Appeal dismissed for inadmissibility as arguments merely supported the lower court's evidence assessment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the appellants against the Third Instance Court's decision regarding the payment of a debt. The appellants argued that the lower court erred in applying burden of proof rules and improperly accepted oral testimony over documentary evidence. The court ruled that the appellants' arguments were merely supportive of the lower court's findings and did not constitute a valid ground for appeal under the Civil Procedure Code.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 13 and 11a of the Civil Procedure Code; An appeal based on the erroneous application of burden of proof rules is inadmissible if the contested arguments merely support the lower court's conclusion derived from the overall assessment of evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 771 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 771/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Παρασκευή Καλαϊτζή-Εισηγήτρια, Γεώργιο Παπανδρέου, Λάμπρο Καρέλο και Ανθή Γκάμαρη Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 6η Μαρτίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των καλούντων:1.Γ. Μ. του Α., 2. Α. Μ. του Γ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αθανάσιο Πλεύρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του καθού η κλήση: Η. Δ. του Α., ως μοναδικός κληρονόμου της αναιρεσίβλητης μητρός του Μ. θυγ. Γ. Β. που απεβίωσε στις 7-1-2014, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτρη Κακόγιαννο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-2-2007 αγωγή της αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 556/2009 του ιδίου Δικαστηρίου, 64/2014 του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 24-2-2017 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 642/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου που ανέβαλλε τη συζήτηση της υπόθεσης. Με την από 17-9-2018 κλήση των καλούντων-αναιρεσειόντων επανέρχεται στην ως άνω δικάσιμο η υπόθεση προς συζήτηση. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του καθού η κλήση, ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος αποδείξεως. Αποδεικτικό δε βάρος είναι το βάρος αποδείξεως από υποκειμενική άποψη. Με τη μορφή αυτήν το βάρος αποδείξεως προσδιορίζει ποιος από τους διαδίκους έχει το καθήκον να συντελέσει με δική του πρωτοβουλία στην προσαγωγή του αποδεικτικού υλικού, σε αντίθεση με την μορφή του αποδεικτικού βάρους από αντικειμενική άποψη, όπου καθορίζονται οι συνέπειες της μη αποδείξεως κάποιου πραγματικού γεγονότος, καθώς και το πρόσωπο που θα τις υποστεί.
Περαιτέρω, το βάρος αποδείξεως καθορίζεται είτε βάσει ρητής διατάξεως νόμου, είτε με βάση τεκμήριο που καθιερώνεται στο νόμο και επιφέρει αντιστροφή του βάρος αποδείξεως, είτε (αν δεν ορίζεται σχετικώς) βάσει της αρχής, ότι έκαστος αποδεικνύει τις προϋποθέσεις του (υπό επιθετική ή αμυντική μορφή) ασκουμένου δικαιώματός του.
Εξάλλου, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται εκ του γεγονότος ότι στην προσβαλλομένη απόφαση εμπεριέχονται, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, επιχειρήματα, τα οποία δεν αναφέρονται καθεαυτά σε ζητήματα ουσιώδη για την έκβαση της δίκης αλλά παρατίθενται προς ενίσχυση του πορίσματος, στο οποίο το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε από άλλα στοιχεία. 'Ετι περαιτέρω, κατά τον αρ. 11α του άνω άρθρου, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει.
Ως αποδεικτικά μέσα, καθοριζόμενα περιοριστικώς στο άρθρο 339 ΚΠολΔ, θεωρούνται εκείνα που στηρίζουν τόσο την άμεση, όσο και την έμμεση απόδειξη, καθώς και εκείνα που συνιστούν κύρια απόδειξη ή ανταπόδειξη. Προσέτι, από τις διατάξεις των άρθρων 393 § 1 και 394 § περ. β ΚΠολΔ προκύπτει, ότι επιτρέπεται το εμμάρτυρο μέσο προς απόδειξη συμβάσεως δανείου, η αξία του αντικειμένου της οποίας υπερβαίνει το από το ως άνω άρθρο 393 § 1 οριζόμενο ποσό, σε κάθε περίπτωση που υπάρχει ηθική αδυναμία για την απόκτηση αποδεικτικού εγγράφου (ιδιωτικού ή δημοσίου), όπως είναι η τυχαία απώλεια αυτού.
