Legislator Case Law & Legislation
772/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to absence of appellants and rejects substantive arguments on will validity.

Case Number 772/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court declared the hearing on the appeal inadmissible because neither the appellants nor the appellee appeared in person. The court found the lower court's evaluation of evidence regarding the testator's capacity and relationships sufficient to reject the appellants' claims of invalidity. Consequently, the appeal was dismissed, costs were awarded to the appellant, and the appeal bond was forfeited to the state.

Legislator headnote

AI generated

Art. 260 §1 KPolD; Art. 573 §1 KPolD; Art. 181 AK; Art. 173 AK: The appeal hearing is void if all parties are absent, and the appellate court must evaluate all evidence to determine the validity of a will without substituting its own assessment for the lower court's.

Keywords

AI generated
procedural default absence of parties void hearing will validity testamentary capacity appellate review court costs

Cited Legislation

AI generated
Art. 260 §1 KPolD
Art. 573 §1 KPolD
Art. 181 AK
Art. 173 AK
Art. 176 KPolD
Art. 183 KPolD
Art. 191 §2 KPolD
Art. 495 §3 KPolD
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 772 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 772/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Παρασκευή Καλαϊτζή-Εισηγήτρια, Γεώργιο Παπανδρέου, Λάμπρο Καρέλο και Ανθή Γκάμαρη Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 3η Απριλίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Β. συζ. Ι. Σ., το γένος Ι. Θ., κατοίκου ..., 2.Β. συζ. Φ. Μ., το γένος Α. Τ., κατοίκου ..., 3.Μ. θυγ. Θ. Μ., κατοίκου ..., 4.Ε. θυγ. Θ. Μ., κατοίκου ..., 5.Κ. Μ. του Θ., κατοίκου ..., 6.Ν.-Φ. θυγ. Ά.-Σ.-Ν. Τ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Των αναιρεσίβλητου: 1.Α. συζ. Α. Β., το γένος Ι. και Μ. Β., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Δερβιτσιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., Δ. Γ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-7-2012 αγωγή της ήδη 1ης αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 46/2017 του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 5-11-2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο η 1η αναιρεσίβλητη παραστάθηκε όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 260 ΚΠολΔ (§1) "αν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως δεν εμφανίζονται όλοι οι διάδικοι... η συζήτηση ματαιώνεται". Η προαναφερθείσα διάταξη ισχύει και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, όπως προβλέπεται στο άρθρο 573 §1 ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά του πινακίου, κατά την ανωτέρω αναφερομένη δικάσιμο, απουσίασαν τόσο οι επισπεύδοντες αναιρεσείοντες, όσο και ο δεύτερος αναιρεσίβλητος. Ο τελευταίος είχε κληθεί για την αρχική δικάσιμο της 21-11-2018, με επιμέλεια των επισπευσάντων αναιρεσειόντων, όπως προκύπτει απ'την ...63Α/14-9-2018 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Μυτιλήνης Α. Π., που προσάγει και επικαλείται η νυν παραστάσα πρώτη αναιρεσίβλητη. Κατά την προμνησθείσα δε δικάσιμο (της 21-11-18) η υπόθεση είχε με αίτημα των αναιρεσειόντων αναβληθεί για την άνω αναφερομένη δικάσιμο, για την οποία και δεν απαιτείται νέα κλήτευση, αφού η αναγραφή στο πινάκιο επέχει θέση κλητεύσεως (άρθρ.226§4 ΚΠολΔ). Επομένως, μεταξύ αναιρεσειόντων και δευτέρου αναιρεσιβλήτου πρέπει να κηρυχθεί ματαιωμένη η συζήτηση.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 181 ΑΚ, η ακυρότητα μέρους συνεπιφέρει την ακυρότητα ολόκληρης της δικαιοπραξίας, αν συνάγεται ότι δεν θα είχε επιχειρηθεί χωρίς το άκυρο μέρος. Περαιτέρω, κατ'άρθρ.173 ιδίου κώδικος κατά την ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως (όπως είναι και η διαθήκη) αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις.

Έτι περαιτέρω, ο κληρονομούμενος μπορεί να εγκαταστήσει κληρονόμο με μονομερή διάταξη αιτία θανάτου (διαθήκη, διάταξη τελευταίας βουλήσεως, άρθρ.1712 ΑΚ). Προσέτι, συμφώνως προς το άρθρο 1718 ΑΚ, διαθήκη, για την σύνταξη της οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις 1719 (περί των ανικάνων να συντάξουν διαθήκη) και έως 1757 του κώδικος αυτού (που αφορούν στα προβλεπόμενα για τα είδη διαθηκών), είναι άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά.

