Legislator Case Law & Legislation
772/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on unclear claim grounds but remands case for retrial with new judges.

Case Number 772/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of an action for illegal overtime compensation. The lower court rejected the claim because the plaintiffs failed to specify exact hours worked, the employer's unjust enrichment, and the legal hourly wage rate. Consequently, the Supreme Court found the First Instance Court erred by treating the claim as unclear and remanded the case for retrial before a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 216(1), 559(14), 580(3) of the Code of Civil Procedure; A claim must contain a clear statement of facts, precise description of the subject matter, and a determined request; failure to specify exact hours, unjust enrichment, and legal wage rates renders a claim for overtime damages unclear, warranting remand for retrial.

Keywords

AI generated
unclear claim dismissal illegal overtime compensation unjust enrichment claim remand for retrial Code of Civil Procedure overtime hours specification legal hourly wage rate

Cited Legislation

AI generated
Article 216(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183 and 191 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 772 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Απόρριψη, ως αόριστης, αγωγής με την οποία διώκεται η επιδίκαση αμοιβής για παράνομη υπερωριακή απασχόληση.

Ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, κατά το από την διάταξη αυτή μέρος του, είναι βάσιμος.

Αριθμός 772/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) ..., 2) ... και 3) ..... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Μυταλούλη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία ".... Ε.Π.Ε.", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Νίκη Γεωργιάδου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-5-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 798/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 435/2006 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσίβλητη με την από 2-1-2007 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 252/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 435/2006 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 198/2009 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-5-2009 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 2-3-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος αναίρεσης κατά το, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, μέρος του και να απορριφθεί κατά τα λοιπά. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117,πρέπει να περιέχει α)σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου β)ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, και γ)ορισμένο αίτημα.

Εξάλλου, τα χρονικά όρια της εργασίας των μισθωτών έχουν καθοριστεί με ειδικές διατάξεις δημόσιας τάξεως, με την έννοια ότι αποτελούν τα ελάχιστα όρια προστασίας των εργαζομένων και συνεπώς με ατομική ή συλλογική σύμβαση εργασίας ή με διαιτητική απόφαση ή άλλη κανονιστική πράξη νομοθετικής ή συμβατικής ισχύος μπορούν να περιοριστούν όχι όμως και να ξεπεραστούν χωρίς την τήρηση της διαδικασίας για τη νομιμότητα της υπερωριακής απασχολήσεως.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 7 του άρθρου 7 13 του ν. 1566/1985, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 παρ. 3 του ν.2517/1997, το εβδομαδιαίο υποχρεωτικό ωράριο διδασκαλίας των εκπαιδευτικών(δημόσίων και ιδιωτικών)που υπηρετούν στα δημοτικά σχολεία ορίζεται από 1-9-1997 σε 24 ώρες, προκειμένου για εκπαιδευτικούς που υπηρετούν σε 4θέσια και πάνω δημοτικά σχολεία και έχουν μέχρι 10 έτη υπηρεσίας.

Εξάλλου, σύμφωνα με την παρ. 8 του άρθρου 13 του ν.1566/1985,όλοι οι εκπαιδευτικοί των σχολείων της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης παραμένουν υποχρεωτικά στο σχολείο τους στις εργάσιμες ημέρες, πέρα από τις ώρες διδασκαλίας, για την προσφορά και άλλων υπηρεσιών, που συνδέονται με το γενικότερο εκπαιδευτικό έργο, όπως συμμετοχή σε γιορταστικές, αθλητικές και πολιτιστικές εκδηλώσεις, ενημέρωση των γονέων και κηδεμόνων, τήρηση βιβλίων του σχολείου και εκτέλεση διοικητικών εργασιών.

Κάθε εκπαιδευτικός παραμένει υποχρεωτικά στο σχολείο στις εργάσιμες μέρες πέρα από τις ώρες διδασκαλίας, για την εκτέλεση συγκεκριμένου έργου που του έχει ανατεθεί από τα όργανα διοίκησης του σχολείου όχι όμως πέρα από τις έξι (6) ώρες την ημέρα ή τριάντα (30) ώρες την εβδομάδα. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 18 παρ. 4 του ν. 1566/1985 εκπαιδευτικοί που συνοδεύουν μαθητές σε σχολικές εκδηλώσεις, που συνδέονται με το εκπαιδευτικό έργο(όπως εκδρομές, περίπατοι, αγώνες, πολιτιστικές εκδηλώσεις), θεωρείται ότι εκτελούν διατεταγμένη υπηρεσία.

