Legislator Case Law & Legislation
772/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for abuse of right due to lack of specific grounds and bad faith exercise of legal remedies.

Case Number 772/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's decision regarding a self-dealing property transaction. The appellant argued the lower court failed to properly examine whether the self-dealing declaration was merely a facade for a hidden contribution or constituted an abuse of right. The court rejected these claims as vague and unsupported by the specific grounds required by law, finding no evidence of bad faith or abuse of the right to appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 235, 281 of the Civil Code; The right to appeal is not an abuse of right if exercised in good faith, and appeals must be based on specific grounds of error rather than general assertions of bad faith.

Keywords

AI generated
abuse of right self-dealing contract appeal grounds bad faith exercise Civil Code provisions legal remedy abuse specific grounds requirement

Cited Legislation

AI generated
Article 235 of the Civil Code
Article 281 of the Civil Code
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 62/90
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 772 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 772/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή-Εισηγήτρια, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη, Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 19η Φεβρουαρίου 2020 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Μ. του Β., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Βασίλειο Καταβενάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ .

Της αναιρεσίβλητης: Β. Ρ. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Καραμιχάλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 9-3-2012, 19-8-2013 αγωγές των διαδίκων αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23/2016 οριστική ίδιου Δικαστηρίου, 141/2018 του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-11-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατ' άρθρο 235 ΑΚ, ο αντιπρόσωπος δεν μπορεί να επιχειρήσει στο όνομα του αντιπροσωπευόμενου δικαιοπραξία με τον εαυτό του ατομικά, εκτός αν ο αντιπροσωπευόμενος είχε επιτρέψει τη δικαιοπραξία (§1), ενώ κατά την §2 του ίδιου άρθρου αυτοσύμβαση που δεν έχει περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου είναι άκυρη.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 281ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν, υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου πριν από την άσκησή του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του και καθιστούν αυτή μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα εύλογα, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμα, οι πράξεις του υπόχρεου και η από αυτόν δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου (ΟλΑΠ 62/90).

Το ζήτημα δε αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορούν να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματος του. Η αδράνειά του, δε, αν συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις της προηγούμενης συμπεριφοράς του, που καταδεικνύεται ότι επιχειρεί την ανατροπή, της διαμορφωθείσας κατάστασης, δεν είναι απαραίτητο να επέρχονται δυσβάστακτες, αλλά αρκεί να επέρχονται δυσμενείς για τα συμφέροντά του επιπτώσεις.

Στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη (Ολ.ΑΠ 7/2002).

ΙΙ. Ο από τον αρ. 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.

Περαιτέρω, κατά τον αρ. 8α του άνω άρθρου, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια αυτή είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (επομένως στηρίζουν, το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Οι ισχυρισμοί αυτοί (τα "πράγματα") δεν έχει σημασία αν περιέχονται στο εισαγωγικό της δίκης έγγραφο ή στις προτάσεις των διαδίκων, αρκεί το ότι προβλήθηκαν εγκαίρως, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος και είναι ορισμένοι από νομική και ουσιαστική πλευρά. Εξάλλου, πρέπει να έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή, αν αποδειχθούν αληθινοί, να έχουν ως συνέπεια την παραδοχή ή απόρριψη άλλου αυτοτελούς πραγματικού ισχυρισμού ή (της) αίτησης (κύριας ή παρεμπίπτουσας) για παροχή έννομης προστασίας ή αναφερόμενης στην πορεία της διαδικασίας, το παραδεκτό άσκησης ένδικου μέσου κ.ο.κ.

Έτι, περαιτέρω, κατά τον αρ. 11γ του ίδιου άρθρου, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξετέρου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται, ειδική αναφορά και ξεχωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί, να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους.

Ωσαύτως, σύμφωνα με τον αρ. 19 του άνω άρθρου, η απόφαση, στερείται νόμιμης βάσης, όταν στην ελάσσονα πρότασή της δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματα και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί απ' την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή, κατά τα ως άνω, που τείνουν στην θεμελιώδη ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης (ή αντιφατικής) αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.

Οι παραπάνω από τους αρ. 1 και 19 λόγοι είναι δυνατό να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναίρεσης θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561§1 ΚΠολΔ, διότι πλήττουν την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.

Τέλος, από τον αρ. 20 του πιο πάνω άρθρου λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, δηλαδή, ισχυρισμού που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.

Ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων θεμελιώνει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 του ΚΠολΔ ως αποδεικτικά μέσα και μπορεί να είναι είτε ιδιωτικά, είτε δημόσια και να χρησιμεύουν προς άμεση ή έμμεση απόδειξη και προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Επομένως, δεν αποτελούν έγγραφα με την έννοια των άνω άρθρων, εκείνα στα οποία αποτυπώνεται, άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως είναι η έκθεση πραγματογνωμοσύνης και το συνοδευτικό αυτής σχεδιάγραμμα, τα πρακτικά συνεδρίασης που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων, καθώς και τα τοπογραφικά διαγράμματα που συντάσσονται, με αίτηση των διαδίκων, που φέρουν χαρακτήρα γνωμοδότησης (390 ΚΠολΔ).

