Supreme Court partially allowed appeal against dismissal of public utility employee's claim for regular status due to vague pleading.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against the Second Instance Court's dismissal of his claim for regular employment status. The appellant argued that the lower court erred by requiring proof of a vacant position, which was not clearly stated in the complaint, while the utility company contended the claim was inadmissible due to vagueness. The court ruled that while the existence of a vacant position was not a statutory prerequisite, the lower court incorrectly failed to recognize its explicit mention in the complaint, necessitating a remand for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 288 of the Public Service Law and 216(1) of the Code of Civil Procedure; The existence of a vacant position is not a statutory prerequisite for claiming regular status, but a complaint must clearly state such facts to be admissible, and a lower court's dismissal based on vagueness is erroneous if the facts are explicitly detailed in the pleading.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 772 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 772/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Α. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Α. Π., που κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ Δ.Ε.Η." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Κατσαούνη, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/12/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 795/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 2283/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28/1/2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πιπιλίγκας ανέγνωσε την από 22/3/2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεωργίου Παπαηλιάδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 94 παρ.1 του ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά τη διάταξη του άρθρου 96 παρ. 3 του ιδίου Κώδικα κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου και στις περιπτώσεις του άρθρου 98 η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή την έκθεση και κατά τη διάταξη του άρθρου 104 εδ.
τελευταίο του ιδίου Κώδικα το δικαστήριο εξετάζει σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Περαιτέρω η διάταξη του άρθρου 665 παρ.2 εδάφιο τελευταίο του ΚΠολΔ, που είχε προστεθεί με το άρθρο 15 παρ.6 του Ν. 4055/2012 και όριζε ότι (επί εργατικών διαφορών) κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια, δημοτική αρχή καταργήθηκε σιωπηρά με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α 87), με το οποίο αντικαταστάθηκε το βιβλίο τέταρτο (άρθρα 591 - 681 Δ) του ΚΠολΔ και παρατέθηκαν ως νέες διατάξεις τα άρθρα 591 έως 645, όπου δεν περιλαμβάνεται αντίστοιχη ρύθμιση.
Εξ άλλου το άρθρο ένατο του άρθρου 1 του πιο πάνω νόμου, με τον παράτιτλο "μεταβατικές διατάξεις" ορίζει στην μεν παράγραφο 2 ότι οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591 - 645 εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από τις 1.1.2016 ένδικα μέσα και αγωγές, στην δε παράγραφο 4 ότι κατά τα λοιπά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις, η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από 1.1.2016.
Τέλος με τη διάταξη του άρθρου 12 του ΕισΝΚΠολΔ ορίζεται ότι στις δίκες που κατά την εισαγωγή του ΚΠολΔ είναι εκκρεμείς στον πρώτο βαθμό, οι διαδικαστικές πράξεις ρυθμίζονται από τις διατάξεις του, όσες όμως είχαν ενεργηθεί πριν από την εισαγωγή του ρυθμίζονται από το προγενέστερο δίκαιο. Η διάταξη αυτή, η οποία εφαρμόζεται και στα ένδικα μέσα που είχαν ασκηθεί κατά την εισαγωγή του ΚΠολΔ σύμφωνα με την περί τούτου διάταξη του εδαφίου β της παρ. 1 του άρθρου 24 του ΕισΝΚΠολΔ, αποδίδει γενικότερη αρχή του διαχρονικού δικονομικού δικαίου, σύμφωνα με την οποία η εγκυρότητα διαδικαστικής πράξης, όπως είναι και η παροχή δικαστικής πληρεξουσιότητας, κρίνεται με βάση το δίκαιο που ισχύει κατά τον χρόνο διενέργειας αυτής (σχετ.
ΑΠ 811/1974). Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι η πληρεξουσιότητα που χορηγείται μετά την 1.1.2016 σε δικηγόρο για την εκπροσώπηση κάποιου διαδίκου ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται πλέον μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση του διαδίκου που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση και όχι με ιδιωτικό έγγραφο που φέρει βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή, όπως επιτρεπόταν ειδικά επί εργατικών διαφορών κατά την καταργηθείσα από 1.1.2016 διάταξη του άρθρου 665 παρ.2 εδ.
