Legislator Case Law & Legislation
771/2021 AI generated

Supreme Court dismisses State's appeal on property ownership, ruling evidence burden was correctly placed on the claimant.

Case Number 771/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the State's appeal against the First Instance Court's decision recognizing the claimant's ownership of agricultural land. The State argued the property belonged to the Turkish State or was acquired through Byzantine law, but the Court found these claims unsupported by evidence. The Court ruled that the burden of proof rested on the State to disprove the claimant's title, and since the State failed to do so, the lower court's judgment stood.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure; The burden of proof regarding the origin and ownership of disputed property lies with the party asserting a contrary claim, and an appeal based on unproven allegations of foreign state ownership or Byzantine legal history is inadmissible.

Keywords

AI generated
burden of proof property ownership agricultural land Byzantine law state immunity civil procedure appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
Article 5 of Law 1738/1987
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 771 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 771/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρία Κουφούδη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 27 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Βλάσση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Π. Γ.-Ξ., το γένος Γ. και Σ. Π., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Λεκέα και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-12-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 71/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 120/2019 του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 4-12-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Φέρεται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου, η από 4-12- 2019 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ'αριθ. 120/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, έχει, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ως εξής: Με την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας από 13-12- 2017 αγωγή της, κατά του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, η αναιρεσίβλητη ζήτησε να αναγνωριστεί κυρία των περιγραφομένων αγροτικής έκτασης ακινήτων, επικαλούμενη παράγωγο αλλά και πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητας της επ' αυτών, την οποία αμφισβητούσε το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο και να διαταχθεί η διόρθωση των εσφαλμένων πρώτων εγγραφών. Επί της αγωγής αυτής το Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας, αφού δίκασε κατά την τακτική διαδικασία, εξέδωσε αντιμωλία των πιο πάνω διαδίκων την υπ'αριθ. 71/2019 οριστική απόφαση του, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη. Κατά της πρωτόδικης αυτής αποφάσεως το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, άσκησε την από 20-3-2019 έφεσή επί της οποίας το Μονομελές Εφετείο Καλαμάτας, εξέδωσε κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων την υπ'αριθ. 120/2019 αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του, με την οποία, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσία την ως άνω έφεση.

Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 1033, 1192, 1194 και 1198 ΑΚ, προκύπτει ότι, αποκτά κάποιος κυριότητα ακινήτου με παράγωγο τρόπο, ύστερα από συμφωνία με τον κύριο του ακινήτου ότι μετατίθεται σε αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, εφόσον η σχετική συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, επίσης, ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι, ότι ο μεταβιβάσας ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε. Περαιτέρω, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του γιο μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.

Με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, κατ' άρθρο 1051 ΑΚ.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων με εκείνες των άρθρων 1094 ΑΚ, 70, 216 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, για την πληρότητα της αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτου, του οποίου η κυριότητα αποκτήθηκε με παράγωγο τρόπο, πρέπει ο ενάγων να αναφέρει, εκτός των άλλων, ότι κατέστη κύριος του επίδικου ακινήτου για ορισμένη αιτία με συμβολαιογραφικό έγγραφο, και μεταγραφή και ότι ο άμεσος δικαιοπάροχος του ήταν αληθής κύριος του πράγματος που μεταβίβασε.

Ο τρόπος κτήσης της κυριότητας επί του επιδίκου από το δικαιοπάροχο του ενάγοντος δεν είναι στοιχείο της αγωγής. Μόνον αν ο εναγόμενος ήθελε αμφισβητήσει με τις προτάσεις του της πρώτης πρωτοβάθμιας συζήτησης την κυριότητα του τελευταίου και των προ αυτού κτητόρων του επιδίκου, υποχρεούται ο ενάγων, για το ορισμένο της αγωγής, να αναφέρει είτε με την αγωγή καθ' υποφορά, είτε με τις προτάσεις του της ίδιας συζήτησης της αγωγής ορισμένο νόμιμο τρόπο με τον οποίο ο δικαιοπάροχος του έγινε κύριος του ακινήτου, τέτοιος δε τρόπος μπορεί να είναι εκείνος της κτήσεως της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία.

Συνίσταται, δε, ο εν λόγω τρόπος στο ότι ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος έχει στη νομή του, δηλαδή, στην φυσική του εξουσία με διάνοια κυρίου, το ακίνητο για μια συνεχή εικοσαετία, ενώ κατά το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, που ίσχυε μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ (στις 23-2-1946), ο τρόπος αυτός συνίστατο στο ότι το ίδιο πρόσωπο είχε στην νομή του με καλή πίστη το ακίνητο για μια συνεχή τριακονταετία.

Επίσης, για το ορισμένο της αγωγής σ' αυτήν την τελευταία περίπτωση, πρέπει ο ενάγων στο δικόγραφο της αγωγής του να αναφέρει τις διακατοχικές πράξεις του δικαιοπαρόχου του στο ακίνητο. Αν η αγωγή στηρίζεται σε έκτακτη χρησικτησία, πρέπει ο ενάγων να αναφέρει τις υλικές και εμφανείς πράξεις νομής που άσκησε συνεχώς επί 20 τουλάχιστον έτη πάνω στο ακίνητο, με τις οποίες φανερώνεται η βούλησή του να το έχει σαν δικό του, δυνάμενος να συνυπολογίσει, όπως ήδη προαναφέρθηκε, στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.