Ειδικότερα δε για την ιδιόγραφη διαθήκη στο άρθρο 1721 ΑΚ αναφέρεται, ότι αυτή γράφεται ολόκληρη με το χέρι του διαθέτη και χρονολογείται από αυτόν, ώστε να προκύπτει η ημέρα, ο μήνας και το έτος (§1), ενώ στις λοιπές παραγράφους της διατάξεως εξειδικεύονται τα στοιχεία της εγκυρότητός της, καθόσον αφορά στο περιεχόμενο του κειμένου αυτής και στο ότι δεν υποβάλλεται σε κανέναν άλλο τύπο, πλην των προδιαλαμβανομένων στην πρώτη παράγραφο του άρθρου.

Έτι ειδικότερα, στην Τρίτη παράγραφο της παραπάνω διατάξεως εκτίθεται, ότι απλές προσθήκες σε περιθώριο ή σε υστερόγραφο υπογράφονται από το διαθέτη, διαφορετικά θεωρούνται σαν να μην έχουν γραφεί, ενώ διαγραφές, παρεγγραφές, ξύσματα ή άλλα τέτοια εξωτερικά ελαττώματα βεβαιώνονται από το δικαστήριο που δημοσίευσε τη διαθήκη και μπορούν κατά την κρίση του δικαστηρίου, να επιφέρουν ολικά ή μερικά την ακυρότητα της διαθήκης.

ΙΙΙ. Η κατ' άρθρ. 321 ΚΠολΔ δεσμευτικότητα του δεδικασμένου απ'τις (μη προσβλητές με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, ήτοι) τελεσίδικες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων υπάρχει κατ'άρθρ.324 ΚΠολΔ μεταξύ των ιδίων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Ωσαύτως, κατ'άρθρ.331 του ιδίου ΚΠολΔ, το δεδικασμένο εκτείνεται και στα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως και αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος, αν το δικαστήριο ήταν καθ'ύλην αρμόδιο να αποφασίσει για τα παρεμπίπτοντα αυτά ζητήματα.

IV. Ο από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για ευθεία παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνος δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσης έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.

Επίσης, κατά τον αρ.11γ του άνω άρθρου, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν προς απόδειξη ισχυρισμού που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι ισχυρισμού που συνιστά τις προϋποθέσεις γενέσεως της διαγνωστέας έννομης συνέπειας, καθώς και εκείνου που στηρίζει την έμμεση απόδειξη με δικαστικά τεκμήρια.

Ωσαύτως, συμφώνωνς προς τον αρ.14 του ιδίου άρθρου, λόγος αναιρέσεως από αυτόν θεμελιώνεται, σε περίπτωση ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής, δηλαδή, όταν, παρά την μη επαρκή σε αυτήν έκθεση των στοιχείων που είναι αναγκαία για την στήριξη του αιτήματος της αγωγής, το δικαστήριο της ουσίας την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.

Ωσαύτως, κατά τον αρ.16 του άνω άρθρου, ιδρύεται αναιρετικός λόγος, αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Ο σχετικός ισχυρισμός (για το δεδικασμένο) δεν μπορεί να προβληθεί για πρώτη φορά ενώπιον του Α.Π. και τούτο, διότι το δεδικασμένο δεν ανήκει στους κανόνες δημοσίας τάξεως, αφού οι διατάξεις που το καθιέρωσαν, έχουν τεθεί για την εξυπηρέτηση ιδιωτικού συμφέροντος και όχι άλλου ανώτερου κοινωνικού σκοπού.

Το Εφετείο, εφόσον δεν εξαφανίζεται η εκκαλουμένη απόφαση, δεν μπορεί να εξετάσει ένσταση δεδικασμένου που προβάλλεται με τις προτάσεις και όχι με λόγο εφέσεως ή πρόσθετο λόγο εφέσεως. Τέλος, κατά τον αρ.19 του ιδίου, ως άνω, άρθρου, η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως, όταν στην ελάσσονα πρότασή της δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος και έτσι δε μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνος ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

V. Η προσβαλλομένη, 46/2017, απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, επιτρεπτώς επισκοπούμενη, έχει ως ακολούθως: "Στην προκειμένη περίπτωση από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημοσίας συνεδρίασης αυτού, καθώς και απ'όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα ή για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 339, 395 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Στις 2-11-2008 απεβίωσε στη μονάδα φροντίδας ηλικιωμένων "...", στον .... η Ά. Θ., κάτοικος .... Η αποβιώσασα, η οποία ήταν άγαμη και άτεκνη, είχε ως πλησιέστερους συγγενείς, κατά το χρόνο θανάτου της, τους έξι τελευταίους των εναγομένων, δηλαδή: 1)την ανιψιά της Β. συζ. Ι. Σ., το γένος Ι. Θ., μοναδικό τέκνο του προαποβιώσαντος αυτής αμφιθαλούς αδελφού της Ι.

