Legislator Case Law & Legislation
772/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on traffic accident liability, upholding lower court's apportionment of fault among drivers and victim.

Case Number 772/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment regarding a traffic collision. The lower court found the appellant and two other drivers jointly liable for the victim's injuries, while exonerating the victim due to her physical condition preventing timely safety measures. The Court rejected the appeal arguments, ruling that the appellate court correctly applied civil liability statutes and provided sufficient reasoning regarding fault allocation.

Legislator headnote

AI generated

Articles 300, 330, 297, 298, 914 of the Civil Code and relevant articles of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appellate court's finding of joint liability among drivers and exoneration of the victim based on her inability to act due to injury is valid if supported by adequate reasoning on causation and fault.

Keywords

AI generated
traffic accident liability joint and several liability contributory negligence appellate review standards civil code provisions fault apportionment victim's physical condition

Cited Legislation

AI generated
Articles 300, 330, 297, 298, 914 of the Civil Code
Article 12 paragraphs 1, 16 paragraph 1, 7, 19 paragraphs 1, 2, 29 paragraph 3 and 34 paragraph 1, 2 ib and 38 paragraph 1 of Law 2696/1999
Article 559 numbers 1 and 19 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 item e of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 772 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 772/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Μαρία Χυτήρογλου και Ειρήνη Καλού, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2015, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΑΕ", της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας για παράβαση νόμου με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Θ. - Ζ. του Γ., κατοίκου ..., 2) Α. Ν. του Ι., κατοίκου ..., 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) Α. Μ. του Ι., κατοίκου ..., εκ των οποίων η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γεωργουλόπουλο, ενώ οι 1η, 2ος και 4ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-5-2006 αγωγή του ήδη 2ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 4-10-2006 αγωγή του ήδη 4ου των αναιρεσιβλήτων, με τις από 15-10-2006 και 20-10-2006 αγωγές της ήδη 1ης των αναιρεσιβλήτων, με τις από 5-12-2006 και 6-2-2007 παρεμπίπτουσες αγωγές της ήδη 3ης των αναιρεσιβλήτων και με τις από 2-3-2007 παρεμπίπτουσες αγωγές - αναγωγές του ήδη αναιρεσείοντος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1435/ 2008 εν μέρει οριστική και 3324/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4993/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-6-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και η 3η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Σακκάς διάβασε την από 7-4-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 10-6-2014 αιτήσεως για αναίρεση της 4993/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της 3ης των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες εκθέσεις επιδόσεως 11658/16-1-2015, 11644/12-1-2015 και 11726/6-2-2015 της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ... προκύπτει, ότι αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου του Προέδρου του Τμήματος αυτού και κλήση προς συζήτηση για την παρούσα δικάσιμο, επιδόθηκε στους εκ των αναιρεσιβλήτων Μ. Θ., Α. Ν. και Α. Μ.. Επομένως, εφόσον αυτοί δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, πρέπει, παρά την απουσία τους, να προχωρήσει η συζήτηση (άρθρο 576 παρ. 1 ΚΠολΔ).

2. Από τις διατάξεις των άρθρων 914, 330, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, το παράνομο της πράξης ή της παράλειψης αυτού και η ύπαρξη μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της ζημίας που επήλθε αιτιώδους συνάφειας, η οποία υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήταν ικανή και μπορούσε, αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή, από το δικαστήριο της ουσίας, των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. Γ.Π.Ν/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Εξάλλου, η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας δεν θεμελιώνει αυτή καθαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθέντος αποτελέσματος.

Τέλος, με τις διατάξεις τον άρθρου 19 παρ. 1 και 2 του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.) ορίζεται ότι "ο οδηγός κάθε οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.

Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν", ενώ με τη διάταξη του άρθρου 29 παρ. 3 ιδίου νόμου ορίζεται ότι "εάν το όχημα ακινητοποιηθεί αναγκαστικά επί του οδοστρώματος από βλάβη ή άλλη αιτία, ο οδηγός του υποχρεούται να καταβάλει κάθε προσπάθεια να το μετακινήσει εκτός του οδοστρώματος, και, αν δεν μπορεί, να τοποθετήσει αμέσως την κατ' άρθρο 81 του παρόντος Κώδικα τριγωνική πινακίδα σε απόσταση 100 τουλάχιστον μέτρων πίσω από το όχημα ή την ειδική προειδοποιητική συσκευή σε κατάλληλη θέση και κατά τη νύχτα να έχει αναμμένα τα φώτα θέσης".

Περαιτέρω, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου είτε με το να τον εφαρμόσει εσφαλμένα, προσδίδοντάς του έννοια διαφορετική από την αληθινή ή αρκούμενο σε στοιχεία λιγότερα ή διάφορα των αναγκαίων, είτε με το να μην τον εφαρμόσει μολονότι, βάσει των παραδοχών του, έπρεπε να εφαρμοστεί.