Εξετέρου, από τις διατάξεις άρθρων 118 αρ. 4, 566§1 και 577§3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στο δικόγραφο της αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο η πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άνω άρθρο θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

ΙΙΙ. Η προσβαλλόμενη, 141/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου επιτρεπτώς επισκοπούμενη, έχει ως εξής: "Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσήκουσα εκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων (ενός από κάθε πλευρά) που εξετάστηκαν ένορκα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται νόμιμα οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 παρ. 3, 339 και 395 ΚΠολΔ), μερικά από τα οποία μνημονεύονται ειδικά παρακάτω, χωρίς, πάντως, να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 1856/2009, ΑΠ 139/2009, ΑΠ 641/2006, Τ.Ν.Π.

Νόμος), χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η υπ' αριθμ. .../22-6-2012 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Ρόδου Κ. Δ. - Κ., για την οποία δεν αποδείχθηκε ότι λήφθηκε κατόπιν κλήτευσης του εφεσιβλήτου, αποδείχθηκαν, κατά το μέρος που η υπόθεση μεταβιβάζεται στο παρόν δικαστήριο με βάση τους λόγους έφεσης (522 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Δυνάμει του υπ' αριθμ. .../8-8-2011 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Ρόδου Κ. Δ. - Κ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία του Κτηματολογίου Ρόδου, η εκκαλούσα απέκτησε, λόγω αγοράς, την κυριότητα ενός ακινήτου στην περιοχή "..." της κτηματικής περιφέρειας ... του Δήμου Ρόδου. Ειδικότερα, απέκτησε την κυριότητα ενός αγρού έκτασης 4.080 τ.μ.

με κτηματολογικά στοιχεία Τόμος .., Φύλλο … Μερίδα … Γαιών ..., Φάκελος …, με την εντός αυτού υφιστάμενη κατοικία (ημιτελή διώροφη οικοδομή), αποτελούμενη από ισόγειο και πρώτο υπέρ του ισογείου όροφο, συνολικής επιφανείας 120,25 τετραγωνικών μέτρων. Στο ανωτέρω συμβόλαιο, η εκκαλούσα συμβλήθηκε αφενός ως αγοράστρια, και αφετέρου ως πωλήτρια, εκπροσωπώντας τον εφεσίβλητο δυνάμει του υπ' αριθμ. .../4-4-2005 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Ρόδου Μ.

Κ. - Κ., καθώς με το ανωτέρω πληρεξούσιο ο τελευταίος χορήγησε σε εκείνη, τότε σύζυγο του, την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να πωλεί, παραχωρεί, μεταβιβάζει και παραδίδει προς οποιονδήποτε ακόμη και προς τον εαυτό της με δικαίωμα αυτοσύμβασης (ΑΚ 235), αντί οποιουδήποτε τιμήματος, οποιοδήποτε ακίνητο ιδιοκτησίας του, οπουδήποτε ευρισκόμενο στην Ελλάδα.

Αποδείχθηκε εξάλλου, ότι το ανωτέρω ακίνητο αγοράστηκε από τον εφεσίβλητο το έτος 2003, αντί τιμήματος δέκα έξι χιλιάδων (16.000) ευρώ δυνάμει του ...2003 συμβολαίου αγοράς της συμβολαιογράφου Ρόδου Μ. Κ. - Κ., σε συνδυασμό με την .../2004 πράξη εξόφλησης της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκαν νόμιμα, από προϊόν δανείου ύψους εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ το οποίο έλαβε με ευνοϊκούς όρους ο εφεσίβλητος, ως ομογενής ποντιακής καταγωγής.

Στη συνέχεια ξεκίνησε εντός του ακινήτου η ανέγερση της προαναφερόμενης οικοδομής, σε χρόνο που δεν αποδείχθηκε επακριβώς, πάντως εντός του 2004. Κατά το χρονικό εκείνο σημείο, η μεν εκκαλούσα είχε σταθερή εργασία, καθώς εργαζόταν στο ξενοδοχείο ..." και στο εστιατόριο "..." στην πόλη της Ρόδου, ενώ ο εφεσίβλητος εργαζόταν εποχιακά, ως οδηγός (σχετ.

η από 25-6-2012 βεβαίωση του πρακτορείου γενικού τουρισμού Σ. Σ., σύμφωνα με την οποία ο εφεσίβλητος εργάστηκε για έξη μήνες το έτος 2003 και για πέντε μήνες το έτος 2004, με μηνιαίες αποδοχές 1.000 ευρώ). Όπως ο ίδιος δε εκθέτει στην ιστορική βάση της αγωγής του, το έτος 2005 βρισκόταν σε απόλυτη οικονομική αδυναμία.