Θ., 2)την ανιψιά της Β. συζ. Φ. Μ., το γένος Α. Τ., μοναδικό τέκνο της προαποβιωσάσης αυτής αμφιθαλούς αδελφής της Αναστασίας συζ. Α. Τ. το γένος Χ. Θ., 3)την Μ. Μ. του Θ., 4)την Ε. Μ. του Θ., 5)τον Κ. Μ. του Θ., τέκνα της προαποβιωσάσης ανιψιάς της Ε. συζ. Θ. Μ., η οποία ήταν τέκνο της προαποβιωσάσης αμφιθαλούς αδελφής της κληρονομουμένης, Μ.

συζ. Α. Τ. το γένος Χ. Θ. και 6)την Ν. - Φ. Τ., τέκνο του προαποβιώσαντος ανιψιού της Α. - Σ. - Ν. Τ., ο οποίος ήταν τέκνο της προαποβιωσάσης αμφιθαλούς αδελφής της κληρονουμένης, Μ. συζ. Α. Τ. το γένος Χ. Θ.. Η κληρονουμένη την 1-12-2007 συνέταξε, ενώπιον του συμβολαιογράφου Α. Σ., τη με αριθμό ....22/1-12-2007 δημόσια διαθήκη, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα με τα υπ'αριθ.540/2008 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης.

Με ρητή διάταξη της διαθήκης αυτής η κληρονομουμένη ανακάλεσε όλες τις προηγούμενες διαθήκες της και εγκατέστησε ως μόνους κληρονόμους της, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, την ενάγουσα Α. Β. και το γιο της Δ. Γ. (1ο εναγόμενο ήδη 2ο εφεσίβλητο). Το κείμενο των ανωτέρω διατάξεων είχε ως εξής: "Ακυρώνω και ανακαλώ κάθε τυχόν προηγούμενη διαθήκη μου και με την παρούσα μου, μη έχοντας κατιόντες ή αναγκαίους κληρονόμους, εγκαθιστώ και ονομάζω κληρονόμους μου στην κινητή και ακίνητη περιουσία μου που θα βρεθεί κατά το χρόνο του θανάτου μου τους: 1)Α.

Β. σύζυγο Α. Β., το γένος Ι. και Μ. Β., νοικοκυρά, κάτοικο ... και 2)Δ. Γ. του Π. και Α., οδηγό ταξί, κάτοικο ..., προς τους οποίους επιθυμώ να περιέλθει όλη μου η περιουσία, κοινά, αδιαίρετα και εξίσου στον καθένα τους, ιδία δε η εν ..... οικία μου, με το οικόπεδό της και το ελαιόκτημά μου στη θέση "..." ..., γνωστών ορίων, γιατί αυτοί με βοηθούν, με περιποιούνται και με φροντίζουν με ανιδιοτέλεια, ιδίως στις στιγμές αυτές των γηρατειών μου.

Σε περίπτωση που τυχόν ήθελε αποβιώσει ο ένας εκ των άνω κληρονόμων μου, πριν από εμένα, τότε ορίζω όλη μου την περιουσία θα λαμβάνει ο έτερος, εκ των άλλων κληρονόμων μου. Αυτή είναι η τελευταία μου θέληση." Κατά τη σύνταξη της παραπάνω διαθήκης συνέπραξε ως μάρτυρας, μεταξύ άλλων, και ο Δ. Δ. του Σ.. Ο παραπάνω είναι σύζυγος της αδελφής της Α.

Β.. Λόγω της συγγενικής του σχέσης με την τιμωμένη, ήταν ανίκανος, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα (1725 και 1726 ΑΚ), να συμπράξει ως μάρτυρας, σε δημόσια διαθήκη με την οποία τιμάται συγγενικό του πρόσωπο. Η παραβίαση της παραπάνω διατάξεως επιφέρει την ακυρότητα της σχετικής διατάξεως της διαθήκης.

Για τους παραπάνω λόγους, πράγματι, οι ήδη εκκαλούντες, ζήτησαν, με την 187/ΤΟ/25-6-2010 αγωγή τους, στρεφόμενοι κατά της Α. Β. και του Δ. Γ., ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, την αναγνώριση της ακυρότητας της σχετικής διατάξεως. Επί της αγωγής εκδόθηκε η, ήδη αμετάκλητη, 127/2012 απόφαση, η οποία έκανε δεκτή την αγωγή και αναγνώρισε την ακυρότητα της διάταξης της παραπάνω διαθήκης, με την οποία εγκαθίστανται κληρονόμοι της διαθέτιδος η Α.

Β. και ο Δ. Γ.. Η παραπάνω απόφαση δεν παράγει δεδικασμένο ως προς την αξίωση της Α. Β., ενάγουσας στην κρινόμενη αγωγή, για ακύρωση ολόκληρης της παραπάνω διαθήκης λόγω ακυρότητας μέρους αυτής, καθότι στο πλαίσιο της παραπάνω δίκης δεν εξετάσθηκε το ζήτημα αυτό, ούτε κυρίως ούτε και παρεμπιπτόντως, αφού δεν αποτελούσε αντικείμενο της δίκης αλλά ούτε και προδικαστικό ζήτημα που αποτελούσε αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος.