Η απόδειξη για το γεγονός, από το οποίο μπορεί να προκύψει ηθική αδυναμία, εφόσον αμφισβητηθεί, γίνεται και με μάρτυρες. Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας, για το αν η φύση της δικαιοπραξίας ή οι ειδικές συνθήκες δικαιολογούν το επιτρεπτό της εμμάρτυρης αποδείξεως, δεν ελέγχεται αναιρετικώς (ΟλΑΠ 487/82 ο.π., ΑΠ 394/11).
Ακόμη, επισημειώνεται εδώ, ότι, αν δεν επιτρέπεται απόδειξη με μάρτυρες, δεν επιτρέπονται ούτε τα τεκμήρια και ούτε οι ένορκες βεβαιώσεις.
ΙΙ. Με την από 17-9-2018 κλήση, την οποία οι αναιρεσείοντες, λόγω του θανάτου στις 7-1-2014 της αρχικής αναιρεσίβλητης Μ. Β., στρέφουν κατά του ήδη παραστάντος Η. Δ., υιού της, ως μοναδικού αυτής κληρονόμου, μετά δε την έκδοση της μη οριστικής 642/2018 αποφάσεως του Γ' πολιτικού τμήματος του Α.Π., με την οποία είχε αναβληθεί η συζήτηση μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως από την πλήρη ολομέλεια του Α.Π. για την υπόθεση που είχε παραπεμφθεί σε αυτήν με την 1855/2017 απόφαση του Α2 τμήματος του Α.Π., επαναφέρεται προς συζήτηση η από 24-2-2017 αίτηση των αναιρεσειόντων περί αναιρέσεως της 64/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Η αίτηση αυτή ασκήθηκε νόμιμα και παραδεκτά και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.
ΙΙΙ. Η προσβαλλομένη, 64/2014, απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου έχει ως ακολούθως: "Από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που εξετάσθηκαν νομότυπα στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, από τις προσκομιζόμενες από τους εναγόμενους υπ' αριθ. 4475 και 4476/1-3-2007 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων των εναγομένων ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη ως ιδιώνυμα αποδεικτικά μέσα και κατά τις οποίες παρέστη και η ενάγουσα, αλλά δεν υπέγραψε (ΑΠ 1076/2000, ΕλλΔνση 200...93, ακόμη και αν δεν αναφέρεται η υπόθεση ή το Δικαστήριο όπου θα προσκομισθεί, βλ.
σχετ. Δ11 1490/2001 ΕλλΔνση 2003.961), από όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και οι νομίμως προσκομιζόμενες από την ενάγουσα με επίκληση φωτογραφίες, τον οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητήθηκε (άρθρα 444 αρ. 3, 338 παρ. 2 και 457 παρ. 4 ΚΠολΔ), για να ληφθούν υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται οι υπ' αριθμ. ...88/17-3-2006, ...70 και ...71/15-2-2007 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών και οι υπ' αριθ. ....64 και ....65/20-2- 2007 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Συμβολαιογράφου Σ.
Β. - Κ., που προσκομίζει η ενάγουσα και που λήφθηκαν σε άλλη δίκη μεταξύ των ιδίων διαδίκων, εκτιμώμενες ελεύθερα στην παρούσα δίκη ως δικαστικά τεκμήρια, αφού κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν λήφθηκαν με σκοπό να χρησιμοποιηθούν στην προκειμένη δίκη (ΑΠ 1670/2005, Α' δημοσίευση TNΠ Νόμος, ΑΠ 722/2004, αδημ Γ. Ν., Το Δίκαιο της Απόδειξης, έκδ. 2005, σελ. 272), καθώς και από τις υπ' αριθ. ...48, ...49, ...50, ...51 και ...52/24-4-2007 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Συμβολαιογράφου Π.