Τα ίδια ισχύουν και επί αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτου μεταξύ ιδιώτη (ως ενάγοντα) και Ελληνικού Δημοσίου (ως εναγομένου). Στη σχετική δίκη ο ιδιώτης έχει υποχρέωση για το ορισμένο της αγωγής του να επικαλεστεί ότι απέκτησε το επίδικο ακίνητο με κάποιο νόμιμο τρόπο. Σε περίπτωση που ο τίτλος κτήσης του είναι παράγωγος (π.χ.

αγορά), εάν το Δημόσιο αμφισβητήσει την κυριότητα του δικαιοπαρόχου του, τότε ο ιδιώτης θα πρέπει, συμπληρώνοντας με τις προτάσεις του την αγωγή στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, να επικαλεστεί τον τρόπο κτήσης κυριότητας των δικαιοπαρόχων του μέχρι να αναχθεί σε πρωτότυπο τρόπο, που κατά κανόνα θα είναι η έκτακτη χρησικτησία.

Όμως, ο ιδιώτης δεν είναι υποχρεωμένος να επικαλεστεί και ότι το επίδικο ακίνητο είναι δεκτικό χρησικτησίας (επειδή π.χ. δεν είναι δημόσιο, μετά τη συμπλήρωση έκτακτης χρησικτησίας κατά το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο σε βάρος του Δημοσίου, μέχρι τις 11/9/1915) ή ότι εξαιρείται από αυτή, ως δημόσιο κτήμα (άρθρα 21 του ν.δ. 22.4/16.5.1926 και 4 του ν.δ. 1539/1938), καθόσον ο ισχυρισμός ότι το ακίνητο δεν είναι δεκτικό ή εξαιρείται της χρησικτησίας δεν αποτελεί στοιχείο του ορισμένου της πιο πάνω αγωγής, αλλά ένσταση , η οποία πρέπει να προταθεί και να αποδειχθεί από το Δημόσιο (ΑΠ 1125/2018).Τέλος, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.

Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 του Κ.Πολ.Δ (Α.Π 1125/2018).

Στην ένδικη από 13-12-2017 αναγνωριστική κυριότητας και διόρθωσης της ανακριβούς πρώτης εγγραφής ακινήτου αγωγή της, η οποία στρεφόταν κατά του εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, η ενάγουσα εξέθετε (κατά το μέρος που ενδιαφέρει και μεταβιβάστηκε η υπόθεση στο Εφετείο), ότι έχει αποκτήσει την κυριότητα των περιγραφόμενων στην αγωγή, κατά θέση, έκταση και όρια ακινήτων (τμήματα ενιαίου αγροτεμαχίου), κυρίως με παράγωγο τρόπο και, ειδικότερα, με δωρεά εν ζωή από τους γονείς της, ( δυνάμει του δωρητηρίου 1979 συμβολαίου του συμβολαιογράφου … Γ.

Μ. που μεταγράφηκε νόμιμα, επικουρικά δε, με πρωτότυπο τρόπο και, ειδικότερα, με έκτακτη χρησικτησία, διότι τα νέμεται η ίδια με διάνοια κυρίου, συνεχώς και αδιαλείπτως, από το έτος 1979, μέχρι το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής (2017), δηλαδή για χρονικό διάστημα πέραν της εικοσαετίας. Περαιτέρω, η ενάγουσα εξέθετε στην πιο πάνω αγωγή της ότι οι άμεσοι δικαιοπάροχοί της, Γ.

Π. (πατέρας της) και Σ. συζύγου Γ. Π. απέκτησαν την κυριότητα του ακινήτου αυτού, από κληρονομιά (ο πρώτος), δυνάμει του 12554/1953 συμβολαίου αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου … Π. Ο. που μεταγράφηκε νόμιμα και (η δεύτερη) δυνάμει του υπ' αριθ. .../1953 συμβολαίου του ιδίου συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα και ότι, επικουρικά, οι ανωτέρω δικαιοπάροχοι της απέκτησαν το ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία, δεδομένου ότι το νέμονταν συνεχώς με διάνοια κυρίου, καλλιεργώντας το με δημητριακά και συλλέγοντας τους καρπούς των ελαιοδένδρων και περιφράσσοντας το από το έτος 1953 μέχρι το χρόνο μεταβίβασής του στην ίδια, το έτος 1979, η οποία συνέχισε να ασκεί τις ως άνω πράξεις νομής επί του επιδίκου με διάνοια κυρίου δηλαδή για χρονικό διάστημα πέραν της εικοσαετίας.

Ότι, όμως, κατά τη διαδικασία κτηματογράφησης τα περιγραφόμενα τμήματα του πιο πάνω ακινήτου καταχωρήθηκαν εσφαλμένα ως ανήκοντα στην ιδιοκτησία του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, λαμβάνοντας μάλιστα και τρία διαφορετικά αυτοτελή ΚΑΕΚ. Κατόπιν αυτών η ενάγουσα ζήτησε να αναγνωριστεί η κυριότητά της στα επίδικα ακίνητα και να διαταχθεί η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στο οικείο κτηματολογικό φύλλο, προκειμένου να καταχωρηθεί η ίδια ως κυρία αυτών και να ενσωματωθούν στο γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ....