Εξάλλου ο ερειδόμενος στο άρθρο 181 ΑΚ ισχυρισμός, επί του οποίου στηρίζεται η κρινόμενη αγωγή, δεν μπορούσε ούτε κατ'ένσταση να προταθεί από την εναγομένη στην παραπάνω δίκη, που κύριο αίτημα της αγωγής, το οποίο διερευνήθηκε από το δικαστήριο, ήταν η αναγνώριση της ακυρότητας μέρους της διαθήκης, καθότι δεν έχει το χαρακτήρα ενστάσεως, δηλαδή δεν κατατείνει στην απόρριψη της αγωγής αλλά εισφέρει νέο αίτημα που διευρύνει ανεπίτρεπτα το αντικείμενο της δίκης, χωρίς να έχει τηρηθεί η αναγκαία προς τούτο προδικασία.

Περαιτέρω παρά την αναγνώριση της ακυρότητας της προαναφερθείσας διατάξεως, η μόνη άλλη διάταξη της διαθήκης, δηλαδή αυτή με την οποία η διαθέτιδα δηλώνει ότι ανακαλεί όλες τις προηγούμενες διαθήκες της, παρέμεινε ισχυρή. Η κληρονομουμένη όμως είχε συντάξει προγενέστερη (από 26-2-2003) ιδιόγραφη διαθήκη, η οποία δημοσιεύθηκε με τα υπ'αριθ.431/2-12-2010 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης και έχει το εξής περιεχόμενο: "Δεν σας χρουστού τήποτα, όταν πήγατε στην ....

τα πήρατε όλα Β.. 26 Δευτέρου Φεβρουαρίου 2003. Ά. Θ. ότι έχω και δεν έχω στην Κ. Μ.. Ά. Θ.". Το παραπάνω κείμενο, του οποίου η γνησιότητα γραφής και υπογραφής δεν αμφισβητήθηκαν από τους εναγόμενους, περιλαμβάνει όλα τα απαιτούμενα στοιχεία για να θεωρηθεί ιδιόγραφη διαθήκη. Ειδικότερα η διαθέτης δηλώνει σαφώς την επιθυμία της να κληρονομηθεί από την "Κ.

Μ.". Η σαφήνεια της πρόθεσής της δεν πλήττεται από το γεγονός ότι δεν χρησιμοποιεί τον όρο "κληρονόμος", που άλλωστε ο νόμος δεν απαιτεί, αφού το νόημα του κειμένου είναι κατανοητό. Η εσφαλμένη αναγραφή του επιθέτου της τετιμημένης, επίσης δεν μπορεί να θεωρηθεί ως λόγος ακυρότητας, αφού το αναγραφόμενο επίθετο είναι παρεμφερές με το πραγματικό και δεν μπορεί να υπάρξει αμφιβολία για το πρόσωπο που ήθελε η διαθέτιδα να τιμήσει.

Τέλος το γεγονός ότι η πρόταση που περιλαμβάνει την εγκατάσταση της ενάγουσας ως μόνης κληρονόμου, βρίσκεται μετά την χρονολόγηση του κειμένου, επίσης δεν αποτελεί λόγο ακυρότητας της διαθήκης, αφού το κείμενο έχει μία αναμφισβήτητη συνέχεια και ενότητα ενώ η πρόταση αυτή δεν αποτελεί προσθήκη ή διόρθωση, που να χρήζει νέας υπογραφής ή χρονολόγησης.

Επομένως η παραπάνω διαθήκη έχει όλα τα απαραίτητα στοιχεία για να θεωρηθεί έγκυρη. Η ενάγουσα ως τετιμημένη με την παραπάνω ιδιόγραφη διαθήκη έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει την αναγνώριση της ακυρότητας της διάταξης της δημόσιας διαθήκης της κληρονομουμένης, με την οποία δηλώνει ότι ανακαλεί κάθε προηγούμενη διαθήκη της (επομένως και την προαναφερθείσα ιδιόγραφη διαθήκη).

Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε κατά τη σύνταξη της δημόσιας διαθήκης της κληρονομουμένης συνέπραξε ως μάρτυρας συγγενικό προς τετιμημένη πρόσωπο και για το λόγο αυτό θεωρήθηκε άκυρη η υπέρ αυτής και του υιού της διάταξη. Η συγγένεια αυτή του μάρτυρος δεν ήταν γνωστή στη διαθέτιδα, όπως και οι συνέπειες της συγγένειας αυτής.

Η ηλικία της και το μορφωτικό της επίπεδο, όπως αυτά προέκυψαν από τις αποδείξεις, δικαιολογούν την άγνοια των στοιχείων αυτών. Άλλωστε δεν υπάρχει καμία αμφιβολία για τη σοβαρότητα της προθέσεώς της να εγκαταστήσει κληρονόμο της την ενάγουσα, αφού με δύο διαφορετικές διαθήκες, που απέχουν μεταξύ τους χρονικά, αυτό επιδίωξε.