Από τα προσκομιζόμενα με επίκληση από την εκκαλούσα τιμολόγια - αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, προκύπτει ότι το μεγαλύτερο μέρος των δαπανών για την ανέγερση της κατοικίας είχε αναλάβει η ίδια, ενώ ο αντίστοιχος κατά περιεχόμενο ισχυρισμός του εφεσιβλήτου δεν αποδείχθηκε. Ειδικότερα, ο μάρτυρας που εξετάστηκε με επιμέλειά του, κατέθεσε αορίστως ότι ο εφεσίβλητος κατέβαλε τα χρήματα για την ανέγερση της οικίας, πλην όμως ο τελευταίος δεν προσκόμισε κανένα σχετικό έγγραφο, το οποίο να επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό αυτό.

Το έτος 2005, ο εφεσίβλητος υπέπεσε σε παραβάσεις του νόμου περί ναρκωτικών, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί στις φυλακές ως προσωρινά κρατούμενος, δυνάμει του υπ' αριθμ. ...-4-2005 εντάλματος προσωρινής κράτησης της Ανακρίτριας Α' Τμήματος Πλημμελειοδικών Ρόδου, για τις πράξεις της αγοράς, κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών, για τις οποίες στη συνέχεια του επιβλήθηκε κάθειρξη δέκα (10) ετών δυνάμει της υπ' αριθμ. 5/2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.

Αποφυλακίστηκε στις 3-7-2009 δυνάμει του υπ' αριθμ. 271/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θηβών (σχετ. το από 3-7-2009 αποφυλακιστήριο του Καταστήματος Κράτησης Ελαιώνα Θηβών). Την ίδια ημέρα που ξεκίνησε η προσωρινή του κράτηση (4-4-2005), ο εφεσίβλητος εφοδίασε την εκκαλούσα με το προαναφερόμενο πληρεξούσιο, με το οποίο όπως ήδη εκτέθηκε, παρείχε σε αυτήν την πληρεξουσιότητα (μεταξύ άλλων και) να πωλήσει σε τρίτους ή και στη ίδια με αυτοσύμβαση το ως άνω ακίνητο.

Επισημαίνεται, ότι όπως αποδείχθηκε, ο εφεσίβλητος κατά το χρόνο σύνταξης του πληρεξουσίου δεν είχε κανένα άλλο κινητό ή ακίνητο περιουσιακό στοιχείο, επομένως προκύπτει σαφώς η βούλησή του να καταστήσει πληρεξούσια την τότε σύζυγο του, δίνοντάς της τις παραπάνω εξουσίες, αναφορικά με το συγκεκριμένο ακίνητο και μόνον.

Ο λόγος δε που δόθηκε το παραπάνω πληρεξούσιο, ήταν η διασφάλιση της ύπαρξης κατοικίας για τα δύο ανήλικα τέκνα που είχε αποκτήσει με την εκκαλούσα (το Β., που γεννήθηκε στις 19-3-1993 και το Δ., που γεννήθηκε στις 3-12- 1995), εκ των οποίων το δεύτερο πάσχει από υποπλασία δεξιού άνω άκρου (βραχίονα - αντιβραχίου) και συγγενή απλασία δεξιάς άκρας χειρός, εξαιτίας των οποίων κρίθηκε ανάπηρος με ποσοστό αναπηρίας άνω του 67% (σχετ.

το .../1-11-2010 πιστοποιητικό αναπηρίας της Α'βάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής Ρόδου), η δε εκκαλούσα ήταν η μόνη που θα μπορούσε να πράξει το καλύτερο δυνατό για το σκοπό αυτό. Και τούτο, όχι μόνον αντικειμενικά, εξαιτίας δηλαδή του εγκλεισμού του εφεσιβλήτου στη φυλακή, αλλά και υποκειμενικά, καθώς, πέραν του γεγονότος ότι, όπως εκτέθηκε η εκκαλούσα ήταν εκείνη που είχε συνεισφέρει σχεδόν εξ ολοκλήρου στην ανέγερση της κατοικίας και στην αποπληρωμή των δόσεων του δανείου (περί των οποίων θα γίνει λόγος παρακάτω), επιπρόσθετα ο εφεσίβλητος ήταν εξαρτημένος από τις ναρκωτικές ουσίες (ηρωίνη - κάνναβη), κατά τρόπο που δεν μπορούσε να αποβάλει την εξάρτηση αυτή με τις δικές του δυνάμεις, όπως προκύπτει από την με ημερομηνία 20-6-2006 έκθεση ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης του ψυχιάτρου Γ.