Ο λόγος του 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ υπάρχει όταν η απόφαση δεν έχει τις αναγκαίες παραδοχές, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε. Δεν αποτελούν δε πραγματικές παραδοχές τα απλά επιχειρήματα ή αξιολόγηση των αποδείξεων, αρκεί το αποδεικτικό πόρισμα ως προς τις παραδοχές να είναι σαφές.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Στις 7-11-2004 περί ώρα 22.50 περίπου βραδινή η ενάγουσα των από 15-10-2006 και 20-10-2006 αγωγών Μ. Θ. οδηγούσε το υπ' αριθμ. ...

Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητό της επί της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας της υπόγειας γέφυρας του αυτοκινητοδρόμου της Λ. Κηφισού με κατεύθυνση από Πειραιά προς Φιλαδέλφεια και Λαμία ... Ο αυτοκινητόδρομος της Λεωφ. Κηφισού έχει τρεις λωρίδες κυκλοφορίας στην υπόγεια σήραγγα του αυτοκινητοδρόμου, ενώ τα δύο ρεύματα αυτού χωρίζονται με διαχωριστική νησίδα.

Ειδικότερα υπάρχει ανωφέρεια - καμπύλη δεξιά προς το ύψος της εξόδου της σήραγγας και ευθεία οριζόντια μετά το τέλος της ανωφέρειας της υπόγειας σήραγγας και στην συνέχεια ελαφρά καμπύλη δεξιά. Πριν η Μ. Θ. εισέλθει στην ως άνω υπόγεια γέφυρα μείωσε την ταχύτητά της περίπου στα 50 χιλιόμετρα την ώρα, συνεχίζοντας την πορεία της επί της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας της ως άνω γέφυρας.

Το οδόστρωμα δε ήταν υγρό, λόγω πρόσφατης βροχόπτωσης. Εξερχόμενη η ως άνω οδηγός από την ανωφέρεια της υπόγειας γέφυρας και συγκεκριμένα στο ύψος εξόδου της υπόγειας σήραγγας αυτού (του αυτοκινητόδρομου), πριν από τα ΚΤΕΛ Κηφισού και κινούμενη επί της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας, είδε σε απόσταση ελάχιστη από το όχημά της, μόλις αυτή των 15 - 20 μέτρων περίπου, τελείως αιφνίδια μπροστά της, δύο οχήματα τελείως ακινητοποιημένα επί της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας του αυτοκινητόδρομου.

Συγκεκριμένα είδε το με αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, μάρκας RENAULT, το οποίο οδηγείτο υπό του τρίτου των εναγομένων των ως άνω αγωγών Α. Μ., της κυριότητάς του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για προκληθείσες σε τρίτους ζημιές του, στην τέταρτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία των αγωγών αυτών, το οποίο ευρίσκετο σε απόσταση περίπου 37 μέτρων πιο μπροστά από το τέλος της ανωφέρειας της εν λόγω υπόγειας σήραγγας του ρεύματος κυκλοφορίας του ως άνω αυτοκινητόδρομου, να έχει συγκρουσθεί με το με αριθμ.

κυκλοφ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, μάρκας Jeep Chrysler, το οποίο ευρίσκετο έμπροσθεν αυτού και το οποίο οδηγείτο υπό του πρώτου των εναγομένων των ως άνω αγωγών Α. Ν., κυριότητάς του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για προκληθείσες σε τρίτους ζημιές του στην δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία των αγωγών αυτών. Και τα δύο οχήματα δε ευρίσκοντο τελείως ακινητοποιημένα επί της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας όπως προαναφέρθηκε, σε απόσταση περίπου 37 μέτρων πιο μπροστά από το τέλος της ανωφέρειας της εν λόγω υπόγειας σήραγγας του ρεύματος κυκλοφορίας του ως άνω αυτοκινητόδρομου, χωρίς να έχουν ουδεμία μηχανική βλάβη που να τους εμποδίζει την κίνηση, έτσι ώστε να μην μπορούν να εξέλθουν του αυτοκινητόδρομου ή να σταματήσουν, τόσο ο πρώτος των εναγομένων Α.

Ν. όσο και ο τρίτος των εναγομένων Α. Μ. σε ασφαλές σημείο, προκειμένου να ανταλλάξουν τα στοιχεία τους (βλ. κατωτέρω), καθόσον στο σημείο εκείνο που ακινητοποίησαν τα οχήματά τους, η ορατότητα περιορίζεται πάρα πολύ λόγω της μεγάλης ανωφέρειας που παρουσιάζει η υπόγεια σήραγγα του ρεύματος κυκλοφορίας του εν λόγω αυτοκινητόδρομου με κατεύθυνση προς Φιλαδέλφεια, σε συνδυασμό με το υγρό οδόστρωμα και τις συνθήκες φωτισμού, καθόσον ήταν νύχτα, που επιβάρυναν ακόμη περισσότερο τις κυκλοφοριακές συνθήκες.