γ του ΚΠολΔ (ΑΠ 115/2017). Η έλλειψη της πληρεξουσιότητας, εξεταζομένη και αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια τη μη προσήκουσα παράσταση του διαδίκου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης (ΟλΑΠ 13/2008). Τέλος με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 εδάφια α και γ του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στη προκειμένη περίπτωση κατά την εκφώνηση της ένδικης από 28.1.2015 και με αριθμό κατάθεσης ....2.2015 αίτησης αναίρεσης από τη σειρά της στο πινάκιο, ο αναιρεσείων δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο, αλλά εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο του Α. Π., στον οποίο με την από 13 Ιανουαρίου 2017 εξουσιοδότηση, που φέρει βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής αυτού από τη δημοτική αρχή Μεγαλόπολης Αρκαδίας, χορήγησε πληρεξουσιότητα όπως εμφανισθεί και τον εκπροσωπήσει ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου προς παραδοχή της ως άνω αίτησης αναίρεσης αυτού κατά την ορισθείσα, μετ’ αναβολή, δικάσιμο της 17.1.2017 και σε κάθε άλλη μετ’ αναβολή δικάσιμο.
Η εν λόγω πληρεξουσιότητα, που χορηγήθηκε μετά την 1.1.2016 δεν είναι νόμιμη σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, με συνέπεια ο αναιρεσείων να θεωρείται δικονομικά απών. Από δε την υπ’ αριθμό .../8 Φεβρουαρίου 2016 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ν. Β., που επικαλείται και προσκομίζει η επισπεύδουσα τη συζήτηση αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ανωτέρω από 28.1.2015 και με αριθ.
κατάθ. ....2.2015 αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου την αρχικώς ορισθείσα στις 12.4.2016, καθώς και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε με την επιμέλεια αυτής νόμιμα και εμπρόθεσμα προς τον Α. Π., ως κατά νόμο αντίκλητο για τις επιδόσεις προς τον αναιρεσείοντα, τον οποίο εκπροσώπησε ως πληρεξούσιος δικηγόρος αυτού κατά τη δίκη ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση (άρθ. 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο παρ.2 του Ν. 4335/2015, σε συνδυασμό με άρθρο 129 παρ.1 του ιδίου Κώδικα).
Κατά τη δικάσιμο αυτή η υπόθεση αναβλήθηκε αντιμωλία των διαδίκων για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας, οπότε εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο. Εφόσον δε κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. δ του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 εδ. β του ιδίου Κώδικα, δεν απαιτείται κλήση του διαδίκου για εμφάνιση του κατά την ορισθείσα μετ’ αναβολή δικάσιμο και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, ο αναιρεσείων έχει νόμιμα και εμπρόθεσμα κλητευθεί από την επισπεύδουσα τη συζήτηση αναιρεσίβλητη, για την ως άνω δικάσιμο οπότε εκδικάσθηκε η υπόθεση, και κατά συνέπεια η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης να χωρήσει κατά το άρθρο 576 παρ.2 του ΚΠολΔ σαν να ήταν αυτός παρών.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 εδ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για το ορισμένο της αγωγής (ή ανταγωγής), πρέπει, το δικόγραφο αυτής, εκτός από άλλα στοιχεία, να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν αυτή σύμφωνα με το νόμο και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, σε τρόπο που να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας και στο δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βάσιμου κατά νόμο αυτής.
Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.
Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1864/2011, σχετ. ΑΠ 862/2015, AΠ 291/2015). Εξ άλλου η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής και την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο κρίνοντας αυτήν ως αόριστη ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία κρίνοντας αυτήν ως ορισμένη.
Πρόκειται δηλαδή και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση ή όχι νομικής αοριστίας της αγωγής (ή της ένστασης) (σχετ. ΟλΑΠ 16/1998, ΑΠ 991/2014). Η αοριστία, όμως, της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική, όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο σύμφωνα με το άρθ. 216 παρ. 1 στοιχ.