Δ., που προσκομίζει με επίκληση η εκκαλούσα. Κατά συνέπεια, η ενέργεια της εκκαλούσας να κάνει χρήση του παραπάνω πληρεξουσίου και να αποκτήσει την κυριότητα του προαναφερομένου ακινήτου, αφενός βρισκόταν εντός των ορίων της πληρεξουσιότητας που της είχε δοθεί, αφετέρου, δεν αποτελεί κατάχρηση της δοθείσας πληρεξουσιότητας, υπό την έννοια που αναφέρθηκε παραπάνω.

Για την παραπάνω κρίση του παρόντος δικαστηρίου, συνεκτιμώνται όλες οι παράμετροι και οι ειδικές περιστάσεις που συνοδεύουν την ένδικη περίπτωση και συγκεκριμένα: Α] Το γεγονός ότι ο εφεσίβλητος γνώριζε ότι το αγορασθέν ακίνητο και η μετέπειτα ανέγερση της ως άνω κατοικίας εντός αυτού, αποτελούσε κατά το πλείστον προϊόν της εργασίας και των εισοδημάτων της εκκαλούσας, ενώ το γεγονός της αγοράς του ακινήτου στο όνομα του εφεσιβλήτου, οφείλετο αποκλειστικά και μόνον στο γεγονός ότι ο ίδιος ήταν ο λήπτης του δανείου, ως δικαιούχος των ευνοϊκών όρων του, για το λόγο που προαναφέρθηκε.

Πέραν αυτού όμως, δεν αποδείχθηκε άλλη συνεισφορά του τελευταίου στην ανέγερση του ακινήτου ή στην αποπληρωμή των δόσεων, αφού όπως προελέχθη, ο εφεσίβλητος δεν διέθετε σταθερό εισόδημα. Είναι χαρακτηριστικό ότι δεν προσκομίζει καμία απόδειξη καταβολής κάποιας δόσης του δανείου ή παραστατικό αγοράς υλικών για την ανέγερση ή τον εξοπλισμό της οικίας, ενώ είναι δεδομένο ότι το δάνειο εξακολουθούσε να εξυπηρετείται ως προς την καταβολή των δόσεων, και κατά το διάστημα των ετών 2005-2009, κατά τα οποία ο εφεσίβλητος, βρισκόταν στη φυλακή και επομένως στερείτο ακόμη και των περιστασιακών ή εποχιακών του εισοδημάτων.

Εξάλλου, δεν προσκομίζεται κανένα τέτοιο στοιχείο, ούτε αναφορικά με το διάστημα μετά την έξοδό του από τη φυλακή και μέχρι την άσκηση των κρινόμενων αγωγών. Κατά συνέπεια, είναι επόμενο ότι κατά το χρόνο παροχής της πληρεξουσιότητας, η παροχή στην εκκαλούσα της δυνατότητας να μεταβιβάσει το ακίνητο ακόμη και στον εαυτό της, ενείχε την αναγνώριση του παραπάνω γεγονότος, της σχεδόν καθολικής δηλαδή συνεισφοράς της, σε συνδυασμό με την υπαρκτή και αυτονόητη ανάγκη της εξασφάλισης στέγης για την ίδια και τα ανήλικα τέκνα της.

Β] Το γεγονός ότι ο εφεσίβλητος με τη σύνταξη του επίμαχου πληρεξουσίου, εκδήλωσε εμπράκτως τη βούλησή του να αποξενωθεί από την κυριότητα του εν λόγω ακινήτου, η οποία ανήκε στον ίδιο μόνο τυπικά, σύμφωνα με τις αμέσως παραπάνω παραδοχές. Και τούτο, διότι η παροχή της συγκεκριμένης δυνατότητας στην εκκαλούσα, ήτοι το να δύναται η τελευταία να μεταβιβάσει το μοναδικό περιουσιακό του στοιχείο σε τρίτο πρόσωπο ή και στην ίδια, ενέχει ακριβώς τη βούληση αποξένωσης του χορηγούντος την πληρεξουσιότητα από την κυριότητα του ακινήτου, καθώς, η εκκαλούσα είχε την ευχέρεια να πωλήσει το ακίνητο σε τρίτο και να καρπωθεί η ίδια το τίμημα.

Δοθέντος δε ότι, όπως ήδη σημειώθηκε, αποδείχθηκε ότι ο εφεσίβλητος δεν είχε άλλα περιουσιακά στοιχεία, δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός του ότι σκοπός της παροχής του πληρεξουσίου ήταν η διαχείριση της περιουσίας του από την εκκαλούσα, λόγω της φυλάκισής του. Γ] Στα παραπάνω, πρέπει να προστεθεί και το γεγονός ότι ο εφεσίβλητος δεν ανακάλεσε το επίμαχο πληρεξούσιο όταν εξήλθε από τη φυλακή.

Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνει την παραπάνω θέση, ήτοι πως ο πραγματικός σκοπός της παροχής του πληρεξουσίου δεν ήταν η πρόσκαιρη διαχείριση των περιουσιακών του στοιχείων (και συγκεκριμένα του ως άνω ακινήτου) από την εκκαλούσα. Εάν ήταν αληθής ο σχετικός ισχυρισμός, η ανάκληση του πληρεξουσίου θα ήταν ασφαλώς μία από τις πρώτες ενέργειες τις οποίες θα πραγματοποιούσε ο εφεσίβλητος, αμέσως μετά την αποφυλάκισή του, κάτι όμως που δεν συνέβη, το δε πληρεξούσιο εξακολούθησε να ισχύει και μετά από αυτή (αποφυλάκιση) για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δύο (2) ετών πριν τη σύνταξη του συμβολαίου αγοράς του ακινήτου από την εκκαλούσα.

Ο δε ισχυρισμός του εφεσιβλήτου ότι δεν ήξερε πως έπρεπε να ανακαλέσει το πληρεξούσιο, όπως αυτός εκφράστηκε από το μάρτυρα που εξετάστηκε με επιμέλειά του στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, είναι προδήλως αβάσιμος, εάν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι αμέσως μετά την έξοδό του από τις φυλακές, ξεκίνησαν μεταξύ των διαδίκων δικαστικοί αγώνες σχετικά με το διαζύγιο, τη μετοίκηση από την επίδικη κατοικία, την επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων, την αίτηση συντηρητικής κατάσχεσης που υπέβαλε η εκκαλούσα κλπ., για την αντιμετώπιση των οποίων ο εφεσίβλητος είχε συνεχή επαφή με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του.

Είναι δε εντελώς απίθανο, ενόψει κυρίως του αντικειμένου των παραπάνω δικών (μετοίκηση, συντηρητική κατάσχεση), στις οποίες ο εφεσίβλητος είχε τη συνδρομή πληρεξούσιου δικηγόρου, να μην ανέκυψε το ζήτημα σχετικά με την ιδιοκτησία του ακινήτου και την ύπαρξη του πληρεξουσίου. Δ] Πρέπει τέλος να επισημανθεί και αξιολογηθεί και η χρονική συγκυρία κατά τη διάρκεια της οποίας έγινε η χρήση του πληρεξουσίου από την εκκαλούσα.

Πράγματι, εάν η τελευταία εμφορείτο από τάσεις κατάχρησης του δικαιώματος του οποίου ήταν ήδη φορέας, θα έσπευδε να χρησιμοποιήσει το πληρεξούσιο και να αποκτήσει την κυριότητα του ακινήτου μέσα στο αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα από τη στιγμή της αποφυλάκισης του εφεσιβλήτου, αν όχι και αμέσως μετά τον εγκλεισμό του στις φυλακές, δοθέντος ότι αυτή (αποφυλάκιση) σηματοδότησε, όπως αναφέρθηκε, την έναρξη δικαστικών διαμαχών μεταξύ τους.

Η σύνταξη του συμβολαίου, κατά την οποία έγινε χρήση του πληρεξουσίου, έλαβε χώρα δύο και πλέον έτη μετά την απάλυσή του εφεσιβλήτου και τρεις (3) μήνες μετά την εκ νέου εμπλοκή του με τη διακίνηση ναρκωτικών ουσιών και τη φυλάκισή του σε φυλακές της Τουρκίας (σχετ. το από 2-4-2012 και με αρ. πρωτ. .../5-Α σημείωμα του Α.Τ.

Ιαλυσού), οπότε πλέον η εκκαλούσα έκρινε ότι ήταν αναγκαία η απόκτηση της κυριότητας του ακινήτου από την ίδια, ώστε να στεγαστούν εντός αυτού η ίδια και τα ανήλικα τέκνα που είχε αποκτήσει με τον εφεσίβλητο. Με βάση όλα τα παραπάνω, η χρήση του επίμαχου πληρεξουσίου και η απόκτηση του ακινήτου που περιγράφηκε παραπάνω από την εκκαλούσα με αυτοσύμβαση, δεν ήταν αντίθετη, και μάλιστα προφανώς, προς τα συμφέροντα του αντιπροσωπευομένου εφεσίβλητου, ούτε προς το σκοπό για τον οποίο δόθηκε η πληρεξουσιότητα.

Το πρωτοβάθμιο συνεπώς δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση έκανε δεκτή την υπό στοιχείο [Α] αγωγή και απέρριψε την υπό στοιχείο [Β] αγωγή κρίνοντας αντίθετα, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων που τέθηκαν ενώπιον του και πρέπει να εξαφανιστεί". Με τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αφού, εξαφάνισε την 23/2016 οριστική απόφαση του Πολ/λούς Πρωτοδικείου Ρόδου, (που είχε δεχθεί την αναγνωριστική ακυρότητας συμβολαίων) αγωγή του αναιρεσείοντος, (μετ' απόρριψη της συνεκδικασθείσας αγωγής της αναιρεσίβλητης) απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος, δέχθηκε την αγωγή (συνεκδικασθείσα) της αναιρεσίβλητης και την αναγνώρισε κυρία του επιδίκου ακινήτου στη Ρόδο, μετά παραδοχή της εγκυρότητος του .../2011 αγοραπωλητηρίου (με αυτοσύμβαση) συμβολαίου.

