταιρείες απολαύουν όλων των διοικητικών, οικονομικών και δικαστικών ατελειών, καθώς και όλων των δικονομικών προνομίων του Δημοσίου. Οι διατάξεις του Κώδικα Δικών Δημοσίου εφαρμόζονται και στις εταιρείες αυτές".
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο του κυρίως δικογράφου και τον μοναδικό πρόσθετο λόγο προβάλλεται από τις αναιρεσείουσες η από το αρθ.559 αρ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση, κατ` εσφαλμένη ερμηνεία των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 12 και 13 ν.1418/1984,απέρριψε ως απαράδεκτο το περί επιδίκασης τόκων υπερημερίας αίτημα της ένδικης από 6-9-2002 προσφυγής, λόγω μη τηρήσεως, και ως προς το εν λόγω αίτημα, της από τα άρθρα 12 και 13 ν.1418/84 προβλεπομένης διοικητικής επίλυσης της διαφοράς, δια της αναφοράς αυτού στα ασκηθέντα, στο πλαίσιο της ως άνω διαδικασίας, ενδικοφανή μέσα της ένστασης και της αίτησης θεραπείας, η οποία όμως προδικασία στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν ήταν αναγκαίο να τηρηθεί.
Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, αφού, από την παραδεκτή επισκόπηση των ασκηθεισών προσφυγών προκύπτει ότι στα εν λόγω δικόγραφα περιελήφθησαν αιτήματα ακύρωσης διοικητικών πράξεων και συνεπώς, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, το συνδεόμενο με τα εν λόγω αιτήματα παρεπόμενο αίτημα της επιδίκασης τόκων, που δεν είχε περιληφθεί σε προηγούμενο ενδικοφανές μέσο και προβάλλεται το πρώτον με την προσφυγή, αν και μπορεί, αυτοτελώς, ν' αποτελέσει διαφορά κατ'άρθρο 13 του ν. 1418/1984, είναι απορριπτέο, λόγω ελλείψεως προδικασίας.
Μετά ταύτα, κατά παραδοχή του γενομένου δεκτού ως βασίμου δευτέρου αναιρετικού λόγου, από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά το αίτημα των αναιρεσειουσών για προσαύξηση της αμοιβής τους για την εκπονηθείσα προμελέτη κατά 40%, και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων, οι οποίοι εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί, συμφώνως προς το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η επιστροφή του παραβόλου στις καταθέσασες αυτό και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, που άσκησαν προσθέτους λόγους και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ κατά ένα μέρος την υπ' αριθ. 4380/2019 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση κατά το μέρος αυτό, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων, οι οποίοι εξέδωσαν την αναιρεθείσα απόφαση.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου στις καταθέσασες αυτό.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων πεντακοσίων (3.500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 10 Μαΐου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