Επομένως είναι σαφές ότι δεν γνώριζε την ακυρότητα της παραπάνω διατάξεως. Εάν όμως γνώριζε ότι είναι άκυρη η παραπάνω διάταξη, δεν θα επιθυμούσε να παραμείνει σε ισχύ η διάταξη με την οποία ανακαλούνται οι προηγούμενες διαθήκες της και δη η προαναφερθείσα ιδιόγραφη, γιατί με τον τρόπο αυτό δεν θα πραγματοποιούνταν η επιθυμία της να κληρονομηθεί από την ενάγουσα.

Η επιθυμία της αυτή προκύπτει με σαφήνεια από τα κείμενα των δύο διαθηκών. Στην δημόσια διαθήκη της μάλιστα εξηγεί και τους λόγους για τους οποίους οδηγήθηκε στην απόφαση αυτή. Απ'όλα τα παραπάνω συνάγεται ότι η αληθής βούληση της διαθέτιδος, αν γνώριζε για την ακυρότητα μέρους της διαθήκης της, θα ήταν να θεωρηθεί αυτή άκυρη, εξ ολοκλήρου, ώστε να ισχύσει η προγενέστερη ιδιόγραφη και να εγκαταστήσει ως κληρονόμο της την ενάγουσα.

Με βάση όσα προεκτέθηκαν, η κρινόμενη αγωγή, η οποία είναι επαρκώς ορισμένη, γιατί διαλαμβάνει όλα τα αναγκαία στοιχεία για την πληρότητά της είναι βάσιμη και κατ'ουσίαν, απορριπτομένων όλων των σχετικών λόγων έφεσης ως αβάσιμων. Συνακόλουθα πρέπει και η έφεση ν'απορριφθεί ως αβάσιμη κατ'ουσίαν στο σύνολό της".

Μετά ταύτα το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη από ουσιαστικής απόψεως την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της 28/2014 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, με την οποία είχε γίνει δεκτή αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης κατά των αναιρεσειόντων και αναγνωρίσθηκε ότι είναι άκυρη η ....22/1-12-2007 δημόσια ενώπιον του συμ/φου Α.Σ.

και νομίμως δημοσιευθείσα, διαθήκη της Ά. Θ., κατά τη διάταξή της, με την οποία ανακαλείται κάθε προηγούμενη διαθήκη της διαθέτιδος.

VΙ. Οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο από το άρθ.559 αρ.16 ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως υποστηρίζουν, ότι: Το Τριμελές Εφετείο Βορείου Αιγαίου με την προσβαλλομένη, 46/2017, απόφασή του υπέπεσε στην κατ'άρθρ.559 αρ.16 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι παρέβη το δεδικασμένο της (αμετάκλητης κατάστασης) 127/2012 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, με την οποία, κατά παραδοχή αγωγής τους κατά των αναιρεσιβλήτων, αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της ....22/1-12-2007 ενώπιον του συμ/φου Α.Σ.

δημοσίας, νομίμως δημοσιευθείσης, διαθήκης της Ά. Θ. και κρίθηκε ότι αυτοί (αναιρεσείοντες) είναι οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της ανωτέρω Ά. Θ., θείας τους, ακόμη δε κρίθηκε, ότι η δημόσια διαθήκη δεν είναι άκυρη στο σύνολό της, αλλά μόνον η διάταξη αυτής, με την οποία η διαθέτιδα κατέλειπε στους αναιρεσίβλητους όλη την περιουσία της.

Οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται, επιπροσθέτως, ότι μετά την παραπάνω αγωγή τους η πρώτη αναιρεσίβλητη άσκησε εναντίον τους την ένδικη αγωγή που το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Πολ/λές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης) με την προρρηθείσα απόφασή του έκρινε ως αναγκαία προϋπόθεση για την άσκησή της την κληρονομική ιδιότητα της πρώτης αναιρεσίβλητης ως τετιμημένης, με βάση το φερόμενο ως ιδιόγραφη διαθήκη έγγραφο.

Έτσι, κατά παράβαση του άνω δεδικασμένου, η ευδοκίμηση της υπό κρίσιν αγωγής με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση οδήγησε στην εκμηδένιση του εξ αδιαθέτου κληρονομικού τους δικαιώματος. Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο την ίδια πιο πάνω πλημμέλεια, υποστηρίζοντας ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη μπορούσε να είχε προτείνει ως εναγομένη της αγωγής τους που εκδόθηκε η ανωτέρω 127/12 απόφαση την ένσταση ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεώς τους (ως μη κληρονόμων) βάσει του 181 ΑΚ άρθρου, ισχυρισμό όμως που δεν πρότεινε τότε, που εκδόθηκε η πιο πάνω απόφαση και ότι προϋπόθεση του αντικειμένου της δίκης, της ένδικης αγωγής είναι η ύπαρξη του κληρονομικού δικαιώματος των αναιρεσειόντων, (επί του οποίου εκδόθηκε η 127/2012 απόφαση).