Για την κάλυψη των δαπανών κίνησης εκτός έδρας, όπου προβλέπονται, εγγράφονται σχετικές πιστώσεις στους προϋπολογισμούς του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και των νομαρχιών. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι, οι εκπαιδευτικοί των πιο πάνω σχολείων είναι υποχρεωμένοι να παρέχουν την εβδομάδα 24 ώρες διδακτικής εργασίας, στις οποίες περιλαμβάνονται και τα διαλείμματα, ή 6 ώρες εργασίας διδακτικής και εξωδιδακτικής την ημέρα ή 30 ώρες διδακτικής και εξωδιδακτικής εργασίας την εβδομάδα.

Η υπέρβαση των ωρών αυτών απασχόλησης (δηλαδή των 24 ωρών διδακτικής απασχόλησης την εβδομάδα, των 6 ωρών διδακτικής και εξωδιδακτικής απασχόλησης την ήμερο και των 30 ωρών διδακτικής και εξωδιδακτικής απασχόλησης την εβδομάδα) χωρίς την τήρηση των νομίμων διατυπώσεων αποτελεί παράνομη υπερωρία. Στην εξωδιδακτική απασχόληση περιλαμβάνονται εκδρομές, περίπατοι και εφημερίες των εκπαιδευτικών.

Περαιτέρω, επί παροχής παράνομης υπερωριακής απασχόλησης οφείλεται στο μισθωτό, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρο 904 Α.Κ), το ποσό που ο εργοδότης θα κατέβαλε ως βασική αμοιβή σε άλλο μισθωτό, με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος(χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι λοιπές προσωπικές περιστάσεις του τελευταίου),αφού, κατά το ποσό τούτο, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το νόμιμο ωρομίσθιο, καθίσταται χωρίς νόμιμη αιτία πλουσιότερος ο εργοδότης από την υπερωριακή εργασία του απασχοληθέντος μισθωτού.

Τα πραγματικά γεγονότα που επισύρουν την εφαρμογή των, ως άνω, διατάξεων(αναφορικά με τις αξιώσεις από υπερωριακή απασχόληση)πρέπει, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 ΚΠολΔ, να αναφέρονται στην αγωγή. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με την από 10-5-2003 αγωγή τους, εκθέτουν ότι οι δύο πρώτοι εξ αυτών προσλήφθηκαν στις 3-9-1998 και η τρίτη στις 3-9-1999,για να απασχοληθούν, ως εκπαιδευτικοί (δάσκαλοι) στο εκπαιδευτήριο της αναιρεσίβλητης εταιρίας, που εδρεύει στον ..., με συμφωνηθέντα μισθό εκείνο που προβλέπουν οι εκάστοτε Σ.Σ.Ε.

και ο νόμος για τους εκπαιδευτικούς. Ότι ο πρώτος απ' αυτούς δίδασκε στην τρίτη τάξη του δημοτικού, η δεύτερη στην πρώτη τάξη του δημοτικού και η τρίτη εκτελούσε χρέη αναπληρώτριας, αντί των προβλεπόμενων από το νόμο αποδοχών. Ότι, αν και αυτοί θα έπρεπε να απασχολούνται επί 24 ώρες, απασχολούντο επί 35 ώρες εβδομαδιαίως, δίχως να έχει χορηγηθεί η απαιτουμένη άδεια του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, πραγματοποιώντας παράνομη υπερωριακή απασχόληση, ενώ εκτελούσαν εφημερίες εργαζόμενοι πλέον των 35 ωρών εβδομαδιαίως, αφού απασχολούντο σε συγκεντρώσεις εκπαιδευτικού προσωπικού, σε συναντήσεις για την ενημέρωση των γονέων και άλλες εκδηλώσεις του εκπαιδευτηρίου, αλλά και σε ημερήσιες εκδρομές, τις οποίες ειδικότερα στην αγωγή τους προσδιορίζουν, χωρίς να αποζημιώνονται για την απασχόληση τους αυτή από την αναιρεσίβλητη.

Κατόπιν τούτου, ζητούν, κατά την κύρια βάση της αγωγής, να υποχρεωθεί εκ του νόμου και εκ της σύμβασης και επικουρικά εκ των διατάξεων περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, η τελευταία να τους καταβάλει, για τις παραπάνω αναλυτικά αναφερόμενες στην αγωγή αιτίες (ως· αμοιβή για την πέραν των 24 ωρών εβδομαδιαίως απασχόληση τους, χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής σε διδακτικό έργο και άλλες συναφείς υπηρεσίες τις οποίες επαρκώς προσδιορίζουν),στον πρώτο εξ αυτών το ποσό των 15.308,45 €,στη δεύτερη το ποσό των 14.215,37 € και στην τρίτη το ποσό των 9.040,44 €, κατά το οποίο κατέστη πλουσιότερη χωρίς νόμιμη αιτία, σε βάρος των και το οποίο θα κατέβαλε σε άλλο εκπαιδευτικό, ο οποίος θα παρείχε την ίδια με αυτούς εργασία, με το νόμιμο τόκο από τότε, που κάθε κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ.798/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία, αφού έκρινε την αγωγή ορισμένη και νόμιμη, ως προς την επικαιρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, στη συνέχεια τη δέχθηκε εν μέρει, ως κατ' ουσία βάσιμη(κατά την επικουρική της βάση),υποχρεώνοντας την αναιρεσίβλητη να καταβάλει στους αναιρεσείοντες τα εν αυτή επιδικαζόμενα ποσά στον καθένα.