Ειδικότερα, σε σχέση με τα ακινητοποιημένα οχήματα είχαν προηγηθεί τα εξής περιστατικά: Στον ως άνω τόπο και κατά τον προαναφερθέντα χρόνο ο ενάγων της από 4-10-2006 αγωγής Α. Μ. έβαινε με το ως άνω αυτ/τό του στην πρώτη από αριστερά λωρίδα κυκλοφορίας της Λ. Κηφισού με κανονική για τις περιστάσεις ταχύτητα που δεν ξεπερνούσε τα 70 χιλ/ώρα, με κατεύθυνση από Αθήνα προς Λαμία.

Σημειωτέον, ότι στην εν λόγω λεωφόρο, στο προαναφερθέν σημείο απαγορεύεται η στάση των οχημάτων επ' αυτής με ειδικές απαγορευτικές πινακίδες. Όταν ο Α. Μ. έφθασε στο ύψος της υπόγειας διαδρομής, που βρίσκεται πλησίον του σταθμού των ΚΤΕΛ Κηφισού και δη προς το τέλος του οδικού τμήματος της κατωφέρειας αυτής, το ως άνω υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ... που οδηγούσε ο πρώτος των εναγομένων της από 4-10-2006 αγωγής Α. Ν. και ανήκε στην κυριότητά του και ήταν ασφαλισμένο στην δεύτερη εναγομένη Ασφαλιστική εταιρεία, προπορευόταν του οχήματος του Α. Μ., ακολουθώντας τη δεύτερη από αριστερά (μεσαία) λωρίδα κυκλοφορίας προς την ίδια κατεύθυνση, κι ενώ βρίσκονταν σε μικρή απόσταση μεταξύ τους, ο ένας πίσω και παραπλεύρως του άλλου, ο οδηγός Α.

Ν. αιφνιδίως, και χωρίς σχετική έγκαιρη προειδοποίηση με το φλας, πραγματοποίησε αλλαγή λωρίδας κυκλοφορίας, εισερχόμενος στη λωρίδα κυκλοφορίας του Α. Μ., αποκλείοντάς του προς στιγμή την πορεία του, και αυτός αιφνιδιασθείς προσπάθησε να αποφύγει την επικείμενη και επικίνδυνη σύγκρουση ενεργώντας τροχοπέδηση.

Λόγω όμως και της ολισθηρότητας του οδοστρώματος, εξαιτίας της βροχόπτωσης, δεν μπόρεσε να αποφύγει εντελώς την σύγκρουση, με αποτέλεσμα να προσκρούσει με το εμπρόσθιο μέρος του αυτοκινήτου του στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου του πρώτου εναγομένου Α. Ν. και να υποστεί το αυτοκίνητο του Α. Μ. ελαφρές υλικές ζημιές στο εμπρόσθιο μέρος του.

Στη συνέχεια, ο Α. Μ. ελάττωσε την ταχύτητα του οχήματός του έχοντας την πρόθεση να σταματήσει να ανταλλάξει στοιχεία με τον Α. Ν.. Αυτός όμως συνέχισε την πορεία του λίγα μέτρα ακόμα, γεγονός που υποχρέωσε και τον Α. Μ. να κάνει το ίδιο, ώσπου σε μικρή απόσταση, μετά το τέλος της ανωφέρειας, είδε μπροστά του το αυτοκίνητο του πρώτου εναγόμενου ακινητοποιημένο και τον ίδιο εκτός του αυτοκινήτου του να τον περιμένει.

Έτσι, ο Α. Μ. σταμάτησε πίσω από αυτό. Μόλις η ενάγουσα Μ. Θ. είδε τα δύο ως άνω οχήματα με αριθμ. κυκλοφ. ... Ι.Χ.Ε. και ... Ι.Χ.Ε. ακινητοποιημένα επί της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας της ως άνω υπόγειας γέφυρας, λόγω της μεταξύ τους προηγηθείσας σύγκρουσης, επιχείρησε άμεσα να τροχοπεδήσει και να προβεί σε αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, προκειμένου να αποφύγει την πρόσκρουση επί του δεύτερου στην σειρά ακινητοποιημένου οχήματος με αριθμ.

κυκλοφ. ... Ι.Χ.Ε. Όμως, λόγω της ελάχιστης απόστασης, που χώριζε το όχημα της Μ. Θ. από τα ως άνω δύο ακινητοποιημένα οχήματα και της μη έγκαιρης αντίληψής τους, λόγω της πολύ περιορισμένης ορατότητας στο σημείο εκείνο, εξαιτίας της μεγάλης ανωφέρειας που παρουσιάζει η υπόγεια σήραγγα προς την έξοδό της επί του ρεύματος κυκλοφορίας του εν λόγω αυτοκινητόδρομου με κατεύθυνση προς Λαμία και της ολισθηρότητας του δρόμου λόγω της πρόσφατης βροχόπτωσης, δεν κατάφερε, παρά την ταχύτητα, με την οποία εκινείτο, που δεν ξεπερνούσε τα 50 χιλ/ώρα, (επιτρεπόμενο όριο 120 χιλιομέτρων) να αποφύγει τελείως την πρόσκρουση επί του οπισθίου δεξιού τμήματος του με αριθμ. ...