Π. Π., που προσκομίζουν οι εναγόμενοι, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη, διότι οι εναγόμενοι, προσκομίζουν στην παρούσα συζήτηση την υπ' αρ. ...52/8-4-2007 έκθεση επίδοση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Η. Κ., απ' την οποία προκύπτει ότι αυτές ελήφθησαν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση της αντιδίκου, προ δυο (2) τουλάχιστον, ημερών, αποδεικνύονται τα εξής πραγματικά περιστατικά :
Στις 31-8-1979 η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη και ο πρώτος των εναγομένων ήδη πρώτος των εκκαλούντων συνήψαν προφορική - άτυπη συμφωνία πωλήσεως από τον δεύτερο στην πρώτη ενός αγρού του εκτάσεως 21 στρεμμάτων ή όσης εκτάσεως και αν είναι, κειμένου στη θέση "..." ..., αντί τιμήματος 120.000 δρχ ανά στρέμμα. Έναντι του ως άνω συμφωνηθέντος τιμήματος ο 0)ς άνω πωλητής έλαβε από την ενάγουσα αγοράστρια ως αρραβώνα το ποσό των 100.000 δρχ.
Προς τούτο ο πωλητής υπέγραψε την από 31-8-1979 δήλωση απευθυνόμενη προς την ενάγουσα - αγοράστρια στην οποία, αφού "συνομολόγησε" την ως άνω άτυπη συμφωνία και την λήψη του ως άνω ποσού ως αρραβώνα, μεταξύ άλλων ανέφερε "...το υπόλοιπον ολικόν της όλης εκτάσεως τίμημα θα καταβάλλει (η αγοράστρια) εις εμέ τοις μετρητοίς κατά την κατάρτησιν και υπογραφήν του οριστικού οικείου συμβολαίου ενταύθα υπογραφησομένου εντός 15 ημερών από σήμερον και υπόσχομαι να σας πωλήσω τούτο ελεύθερον παντός βάρους...".
Σε υλοποίηση της εν λόγω ατύπου συμβάσεως με το υπ' αριθ. ....85/10-9-1979 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Κ. Β., που μετεγράφη νόμιμα στον τόμο ...17 και στον αριθμό ....των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ...., ο πρώτος εναγόμενος, Γ. Μ., πώλησε και μεταβίβασε στην ενάγουσα το εν λόγω αγροτικό ακίνητο, κείμενο στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ..., το οποίο εμφαίνεται στο από Αυγούστου 1979 σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα του Πολιτικού Μηχανικού Γ.
Μ., με τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία γράμματα Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Δ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Π-Ρ-Σ-Α, ολικής εκτάσεως 20.988 τμ, με 30 ελαιόδενδρα (ή όσα είναι) και 30 χαρουπόδενδρα (ή όσα είναι) και πάσης άλλης φύσεως δένδρα, λεπτομερώς κατά τα λοιπά περιγραφόμενο στο συμβόλαιο αυτό ως προς τα όρια και τις πλευρικές διαστάσεις. Στο εν λόγω συμβόλαιο, ως "εύλογο, αγοραίο και αληθές" τίμημα ανεγράφη το ποσό των 350.000 δρχ, το οποίο συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε επτά (7) συνεχείς, ισόποσες, άτοκες δόσεις των 50.000 δρχ.
εκάστη, της πρώτης δόσης πληρωτέας την 01.10.1980, και κάθε επόμενης δόσης πληρωτέας την πρώτη ημέρα κάθε μήνα και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Για το ανωτέρω οφειλόμενο τίμημα, ο πρώτος εναγόμενος - πωλητής εξέδωσε ισόποσες και αντίστοιχες κατά ποσά και ημερομηνίες λήξης προς τις άνω δόσεις, συναλλαγματικές, σε διαταγή αυτού, στο κατάστημα της ...