α` και β` ΚΠολΔ στηρίζεται το αίτημα της αγωγής, ή ποιοτική, όταν γίνεται απλά επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς ν` αναφέρονται τα θεμελιούντα την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου πραγματικά περιστατικά. Στις περιπτώσεις αυτές η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθ. 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 180/2016, ΑΠ 34/2015, ΑΠ 1192/2012, ΑΠ 220/2012, ΑΠ 1125/2011).
Περαιτέρω από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 2 , 3, 4 παρ.1, 3, 4 και 8, 5 παρ.1, 3 και 5, 6, 23 παρ. 1,2 και 3 και 42 παρ.4 του Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (ΚΚΠ/ΔΕΗ), που δημοσιεύθηκε με την υπ’ αριθ. 2842/442 από 24/25 Οκτωβρίου 1973 απόφαση του Υπουργού Απασχόλησης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β 1274/25.10.1973) και κυρώθηκε με το άρθρο 2 του Ν.Δ/τος 210/1974, επέχει δε ισχύ ουσιαστικού νόμου, όπως ισχύει μετά τη δημοσίευση της από 23.3.1990 Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας Προσωπικού ΔΕΗ (ΦΕΚ Β 227/1990), το προσωπικό συνδέεται με τη ΔΕΗ με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και διακρίνεται σε τακτικό και έκτακτο.
Τακτικό προσωπικό είναι εκείνο που υπηρετεί σε οργανικές θέσεις και υπάγεται στις διατάξεις του εν λόγω Κανονισμού, ενώ έκτακτο προσωπικό είναι εκείνο που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου για την κάλυψη έκτακτων ή πρόσκαιρων αναγκών υπαγόμενο σε ορισμένες μόνο διατάξεις του εν λόγω Κανονισμού κατά την παρ.1 του άρθρου 42 αυτού και το οποίο μπορεί να ενταχθεί μετά από διετή υπηρεσία στο τακτικό προσωπικό με απόφαση του διοικητή, μετά από γνώμη του πρωτοβαθμίου συμβουλίου κρίσεως.
Το τακτικό προσωπικό κατατάσσεται σε κλάδους, υποδιαιρούμενους σε κατηγορίες, που μπορούν να υποδιαιρεθούν σε βαθμίδες, στις οποίες αντιστοιχούν μισθολογικά κλιμάκια και ποσοστό οργανικών θέσεων. Κάθε μισθωτός, κατά την ένταξή του στο τακτικό προσωπικό, κατατάσσεται σε μισθολογικό κλιμάκιο, βαθμίδα, κατηγορία και κλάδο προς πλήρωση οργανικής θέσης.
Η κατάταξη σε μισθολογικό κλιμάκιο αποτελεί αποκλειστικά μισθολογική διαβάθμιση και δεν παρέχει δικαίωμα άσκησης καθηκόντων ορισμένης θέσης στη διάρθρωση των υπηρεσιών της επιχείρησης. Ο πριν την ένταξη διανυθείς χρόνος υπηρεσίας θεωρείται ως χρόνος δοκιμαστικής υπηρεσίας και συνυπολογίζεται στον απαιτούμενο χρόνο για τη πρώτη μετά την ένταξη μισθολογική προαγωγή.
Ο συνολικός αριθμός των οργανικών θέσεων καθορίζεται κάθε φορά από το διοικητικό συμβούλιο και είναι αντίστοιχος με την εκάστοτε ισχύουσα διάρθρωση της επιχείρησης, ενώ η κατανομή αυτών ενεργείται ανάλογα προς τις υφιστάμενες ανάγκες με απόφαση του διοικητή, ο οποίος μπορεί να μεταβάλει το ποσοστό των οργανικών θέσεων.
Η ένταξη γίνεται στο μισθολογικό κλιμάκιο της κατώτερης βαθμίδας κάθε κατηγορίας, με απόφαση του διοικητή, κατόπιν πρότασης της ιεραρχίας. Ουδείς μπορεί να προσληφθεί απ’ ευθείας ως τακτικός, η δε πρόσληψη έκτακτου προσωπικού γίνεται με έγγραφη σύμβαση που μπορεί να ανανεώνεται μέχρι τη συμπλήρωση διαστήματος πέντε (5) ετών, εντός του οποίου μπορεί να γίνει ένταξη του έκτακτου μισθωτού στο τακτικό προσωπικό.
