Supreme Court allows appeal against second-instance dismissal, remanding case due to failure to consider ownership evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the first-instance court's dismissal of the plaintiff's claim. The plaintiff argued that the defendant failed to consider evidence proving she had acquired ownership of the tanks through a separate purchase contract. The court ruled that this omission constituted a procedural error under Article 560 of the Code of Civil Procedure, necessitating a remand for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577, 580, 560 of the Code of Civil Procedure: An appellate court must examine all facts and evidence relevant to the outcome; failure to consider material evidence constituting ownership constitutes a ground for remand.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 771 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 771/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη-Εισηγήτρια, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στη ..., οδός ..., (Α.Φ.Μ. ..., Δ.Ο.Υ.: ΦΑΕ ...), όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χριστίνα Πέλκα, και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Σ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ρουμελιώτη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-4-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ιστιαίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 161/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 24/2023 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-5-2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 3.5.2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 24/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, που δίκασε ως Εφετείο, το οποίο δέχθηκε την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε κάνει δεκτή την αγωγή της αναιρεσείουσας, και διακρατώντας και δικάζοντας επί της αγωγής, απέρριψε αυτή ως μη νόμιμη.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Με το ν. 1665/1986 (ΦΕΚ Α' 194) "συμβάσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης" καθιερώθηκε και στην Ελλάδα η σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης.
Με τον όρο αυτό αποδόθηκε στα ελληνικά ο διεθνώς γνωστός όρος "Leasing", ένας σύγχρονος οικονομικονομικός θεσμός. Με τα άρθρα 1, 2, 3 και 4 του νόμου αυτού, ορίζονται, μεταξύ άλλων, ότι με τη σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης, για τη σύναψη της οποίας απαιτείται έγγραφο ως συστατικός τύπος, η εκμισθώτρια ανώνυμη εταιρεία, η οποία έχει αποκλειστικό σκοπό τη διενέργεια τέτοιων εργασιών και μετά από ειδική άδεια της Τράπεζας της Ελλάδος που δημοσιεύεται στο οικείο τεύχος της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, υποχρεούται να παραχωρεί έναντι μισθώματος τη χρήση πράγματος κινητού ή ακινήτου ή και των δύο μαζί που προορίζεται αποκλειστικά για την επιχείρηση ή το επάγγελμα του αντισυμβαλλομένου της, παρέχοντας στον αντισυμβαλλόμενό της συγχρόνως το δικαίωμα είτε να αγοράσει το πράγμα είτε να ανανεώσει τη μίσθωση για ορισμένο χρόνο.
Οι συμβαλλόμενοι έχουν την ευχέρεια να ορίσουν ότι το δικαίωμα της αγοράς μπορεί να ασκηθεί και πριν από τη λήξη του χρόνου της μίσθωσης. Η διάρκεια της χρηματοδοτικής μίσθωσης είναι πάντοτε ορισμένη και δεν μπορεί να συμφωνηθεί μικρότερη από τρία έτη για τα κινητά. Με το θεσμό της χρηματοδοτικής μίσθωσης δημιουργήθηκε μία νέα μορφή οικονομικής δραστηριότητας, κατά την οποία ένας κεφαλαιούχος διαθέτει κεφάλαια για την απόκτηση ορισμένων αγαθών, τα οποία στη συνέχεια εκμισθώνει, φροντίζοντας μάλιστα ώστε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους να καθοριστούν από αυτόν που θα τα χρησιμοποιήσει, δηλαδή από τον μελλοντικό μισθωτή, ο οποίος έτσι θα αποκτήσει τη χρήση κεφαλαιουχικού εξοπλισμού μεγάλης αξίας για το επάγγελμα ή την επιχείρησή του, επιλογής του ιδίου, χωρίς να προβεί στην άμεση εκταμίευση σημαντικών κεφαλαίων για την απόκτησή τους.
Συνήθως η εκμισθώτρια εταιρεία αγοράζει χάριν του μισθωτή το πράγμα, όπως το έχει επιλέξει ο αντισυμβαλλόμενος μισθωτής, καθισταμένη ουσιαστικώς οικονομική κυρία αυτού, χωρίς, όμως, να έχει το πράγμα στην κατοχή της ή να ενδιαφέρεται να το αποκτήσει, ενόψει του ότι αυτή (εκμισθώτρια) ενδιαφέρεται μόνο για την επιστροφή του δαπανηθέντος κεφαλαίου και του κέρδους της, που λαμβάνει χώρα με το μίσθωμα, σε αντίθεση προς τη μίσθωση πράγματος (άρθρο 574 επ.