της Ελλάδος, τις οποίες αποδέχθηκε η ενάγουσα. Συμφωνήθηκε επίσης, ότι η εξόφληση καθεμίας συναλλαγματικής 0α συνεπάγεται την εξόφληση της αντίστοιχης δόσης, θεωρούμενης εκάστης συναλλαγματικής ως απόδειξης καταβολής της αντίστοιχης δόσης. Στο εν λόγω υπ1 αριθμόν .....85/10.09.1979 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κ.
Β., δυνάμει του οποίου η ενάγουσα απέκτησε το επίδικο αναφέρονται μεταξύ άλλων, επί λέξει και τα ακόλουθα : "...η δε αγοράστρια αποκαθίσταται τελεία, πλήρης, αποκλειστική και αδιαφιλονίκητη κυρία, νομεύς και κάτοχος αυτού. δυνάμενη και δικαιούμενη όπως του λοιπού διακατέχη, νεμηται και διαθέτη το ακίνητον τούτο υπό τους εξής όρους, αιρέσεις, περιορισμούς και συμφωνίας: 1.
Η παρούσα πώλησις τελεί υπό την διαλυτικήν αίρεσιν της μη πλήρους καταβολής του οφειλομένου πιστωθέντος ως άνω τιμήματος του πωλουμένου ακινήτου και επομένως εφ' όσον εντός των συμφωνηθεί σων προθεσμιών δε χω ρήση η καταβολή τριών συνεχών δόσεων τινών τούτου, πληρούται η αίρεσις με αποτέλεσμα την παύσιν της ενέργειας του παρόντος, την ανατροπήν των αποτελεσμάτων αυτού και την αυτοδικαίαν επάνοδον της κυριότητας, νομής και κατοχής του πωλουμένου ακινήτου κτήματος εις τον πωλητήν μετά παντός έργου και βελτιώσεως υπό της αγοραστριας ενεργήθέντων, (...). 5.
Ο πωλητής επιφυλάσσων εις εαυτόν το δικαίωμα εν περιπτώσει υπερημερίας της αγοραστρίας, είτε να θεώρηση την άνω αίρεσιν ως πληρωθείσαν και την παρούσαν πώλησιν ανατραπείσαν με τα άνω υπέρ αυτοί) αποτελέσματα, είτε αναγνωρίζων ταύτην ως με τεθείσα επιδίωξη και απαιτήσει την είσπραξιν του τιμήματος δι' εκτελέσεως του παρόντος κηρυσσομενου από τούδε κατά συμφωνίαν των τίτλου εκτελεστού και εκκαθαρισμένου εν απογράφω ως και πάσαν λόγω της καθυστερήσεως αποζημίωσίν του...".
Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι με το ως άνω υπ' αριθμόν 2685/1979 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο και κατόπιν συμφωνίας των συμβαλλομένων, ο πρώτος των εναγομένων πωλητής επεφύλαξε για τον εαυτό του το δικαίωμα να επιλέξει διαζευκτικώς είτε να θεωρήσει την τεθείσα αίρεση πληρωθείσα, σε περίπτωση μη πληρωμής εκ μέρους της εναγούσης τριών συνεχών δόσεων, είτε να τη θεωρήσει μη τεθείσα και να επιδιώξει την είσπραξη του τιμήματος με εκτέλεση του συμβολαίου.