Με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, περιέχοντας όλα τα αναγκαία στοιχεία που θεμελιώνουν τη κτήση κυριότητας στο πρόσωπο της ενάγουσας επί των επίδικων ακινήτων, κυρίως με παράγωγο τρόπο (δωρεά) και, επικουρικό και καθ' υποφορά, μετά την αμφισβήτηση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου της κυριότητας αυτής και των δικαιοπαρόχων της, με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), μέσω πράξεων νομής της ιδίας και των προηγηθέντων δικαιοπαρόχων της, τις οποίες επαρκώς προσδιορίζει, για χρονικό διάστημα πλέον της εικοσαετίας (1952 μέχρι τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής το 2017), χωρίς να απαιτείται να εκτίθενται πέραν των στοιχείων που προαναφέρθηκαν, και το αν τα επίδικα ακίνητα ήταν δεκτικά χρησικτησίας έναντι του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, αν δηλαδή, απέκτησαν κυριότητα επ' αυτών οι απώτεροι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου πριν από τις 11/9/1915, αφού ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να προβληθεί και ν' αποδειχθεί, από το εναγόμενο.

Το Εφετείο επομένως, που με την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε ορισμένη την αγωγή απορρίπτοντας ως αβάσιμο, τον ισχυρισμό του εναγομένου εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, περί αοριστίας της, διότι η ενάγουσα, δεν εξέθετε, διακατοχικές πράξεις αυτής και των δικαιοπαρόχων της, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου πριν από τις 11/9/1915, παρά την αμφισβήτηση από το εναγόμενο του εμπραγμάτου δικαιώματος της και των δικαιοπαρόχων της, δεν υπέπεσε στην από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ αναφερόμενη νομική πλημμέλεια και ο σχετικός λόγος είναι αβάσιμος.

II. Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 13 και Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, αναφορικά με το ρυθμιζόμενο στη διάταξη του άρθρου 338 Κ.Πολ.Δ, βάρος της αποδείξεως, σύμφωνα με την οποία (διάταξη) κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του.

Το βάρος της αποδείξεως διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό, προσδιορίζει τον διάδικο στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα, περί αποδείξεως απόφαση, θα επιβάλλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων.

Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής αποφάσεως. Το αντικειμενικό βάρος προσδιορίζει τον διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή, ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας.

Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας, διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναίρεσης. Ειδικότερα, εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή j αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ενστάσεως κλπ και που οφείλει να αποδείξει ο υποβαλών το αίτημα διάδικος, οπότε το δικαστήριο θα έπρεπε να απορρίψει το σχετικό αίτημα.

Εάν δεν το απορρίψει υποπίπτει στη νομική πλημμέλεια της ανωτέρω διατάξεως (Α.Π 148/2016). Οι ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου, που προβάλλονται από αυτό προς αντίκρουση της εναντίον του ασκηθείσας αναγνωριστικής (ή διεκδικητικής) αγωγής κυριότητας ακινήτου ότι το επίδικο: α) κατά τις διατάξεις του από 10/7/1837 β.δ. "περί διακρίσεως κτημάτων", ήταν αδέσποτο κατά το χρόνο εκείνο, β) άλλως, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3 του από 17/29.11.1836 β.δ. "περί ιδιωτικών δασών", ήταν δάσος, και δεν προσκομίσθηκαν στην οριζόμενη ετήσια προθεσμία οι τυχόν υφιστάμενοι τίτλοι ιδιοκτησίας προς την επί των Οικονομικών Γραμματεία, γ) άλλως κατά τις διατάξεις του από 3/15.12.1833 β.δ.

ήταν λιβάδι ή βοσκότοπος, δ) άλλως, κατά την από 27.6/9.7.1832 συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και τα από 21.1/3.2.1830, 4/16.6.1830 και 19.6/1.7.1830 πρωτόκολλα του Λονδίνου αποτελούσε τμήμα μεγαλύτερης έκτασης που ανήκε στους Οθωμανούς υπηκόους και το κατέλαβε δικαιώματι πολέμου κατά τη διάρκεια του αγώνα της ανεξαρτησίας, ε) άλλως, κατά το χρόνο υπογραφής των ως άνω πρωτοκόλλων είχε εγκαταλειφθεί από τους τέως κυρίους του Οθωμανούς και δεν καταλήφθηκε από άλλους, στ) άλλως, ανήκε στο Τουρκικό δημόσιο και το δήμευσε, ζ) άλλως, περιήλθε στην κυριότητα του με τακτική άλλως με έκτακτη χρησικτησία, αφού μετά την απελευθέρωση της χώρας από τους Τούρκους το νεμόταν, καθώς και τη μεγαλύτερη έκταση που το περιβάλλει, με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, ασκώντας όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του διακατοχικές πράξεις, συνιστούν ενστάσεις ως γεγονότα διακωλυτικά της γένεσης του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος και όχι αιτιολογημένη άρνηση μιας τέτοιας αγωγής (Α.Π 148/2016, Α.Π1527/2014) .

Επομένως, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική βάση των ισχυρισμών (ενστάσεων) αυτών, πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει το ενιστάμενο Ελληνικό Δημόσιο και για το λόγο αυτό τις συνέπειες της αμφιβολίας του δικαστηρίου περί της βασιμότητας των ισχυρισμών αυτών τις φέρει το ενιστάμενο Δημόσιο και όχι ο ενάγων.

Κατά συνέπεια, εάν δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη κυριότητας ή άλλου δικαιώματος του Δημοσίου η αγωγή δεν θα απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη (ΑΠ 148/2016).