ΙΧΕ, αυτοκινήτου του Α. Μ., στο οποίο και προσέκρουσε ελαφρά με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του δικού της αυτοκινήτου, επί του οπισθίου δεξιού τμήματός του, προξενώντας σε αυτό ελάχιστες υλικές ζημιές. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο T. E. (μη διάδικος στην παρούσα δίκη), οδηγώντας το με αριθμ.

κυκλοφ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, μάρκας ΝΙSSΑΝ, εξερχόμενος από την ανωφέρεια της υπόγειας γέφυρας και συγκεκριμένα στο ύψος εξόδου της υπόγειας σήραγγας αυτού (του αυτοκινητόδρομου), πριν από τα ΚΤΕΛ Κηφισού, σε μικρή απόσταση από το όχημά του, είδε αιφνίδια και αυτός μπροστά του το οπίσθιο τμήμα του με αριθμ.

κυκλ. ... ΙΧΕ ακινητοποιημένου αυτ/του του Α. Μ.. Αμέσως, ο ως άνω οδηγός τροχοπέδησε επίσης και έστριψε το τιμόνι του δεξιά, καταφέρνοντας να εισέλθει στην μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας της ως άνω οδού και μόνο ο αριστερός του καθρέπτης προσέκρουσε στο εν λόγω ως άνω όχημα με αριθμ. κυκλοφ. ... ΙΧΕ, ενώ ο ως άνω οδηγός Τ.

Ε. οδήγησε το όχημά του, μετά την προαναφερθείσα ελαφρά σύγκρουση του έμπροσθεν του οχήματος με αριθμ. κυκλοφ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου του Α. Ν., μην εμποδίζοντας πλέον κανένα από τα λοιπά οχήματα. Αμέσως μετά την προαναφερθείσα σύγκρουση του αυτοκινήτου της, η Μ. Θ. άναψε ως πρώτη κίνησή της τα αλάρμ του αυτοκινήτου της και εξήλθε αυτού, όπως ήταν πλέον ακινητοποιημένο - όπως προαναφέρθηκε - στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, αλλά με λοξή φορά (περίπου διαγώνια) προς τα δεξιά, λόγω της πρόσκρουσής του με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του επί του οπισθίου δεξιού τμήματος του έμπροσθεν αυτού επίσης ακινητοποιημένου οχήματος με αριθμ.

κυκλοφ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου του Α. Μ., κινούμενη προς το οπίσθιο τμήμα του αυτοκινήτου της, με σκοπό να πάρει από το πορτ - μπαγκάζ του αυτοκινήτου της, την ειδική τριγωνική πινακίδα και να την τοποθετήσει όπισθεν του οχήματός της, προκειμένου να επισημάνει τον κίνδυνο στους οδηγούς των επερχόμενων αυτοκινήτων, όπως άλλωστε ορίζει και ο ΚΟΚ στα άρθρα 29 πργ. 3, 34 πργ. 9 και 81 πργ. 16.

Την στιγμή δε ακριβώς, που είχε εξέλθει από το όχημά της και βρισκόταν προς το πίσω τμήμα του αυτοκινήτου της, όπου βρίσκεται το πορτ - μπαγκάζ, μεταξύ της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας του εν λόγω ρεύματος και συγκεκριμένα μεταξύ του οπίσθιου αριστερού φτερού του αυτοκινήτου της και της διαχωριστικής νησίδας, και ενώ ο Α.

Μ. και ο Τ. Ε. είχαν κινηθεί ήδη προς το μέρος της, τελείως αιφνίδια, πριν προλάβει καν να βγάλει την τριγωνική πινακίδα από το αυτοκίνητό της, δέχτηκε σφοδρότατο πλήγμα στην δεξιά πλευρά του σώματός της, από το με αριθμ. κυκλοφ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, μάρκας ΝΙSSΑΝ, το οποίο οδηγούσε ο 5ος εναγόμενος των από 15-6-2006 και 20-6-2006 αγωγών Ε.

Μ., κυριότητας της Θ. Κ. και το οποίο ήταν ασφαλισμένο κατά τον χρόνο του ατυχήματος για προκληθείσες σε τρίτους ζημιές του στην έκτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία των αγωγών αυτών. Ειδικότερα ο Ε. Μ., οδηγώντας το ως άνω όχημα και κινούμενος με υπερβολική και ανεπίτρεπτη για τις συγκεκριμένες κυκλοφοριακές συνθήκες ταχύτητα, που ξεπερνούσε τα 120 χιλ/ώρα, ομόρροπα και επί της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας, εξερχόμενος και αυτός από την υπόγεια σήραγγα, χωρίς να έχει τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και χωρίς να τροχοπεδήσει ή να προβεί έστω σε αποφευκτικό ελιγμό, ενώ μπορούσε, όπως προέβη προηγουμένως τόσον ο Α.

Μ. όσο και ο Τ. Ε. πλησίασε και αφού προσέκρουσε σφοδρότατα με το εμπρόσθιο δεξιό του τμήμα επί της οπίσθιας αριστερής γωνίας του αυτοκινήτου της Μ. Θ., μετακίνησε το όχημά της προς τα εμπρός και δεξιά. Στην συνέχεια δε "σφήνωσε" τελείως ανέλεγκτα και με υπερβολική ταχύτητα στον εναπομείνοντα χώρο ανάμεσα στο πλαϊνό αριστερό τμήμα του οχήματος της Μ.