ΑΚ), όπου το πράγμα προϋπάρχει στην κυριότητα του εκμισθωτή, ο οποίος το απέκτησε, το χρησιμοποιεί και το διαθέτει για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων του (ΑΠ 1433/2021, ΑΠ 731/2007). Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 5 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 και ισχύει, κατ` άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του νόμου αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1.1.2016, όπως είναι και η ένδικη αίτηση αναίρεσης, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 308/2020).
Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα", κατά την προαναφερθείσα έννοια, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, της ανταγωγής ή της ένστασης, τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, περιστατικά επουσιώδη που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά που προκύπτουν από τις αποδείξεις, τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενό τους και τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 268/2020, ΑΠ 517/2019, ΑΠ 1557/2018, ΑΠ 261/2016), αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΑΠ 308/2020, ΑΠ 76/2016) και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ 21/2024, ΑΠ 194/2023, ΑΠ 1433/2021, ΑΠ 179/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, την πλημμέλεια από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (και όχι του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς προσβάλλεται απόφαση Πρωτοδικείου που δίκασε ως Εφετείο), ισχυριζόμενη ότι το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη του τον ουσιώδη αγωγικό ισχυρισμό της, ότι η ίδια είχε καταστεί αποκλειστική κυρία των επίδικων πέντε (5) δεξαμενών, την αναγνώριση της κυριότητας των οποίων και την απόδοσή τους από τον εναγόμενο ζητεί με την αγωγή της, και απέρριψε, για το λόγο αυτό, την αγωγή ως μη νόμιμη.
Από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ιστορούσε σ' αυτήν τα εξής : Ότι η ίδια είναι κυρία και νομέας πέντε (5) δεξαμενών υγρών καυσίμων και συγκεκριμένα τεσσάρων (4) δεξαμενών τύπου SEA 15 m3 R1,90 και μιας (1) δεξαμενής τύπου SEA 15 m3 R1,90 με χώρισμα.
Ότι την κυριότητα των ανωτέρω πέντε δεξαμενών απέκτησε δυνάμει της από 23-02-2011 με αριθμό ... σύμβασης "Γενικών όρων Χρηματοδοτικής Μίσθωσης" που υπεγράφη μεταξύ αυτής και της εταιρείας με την επωνυμία "...", σε συνδυασμό με το υπ' αριθ. ...2011 τιμολόγιο πώλησης εκδοθέν στο όνομα της εταιρείας "... Α.Ε." και το υπ' αριθ. 009618/18.08.2016 τιμολόγιο πώλησης - δελτίο αποστολής της εν λόγω εταιρείας εκδοθέν στο όνομα της ενάγουσας.
Ότι στα πλαίσια της εμπορικής συνεργασίας της με τον εναγόμενο, το πρατήριο του οποίου στην Ιστιαία Ευβοίας εφοδίαζε με καύσιμα από το έτος 2011, χρησιδάνεισε σε αυτόν όλα τα απαραίτητα κινητά πράγματα - είδη εξοπλισμού, τα οποία εγκατέστησε στο πρατήριό του με δικές της δαπάνες, μεταξύ των οποίων και οι ως άνω δεξαμενές, ώστε να τα χρησιμοποιεί άνευ ανταλλάγματος, ενώ αυτός ήταν υποχρεωμένος να τα αποδώσει στην ενάγουσα κατά τη λήξη του χρησιδανείου.
Ότι στις 21-04-2017 έληξε η μεταξύ τους συνεργασία, έπειτα από καταγγελία του εναγομένου με την από 18-04-2017 εξώδικη δήλωσή του, ωστόσο αυτός αρνείται να της αποδώσει τις ως άνω δεξαμενές και εξακολουθεί να τις κατακρατεί παρανόμως και να τις χρησιμοποιεί για τις ανάγκες της επιχείρησής του, εμποδίζοντας την ενάγουσα να ασκήσει τα δικαιώματα του νομέα και ιδιοκτήτη αυτών.