Αμφότεροι οι λόγοι (1ος-2ος) είναι αβάσιμοι, διότι, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, που προαναφέρονται, η 127/12 απόφαση του Πολ/λούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης δεν παράγει δεδικασμένο ως προς την αξίωση της Α. Β., ενάγουσας στην κρινομένη αγωγή, για ακύρωση ολόκληρης της παραπάνω (δημόσιας) διαθήκης λόγω ακυρότητος μέρους αυτής, καθότι στο πλαίσιο της δίκης εκείνης δεν εξετάσθηκε το ζήτημα αυτό, ούτε κυρίως ούτε και παρεμπιπτόντως, αφού δεν αποτελούσε αντικείμενο της δίκης, αλλά ούτε και προδικαστικό ζήτημα, που αποτελούσε αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος, (παρεκτός του ότι σε κάθε περίπτωση στηρίζονται σε λανθασμένη προϋπόθεση, αφού για την ύπαρξη δεδικασμένου δεν συντρέχει η προϋπόθεση που προβλέπεται από το άρθρο 324 ΚΠολΔ, ήτοι της ταυτότητος της ιδιότητος των διαδίκων, κατά τα άνω εκτιθέμενα).

Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την υπ'αρ.14 πλημμέλεια, καθόσον το Εφετείο απέρριψε τον τέταρτο λόγο εφέσεως των αναιρεσειόντων και παρά το νόμο δεν κήρυξε το απαράδεκτο, εξαιτίας της αοριστίας της κρινομένης αγωγής στην οποία η πρώτη αναιρεσίβλητη έπρεπε να εκθέτει τα κατ'άρθρ.181 ΑΚ απαραίτητα στοιχεία, ότι, δηλαδή, η διαθέτιδα τελούσε, κατά την σύνταξη της διαθήκης, σε άγνοια της ακυρότητος της διατάξεως της δημόσιας διαθήκης, με την οποία κατέλειπε ως μοναδικούς της κληρονόμους τους αναιρεσιβλήτους ή έστω ότι βρισκόταν σε πλάνη ως προς την ακυρότητα αυτήν.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι από την επισκόπηση του δικογράφου της (από 24-7-2012) κρισιολογουμένης αγωγής καταδεικνύεται ότι στο ιστορικό της εμπεριέχεται το κατ'άρθρ.181 ΑΚ απαραίτητο στοιχείο της άγνοιας εκ μέρους της διαθέτιδος της επίμαχης ακυρότητος κατά την σύνταξη της διαθήκης. Γιαυτό, το Εφετείο, που δέχθηκε το ορισμένο της αγωγής δεν υπέπεσε στην αντίστοιχη πλημμέλεια.

Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, ήτοι τα άρθρα 1718 και 1721 ΑΚ σχετικά με την κατάρτιση ιδιόγραφης διαθήκης κι έτσι υπέπεσε στην υπ'αρ.1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και δη, ότι: "Η μία σημείωση στο κείμενο της φερόμενης ως ιδιόγραφης διαθήκης φέρει χρονολογία και υπογραφή, ενώ η δεύτερη σημείωση δεν φέρει χρονολογία συντάξεως, ότι η πρώτη σημείωση, με την οποία η Ά.

Θ. απευθύνεται στην δεύτερη αναιρεσείουσα είναι ξένη προς διάταξη τελευταίας βουλήσεως και ότι οι δύο αυτές σημειώσεις δεν έχουν λογική συνέχεια και ούτε ενότητα, ούτε δε λογικό ειρμό μεταξύ τους". Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι, κατά τα δεκτά υπό του Εφετείου γενόμενα, πρόκειται για ιδιόγραφη διαθήκη, στην περίπτωση της οποίας πληρούνται τα οριζόμενα από τις αντίστοιχες διατάξεις (περί χρονολογήσεως, εγγραφής και υπογραφής από την διαθέτιδα του κειμένου περί της τελευταίας βουλήσεώς της) και συνεπώς δεν παραβιάστηκαν οι ουσιαστικές διατάξεις των άρθ. 1718, 1721 ΑΚ, παρά τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, αβασίμως όμως, κατά τα άνω εκτιθέμενα.

Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες καταλογίζουν στο Εφετείο ότι με την προσβαλλομένη απόφασή του υπέπεσε στην υπ'αρ.1 του άρθρ.559 ΚΠολΔ πλημμέλεια διότι παραβίασε τα άρθρα 1712, 1721 και 173 του ΑΚ καθόσον "το επίμαχο κείμενο δεν είναι ιδιόγραφη διαθήκη, αφού ελλείπει από το χωρίς χρονολογία περιεχόμενο των σημειώσεων σπουδαία και σοβαρή πρόθεση της Ά.