IV. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Τριμελές Εφετείο Δωδεκανήσου υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 19 του άνω άρθρου. Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι η παραδοχή της προσβαλλόμενης ότι ο λόγος που δόθηκε το παραπάνω πληρεξούσιο ήταν η διασφάλιση της ύπαρξης κατοικίας για τα δύο ανήλικα τέκνα που είχαν αποκτήσει οι διάδικοι, δεν αιτιολογείται από τα αναφερόμενα στο πόρισμα, (αναιτιολόγητα για τα συμφέροντά του και τους σκοπούς χορήγησης του πληρεξουσίου) σε σχέση με το γεννημένο στις 3-12-1995 τέκνο τους Δ., που πάσχει από υποπλασία δεξιού άνω άκρου και συγγενή απλασία δεξιάς άκρας χειρός, εξαιτίας των οποίων κρίθηκε ανάπηρος με ποσοστό άνω του 67% και τη δυνατότητα της αναιρεσίβλητης ως της μόνης που θα μπορούσε να πράξει το καλύτερο δυνατό για το σκοπό αυτό και τούτο, όχι μόνο αντικειμενικά, εξαιτίας του εγκλεισμού του (αναιρεσείοντος) στη φυλακή, αλλά και υποκειμενικά, επειδή, (κατά την αναφορά του αναιρεσείοντος στις παραδοχές), α) η αναιρεσίβλητη ήταν εκείνη που είχε συνεισφέρει σχεδόν εξ ολοκλήρου στην ανέγερση της κατοικίας και στην αποπληρωμή των δόσεων του δανείου και β) επειδή εκείνος (αναιρεσείων) θεωρήθηκε ότι ήταν εξαρτημένος από τις ναρκωτικές ουσίες (ηρωΐνη - κάνναβη), κατά τρόπο που δεν μπορούσε να απεξαρτηθεί με τις δικές του δυνάμεις.

Προσέτι, ο αναιρεσείων αιτιάται ότι η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης στην αναπηρία του τέκνου είναι ανεπαρκής αιτιολογία, καθώς τούτο δεν είχε καταστεί ανίκανο προς εργασία και ούτε είχε αφεθεί χωρίς τη συμπαράστασή του (αναιρεσείοντος). Ακόμη, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι η παραδοχή της απόφασης στη δυνατότητα της αναιρεσίβλητης ως της μόνης που θα μπορούσε να πράξει το καλύτερο δυνατό.

Επίσης, δεν επαρκεί ως αιτιολογία, καθώς δεν αναφέρει πως (με την αυτοσύμβαση και τη μεταβίβαση της κυριότητας σ' αυτή του ακινήτου) εξυπηρετείτο η διασφάλιση της κατοικίας των τέκνων τους. Έτι, περαιτέρω, κατά τον αναιρεσείοντα, η παραδοχή της απόφασης ότι η αναιρεσίβλητη είχε συνεισφέρει σχεδόν εξ ολοκλήρου στην ανέγερση της κατοικίας και στην αποπληρωμή των δόσεων του δανείου είναι αιτιολογία ανεπαρκής και αντιφατική, αφού δεν αποδεικνύει το σκοπό για τον οποίο δόθηκε το πληρεξούσιο.

Ακόμη, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, η παραδοχή της διαφάλισης κατοικίας των τέκνων ως σκοπού χορήγησης του πληρεξουσίου έρχεται σε αντιδιαστολή με την αναγνώριση της προσφοράς της αναιρεσίβλητης για την αποπεράτωση της οικίας (ως σκοπού χορήγησης του πληρεξουσίου) και επομένως, κατ' αυτόν, η αναφορά και των δύο λόγων στην προσβαλλόμενη απόφαση δημιουργεί αντίστοιχα, αντίφαση.

Ωσαύτως, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι η παραδοχή της προσβαλλόμενης για την εξάρτηση του από ναρκωτικές ουσίες είναι ανεπαρκής αιτιολογία, αφού από κανένα στοιχείο δεν συνάγεται, η εξάρτηση του κατά το χρόνο χορήγησης του πληρεξουσίου. Επίσης, ο αναιρεσείων υποστηρίζει, ότι η χρήση του πιο πάνω πληρεξουσίου και η απόκτηση του ακινήτου με αυτοσύμβαση από την αναιρεσίβλητη, που, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, εξυπηρετούσε τη διασφάλιση κατοικίας των τέκνων, είναι παραδοχή αναιτιολόγητη, που δεν συναρτάται με τις αναφερόμενες στην απόφαση παραμέτρους και ειδικές περιστάσεις.