Για τη πρόσληψη δε του άνω μισθωτού απαιτείται να πληροί ο τελευταίος τις αναγραφόμενες στη παρ.5 του άρθρου 5 προϋποθέσεις. Μετάταξη του προσωπικού από κατηγορία σε κατηγορία του ιδίου ή άλλου κλάδου είναι δυνατή για τη κάλυψη υπηρεσιακών αναγκών ή για λόγους υγείας, εφόσον ο μετατασσόμενος έχει τα προσόντα που απαιτούνται από τη κατηγορία και το μισθολογικό κλιμάκιο αυτής όπου μετατάσσεται.
Η μετάταξη λαμβάνει χώρα με απόφαση του διοικητή, μετά από πρόταση της ιεραρχίας και γνωμάτευση του πρωτοβαθμίου συμβουλίου κρίσεως, ενώ ο χρόνος έναρξης της μετάταξης καθορίζεται με την απόφαση του διοικητή. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι η ένταξη του έκτακτου προσωπικού σε οργανικές θέσεις του τακτικού προσωπικού, μετά τη συμπλήρωση του ελαχίστου χρόνου υπηρεσίας, αποτελεί υποχρέωση της αναιρεσείουσας ΔΕΗ, η οποία απορρέει από τις διατάξεις του ΚΚΠ/ΔΕΗ, σε συνδυασμό με την ατομική σύμβαση εργασίας ενός εκάστου μισθωτού, που έχει προσληφθεί ως έκτακτος και με τις εκάστοτε ισχύουσες επιχειρησιακές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας.
Η υποχρέωση αυτή της ΔΕΗ που αντιστοιχεί σε σχετική αξίωση του μισθωτού έχει ενοχικό χαρακτήρα και πρέπει να εκπληρώνεται από τον εργοδότη, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (άρθ.288 ΑΚ). Η μη εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής από τη ΔΕΗ, που ενδέχεται να εκδηλωθεί είτε με την μη ένταξη του μισθωτού στο τακτικό προσωπικό της, είτε με την ένταξη αυτού σε κατηγορία διαφορετική από εκείνη, στην οποία αυτός είχε δικαίωμα να ενταχθεί, συνιστά αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης και όχι αδικοπραξία (ΑΠ 698/2015, ΑΠ 244/2013, ΑΠ 1151/2007, ΑΠ 185/2005).
Περαιτέρω όμως από τις ως άνω διατάξεις του ΚΚΠ/ΔΕΗ συνάγεται με σαφήνεια ότι για την ένταξη του έκτακτου μισθωτού στο τακτικό προσωπικό της επιχείρησης και τη κατάταξη του σε συγκεκριμένο κλάδο, κατηγορία, βαθμίδα και μισθολογικό κλιμάκιο απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί, εκτός των άλλων, η ύπαρξη αντίστοιχης κενής οργανικής θέσης κατά το χρόνο που διενεργείται ή επιδιώκεται η ένταξη (ΑΠ 698/2015, ΑΠ 1252/2008).
Επομένως στο δικόγραφο της αγωγής, με την οποία ζητείται να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης ΔΕΗ να κατατάξει τον ενάγοντα σε συγκεκριμένο κλάδο, κατηγορία, βαθμίδα και μισθολογικό κλιμάκιο του τακτικού προσωπικού, με βάση τις προαναφερόμενες διατάξεις του ΚΚΠ/ΔΕΗ, απαιτείται να διαλαμβάνεται, εκτός των άλλων στοιχείων, η ύπαρξη κενής οργανικής κατά τον αναφερόμενο χρόνο ένταξης, από του οποίου ζητείται η κατά τα ανωτέρω κατάταξη, διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη και ως εκ τούτου απορριπτέα ως απαράδεκτη (ΑΠ 1415/2015, ΑΠ 698/2015, ΑΠ 1596/2012, ΑΠ 1133/2011, ΑΠ 646/2008).