Επομένως, κατά ρητό όρο της σύμβασης η αγοραπωλησία τελούσε υπό τη διαλυτική αίρεση της μη πλήρους και εμπρόθεσμης καταβολής του προαναφερόμενου τιμήματος. Σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής από την ενάγουσα τριών συνεχών δόσεων από τις παραπάνω άτοκες δόσεις, ο πρώτος εναγόμενος πωλητής είχε το δικαίωμα, είτε να θεωρήσει την υπέρ αυτού τιθέμενη αίρεση ως αυτοδικαίως πληρωθείσα με αποτέλεσμα την παύση της ενέργειας του συμβολαίου, την ανατροπή των αποτελεσμάτων του και την αυτοδίκαιη επάνοδο της κυριότητας και νομής του πωλούμενου ακινήτου σ' αυτόν, ενώ οι μέχρι την ανατροπή της πώλησης καταβληθείσες από την αγοράστρια δόσεις θα κατέπιπταν•υπέρ του πωλητή λόγω συμφωνημένης ποινικής ρήτρας ως αποζημίωση για τη χρήση και εκμετάλλευση του ακινήτου και για τη μη προσήκουσα εκτέλεση της σύμβασης, δηλαδή τη μη εμπρόθεσμη πληρωμή του τιμήματος, είτε, αναγνωρίζοντας αυτή (διαλυτική αίρεση) ως μη τεθείσα, να επιδιώξει και απαιτήσει την είσπραξη του τιμήματος με εκτέλεση του πωλητηρίου συμβολαίου, το οποίο κηρύχθηκε κατά τη συμφωνία των μερών τίτλος εκτελεστός.
Συμφωνήθηκε, τέλος, ότι η εξόφληση του τιμήματος θα αποδεικνύεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο στο οποίο θα πρέπει να συμπράξει ο πωλητής, αλλά ότι σε. περίπτωση άρνησης του να προσέλθει και να υπογράψει, η αγοράστρια θα είχε το δικαίωμα να υπογράψει η ίδια μονομερώς τη σχετική πράξη, σύμφωνα με το άρθρο 235 του Α.Κ., προσκομίζοντας τις σχετικές αποδείξεις καταβολής ή τις ανωτέρω συναλλαγματικές.
Η ενάγουσα αγοράστρια ισχυρίζεται με τις προτάσεις της ότι πριν από την υπογραφή του συμβολαίου κατέβαλε στον πρώτο εναγόμενο πωλητή το ποσό των 2.070.000 δρχ, που προκύπτει με βάση τη συμφωνηθείσα ατύπως ανά στρέμμα τιμή των 120.000 δρχ, ήτοι 21 στρέμματα Χ 120.000 δρχ ανά στρέμμα = 2.520.000 δρχ μείον 450.000 δρχ (100.000 δρχ προκαταβολή + 350.000 δρχ αναγραφόμενο στο συμβόλαιο τίμημα) =2.070.000 δρχ.
Βέβαια η ενάγουσα δεν προσκόμισε γι' αυτή την καταβολή κάποια απόδειξη. Ωστόσο αν ληφθούν υπόψη ότι : 1. στην από 31-8-1979 έγγραφη προς αυτήν δήλωση του πρώτου εναγομένου πωλητή, στην οποία αυτός συνομολογεί τη λήψη αρραβώνος 100.000 δρχ, και παραδέχεται ότι η συνομολογηθείσα ανά στρέμμα αξία του πωλουμένου είναι 120.000 δρχ, 2.
ότι δεν απάντησε και μάλιστα με σαφήνεια για την αλήθεια του εν λόγω ισχυρισμού της αντιδίκου του, (άρθρο 261 ΚΠολΔ) και 3. ότι η Δ.Ο.Υ ... εκτίμησε προσωρινά την αξία του σε 750.000 δρχ, κατά τη κρίση που επεκράτησε στο δικαστήριο, συνάγεται ομολογία του αναφορικά με τον εν λόγω) ισχυρισμό της αντιδίκου του. Όπως και στη συνέχεια θα καταδειχθεί, η ενάγουσα εξόφλησε όλες τις παραπάνω συναλλαγματικές στο κατάστημα της ...
στο ... (της τελευταίας δόσεως καταβληθείσης την 01.04.1981) και παρέλαβε τα σώματα τους, ήτοι εξόφλησε πλήρως το συμφωνηθέν τίμημα, έλαβε δε τη διαβεβαίωση από τον πρώτο των εναγομένων πωλητή, ότι θα προβεί αυτός στη σύνταξη της σχετικής συμβολαιογραφικής πράξης εξόφλησης και άρσης της διαλυτικής αίρεσης.