III. Εξάλλου, επί δημοσίων κτημάτων ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις έχουσες εφαρμογή, κατ' άρθρο 51 Εισ.Ν.ΑΚ, για τον προ της ενάρξεως της ισχύος του ΑΚ χρόνο, διατάξεις των ν. 8 παρ. 8 κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50. 4), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν. 6 παρ. 1 Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), ν. 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), δηλαδή, κατόπιν ασκήσεως νομής επί του δημοσίου κτήματος με καλή πίστη, δηλαδή με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέως, ότι με τη κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 20 παρ. 12 Παν. (5-8), 27 Πανδ.(18-1), 10,18 και 48 πανδ (41.3), 3 Πανδ. (41-10) και 109 Πανδ. (50.16), τη συνδρομή της οποίας, ενόψει της φύσεως ως ενδιάθετης καταστάσεως συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικώς, από τα περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, καθώς και με διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα του χρησιδεσπόζοντος να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ κατά το ίδιο δίκαιο, που ίσχυε πριν από τον ΑΚ, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία (βλ.

και τις διατάξεις των ν. 18.24 παρ. 1 Πανδ. (41-3) παρ. 9 Εισ (2- 9), ν.2 κωδ (7-30) Βασ. (50-10)). Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με τον μεταγενέστερο από 21 Ιουνίου 1837 νόμο "περί διακρίσεως κτημάτων" στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων πραγμάτων εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω περιεχόμενοι - διατάξεις", επομένως και οι προαναφερόμενες διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21.6/3-7- 1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" συνάγεται, ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν και σε δημόσια κτήματα, εφόσον η τριακονταετής νομή αυτών, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 8 Κωδ. (7.39), Βασ. 9 παρ. 1 (50. 4) είχε συμπληρωθεί μέχρι και της 11ης Σεπτεμβρίου 1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του νόμου ΔΞΗ /1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που "εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12-9-1915 μέχρι και της 16-5-1926 και αφετέρου του άρθρου 21 του ν,δ/τος της 22.4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κ.λ.π", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του αν.

ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων" που διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το όρθρο 53 Εισ. Ν. αυτού, με τις οποίες διατάξεις ανεστάλη κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του, άρα και η χρησικτησία πάνω σ' αυτά (βλ.

Ολ.Α.Π 75/1987, Α.Π 7/2019).

Στη προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε τ'ακόλουθα κρίσιμα περιστατικά: "... Επίδικα είναι τα εξής εδαφικά τμήματα α) τμήμα το οποίο έχει έκταση 168,57 τ.μ και εμφαίνεται στο από Δεκεμβρίου 1987 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Χ.

Λ., που ενσωματώνεται στην αγωγή, ως αναπόσταστο μέρος της, με τα στοιχεία 43-44-45-46-47-60-59-52-53- 56-48-43, β) το τμήμα, το οποίο έχει έκταση 30,77 τ.μ. και εμφαίνεται στο παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία 59-58-55-51- 52-59 και γ) το τμήμα, το οποίο έχει έκταση 730,02 τ.μ. και εμφαίνεται στο παραπάνω τοπογραφικό με τα στοιχεία 108-109-.... 113-41-43-48- 56-53-52-51-108.

Τα τμήματα αυτά αποτελούν μέρη ενός μεγαλύτερου ελαιοπεριβόλου και καταλαμβάνουν το πρώτο την βορειοανατολική πλευρά του, το δεύτερο μέρος της ανατολικής πλευράς του και τρίτο την βορειοδυτική πλευρά του. Το ελαιπερίβολο έχει έκταση κατά τον τίτλο κτήσης 3.094 τ.μ. και κατά πρόσφατη καταμέτρηση 3.624,78 τ.μ., βρίσκεται στη θέση "..." ...

του Δήμου …, εμφαίνεται στο από Δεκεμβρίου 2017 τοπογραφικό διάγραμμα, το οποίο επισυνάπτεται στην αγωγή ως αναπόσπαστο μέρος της, του τοπογράφου μηχανικού Χ. Λ. με τα στοιχεία 143-105-106-107-104-102-95-89-80-75-72-66-64-61-57-32-144- 108-109-110-111-112-113-41-43-44-45-46-47-60-59-58-55-54- 114-116-117-118-115-120-121-122-123-124-125-126-127-128- 129-130-131-132-133-134-135-136-137-138-139-140-141-142 και συνορεύει σύμφωνα με το ανωτέρω τοπογραφικό γύρωθεν Ανατολικά - Βορειοανατολικά σε τεθλασμένη πλευρά 143- 105- 106-107 συνολικού μήκους μέτρων 4,81 με ασφαλτοστρωμένη οδό η οποία φέρει ΚΑΕΚ ..., Νοτιοανατολικά σε τεθλασμένη πλευρά 143-142 μήκους μέτρων 5,25, 142-141 μήκους μέτρων 3,54, 141-140 μήκους μέτρων 1,04, συνέχεια Ανατολικά σε τεθλασμένη πλευρά 140-139 μήκους μέτρων 8,95, 139-138 μήκους μέτρων 20,07, 138-137 μήκους μέτρων 19,05, 137-136 μήκους μέτρων 12,15, 136-135 μήκους μέτρων 4,59, 135-134 μήκους μέτρων 4,31, 134-133 μήκους μέτρων 2,21, 133-132 μήκους μέτρων 8,19, 132-131 μήκους μέτρων 2,62, 131-130 μήκους μέτρων 5,90, 130-129 μήκους μέτρων 6,79, 129-128 μήκους μέτρων 5,57, 128-127 μήκους μέτρων 8,37, 127-126 μήκους μέτρων 6,75, 126-125 μήκους μέτρων 4,25, 125-124 μήκους μέτρων 4,14, 124-123 μήκους μέτρων 12,86, 123-122 μήκους μέτρων 5,87, 122-121 μήκους μέτρων 3,09, 121-120 μήκους μέτρων 2,00, 120-119 μήκους μέτρων 1,53, 119-118 μήκους μέτρων 0,92, 118-117 μήκους μέτρων 5,48, 117-116 μήκους μέτρων 1,55, 116-115 μήκους μέτρων 5,81, 115-114 μήκους μέτρων 7,03 και 114-54 μήκους μέτρων 0,65 με ιδιοκτησία Α.