Στη προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση (άρθ. 561 παρ.2 του ΚΠολΔ) του δικογράφου της από 6.12.2010 και με αριθ. κατάθ. .../2010 αγωγής προκύπτει ότι με αυτήν (αγωγή) ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ισχυρίσθηκε ότι προσελήφθη από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού στις 14.7.1993 ως έκτακτος ειδικευόμενος μισθωτός, ότι η σύμβαση του ανανεώθηκε πολλές φορές μέχρι την ένταξη αυτού στο τακτικό προσωπικό της εναγομένης, ότι αυτός απασχολήθηκε από την αρχική του πρόσληψη ως τεχνικός υπάλληλος - επιτηρητής ταινιοδρόμων (τεχνικός ορυχείων) στο Λιγνιτικό Κέντρο Μεγαλόπολης, ότι από την πρόσληψή του είχε γνωστοποιήσει στην εναγομένη ότι ήταν κάτοχος απολυτηρίου τεχνικού επαγγελματικού λυκείου, που ορίζεται από τον ΚΚΠ/ΔΕΗ ως τυπικό προσόν για την ένταξη προσωπικού στο τεχνικό κλάδο κατηγορία 4 (Τ4), ότι με την υπ’ αριθμό .../30.6.1997 απόφαση της εναγομένης εντάχθηκε στο κλάδο Γενικών Υπηρεσιών κατηγορία 5 (ΓΥ5) και στο μισθολογικό κλιμάκιο 12 της βαθμίδας β με ημερομηνία ένταξης από 1.7.1997 και ταυτόχρονα προήχθη στο μισθολογικό κλιμάκιο 11 κατά το άρθρο 6 του ΚΚΠ/ΔΕΗ, ότι στην ίδια απόφαση προβλεπόταν ότι στις 7.7.1999 θα λάμβανε χώρα κρίση για τη περαιτέρω μισθολογική προαγωγή του στο μισθολογικό κλιμάκιο 10, ότι στη συνέχεια με τις υπ’ αριθμό .../25.5.1999 και .../15.2.2000 αποφάσεις της εναγομένης μετατάχθηκε στην κατηγορία Τ4/Θ (τεχνικοί ορυχείων) με χρόνο από 1.7.1999 και με το ίδιο μισθολογικό κλιμάκιο 10 και ότι η εναγομένη είχε, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΚΠ/ΔΕΗ, την υποχρέωση κατά την αρχική του ένταξη στο τακτικό προσωπικό αυτής, με βάση τα ανωτέρω τυπικά προσόντα αυτού, το είδος της απασχόλησής του επί τετραετία ως τεχνικού υπαλλήλου στο Λιγνιτικό Κέντρο Μεγαλόπολης, ως και το ήθος, τη μόρφωση, την ικανότητα και τη πείρα του, να τον εντάξει εξ υπαρχής (από 1.7.1997) στον τεχνικό κλάδο, κατηγορία 4 (Τ4/Θ) και να τον τοποθετήσει στο μισθολογικό κλιμάκιο 10 της ε’ βαθμίδας, προάγοντας αυτόν ταυτόχρονα στο 9ο μισθολογικό κλιμάκιο και στη συνέχεια στο επόμενο 8ο μισθολογικό κλιμάκιο από 1.7.1999, στο 7ο μισθολογικό κλιμάκιο από 1.7.2002, στο 6ο μισθολογικό κλιμάκιο από 1.7.2005 και στο 5ο μισθολογικό κλιμάκιο από 1.7.2008 της ως άνω Τ4/Θ κατηγορίας και όχι να τον εντάξει στην κατώτερη κατηγορία ΓΥ5 του κλάδου Γενικών Υπηρεσιών με μισθολογικό κλιμάκιο 12, όπου τον ενέταξε αρχικά και όπου απαιτείτο απολυτήριο εξαταξίου δημοτικού σχολείου ή γυμνασίου ή Γ’ τάξης (παλαιού) εξαταξίου γυμνασίου, δηλαδή προσόντα κατώτερα από εκείνα που αυτός κατείχε.