Ωστόσο, όπως στη συνέχεια 0α αναφερθεί, ο τελευταίος ουδέποτε προέβη στη σύνταξη της ανωτέρω πράξης. Περί τις αρχές του μηνός Μαΐου του έτους 1980, η ενάγουσα, προέβη στην περίφραξη του εν λόγω αποκτηθέντος ακινήτου με συρμάτινη περίφραξη και σιδερένιους πασσάλους. Ωστόσο στην περιφραχθείσα ιδιοκτησία της συμπεριέλαβε και έκταση 1.250,54 τ.μ., η οποία ανήκε στον πωλητή - πρώτο εναγόμενο.
Η συμπεριληφθείσα στην περίφραξη έκταση στη νότια πλευρά της συνόρευε με το ως άνω επίδικο ακίνητο των 20.988 τμ, που είχε αγοράσει με το προμνησθέν συμβολαιογραφικό έγγραφο. Η ίδια υποστηρίζει ότι το έπραξε έχοντας την πεποίθηση ότι περιλαμβανόταν στην έκταση που είχε αγοράσει, εκδοχή που φαίνεται πολύ πιθανή.
Ο πρώτος εναγόμενος πωλητής κατέθεσε εναντίον της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Μάσσητος αρχικά την από 30.08.1980 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής και στην συνέχεια την από 24-2-1981 τακτική περί νομής αγωγή. Επί της εν λόγω αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων εκδόθηκε η με αριθμό 2/1981 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που έκρινε ότι η συμπεριληφθείσα στην περίφραξη έκταση των 1.250,54 τ.μ., δεν περιλαμβανόταν στην έκταση που απέκτησε η ενάγουσα με το ως άνω υπ αριθ. ....85/10.09.1979 συμβόλαιο του συμβολαιογράφο Κ.
Β. και ως εκ τούτου διέταξε την αποβολή της από αυτήν και την εγκατάσταση του πρώτου εναγομένου και την υποχρέωσε να προβεί στην αφαίρεση της περίφραξης. Η περίφραξη δεν αφαιρέθηκε και η απόφαση αυτή δεν εκτελέστηκε, ούτε η τακτική περί νομής αγωγή συζητήθηκε, επειδή στη συνεχεία ο πρώτος εναγόμενος πώλησε και μεταβίβασε στην ενάγουσα και το τελευταίο αυτό ακίνητο των 1.250,54 τμ με το υπ' αριθ. ....33/07.05.1981 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο υπό διαλυτική αίρεση, του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου ...
Κ. Β., συντάχθηκε δε η υπ' αριθ. ....30/29.03.1984 πράξη εξόφλησης και άρσης διαλυτικής αίρεσης. Πρέπει να σημειωθεί ότι : 1. στην αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, 2. στην εκδοθείσα επ' αυτής υπ' αριθ. 2/1981 απόφαση του Ειρηνοδικείου Μάσσητος, 3. στην περί νομής τακτική αγωγή του πρώτου εναγομένου, και 4. στο ως άνω υπ' αριθ. ...33/7-5-1981 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, ρητά αναφέρεται ότι το πωληθέν ακίνητο των 1.250.54 τμ συνορεύει νότια με ιδιοκτησία ήδη της ενάγουσας αγοραστρίας.
Η συνομολόγηση αυτού του στοιχείου στις 7-5-1981 από τους εκεί συμβαλλόμενους (αγοράστρια -ενάγουσα και πωλητή - πρώτο εναγόμενο) έχει ιδιαίτερη σημασία, καθόσον σημαίνει ότι είχαν ήδη καταβληθεί από την ενάγουσα αγοράστρια όλες οι ορισθείσες δόσεις του τιμήματος, της τελευταίας ληγούσης την 1-4-1981, αφού εάν δεν είχε εξοφληθεί το συμφωνηθέν τίμημα, θα είχε αρθεί η τεθείσα διαλυτική αίρεση και πάντως ο πωλητής πρώτος εναγόμενος δεν θα αναγνώριζε την ενάγουσα κυρία του επιδίκου ακινήτου των 19.888 τμ.