και Ε. Π. (3ου και 4ης των εναγομένων) η οποία φέρει ΚΑΕΚ ..., Ανατολικά σε πλευρές 54-55 μήκους μέτρων 9,50, 55-58 μήκους μέτρων 11,42, 58-59 μήκους μέτρων 1,05, 59-60 μήκους μέτρων 15,51 και στη συνέχεια Βόρεια σε πλευρές 60-47 μήκους μέτρων 21,77 με ιδιοκτησία Ε. και Φ. Σ. (5ης και 6ου των εναγομένων) η οποία φέρει ΚΑΕΚ ..., Δυτικά σε τεθλασμένη πλευρά 47-46 μήκους μέτρων 0,30, 46-45 μήκους μέτρων 0,35, 45-44 3,29, 44-43 μήκους μέτρων 0,22, 43-41 μήκους μέτρων 2,54, 41-113 μήκους μέτρων 1,16, 113-112 μήκους μέτρων 9,62, 112-111 μήκους μέτρων 2,54, 111-110 μήκους μέτρων 2,24, 110-145 μήκους μέτρων 11,59 με ιδιοκτησία Σ.

Λ. η οποία φέρει ΚΑΕΚ ... ομοίως Δυτικά, σε πλευρές 145-146 μήκους μέτρων 3,15, 146-109 μήκους μέτρων 8,21, 109-108 μήκους μέτρων 14,24 108-144 μήκους μέτρων 19,18 και Νότια σε πλευρά 144-32 μήκους μέτρων 4,76 με ιδιοκτησία σύμφωνα με το κτηματολόγιο, η οποία φέρει την ένδειξη "Αγνώστου Ιδιοκτήτου" και ... και Νοτιοδυτικά σε τεθλασμένη πλευρά 32- 57 μήκους μέτρων 31,84, 7-61 μήκους μέτρων 9,27, 61-64 μήκους μέτρων 23,75, 64-66 μήκους μέτρων 14,27, 66-72 14,59, 72-75 μήκους μέτρων 14,96, 75-80 μήκους μέτρων 16,63, 80-89 μήκους μέτρων 14,89, 89-95 μήκους μέτρων 16,46, 95-102 μήκους μέτρων 17,21 και 102-104 μήκους μέτρων 1,46 με ιδιοκτησία Ι.

Κ., η οποία φέρει ΚΑΕΚ ... και Νοτιοανατολικά σε πλευρά 104-107 μήκους μέτρων 11,28 με ακίνητο ιδιοκτησίας Ε. Φ.,η οποία φέρει ΚΑΕΚ ....

Το παραπάνω ελαιοπερίβολο περιήλθε στην ενάγουσα με δωρεά εν ζωή από τους γονείς της Γ. Π. του Σ. και Σ. σύζυγο Γ. Π.., δυνάμει του υπ' αριθ. συμβολαίου του συμβολαιογράφου Καλαμάτας Γ. Μ., που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καλαμάτας στον τόμο … με αριθμό .... Αυτό, αποτελούσε το νοτιοδυτικό τμήμα μεγαλυτέρου ελαιοπεριβόλου - αγρού, έκτασης δέκα (10) στρεμμάτων περίπου, το οποίο περιείχε 110 ελαιόδεντρα μεγάλα και μικρά και είχε περιέλθει:

α) στον πατέρα της ενάγουσας, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, εκ κληρονομιάς του πατέρα του Σ. Π. του Γ., που πέθανε στις 6-12-1951, δυνάμει της της υπ' αριθ. 289/5-10-1949 δημόσιας διαθήκης του, που συντάχθηκε από τον συμβολαιογράφο Καλαμάτας Π. Π. και δημοσιεύθηκε με τα υπ' αριθ. 1/151- 1953 πρακτικά δημοσιεύσεως του Πρωτοδικείου Καλαμάτας και της υπ' αριθ. 12.554/1953 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Καλαμάτας Π.

Ο., που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καλαμάτας, στον τόμο ... με αριθμό ... και β) στην μητέρα της ενάγουσας, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, δυνάμει του υπ' αριθ. 12.555/23-2-1953 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Καλαμάτας Π. Ο., που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καλαμάτας στον τόμο ...

με αριθμό .... Από τότε, αυτοί νέμονταν το μεγαλύτερο ακίνητο των 10 στρεμμάτων περίπου, με διανοία συγκυριών, καλή πίστη και νόμιμους τίτλους τα προαναφερόμενα συμβόλαια, συνεχώς και αδιαλείπτως, για χρόνο μεγαλύτερο της δεκαετίας και της εικοσαετίας, χωρίς να ενοχληθούν από κανένα και ιδίως από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, ενεργώντας πράξεις που ταιριάζουν στη φύση και στον προορισμό του, όπως αποδοχή του ως κληρονομιαίου ακινήτου, μεταγραφή της σχετικής συμβολαιογραφικής πράξης, συγκομιδή των καρπών των υφισταμένων ελαιοδέντρων του, διαίρεσή του σε περισσότερα τμήματα, ανάθεση σε πολιτικούς μηχανικούς της καταμέτρησης των διαστάσεων αυτών και μεταβίβασή τους τα έτη 1979 και 1990.