Με βάση το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι είναι κυρία των ως άνω πέντε (5) δεξαμενών αποθήκευσης καυσίμων και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος και κάθε τρίτος που έλκει δικαίωμα από αυτόν να της αποδώσει αυτές, άλλως να διαταχθεί η βίαιη αφαίρεση αυτών, με μέριμνα της ενάγουσας και δαπάνες του εναγομένου, άλλως επικουρικώς, στην περίπτωση κατά την οποία η απόδοση των δεξαμενών καταστεί ανέφικτη, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει ως αποζημίωση το συνολικό ποσό των 9.385,61 ευρώ, που αντιστοιχεί στην αξία των δεξαμενών.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα : "με το ανωτέρω περιεχόμενο και αιτήματα η κρινόμενη αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, πλην όμως ελέγχεται απορριπτέα ως μη νόμιμη, καθόσον η ενάγουσα επικαλείται ότι έχει αποκτήσει την κυριότητα των πέντε δεξαμενών δυνάμει σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης, την οποία σύναψε με την εταιρεία ...
ΑΕ. Εντούτοις, στη σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης κύριος των κινητών πραγμάτων και συνεπώς δικαιούχος της διεκδικητικής αγωγής παραμένει ο εκμισθωτής, εν προκειμένω η εταιρεία με την επωνυμία ... ΑΕ, η οποία αγόρασε τα κινητά πράγματα καθ' υπόδειξη της μισθώτριας και νυν ενάγουσας, και στη συνέχεια της τα παραχώρησε ως κεφαλαιουχικό εξοπλισμό για την περαιτέρω άντληση επιχειρηματικού οφέλους από τον τελευταίο.
Συνεπώς ακόμη και εάν ο μισθωτής έχει καταστεί "οικονομικός κύριος" των πραγμάτων υπό την έννοια ότι αντλεί το οικονομικό όφελος των κινητών πραγμάτων καθώς και ότι διατηρεί έναντι των τρίτων αποζημίωση που οφείλεται στη στέρηση της χρήσης των πραγμάτων όταν υφίσταται τις συνέπειες επέλευσης του κινδύνου, όπως λόγου χάρη συμβαίνει όταν καταστρέφεται όχημα που έχει παραχωρηθεί στον οδηγό - κάτοχο δυνάμει σύμβασης leasing, όπως έχει επανειλημμένως κριθεί, εντούτοις δεν καθίσταται κύριος των κινητών πραγμάτων και συνεπώς δεν δικαιούται να ασκήσει ούτε τη διεκδικητική αγωγή ούτε τη συναφή με αυτή αγωγή αποζημίωσης του κυρίου από την αδυναμία απόδοσης του πράγματος του άρθρου 1097 ΑΚ, που συνίσταται στην αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη αυτός... Εξάλλου, η ενάγουσα δεν ισχυρίζεται ότι έχει καταστεί κυρία των κινητών πραγμάτων με άλλο τρόπο, όπως επί παραδείγματι ασκώντας το δικαίωμα αγορά κατά τη λήξη της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης ή νωρίτερα από αυτή.
Συνεπώς, τα ιστορούμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα δεν εκπληρώνουν το πραγματικό του επικαλούμενου κανόνα δικαίου, ήτοι της διεκδικητικής αγωγής και της αγωγής αποζημίωσης του κυρίου έναντι του νομέα λόγω αδυναμίας απόδοσης του πράγματος.". Κατόπιν τούτων, το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε κάνει δεκτή την αγωγή, και διακρατώντας και δικάζοντας επί της αγωγής, απέρριψε αυτή ως μη νόμιμη. Με αυτά που δέχθηκε το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη τον ουσιώδη για την έκβαση της δίκης αγωγικό ισχυρισμό της ενάγουσας, ότι η ίδια είχε καταστεί αποκλειστική κυρία των επιδίκων δεξαμενών, με αγορά αυτών από την εταιρεία "...", δυνάμει του υπ' αριθ. 009618/18.08.2016 τιμολογίου πώλησης - δελτίου αποστολής της εν λόγω εταιρείας εκδοθέντος στο όνομα της ενάγουσας και έτσι υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αφού δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Συνεπώς, ο αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι βάσιμος. Περαιτέρω, η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Μετά ταύτα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πρωτοδικείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος απ' αυτήν παραβόλου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ` αριθ. 24/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατατέθηκε απ` αυτήν. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