Όπως προεκτέθηκε, η ενάγουσα αγοράστρια περί τις αρχές του μηνός Μαΐου του έτους 1980, προέβη στην περίφραξη του εν λόγω αποκτηθέντος ακινήτου με συρμάτινη περίφραξη και σιδερένιους πασσάλους, στην οποία (περίφραξη) περιέλαβε αμφότερα τα αγορασθέντα ακίνητα. Από της αγοράς αμφοτέρων των ως άνω εδαφικών εκτάσεων η ενάγουσα εγκαταστάθηκε σ' αυτές και τις νεμόταν κατά τη φύση και τον προορισμό τους δια των αντιπροσώπων στη νομή της, οι οποίοι ενεργούσαν κάθε πράξη νομής και κατοχής που προσιδίαζε στη φύση και τον προορισμό τους.
Ειδικότερα, μετά από συμφωνία, παραχώρησε τη χρήση τους στους Κ. Τ., Π. Τ. και Γ. Τ., οι οποίοι από κοινού ή κεχωρισμένα, μέχρι το έτος 1996 προέβαιναν σε καλλιέργεια, σε βοσκή των ζώων τους, σε συλλογή των καρπών και γενικά στη διενέργεια κάθε διακατοχικής πράξης, χωρίς κατά την άσκηση αυτών να ενοχληθούν από κάποιο τρίτο.
Κατά το εν λόγω χρονικό σημείο (1996) ο πρώτος εναγόμενος παρουσιάστηκε στον Ι. Τ. και του είπε ότι αγόρασε το ακίνητο και γι' αυτό πρέπει να το εγκαταλείψει, αφού έκτοτε θα το καλλιεργεί ο ίδιος. (βλ. τις ένορκες καταθέσεις των Ι. Κ. Τ. και Ι. Σ. Τ.). Ο Ι. Τ., έχοντας αδυναμία τηλεφωνικής επικοινωνίας με την ενάγουσα, προκειμένου να διασταυρώσει αυτά που του είπε ο πρώτος εναγόμενος, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το ακίνητο, στο οποίο ο πρώτος εναγόμενος εγκατέστησε τον ανιψιό του Μ.
και κάποιον ονόματι 1. Ο εναγόμενος ακολούθως παρακάλεσε την ενάγουσα να του επιτρέψει να καλλιεργεί το ακίνητο, ισχυριζόμενος ότι οι καλλιεργητές, που αυτή είχε ορίσει, το είχαν εγκαταλείψει. Η ενάγουσα πείστηκε σ' αυτά που της παρέστησε ο πρώτος εναγόμενος και δέχτηκε έκτοτε, δηλαδή από του έτους 1996 ο εναγόμενος να συλλέγει τους καρπούς του επιδίκου και να της δίνει ως μίσθωμα δύο τενεκέδες ελαιόλαδο.
Αρχές του μηνός Μαρτίου του έτους 2005, η ενάγουσα, η οποία στο διαδραμόν χρονικό διάστημα είχε την πεποίθηση ότι ο πρώτος εναγόμενος είχε προβεί σε συμβολαιογραφική δήλωση εξοφλήσεως του τιμήματος, αφού τον είχε έγκαιρα εξοφλήσει, ενδιαφέρθηκε να πωλήσει το επίδικο ακίνητο και έδωσε εντολή σε δικηγόρο να αναζητήσει υποψήφιους αγοραστές.
Ο τελευταίος, αναζητώντας τους σχετικούς τίτλους διαπίστωσε ότι ο πρώτος εναγόμενος πωλητής δεν είχε προβεί σε δήλωση εξοφλήσεως του τιμήματος και ενημέρωσε την ενάγουσα, που αισθάνθηκε μεγάλη έκπληξη. Τότε αναζήτησε τις εξοφλημένες συναλλαγματικές που είχε αναλάβει, αλλά δεν τις βρήκε. Κατά τους ισχυρισμούς της τους απώλεσε κατά την πρόσφατη μετακόμιση της.