Επομένως, απέκτησαν την κυριότητα αυτού με τακτική και έκτακτη χρησικτησία (άρθ. 1041 και 1045 ΑΚ). Αφού μεταβίβασαν το παραπάνω επιμέρους τμήμα στην ενάγουσα το έτος 1979, αυτή το νεμόταν, με διάνοια κυρίας, συνεχώς και αδιαλείπτως, μέχρι την έναρξη της λειτουργίας του κτηματολογικού γραφείου του Δήμου Καλαμάτας (10-5-2004), χωρίς να ενοχληθεί από κανένα και ιδίως από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, ενεργώντας σ' αυτό υλικές και εμφανείς πράξεις που ταιριάζουν στη φύση και στον προορισμό του και συνίστανται στην κατασκευή δεξαμενής νερού εντός αυτού, στην υδροδότησή του από το Δήμο Καλαμάτας, στην περίφραξή του με μανδρότοιχο, στην καλλιέργεια των υφισταμένων ελαιοδέντρων του, στην φύτευση και άλλων ελαιοδέντρων και στην συγκομιδή των καρπών τους.

Συνεπώς, η ενάγουσα απέκτησε την κυριότητα του τμήματος αυτού και συνακόλουθα και των επίδικων τμημάτων με παράγωγο τρόπο, δηλ. με δωρεά εν ζωή από τους προηγούμενους κυρίους του. Η κρίση του Δικαστηρίου ότι τα επίδικα τμήματα είχαν ανέκαθεν - αγροτικό χαρακτήρα, υπόκεινταν σε ιδιωτική εξουσίαση με πράξεις αντιληπτές από τους τρίτους και περιλαμβάνονταν στους τίτλους κτήσης της ενάγουσας και των δικαιοπαρόχων της ενισχύεται και από τα εξής στοιχεία, που προσκόμισε η ενάγουσα:

α) από την ένορκη βεβαίωση Κ. συζύγου Α. Κ., η οποία αναφέρει ότι στο ακίνητο της ενάγουσας υπήρχαν παλιά ελαιόδεντρα και αυτή φύτεψε και νέα, β) από τους τίτλους κτήσης των γειτονικών ακινήτων, δηλ. το υπ' αριθ. 344/30-11 - 1990 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Καλαμάτας Π. Δ., που αφορά το κείμενο βόρεια και βορειανατολικά ακίνητο του Φ.

Σ. και της Ε. Σ., στο οποίο αναφέρεται ως δυτικό όριό του, μεταξύ άλλων ιδιωτικών ακινήτων, το ακίνητο της ενάγουσας, και το υπ' αριθ. .../29-5-1995 πωλητήριο συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου, το οποίο αφορά το κείμενο ανατολικά ακίνητο του Α. Π. και Ε. συζ. Α. Π., στο οποίο αναφέρεται ως νότιο και νοτιοδυτικό όριό του το ακίνητο της ενάγουσας, γ) από το από Οκτωβρίου 1990 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Π.

Κ., στο οποίο αποτυπώνεται, μεταξύ άλλων, το ακίνητο της ενάγουσας, με τα επίδικα τμήματα να περιλαμβάνονται στην έκτασή του και δ) από την υπ' αριθ. 5.920/30-8-2010 πράξη χαρακτηρισμού του Δασάρχη Καλαμάτας, κατά της οποίας δεν έχουν υποβληθεί αντιρρήσεις από φυσικό ή νομικό πρόσωπο στην Επιτροπή Επιλύσεως Δασικών Αμφισβητήσεων, σύμφωνα με την οποία τα επίδικα τμήματα δεν χαρακτηρίζονται δάσος ή δασική έκταση.

Ενώ, λοιπόν, έτσι είχε διαμορφωθεί η κατάσταση, κατά την κτηματογράφηση της περιοχής για τη δημιουργία Εθνικού Κτηματολογίου, σύμφωνα με το ν. 2308/1995 το ακίνητο της ενάγουσας καταχωρίστηκε στα κτηματολογικά φύλλα των κτηματολογικών βιβλίων του Κτηματολογικού Γραφείου Καλαμάτας ως ιδιοκτησία της, με έκταση μικρότερη από την πραγματική, δηλ. 3.020 τ.μ.

αντί των 3.626,78 τ.μ. και έλαβε αριθμό ΚΑΕΚ ..., ενώ τα παραπάνω τρία τμήματα του ακινήτου της καταχωρίστηκαν στα ίδια φύλλα ως ιδιοκτησία του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου. Ειδικότερα, τα δύο πρώτα αρχικά ενσωματώθηκαν σε ένα μεγαλύτερο ακίνητο, το οποίο έλαβε αριθμό ΚΑΕΚ ... και το τρίτο έλαβε αριθμό ΚΑΕΚ ..., ως αυτοτελές ακίνητο.

Ωστόσο, μετά την άσκηση αγωγής εκ μέρους του Φ. Σ. και της Ε. Σ., με την υπ' αριθ. 13/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας αναγνωρίστηκε ότι ένα τμήμα του μεγαλύτερου ακινήτου με αριθμό ΚΑΕΚ ..., ανήκε στην κυριότητά τους και διατάχθηκε η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής του ακινήτου τους.