Θ. να ρυθμίσει τα της περιουσίας της μετά τον θάνατό της, δηλαδή, δεν προκύπτει μετά βεβαιότητος σπουδαία και σοβαρή βούληση της ανωτέρω θείας τους για κατάρτιση διατάξεως τελευταίας βουλήσεώς της υπέρ της πρώτης αναιρεσίβλητης, καθόσον το σχετικό κείμενο προσιδιάζει περισσότερο σε έγγραφο, στο οποίο διατυπώνονται απλώς σκέψεις της συντάκτριάς του, η οποία δεν χρησιμοποιεί αντιστοίχως εννοιολογικές φράσεις και ούτε προκύπτει η βούληση της θείας τους να εγκαταστήσει την πρώτη αναιρεσίβλητη μοναδική αυτής κληρονόμο, προς την οποία, (αν είχε επιλεγεί από την εκλειπούσα) θα απευθύνετο η επιστολή αυτή και ότι "οι σημειώσεις αυτές παρουσιάζουν σημεία δυσγραφίας και αγραφίας".

Επίσης προσάπτουν στο τριμελές Εφετείο ότι χωρίς να αναζητήσει με ερμηνεία κατά το άρθρο 173 ΑΚ, την σοβαρή και αληθή βούληση της θείας τους Ά. Θ., παραβίασε τις προμνησθείσες ουσιαστικές διατάξεις. Με τον ίδιο (πέμπτο) λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες διατείνονται ωσαύτως, ότι "με προτροπή της πρώτης αναιρεσίβλητης η θεία τους Ά.

Θ. φέρεται ότι συνέταξε την από 1-12-2007 άκυρη δημόσια διαθήκη της ενώπιον του συμβολαιογράφου Α.Σ., καθόν χρόνο έπασχε από "οργανικό ψυχοσύνδρομο και ανοϊκό σύνδρομο", ασθένεια που την καθιστούσε ανίκανη προς σύνταξη οποιασδήποτε διαθήκης και ότι με αυτά τα δεδομένα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο οδηγήθηκε (κατά τους αναιρεσείοντες) με την προσβαλλομένη απόφασή του σε ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, επί όλων των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και υπέπεσε (και) στην πλημμέλεια (κατ'εκτίμηση) του αρ.19 του άνω (559 ΚΠολΔ) άρθρου.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως κατά το μέρος που αναφέρεται στην υπ'αρ.1 πλημμέλεια είναι αβάσιμος. Το Εφετείο, κατά τις παραδοχές του, αναζήτησε όπως προβλέπεται στο άρθρο 173 ΑΚ, την αληθινή βούληση της εκλειπούσης (Ά. Θ.), κατά την ερμηνεία της ανωτέρω τελευταίας βουλήσεώς της. Το κείμενο αυτής, όπως προδιαλαμβάνεται και έγινε δεκτό από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αποτυπώνει την βούληση της άνω θανούσης για την μετά τον θάνατο αυτής τύχη της περιουσίας της.

Η βούλησή της, (κατά τα δεκτά γενόμενα), είναι εκπεφρασμένη συμφώνως προς τους ορισμούς των σχετικών ουσιαστικών διατάξεων, το δε κείμενο αυτής έχει, (όπως περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο), αναμφισβήτητη συνέχεια και ενότητα των αντιστοίχων σημειώσεων, που η γνησιότητα γραφής (της διαθέτιδος) δεν αμφισβητήθηκε, το κείμενο χρονολογήθηκε και υπογράφηκε υπό της άνω διαθέτιδος.

Κατά τις παραδοχές, προσέτι, του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ειδικότερα, έχει εκφρασθεί σαφώς η πρόθεση τιμήσεως ως κληρονόμου, (παρά την μη χρήση του αντιστοίχου όρου), της πρώτης αναιρεσίβλητης, η εσφαλμένη αναγραφή του επιθέτου της οποίας (ως τετιμημένης) με την μνεία παρεμφερούς επωνύμου, επίσης δεν προκαλεί ακυρότητα, μη υπάρχουσας αμφιβολίας περί του (τετιμημένου) προσώπου και ότι η πρόταση, που αναφέρεται στην εγκατάστασή της, ναι μεν βρίσκεται μετά την χρονολόγηση του κειμένου, αλλ'όμως επίσης δεν γεννά ακυρότητα, διότι το κείμενο έχει μία αναμφισβήτητη ενότητα και συνέχεια, ενώ η πρόταση αυτή, (όπως τέλος δέχθηκε το Εφετείο), δεν αποτελεί προσθήκη ή διόρθωση, που να χρήζει νέας υπογραφής και χρονολόγησης.