Έτσι όπως είχε η αγωγή ήταν πράγματι ορισμένη, αφού αναφέρονταν σ' αυτήν με επάρκεια τα γεγονότα(μεταξύ των οποίων και το γεγονός ότι η αναιρεσίβλητη, λόγω της παροχής της ως άνω εργασίας των αναιρεσειόντων, είχε καταστεί πλουσιότερη χωρίς νόμιμη αιτία κατά την αξία της παρασχεθείσας εργασίας αυτών σε βάρος των για τη θεμελίωση της οποίας απαιτούνταν και το στοιχείο αυτό),κατά την ανωτέρω έννοια, που τη θεμελίωναν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούσαν την άσκηση της από τους αναιρεσείοντες κατά της αναιρεσίβλητης.

Και αυτό, ανεξάρτητα από το πώς χαρακτηρίζονταν στην αγωγή οι υπηρεσίες που παρείχαν υπερωριακά οι αναιρεσείοντες, αφού το Εφετείο θα έπρεπε στη συνέχεια, αφού δεχόταν ότι η αγωγή ήταν ορισμένη, να υπαγάγει τις προβαλλόμενες αξιώσεις στην ορθή νομική διάταξη, καθορίζοντας συγχρόνως και το σημείο μέχρι το οποίο οι σχετικές αξιώσεις ήταν νόμιμες.

Παρά ταύτα, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε ότι η ένδικη περί αδικαιολογήτου πλουτισμού αγωγή είναι αόριστη διότι οι αναιρεσείοντες δεν αναφέρουν, επακριβώς, α)πόσες ώρες την εβδομάδα παρείχαν υπερωριακά κάθε συγκεκριμένη εργασία, ήτοι πόσες ώρες ο καθένας τους την εβδομάδα δίδασκε στην τάξη του, δίδασκε το μάθημα της γυμναστικής πέραν των ωρών που δίδασκε στην τάξη του, αφιέρωνε σε διοικητικές εργασίες, επόπτευε τους μαθητές, εκτελούσε διοικητικές εργασίες, εποπτείας μαθητών, διόρθωνε γραπτά και πόσες ώρες συμμετείχε στις εκδρομές των μαθητών και στις ενημερώσεις των γονέων τα όποια απογεύματα, β)δεν προσδιορίζουν την ωφέλεια που αποκόμισε η αναιρεσίβλητη εργοδότης, άνευ νομίμου αιτίας, ζημιώνοντας τον κάθε μισθωτό αναιρεσείοντα και η οποία ωφέλεια έγκειται στη δαπάνη που ο πρώτος εξοικονόμησε και στην οποία θα υποβαλλόταν, αν για την εκτέλεση της ίδιας εργασίας προσλάμβανε με έγκυρη σύμβαση άλλον εργαζόμενο που θα είχε τις ίδιες ικανότητες και προσόντα με τον εργαζόμενο που προσέφερε την παράνομη υπερωριακή εργασία και γ) δεν παραθέτουν ποιο είναι το νόμιμο ωρομίσθίο, επί του οποίου υπολογίζεται η βασική αποζημίωση της παράνομης υπερωρίας αλλά περιορίζονται στην αναφορά των καταβαλλόμενων αποδοχών τους, χωρίς να διευκρινίζουν αν αυτές είναι ίσες ή μεγαλύτερες από τις νόμιμες, εάν περιλαμβάνουν ή όχι τα προσωπικά τους επιδόματα και ποια είναι αυτά.

Ακολούθως απέρριψε, για το λόγο αυτό, την αγωγή. Κρίνοντας όμως έτσι το Εφετείο, δηλαδή απορρίπτοντας την αγωγή, ως αόριστη, υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια και γι' αυτό ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, κατά το, από την διάταξη αυτή μέρος του, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολο της η προσβαλλόμενη απόφαση και, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο δικαστήριο το οποίο την εξέδωσε, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που την εξέδωσαν. Τέλος η αναιρεσίβλητη, ως ηττώμενη, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, σύμφωνα με το σχετικό νόμιμο αίτημα των τελευταίων(άρθρα 106, 176, 183 και 191 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 198/2009 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαΐου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