Έτσι, μετά από την αφαίρεση του τμήματος αυτού, απέμειναν τα δύο πρώτα επίδικα, τα οποία έλαβαν αριθμούς ΚΑΕΚ ... και ..., ως αυτοτελή ακίνητα. Από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι τα επίδικα ανήκαν μέχρι την επανάσταση του έτους 1821 στο Τουρκικό Δημόσιο ή σε Τούρκους υπηκόους, που εγκατέλειψαν την επικράτεια κατά την επανάσταση και δεν διατήρησαν τις ιδιοκτησίες τους, ούτε επανέκαμψαν στην Ελλάδα, ή ότι καταλήφθηκαν από το Ελληνικό Δημόσιο κατά το έτος 1830, με τα Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, ή ότι καλύπτονταν με χορτολιβαδική βλάστηση και χρησίμευαν για τη βοσκή των ζώων, ή ότι βρίσκονταν σε οργανική ενότητα με τέτοιες γειτονικές εκτάσεις, ή ότι βρίσκονταν στην κατοχή των αρμοδίων οργάνων του εναγομένου, τα οποία ασκούσαν επ' αυτού με διάνοια κυρίου πράξεις επίβλεψης, προστασίας από επεμβάσεις τρίτων, χαρτογράφησης, χαρακτηρισμού, παραχώρησης κ.α., ή ότι ήταν αδέσποτα πριν την απελευθέρωση της Ελλάδος από τους Τούρκους, δηλ.

σύμφωνα με το άρθρο 68 του Οθωμανικού Νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274 "περί γαιών ότι δεν καλλιεργήθηκαν από τον κύριό της απευθείας ή με εκμίσθωση επί τρία συνεχή έτη, ώστε να καταστούν διαθέσιμα, ή μετά την απελευθέρωση της Ελλάδος, δηλ. σύμφωνα με το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο ότι η νομή τους εγκαταλείφθηκε από τον κύριό τους με τον σκοπό της παραιτήσεως τους από το εν λόγω δικαίωμα και χωρίς την πρόθεση της μεταβίβασής τους σε τρίτο, ή μετά την έναρξη ισχύος (23.2.1946) του Αστικού Κώδικα, δηλ.

σύμφωνα με το άρθρο 972 ΑΚ, ότι έλαβε χώρα παραίτηση του κυρίου από την κυριότητα τους με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή. Ειδικότερα, το Ελληνικό Δημόσιο δεν εξέτασε μάρτυρα και δεν προσκόμισε αεροφωτογραφίες, ορθοφωτοχόρτες, εκθέσεις αυτοψίας, εκθέσεις φωτοερμηνείας, μηνύσεις, πρωτόκολλα διοικητικής αποβολής, εκμισθώσεις χορτονομής, αποδείξεις καταβολής φόρων βοσκής, κ.α., από τα οποία να προκύπτει η συνδρομή κάποιας από τις παραπάνω περιπτώσεις.

Αντίθετα, από το υπ' αριθ. 2.788/21-3- 2018 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Μεσσηνίας προκύπτει ότι τα επίδικα τμήματα δεν αποτελούν εξ αρχής εντοπισμένα και καταγεγραμμένα δημόσια κτήματα. Επιπλέον, από την προαναφερόμενη υπ' αριθ. 13/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, παρήχθη κατ' άρθρο 322 ΚΠολΔ δεδικασμένο μόνο ως προς το ουσιαστικό ζήτημα που έκρινε, δηλ.

για την κυριότητα των εναγόντων σε ένα μέρος του ακινήτου με αριθ. αριθ. ΚΑΕΚ ... και όχι και για την κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου στο υπόλοιπο, από το οποίο δημιουργήθηκαν με μετάπτωση τα ακίνητα με αριθμούς ΚΑΕΚ ... και .... Ενόψει των παραπάνω παραδοχών, ο σχετικός ισχυρισμός του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, ο οποίος προβλήθηκε από αυτό στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, είναι επαρκώς ορισμένος, διότι έχει έρεισμα στις διατάξεις που αναφέρονται στην μείζονα σκέψη υπό στοιχείο II, αποτελεί ένσταση και όχι όπως υπολαμβάνει εσφαλμένα το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο άρνηση και θεμελιώνει τον τρίτο λόγο της έφεσής του, πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Υπό τα παραπάνω δεδομένα, οι πρώτες εγγραφές του ακινήτου της ενάγουσας και των παραπάνω τριών τμημάτων του στα κτηματολογικά βιβλία είναι εσφαλμένη και η ενάγουσα έχει έννομο συμφέρον για την διόρθωσή τους. Επομένως, πρέπει η αγωγή να γίνει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη, να αναγνωριστεί ότι κατά το χρόνο έναρξης της λειτουργίας του Εθνικού Κτηματολογίου στην περιοχή της Καλαμάτας, η ενάγουσα ήταν πλήρης και αποκλειστική κυρία, κατά ποσοστό 100%, ενός γεωτεμαχίου, έκτασης 3.624,78 τ.μ.

το οποίο εμφαίνεται στο από Δεκεμβρίου 2017 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Χ. Λ. και να διαταχθεί η διόρθωση των ανακριβών πρώτων εγγραφών και των εσφαλμένων γεωμετρικών στοιχείων στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Καλαμάτας, ώστε αφού ενσωματωθούν στο ακίνητο αυτό τα επίδικα τμήματα, να αποτυπωθεί ως ένα ενιαίο αγροτεμάχιο, και να αναγραφεί ότι η ενάγουσα έχει πλήρες και αποκλειστικό δικαίωμα κυριότητας επ' αυτού, κατά ποσοστό 100%, με αιτία κτήσης την δωρεά εν ζωή και τίτλο κτήσης το υπ' αριθ. 5.115/9-10-1979 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Καλαμάτας Γ.