Θ. και την κεντρική διαχωριστική νησίδα της ως άνω οδού, προσκρούοντας επ' αυτής της νησίδας με αποτέλεσμα να την παρασύρει βιαίως με πολύ μεγάλη ορμή και σφοδρότητα και να την εκτινάξει πάνω στις σιδερένιες μπάρες, που βρίσκονταν αριστερά της και χώριζαν τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας και να την τραυματίσει σοβαρά.

Επίσης, αφού προσέκρουσε στο πίσω μέρος του αυτ/του του Α. Μ., παρέσυρε και τραυμάτισε και αυτόν, ενώ εβλάβησαν σοβαρά και τα οχήματα των ως άνω τραυματισθέντων.

Σχετικά με την υπαιτιότητα των εμπλεκομένων οδηγών, όσον αφορά τις ανωτέρω συγκρούσεις λεκτέα τα εξής: Για την περιγραφόμενη στην από 26-5-2006 αγωγή σύγκρουση μεταξύ των οχημάτων που οδηγούσαν ο Α. Ν. και ο Α. Μ. αποκλειστικά υπαίτιος είναι ο ενάγων Α. Ν., ο οποίος δεν επέδειξε την προσοχή, την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλλει και ειδικότερα επειδή επιχείρησε ελιγμό αλλαγής λωρίδος προς τα αριστερά, χωρίς να ελέγξει αν εκινούντο πίσω του οχήματα και χωρίς να βεβαιωθεί ότι ήταν δυνατόν να επιχειρήσει το συγκεκριμένο ελιγμό, χωρίς να θέσει σε κίνδυνο ή να παρακωλύσει τους λοιπούς χρήστες της οδού, χωρίς δε να έχει θέσει σε λειτουργία τους δείκτες κατευθύνσεως του αυτοκινήτου του, κατά παράβαση δηλ. των άρθ. 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2, 3 και 7 του Κ.Ο.Κ.

Συνεπώς η από 26-5-2006 αγωγή κρίνεται απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Ο εκκαλών Α. Ν. με την από 26-6-2008 έφεσή του ισχυρίζεται ότι έσφαλλε η εκκαλούμενη, διότι έκρινε αποκλειστικά υπαίτιο για την επίδικη σύγκρουση τον ίδιο και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή του, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι αποκλειστικά υπαίτιος της επίδικης σύγκρουσης ήταν ο Α. Μ.. Συγκεκριμένα ο εκκαλών αρνείται ότι επιχείρησε αιφνίδια, ανέλεγκτα και απροειδοποίητα ελιγμό αλλαγής λωρίδας προς τα αριστερά και υποστηρίζει ότι ο εφεσίβλητος Α.

Μ. εκινείτο όπισθεν του αυτοκινήτου του Α.Ν. στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφόρου Κηφισού με κατεύθυνση προς Φιλαδέλφεια και Λαμία, χωρίς να τηρεί την απαιτούμενη απόσταση ασφαλείας και χωρίς να ρυθμίσει την ταχύτητά του, λαμβάνοντας υπόψιν τις επικρατούσες συνθήκες της οδού της πορείας του και ιδίως την ολισθηρότητα του οδοστρώματος λόγω βροχόπτωσης.

Αν όμως τα δύο οχήματα έβαιναν ομόρροπα στην αυτή λωρίδα κυκλοφορίας, όπως ισχυρίζεται ο εκκαλών, το ένδικο ατύχημα ουδέποτε θα είχε λάβει χώρα, αφού τα περιστατικά που αναφέρει αντιβαίνουν στα διδάγματα της κοινής πείρας, δεδομένου ότι ο εκκαλών δεν επικαλείται κάποιο έκτακτο γεγονός που να εξηγεί την εν λόγω σύγκρουση, όπως για παράδειγμα απότομη επιβράδυνση του οχήματός του ή επιχείρηση ελιγμού αλλαγής λωρίδας κυκλοφορίας από κάποιο από τα δύο συγκρουσθέντα οχήματα.

Μόνον εάν είχε προηγηθεί αιφνίδια τροχοπέδηση του οχήματος του εκκαλούντος Α. Ν. θα ήταν ενδεχομένως πιθανό να προσκρούσει το αυτοκίνητο του Α. Μ. με το εμπρόσθιο τμήμα του στο οπίσθιο μέρος του προπορευόμενου αυτοκινήτου του Α. Ν.. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του εκκαλούντος ότι, εάν είχε παρεμβληθεί το αυτοκίνητό του στην πορεία του Α.

Μ., τότε τα συγκρουσθέντα μέρη των οχημάτων κατά λογική αναγκαιότητα θα ήταν το εμπρόσθιο δεξιό του αυτοκινήτου του Α. Μ. με το αριστερό πλαϊνό τμήμα του αυτοκινήτου του Α. Ν. και όχι το ακριβώς οπίσθιο τμήμα του οχήματος του Α. Ν., πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Από την πρώτη σύγκρουση μεταξύ των δύο οχημάτων προκλήθηκαν αρχικά μικρές υλικές ζημίες σε αμφότερα τα οχήματα.