Τέλος, κατά τον αναιρεσείοντα, με τις παραπάνω αντιφάσεις και ανεπαρκείς, αιτιολογίες δημιουργείται αντιφατική και ενδοιαστική δικανική πεποίθηση, αφού ως σκοπός χορήγησης του πληρεξουσίου, γίνεται δεκτή αφενός η διασφάλιση της κατοικίας των ανηλίκων τέκνων τους, χωρίς να εξηγείται πως επιτυγχάνεται αυτός και αφετέρου η βούληση αποξένωσής του από το ακίνητο λόγω αναγνώρισης από αυτόν (αναιρεσείοντα) της σχεδόν καθολικής συνεισφοράς της αναιρεσίβλητης στην αποπεράτωση της οικίας του.

Ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως, προς το ουσιώδες ζήτημα της εγκυρότητας του επίμαχου πληρεξουσίου. Όλες δε οι λοιπές αιτιάσεις πλήττουν τα επιχειρήματα του δικαστηρίου για τη στήριξη του πιο πάνω αποδεικτικού του πορίσματος, τα οποία όμως δεν αποτελούν "ζητήματα", σύμφωνα με την αναφερόμενη στην αρχή νομική σκέψη και η μη αιτιολόγηση ή η ανεπαρκής, ή αντιφατική αιτιολόγηση αυτών, δεν ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αρ. 19 του άνω άρθρου.

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι οι παραδοχές του Εφετείου ότι αμέσως μετά την έξοδό του από τις φυλακές ξεκίνησαν μεταξύ των διαδίκων δικαστικοί αγώνες για το διαζύγιο, τη μετοίκηση από την επίδικη κατοικία, την επιμέλεια των ανήλικων τέκνων τους, την αίτηση συντηρητικής κατάσχεσης που υπέβαλε η αναιρεσίβλητη κ.λ.π., για την αντιμετώπιση των οποίων ο αναιρεσείων είχε συνεχή επαφή με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, ότι η σύνταξη του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου που έγινε με τη χρήση του πληρεξουσίου, έλαβε χώρα δύο και πλέον έτη μετά την απόλυση του αναιρεσείοντος και τρεις μήνες μετά την επανεμπλοκή του με τη διακίνηση ναρκωτικών και τη φυλάκισή του, σε φυλακές της Τουρκίας και ότι πλέον η αναιρεσίβλητη έκρινε ότι ήταν αναγκαία η απόκτηση της κυριότητας του ακινήτου από την ίδια, ώστε να στεγαστούν εντός αυτού η ίδια και τα ανήλικα τέκνα που είχε αποκτήσει με τον αναιρεσείοντα, δεν στηρίζονται σε πράγματα που προτάθηκαν και αποδείχθηκαν, αλλά είχαν ωστόσο ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι δεν προτάθηκε (ούτε και αποδείχθηκε) ότι είχε συνεχή επαφή με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του και ότι είναι απίθανο ενόψει κυρίως του αντικειμένου των παραπάνω δικών, στις οποίες είχε τη συνδρομή πληρεξουσίου δικηγόρου, να μην ανέκυψε το ζήτημα σχετικά με την ιδιοκτησία του ακινήτου και την ύπαρξη του πληρεξουσίου.

Επίσης, κατά τον αναιρεσείοντα, ούτε προτάθηκε (ούτε και αποδείχθηκε) ότι η ενεργοποίηση του πληρεξουσίου μετά από σωρεία δικών με την αναιρεσίβλητη έγινε επ' αφορμή της δεύτερης προφυλάκισής του, επειδή η αναιρεσίβλητη έκρινε ότι για τη διασφάλιση της κατοικίας των τέκνων τους ήταν αναγκαία η απόκτηση από την ίδια της κυριότητας του ακινήτου.

Ο λόγος αυτός, με τον οποίο επιρρίπτεται η πλημμέλεια του αρ. 8α του άνω άρθρου, είναι, απαράδεκτος, γιατί το υπό το περιεχόμενό του εκτιθέμενα δεν αποτελούν, "πράγματα", όπως η έννοια αναλύεται στην αντίστοιχη μείζονα σκέψη. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από το αρθρ. 559 1α ΚΠολΔ αποδίδεται η πλημμέλεια της παραβίασης του αρθρ. 281 ΑΚ, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο με "αόριστη και ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου κρίση δέχθηκε, ότι η αναιρεσίβλητη θα έπραττε το καλύτερο δυνατό, χωρίς να περιέλθει στη βάσανο να επεξηγήσει την εναρμόνιση των ενεργειών της με τον επιδιωκόμενο σκοπό".

Ο λόγος αυτός αναίρεσης με τον οποίον, κατ' εκτίμηση, αποδίδεται πλημμέλεια από το άρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ για την εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρ. 281 ΑΚ, είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο διέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα ότι η χρήση του επίμαχου πληρεξουσίου δεν ήταν αντίθετη, και μάλιστα προφανώς, προς το σκοπό για τον οποίο δόθηκε η πληρεξουσιότητα και ότι, συνεπώς, δεν έγινε κατάχρηση, της δοθείσας πληρεξουσιότητας από την αναιρεσίβλητη.