Μ., που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καλαμάτας στον τόμο 223 και με αριθμό 319. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση, κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα, αν και με ελλιπείς και συνεπτυγμένες αιτιολογίες, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, γι' αυτό και δεύτερος λόγος της έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα, πρέπει, αφού συμπληρωθούν οι αιτιολογίες του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με αυτές του παρόντος Δικαστηρίου, να απορριφθεί η έφεση στο σύνολο της, ως ουσιαστικά αβάσιμη". Το Εφετείο, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές του, απέρριψε την έφεση του εναγομένου- εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο είχε κάνει δεκτή την αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και αναγνώρισε την τελευταία κυρία των επιδίκων ακινήτων και διέταξε την διόρθωση των ανακριβών πρώτων εγγραφών, κρίνοντας ότι οι ισχυρισμοί, τους οποίους προέβαλε το Ελληνικό Δημόσιο, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επανέφερε με τους λόγους εφέσεως του, περί ιδίας κυριότητας των επιδίκων ακινήτων συνιστούν ενστάσεις, τις οποίες έκρινε απορριπτέες, διότι δεν αποδείχθηκαν και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, μετά από και συμπλήρωση των οικείων αιτιολογιών (αρθρ. 534 Κ.Πολ.Δικ).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η από την διάταξη του αριθμού 13 του όρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της εσφαλμένης επιβολής του αντικειμενικού βάρους της αποδείξεως, ως προς τους προταθέντες από το αναιρεσείον-εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο ισχυρισμούς περί αποκτήσεως από αυτό της κυριότητας των επιδίκων α) με τη Συνθήκη της Κων/λεως και τα Πρωτόκολλα του Λονδίνου β) κατά τις διατάξεις του από 17/29.11.1836 ΒΔ.

γ) κατά τις διατάξεις του από 3/15.12.1833 β.δ. δ) διότι κατά το χρόνο υπογραφής των ως άνω πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους τέως κυρίους του Οθωμανούς και δεν καταλήφθηκαν από άλλους με αποτέλεσμα να καταστούν αδέσποτα και αποκτήθηκαν από το νεοσύστατο Ελληνικό κράτος ε) διότι τα κατέλαβε το Ελληνικό Δημόσιο ως αδέσποτα στ) διότι ανήκαν στο Τουρκικό δημόσιο και το Ελληνικό Δημόσιο τα δήμευσε και ζ) διότι περιήλθαν στην κυριότητα του με τακτική άλλως με έκτακτη χρησικτησία, ισχυρισμούς τους οποίους, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο αφενός έκρινε ότι συνιστούν ενστάσεις και αφετέρου τους έκρινε αναπόδεικτους και απορριπτέους και, στη συνέχεια, έκρινε ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, σύμφωνα με όσα στην υπό στοιχ. II νομική σκέψη αναφέρονται, δεν υπέπεσε στη νομική πλημμέλεια της εσφαλμένης επιβολής του αντικειμενικού βάρους της αποδείξεως, καθόσον τις συνέπειες του μη σχηματισμού πλήρους δικανικής πεποιθήσεως των επικαλουμένων γεγονότων ότι τα επίδικα ανήκαν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, τις έφερε το ενιστάμενο-αναιρεσείον και όχι η αναιρεσίβλητη-ενάγουσα.

Ενόψει τούτων ο λόγος αυτός, είναι αβάσιμος.

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον, αποδίδει στη προσβαλλόμενη την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. Ια του Κ.Πολ.Δ, συνιστάμενη στο ότι δεν εφάρμοσε τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου (ν, 20 παρ, 6, πανδ, (5,3), ν. 27 Πανδ. (18,1) Β 38 και 48 πανδ. (41,3), ν 5 Πανδ. (41,8), ν 3 Πανδ, (41,10),. 8 παρ, 1 Κωδ. (7.39), ν. 9 παρ, 7 (Βασ. 50.14), ν. 2 παρ. 2 πανδ. (41.4), v. 6 πανδ. (44.3), v. 76 παρ, 1 πανδ. (18.1) καιν. 7 παρ. 3 πανδ, (23.3)) που διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 51 Εις.Ν.Α.Κ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του Ν. ΔΞΗ/1912, και το άρθρο 21 του ΝΔ 29-4-/16-3-1926, οι οποίες έπρεπε να εφαρμοστούν. Όπως προκύπτει από τις παραδοχές της παραπάνω απόφασης τα επίδικα είχαν ανέκαθεν αγροτικό χαρακτήρα, υπόκειντο σε ιδιωτική εξουσίαση και περιλαμβάνοναν στους τίτλους κτήσης της ενάγουσας και των δικαιοπαρόχων της και, ως εκ τούτου, το Εφετείο ορθά δεν εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες στη συγκεκριμένη υπόθεση, καθόσον η εφαρμογή τους προϋποθέτει παραδοχή ότι τα επίδικα αποτελούσαν δημόσιο κτήμα, την οποία όμως το Εφετείο δεν εξέφερε.

Συνεπώς, και ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο το αναιρεσείον, υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατόπιν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει ν' απορριφθεί η από 4-12-2019 αίτηση για αναίρεση της 120/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας, και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος της που προέβαλε με τις προτάσεις της, σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα κατά τα άρθρα 22 παρ.1 του ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.Κ.ΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 14-12-2019 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 120/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικό έξοδα της αναιρεσίβλητης εις βάρος του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Απριλίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Ιουνίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