Όμως, μετά την πρώτη σύγκρουση, επακολούθησαν δύο επιπλέον σφοδρές προσκρούσεις αυτοκινήτων επί των ακινητοποιημένων οχημάτων των Α. Ν. και Α. Μ., συνεπεία των οποίων το αυτοκίνητο του Α. Μ. ωθήθηκε προς τα εμπρός και επέπεσε εκ νέου δύο φορές με το εμπρόσθιο τμήμα του στο οπίσθιο τμήμα του αυτοκινήτου του Α.

Ν., με συνέπεια αμφότερα τα οχήματα να υποστούν εκτεταμένες υλικές ζημιές, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να εντοπιστούν με ακρίβεια τα αρχικά σημεία επαφής των οχημάτων. Συγκεκριμένα, όπως προαναφέρθηκε, η Μ. Θ., οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητό της, επέπεσε με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του αυτοκινήτου της στο πίσω δεξιό τμήμα του αυτοκινήτου του Α.

Μ., ωθώντας αυτό βίαια έμπροσθεν κι εναντίον του υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ ήδη ακινητοποιημένου αυτοκινήτου του Α. Ν., επί του πίσω μέρους του οποίου επέπεσε εκ νέου το αυτοκίνητο του Α. Μ. με το εμπρόσθιο τμήμα του. Εν συνεχεία, ενώ τα τρία οχήματα πλέον βρίσκονταν τελείως ακινητοποιημένα και κολλημένα μεταξύ τους, το υπ' αριθμ. ...

ΙΧΕ αυτοκίνητο, που ακολουθούσε και οδηγούσε ο Ε. Μ., επέπεσε επ' αυτών προσκρούοντας αρχικά στο πίσω αριστερό μέρος του αυτοκινήτου της Μ. Θ., χωρίς να διακοπεί η πορεία του, παρά την πρόσκρουση, και ακολούθως, αφού συνέχισε να κινείται στον κενό χώρο, που υπήρχε ανάμεσα από το αυτοκίνητο της Μ. Θ. και τη διαχωριστική νησίδα ασφαλείας, προσέκρουσε επίσης στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου του Α.

Μ., το οποίο και πάλι λόγω της ώθησης που δέχθηκε προσέκρουσε εκ νέου με το εμπρόσθιο μέρος του στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου του Α. Ν.. Επομένως οι εκτεταμένες παραμορφώσεις και βλάβες που υπέστησαν, τόσο το όχημα του Α. Μ., όσο και αυτό του Α. Ν., όπως καταγράφονται στην έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας, είναι αποτέλεσμα όλων των προαναφερόμενων διαδοχικών συγκρούσεων, ώστε να είναι πρακτικώς αδύνατο να διακριθούν οι αρχικές βλάβες των οχημάτων από την πρώτη σύγκρουση...

Περαιτέρω, όσον αφορά στην προσωρινή στάθμευση του αυτοκινήτου του Α. Ν. στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφόρου Κηφισού, ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι στην προκειμένη περίπτωση υπήρξε κατάσταση έκτακτης ανάγκης και συγκεκριμένα ότι υπήρξε κίνδυνος ανάφλεξης και έκρηξης από τη διαρροή βενζίνης από το ντεπόζιτο του οχήματός του, που βρίσκεται στο οπίσθιο τμήμα του, εξαιτίας της οποίας ανησύχησε και ακινητοποίησε προσωρινά το όχημά του.

Ο ισχυρισμός του όμως αυτός δεν επιβεβαιώθηκε από τα ευρήματα των αρμόδιων οργάνων του Τμήματος Τροχαίας Περιστερίου, που επιλήφθηκαν του ατυχήματος και κατέγραψαν τις ζημιές των οχημάτων, εφόσον δεν αναφέρεται τίποτα σχετικά με τυχόν διαρροή καυσίμου από το αυτοκίνητο του Α. Ν. στην συνταχθείσα έκθεση αυτοψίας και στο συνοδευτικό σχεδιάγραμμα του τόπου του ατυχήματος.

Άλλωστε, αν υπήρχε τυχόν διαρροή βενζίνης, είναι αυτονόητο ότι το όχημα του Α. Ν. δεν θα μπορούσε να μετακινηθεί αυτοδύναμα από τον τόπο του συμβάντος... Για την περιγραφόμενη στην από 4-10-2006 αγωγή σύγκρουση μεταξύ των οχημάτων που οδηγούσαν ο Α. Ν. και ο Α. Μ. και ειδικότερα για τις ζημίες που υπέστη ο ενάγων Α.