Ειδικά δε αναφορικά με το στοιχείο της ύπαρξης κενών οργανικών θέσεων κατά το χρόνο κατάταξης αυτού, ο ενάγων διέλαβε στο οικείο δικόγραφο της αγωγής τα εξής: "Είναι άλλωστε χαρακτηριστικό ότι η απασχόλησή μου εξαρχής σε καθήκοντα Τεχνικού Υπαλλήλου Κατηγορίας Τ4 έγινε αφενός διότι υπήρχαν ελλείψεις στις συγκεκριμένες θέσεις, αφετέρου δε διότι διέθετα τα απαιτούμενα προς τούτο τυπικά προσόντα.
Η ύπαρξη δε ελλείψεων της εναγομένης στις συγκεκριμένες θέσεις, η ύπαρξη δηλαδή κενών οργανικών θέσεων στην ανωτέρω κατηγορία απασχόλησής μου (Τ4) σαφώς συνάγεται ιδίως από την επί μακρό χρόνο απασχόλησή μου ως Τεχνικού Υπαλλήλου (Τ4) και όχι ως Γενικών Υπηρεσιών, η οποία υποδηλώνει ότι η αντίδικος διέθετε κενές οργανικές θέσεις στην ανωτέρω κατηγορία (Τ4) και είχε ανάγκη σε προσωπικό της κατηγορίας αυτής και όχι της κατηγορίας υπαλλήλων Γενικών Υπηρεσιών".
Με βάση το ιστορικό αυτό ο ενάγων ζήτησε με την αγωγή του να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να κατατάξει αυτόν κατά την ένταξή του στο τακτικό προσωπικό της από την ημερομηνία της ένταξης (1.7.1997) στην κατηγορία Τ4/Θ και να τον τοποθετήσει στο μισθολογικό κλιμάκιο 10 της ε’ βαθμίδας της κατηγορίας αυτής, προάγοντας αυτόν ταυτόχρονα στο 9ο μισθολογικό κλιμάκιο και στη συνέχεια να τον προαγάγει στο επόμενο 8ο μισθολογικό κλιμάκιο από 1.7.1999, στο 7ο μισθολογικό κλιμάκιο από 1.7.2002, στο 6ο μισθολογικό κλιμάκιο από 1.7.2005 και στο 5ο μισθολογικό κλιμάκιο από 1.7.2008 και να υποχρεωθεί αυτή να του καταβάλει τις από την αιτία αυτή προκύπτουσες μισθολογικές διαφορές του χρονικού διαστήματος από 1.1.2005 έως 31.12.2010 συνολικού ύψους 24.518,93 ευρώ, περιλαμβανομένων των επιδομάτων εορτών και αδείας.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά η υπ’ αριθμό 795/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που δέχθηκε αυτή ως βάσιμη κατ’ ουσία. Κατά της απόφασης αυτής η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε έφεση και επ’ αυτής εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η οποία, αφού δέχθηκε ότι στα στοιχεία του ορισμένου της αγωγής με αντικείμενο την ένταξη εκτάκτου μισθωτού, ως ο ενάγων, στο τακτικό προσωπικό της εναγομένης επιχείρησης κατά τον ΚΚΠ/ΔΕΗ, διαλαμβάνεται και η ύπαρξη κενής οργανικής θέσης κατά τον αιτούμενο χρόνο ένταξης, διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη και ως εκ τούτου απαράδεκτη, στη συνέχεια κατά παραδοχή του πρώτου περί τούτου λόγου έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης αποφάνθηκε ότι το στοιχείο αυτό δεν διαλαμβανόταν κατά τρόπο σαφή και ορισμένο στο ως άνω δικόγραφο της αγωγής με το ακόλουθο σκεπτικό: "Εν προκειμένω ο ενάγων - εφεσίβλητος στην ένδικη αγωγή του δεν αναφέρει ότι κατά το χρόνο εντάξεως του στο τακτικό προσωπικό της εκκαλούσης υπήρχε κενή οργανική θέση τεχνικού υπαλλήλου, αλλά ότι η απασχόλησή του υποδηλώνει την ύπαρξη σχετικής κενής οργανικής θέσεως, στοιχείο ανεπαρκές για το ορισμένο του δικογράφου, αφού σύμφωνα με τον ΚΚΠ/ΔΕΗ το έκτακτο προσωπικό προσλαμβάνεται για την εξυπηρέτηση έκτακτων ή πρόσκαιρων αναγκών, για τις οποίες δεν επαρκεί το προσωπικό το οποίο καλύπτει τις οργανικές θέσεις.