Ακόμη, ο λόγος αυτός (5ος) αναιρέσεως, καθό μέρος αναφέρεται στην ως άνω (εκτιμώμενη) πλημμέλεια του αρ.19, είναι απαράδεκτος ως εκ της προειπωθείσης (κατά το ήδη αναλυθέν περιεχόμενό του) αοριστίας του. Με τον έκτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες ψέγουν το Εφετείο, ότι υπέπεσε (όπως εκτιμάται) στην κατ'άρθρ. 559 αρ.11γ ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι δεν έλαβε υπόψη και δεν αξιολόγησε την από 8-4-2008 έκθεση κοινωνικής έρευνας της κοινωνικής λειτουργού της Ν.Α.

Λέσβου (Τμήμα Κοινωνικής Πρόνοιας) Μ.Κ., που είχε διενεργηθεί μετά το 169/10-12-2007 έγγραφο της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Μυτιλήνης και το βιβλιάριο αποταμίευσης του ...159 λογαριασμού του Τ.Τ. ... ...., δημόσια έγγραφα τα οποία αυτοί (αναιρεσείοντες) με επίκληση είχαν προσκομίσει για την απόδειξη του ισχυρισμού τους ότι, όταν συντάχθηκε η φερόμενη ως ιδιόγραφη διαθήκη, η 1η αναιρεσίβλητη δεν είχε καμία σχέση με την Ά.

Θ., την οποία φρόντιζε η 1η αναιρεσείουσα, κάτοικος .... Με τον έβδομο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αιτιώνται, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε ομοίως στην πλημμέλεια (κατ'εκτίμηση) του αρ.11γ, καθόσον δεν έλαβε υπόψη τα άνω αποδεικτικά μέσα, (που μνημονεύονται στον 6ο λόγο), από τα οποία προκύπτει, ότι το 2003 (χρόνος σύνταξης της φερόμενης ως ιδιόγραφης διαθήκης) η Ά.

Θ. δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με την πρώτη αναιρεσίβλητη και το 2007 (που συντάχθηκε η άνω δημόσια διαθήκη) η Ά. Θ. έπασχε από τα προεκτεθέντα σύνδρομα. Με τον όγδοο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο, κατ'εκτίμηση, την ίδια πιο πάνω πλημμέλεια δεδομένου, ότι δεν έλαβε υπόψη τα επικληθέντα και προσκομισθέντα από αυτούς (πρωτοδίκως και δευτεροβαθμίως) αποδεικτικά μέσα (ληξιαρχική πράξη θανάτου της Ά.

Θ., ψυχιατρική έκθεση, ιατρική γνωμάτευση, έκθεση κοινωνικής έρευνας, κατάθεση μάρτυρος ενώπιον του Μον.Πρ.Μυτιλήνης σε δίκη θέσεως υπό δικαστική συμπαράσταση της Α.Θ., που το δικαστήριο όρισε την 1η αναιρεσείουσα προσωρινή (συμπαραστάτρια αυτής, όπως εκτενώς αναφέρονται στις σελίδες 26-27 του αναιρετηρίου), που τεκμηριώνουν τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων για ανικανότητα συντάξεως διαθήκης εκ μέρους της ανωτέρω θείας τους (Ά.

Θ.), κατά τα αναλυτικότερα στον λόγο αυτόν εκτιθέμενα. Οι λόγοι αυτοί (6ος, 7ος,8ος) είναι αβάσιμοι, δεδομένου ότι το Εφετείο διαλαμβάνει στην αρχή του πορίσματος της προσβαλλομένης αποφάσεώς του ότι έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι με επίκληση προσκόμισαν, κατά τα ως άνω, αλλά επί πλέον τούτου από την ανάπτυξη των παραδοχών του καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι όντως έλαβε υπόψη και αξιολόγησε όλα ανεξαιρέτως τα εκατέρωθεν επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, επί τη βάσει των οποίων μορφοποίησε την δικανική του κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της ένδικης αγωγής.

VII. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος προς διερεύνηση ετέρου λόγου, η αίτηση αναιρέσεως, (κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης) πρέπει να απορριφθεί, ενώ πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και στους ηττωμένους αναιρεσείοντες να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη της πρώτης αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του αιτήματός της (άρθρ. 176, 183, 191§2, 495§3 ΚΠολΔ), συμφώνως προς το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει ματαιωμένη την συζήτηση επί της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως μεταξύ των αναιρεσειόντων και του δεύτερου των αναιρεσιβλήτων.

Απορρίπτει την από 5-11-2017 αίτηση των: Β. Σ., Β. Μ., Μ. Μ., Ε. Μ., Κ. Μ. και Ν.-Φ. Τ. κατά της Α. Β. (πρώτης αναιρεσίβλητης), περί αναιρέσεως της 46/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες την δικαστική δαπάνη της (πρώτης) αναιρεσίβλητης, το ποσόν της οποίας ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2.700€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Μαΐου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Ιουλίου 2019.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ και νυν Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