Μ. συνυπαίτιοι είναι τόσο ο ίδιος όσο και οι 1ος και 5ος από τους αρχικούς εναγόμενους (ο ενάγων παραιτήθηκε πρωτοδίκως ως προς την 3η και τον 5° από τους εναγόμενους). Ειδικότερα, η συνυπαιτιότητα του 1ου εναγομένου Α. Ν. οδηγού του υπ' αριθμ. ... αυτοκινήτου συνίσταται στο ότι δεν επέδειξε την επιμέλεια, προσοχή και σύνεση που όφειλε ως μέσος συνετός οδηγός και μπορούσε να επιδείξει κάτω από τις προαναφερθείσες συγκεκριμένες συνθήκες, αφού χωρίς προειδοποίηση και χρήση τριγωνικής πινακίδας σε απόσταση 100 μ.

όπισθεν του ακινητοποιημένου αυτοκινήτου του, σταμάτησε στην ακριανή αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της Λ. Κηφισού, χωρίς να έχει κάποια μηχανική βλάβη το αυτοκίνητό του και δη σε μικρή απόσταση από τη λήξη της προαναφερόμενης ανωφέρειας, ώστε δεν ήταν ορατός από τους διερχόμενους όπισθεν και επί της αυτής λωρίδας κυκλοφορίας.

Η συνυπαιτιότητα του ενάγοντος Α. Μ. συνίσταται στο ότι ακινητοποίησε και αυτός, όπως και ο 1ος εναγόμενος Α. Ν., ενώ δεν συνέτρεχε προς τούτο λόγος, το όχημά του αντιστοίχως, επί της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας, πίσω από το όχημα του Α. Ν., σε απόσταση περίπου 37 μέτρων πιο μπροστά από το τέλος της ανωφέρειας της εν λόγω υπόγειας σήραγγας του ρεύματος κυκλοφορίας του αυτοκινητόδρομου της Λ.

Κηφισού, χωρίς καμία φωτεινή ένδειξη (φώτα - αλάρμ) και χωρίς να έχει προβεί στην τοποθέτηση, όπως όφειλε, ενώ είχε τον χρόνο και μπορούσε, τόσο αυτός, όσο και ο Α. Ν., της ειδικής τριγωνικής πινακίδας ή άλλης συσκευής επισήμανσης, σε απόσταση τουλάχιστον 100 μέτρων, που προβλέπεται για τους αυτοκινητόδρομους και χωρίς να έχει ουδεμία μηχανική βλάβη, που να τον εμποδίζει, έτσι ώστε να μην μπορεί να εξέλθει του αυτοκινητόδρομου ή να σταματήσει, τόσο αυτός, όσο και ο Α.

Ν., σε ασφαλές σημείο, προκειμένου να ανταλλάξουν τα στοιχεία τους (άρθ. 34 παρ. 1, 2ιβ, 12 και 29 ΚΟΚ). Η συνυπαιτιότητα του 5ου εναγομένου Ε. Μ. συνίσταται ότι από αμέλειά του, δεν αντελήφθη εγκαίρως ότι τα ευρισκόμενα εμπρός του αυτοκίνητα είχαν συγκρουσθεί και ακινητοποιηθεί, αποκλείοντας την διέλευσή του από την αριστερή λωρίδα της άνω Λεωφόρου, ώστε να ανακόψει εγκαίρως την πέρα από την επιτρεπομένη στο σημείο αυτό ταχύτητα των 120 χιλ/ώρα και δεν ασκούσε τον έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή, να εκτελεί τους απαιτουμένους χειρισμούς, ούτε ρύθμισε την ταχύτητά του, λαμβάνοντας συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, όπως αυτές περιεγράφησαν ανωτέρω.

Περαιτέρω, δεν επεχείρησε τους δέοντες ελιγμούς, προκειμένου να αποφύγει το ατύχημα, και ειδικότερα να παρακάμψει τα ακινητοποιημένα αυτοκίνητα από δεξιά, αν και μπορούσε να το πραγματοποιήσει, καθότι αποδείχθηκε ότι υπήρχε επαρκής χώρος και ότι δεν εκινούντο κατά την στιγμή αυτή άλλα αυτοκίνητα δεξιά του, αλλά τροχοπέδησε απότομα αριστερά, έχασε τον έλεγχο του οχήματός του και ακολούθως εκτίναξε την Μ.

Θ. στις διαχωριστικές νησίδες και ώθησε το όχημά της επί του οχήματος του ενάγοντος Α. Μ. προκαλώντας την ολοσχερή καταστροφή των οχημάτων της Μ. Θ. και του Α. Μ. (άρθ. 19 παρ. 2 και 7 ΚΟΚ). Αντίθετα, ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει την 3η εναγομένη Μ. Θ. για την ως άνω σύγκρουση. Ειδικότερα κατά το χρόνο της σύγκρουσης του οχήματός της επί του οχήματος του Α.

Μ., η απόσταση, που την χώριζε από το όχημα αυτού, όταν αντιλήφθηκε αυτό ακινητοποιημένο στα 30 περίπου μέτρα, πριν την έξοδο της υπόγειας σήραγγας της Λ. Κηφισού, στο ρεύμα προς Λαμία και επί της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας, πίσω από το επίσης ακινητοποιημένο όχημα του Α. Ν., δεν ξεπερνούσε τα 20 μέτρα, αφού είχε ήδη διανύσει κάποια μέτρα ακόμη μέχρι να προλάβει να αντιδράσει.