Το ότι δε αργότερα η επιχείρηση κατατάσσει τον μισθωτό στη προσήκουσα κατηγορία, βαθμίδα και μκ δεν σημαίνει επίσης ότι υπάρχει αντιστοίχως κενή οργανική θέση και κατά τη προγενεστέρα ημερομηνία από την οποία αυτός επιδιώκει τη κατάταξη που αναφέρεται στην αγωγή. Γι’ αυτό πρέπει να γίνεται ειδική μνεία στην αγωγή, ώστε να αποτελεί αντικείμενο αποδείξεως ότι, κατά την ημερομηνία της εντάξεως υπήρχε κενή οργανική θέση, στην οποία η διοίκηση της εκκαλούσης, ενεργώντας αντιθέτως προς τη καλή πίστη παρέλειψε να κατατάξει το μισθωτό".
Ακολούθως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι η αγωγή ήταν αόριστη και, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, απέρριψε αυτήν ως απαράδεκτη.
Με τη κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά το μέρος που έκρινε ότι στοιχείο του ορισμένου της αγωγής ένταξης έκτακτου μισθωτού στο τακτικό προσωπικό της αναιρεσίβλητης Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού είναι (και) η ύπαρξη κενής οργανικής θέσης της αντίστοιχης κατηγορίας, κατά τον αιτούμενο χρόνο κατάταξης, που πρέπει να διαλαμβάνεται στο οικείο δικόγραφο, ορθώς ερμήνευσε τις ως άνω διατάξεις του ΚΚΠ/ΔΕΗ και εκείνες των άρθρων 288 ΑΚ και 216 παρ.1 του ΚΠολΔ.
Κατά συνέπεια ο περί του αντιθέτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο αυτού σκέλος με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια ότι απαίτησε ως στοιχείο του ορισμένου της έχουσας το ανωτέρω αντικείμενο αγωγής αυτού και το στοιχείο της ύπαρξης κενής οργανικής θέσης, ενώ το στοιχείο αυτό δεν ήταν απαραίτητο κατά τις ως άνω διατάξεις του ΚΚΠ/ΔΕΗ για το ορισμένο αυτής, είναι αβάσιμος.
Κατά το μέρος όμως που αποφάνθηκε ότι το στοιχείο αυτό δεν διαλαμβανόταν κατά τρόπο σαφή και ορισμένο στο οικείο δικόγραφο της αγωγής, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένως έκρινε, αφού ρητά αναφερόταν στην αγωγή η ύπαρξη κενών οργανικών θέσεων της κατηγορίας αυτής (Τ4) κατά την ένταξη του ενάγοντος στο τακτικό προσωπικό της εναγομένης με περαιτέρω αναφορά στους λόγους που κατά τον ενάγοντα αποδείκνυαν τούτο (ΑΠ 614/2015).
Επομένως οι περί τούτου αληθώς μόνο από τον αριθμό 14 (και όχι και από τον αριθμό 1) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος κατά το δεύτερο αυτού σκέλος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης είναι βάσιμοι και κατά παραδοχή αυτών πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλον δικαστή (άρθρο 580 παρ.3 του ΚΠολΔ).
Ζήτημα καταδίκης της αναιρεσίβλητης σε δικαστικά έξοδα λόγω της ήττας αυτής (άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ) δεν γεννάται στη συγκεκριμένη περίπτωση, λόγω της πλασματικής ερημοδικίας του αναιρεσείοντος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2283/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Μαρτίου 2017.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Μαΐου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