Με τον επίσης αναγραφόμενο ως τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται η από το άρθρ. 559 αρ. 20 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραμόρφωσης του εγγράφου της αυτοσύμβασης, διότι, κατά τον αναιρεσείοντα, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε "πραγματικά" γεγονότα, προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό και συγκεκριμένα ότι η αυτοσύμβαση περιέχει χαρακτηριστικά σύμβασης από χαριστική αιτία, όπως η δωρεά ή η γονική παροχή, σύμφωνα με το σκοπό της δοθείσας πληρεξουσιότητας".

Ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο ορθά ανέγνωσε το περιεχόμενο του πιο πάνω εγγράφου, χωρίς να διατυπώσει κάποια κρίση ως προς το χαρακτήρα της επίμαχης αυτοσύμβασης (ως δωρεάς ή γονικής παροχής), όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που αναφέρονται στην εκτίμηση του περιεχομένου του πληρεξουσίου που δόθηκε στην αναιρεσίβλητη, με βάση το οποίο το Εφετείο οδηγήθηκε σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, είναι απαράδεκτες, διότι η κρίση αυτή δεν ελέγχεται αναιρετικά από το αρθρ. 559 αρ. 20, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη.

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, ότι το Εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν διέλαβε επαρκή αιτιολογία για το αν η δήλωση της αναιρεσίβλητης, (ότι υπήρξε πώληση προς τον εαυτό της με συμφωνημένο τίμημα που καταβλήθηκε τμηματικά προ της υπογραφής του μεταβιβαστικού συμβολαίου), έγινε κατά φαινόμενο μόνο ή ότι υποκρυπτόταν άλλη συμβατική σχέση, όπως αναφέρεται στην προσβαλλομένη, ότι, δηλαδή, η παροχή στην αναιρεσίβλητη της δυνατότητας αυτοσύμβασης ενείχε την αναγνώριση της συνεισφοράς της που παραπέμπει σε διάθεση από χαριστική και όχι από επαχθή αιτία.

Επομένως, όπως ο αναιρεσείων υποστηρίζει, το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 19. Ο λόγος, καθόσον πρόκειται για την αιτιολογία σε σχέση με το μεταβιβαστικό συμβόλαιο, (αν, δηλαδή, η δήλωση σε αυτό της αναιρεσίβλητης ήταν εικονική), είναι αβάσιμος, διότι ερείδεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού δεν υπάρχει παραδοχή του Εφετείου, ότι η κατάρτιση της επίμαχης αυτοσύμβασης υπέκρυπτε άλλη συμβατική σχέση από αυτήν που αναγράφηκε στο σχετικό συμβόλαιο.

Σε κάθε όμως περίπτωση ο λόγος αυτός είναι αόριστος, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο: 1) Οι πλήρεις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που αφορούν στην αποδιδόμενη πλημμέλεια, 2) ο αυτοτελής ισχυρισμός και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωση του στο Εφετείο από τον αναιρεσείοντα, ως προς τον οποίο (ισχυρισμό) παρουσιάζεται η επικαλούμενη αντίφαση και 3) ποιος είναι ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε.

Με τον πέμπτο (τελευταίο) λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια του αρ. 11β του άνω άρθρου, ισχυριζόμενος τα εξής: "Στην υπό κρίση περίπτωση αφενός το δικαστήριο ενώ ανέφερε ότι έλαβε υπόψη στο συμβόλαιο αγοραπωλησίας ακινήτου της συμβολαιογράφου Ρόδου Κ. Δ. - Κ. χωρίς όμως να δέχεται ότι η συμφωνία πώλησης μεταξύ εμού και της αντιδίκου με συμφωνημένο τίμημα που καταβλήθηκε σε μένα σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση αλλά ότι αναγνώριση της συνεισφοράς της καθιστώντας έτσι την απόφαση αυτή αναιρετέα και για το λόγο αυτό".

Ο λόγος με το παραπάνω περιεχόμενο είναι απαράδεκτος ως αόριστος διότι δεν προσδιορίζεται σε ποια από τις αναφερόμενες στο άρθρ. 559 αρ. 11 ΚΠολΔ περιπτώσεις αποδίδεται η επικαλούμενη πλημμέλεια.

V. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς διερεύνηση, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να επιβληθεί στον ηττώμενο αναιρεσείοντα η δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του (μη συμπεριληφθέντος στις προτάσεις της, αλλά προφορικά διατυπωθέντος και καταχωρισθέντος στα πρακτικά) αιτήματός της (άρθρα 176, 183, 191§2, 495§3 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-11-2018 αίτηση του Ν. Μ. κατά της Β. Ρ. για αναίρεση της 141/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου.

Και

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, το ποσό της οποίας ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2.700€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαΐου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Ιουλίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