Ο μόνος χειρισμός, που θα μπορούσε να πράξει κάθε άλλος συνετός οδηγός στην θέση της, ήταν να τροχοπεδήσει το όχημά του και να επιχειρήσει αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, το οποίο και η Μ. Θ. έπραξε, με δεδομένο μάλιστα την ολισθηρότητα του οδοστρώματος και την ελάχιστη απόσταση, που είχε από το έμπροσθεν αυτής ακινητοποιημένο όχημα.

Η πρόσκρουση δε του αριστερού τμήματος του οχήματός της στο πίσω δεξιό του Α. Μ. ήταν όλως ελαφρά, διότι η ταχύτητά της ήταν χαμηλή (50 χιλιόμετρα την ώρα), γεγονός που της επέτρεψε και να τροχοπεδήσει και να κάνει ελιγμό προς τα δεξιά. Αν πράγματι εκινείτο με μεγάλη ταχύτητα, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο ενάγων - εκκαλών Α.

Μ., θα είχε προκαλέσει σοβαρές υλικές ζημιές και στο όχημα αυτού από την πρώτη αυτή σύγκρουση...Υπό τα ως άνω αποδειχθέντα, σχετικά με την περιγραφόμενη στις από 15-10-2006 και 20-10-2006 αγωγές σύγκρουση και τις ζημίες, που υπέστη η ενάγουσα Μ. Θ., αποκλειστικά υπαίτιοι είναι οι 1ος, 3ος και 5ος από τους εναγόμενους των αγωγών αυτών για όσους λόγους αναφέρθηκαν αναλυτικά παραπάνω.

Την ενάγουσα δε Μ. Θ. ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει για το γεγονός και την έκταση του τραυματισμού της. Επ' αυτού αναλυτικά: Λόγω της ζώνης που φορούσε η Μ. Θ., κατά την ως άνω 1η σύγκρουση χτύπησε το στήθος της στο τιμόνι του αυτοκινήτου της, εξαιτίας της πρόσκρουσης του οχήματός της σε αυτό του Α. Μ., με αποτέλεσμα να χρειαστεί κάποια δευτερόλεπτα προκειμένου να συνέλθει, αφότου εξήλθε από το όχημά της, διότι πονούσε και είχε δυσκολίες στην αναπνοή της.

Συνεπώς είχε υποκειμενική αδυναμία μετακίνησής της και απομάκρυνσής της από τον τόπο του ατυχήματος λόγω του πόνου που ένιωθε από τον πρώτο αυτό τραυματισμό της. Έτσι, δεν υπήρχε διόλου χρόνος, για να τοποθετήσει προειδοποιητικό τρίγωνο, ούτε είχε τον χρόνο να απομακρυνθεί από τη διαχωριστική νησίδα των δύο ρευμάτων σε ασφαλές σημείο, αφού έγιναν όλα στιγμιαία και στην πραγματικότητα δεν υπήρξε χρόνος για να απομακρυνθεί, γιατί ήταν ελαφρά τραυματισμένη και αναστατωμένη από αυτόν τον πρώτο τραυματισμό της".

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κατέληξε, ότι συνυπαίτιοι για τη ζημία του Α. Μ. είναι ο ίδιος κατά ποσοστό 30%, ο Α. Ν. κατά ποσοστό 30% και ο Ε. Μ. σε ποσοστό 40%, ενώ έκρινε ότι ουδεμία υπαιτιότητα στο ένδικο ατύχημα βαρύνει τη Μ. Θ.. Για τη ζημία δε που υπέστη η ιδία από το ατύχημα κρίθηκε ότι συνυπαίτιοι είναι ομοίως οι ανωτέρω οδηγοί κατά τα ίδια ποσοστά συνυπαιτιότητας.

Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 300, 330, 297, 298, 914 ΑΚ και 12 παρ. 1, 16 παρ. 1, 7, 19 παρ. 1,2, 29 παρ. 3 και 34 παρ. 1, 2ιβ και 38 παρ. 1 ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, διέλαβε δε επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της υπαιτιότητας των εμπλακέντων στο ατύχημα ανωτέρω οδηγών, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των πιο πάνω περί υπαιτιότητας και αιτιώδους συνάφειας διατάξεων.

Επομένως, οι από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ αντίθετοι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της παρούσας αναιρεσίβλητης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ", που κατέθεσε και προτάσεις (άρθ. 176 και 183 ΚΠολΔ).

Τέλος πρέπει να διαταχθεί να εισαχθεί το παράβολο στο δημόσιο ταμείο (άρθ. 495 παρ. 4 εδ. ε' ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-6-2014 αίτηση για αναίρεση της 4993/ 2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ", την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Και

Διατάζει να εισαχθεί στο δημόσιο ταμείο το παράβολο με αριθμούς 1666579, 1666580, 1666581 σειρά Α' (Δημοσίου) και 107668, 107669, 107670 σειρά Α' (ΤΑΧΔΙΚ).

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Ιουνίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