Αμέσως αναζήτησε τηλεφωνικώς τον πρώτο εναγόμενο πωλητή, με τον οποίο διατηρούσε καλές σχέσεις και σε ερώτηση της γιατί, αφού τον έχει εξοφλήσει έγκαιρα, δεν προέβη στην σύνταξη της πράξεως εξοφλήσεως, αυτός αρχικά προφασίστηκε ότι δεν θυμάται μετά από τόσα χρόνια και αφού την διαβεβαίωσε ότι δεν διατηρεί κάποια αξίωση εναντίον της γιατί "είναι πληρωμένος", της είπε ότι "όποτε αυτή ήθελε μπορούσε να υπογράψει τη σχετική εξοφλητική απόδειξη".
Μάλιστα της ζήτησε, αφού σκοπεύει να το πωλήσει, να προτιμήσει αυτόν ως αγοραστή, γιατί όπως ισχυρίστηκε, τον συνδέει ισχυρός συναισθηματικός δεσμός μ' αυτό το ακίνητο. Μερί τα τέλη Φεβρουαρίου 2005 επισκέφτηκαν τον πρώτο εναγόμενο στην οικία του, επί της οδού ... στο ... τα αδέλφια της ενάγουσας Δ. Β. και Κ. Β.
και όταν του ζήτησαν εξηγήσεις γιατί καθυστερεί να υπογράψει τη σχετική εξοφλητική απόδειξη, εκείνος παραδέχτηκε ξανά ότι έχει πληρωθεί όλες τις αναφερόμενες στο σχετικό συμβόλαιο δόσεις του τιμήματος, τους είπε δε ότι, αφού πωλείται το επίδικο ακίνητο, ενδιαφέρεται να το αποκτήσει με ένα εύλογο στις συναλλαγές τίμημα.
Μάλιστα σε διαπραγματευτική συζήτηση που είχε ακολούθως με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της εναγούσης, προσέφερε ως τίμημα το ποσό των 15.000 Ευρώ ή ένα μεταχειρισμένο αυτ/το εργοστασίου κατασκευής MERCEDES προσφορά που την απέρριψε αμέσως η ενάγουσα ως ευτελή. Μετά την εξέλιξη αυτή ο πρώτος εναγόμενος δεν ανταποκρινόταν στις τηλεφωνικές κλήσεις της εναγούσης.
Στις 21-5- 2005 και μετά από σχετικές ενέργειες της εναγούσης και Εισαγγελική παραγγελία, κλήθηκε στο Α.Τ. .... και ερωτήθηκε αν έχουν πληρωθεί οι σχετικές συναλλαγματικές, όπως είχε διαβεβαιώσει λίγους μήνες πριν τα αδέλφια της εναγούσης. Ο πρώτος εναγόμενος, που ήδη είχε βεβαιωθεί ότι η ενάγουσα έχει απωλέσει τις εξοφλημένες συναλλαγματικές και ότι αυτή αδυνατεί να προβεί στην δι' αυτοσυμβάσεως άρση της διαλυτικής αιρέσεως, "ενέκρουσε πρύμνα" και θεωρώντας το γεγονός αυτό ως μία ευκαιρία να ανακτήσει το μεταβιβασθέν ακίνητο αζημίως, αρνήθηκε ότι έχει εξοφληθεί και ότι στα αδέλφια της είχε παραδεχθεί πως εξοφλήθηκε, (βλ.
το από 29-5- 2005 αντίγραφο του βιβλίου συμβάντων του εν λόγω Α.Τ). Μάλιστα την ίδια ημέρα (21-5-2005) ο πρώτος εναγόμενος τηλεφώνησε στην ενάγουσα και αποσκοπώντας να την εξαναγκάσει στην προς αυτόν πώληση του επιδίκου ακινήτου, την απείλησε ότι αν δεν του (ανα)μεταβιβάσει το εν λόγω ακίνητο θα έβαζε Αλβανούς να την σκοτώσουν.
Για την πράξη αυτή (απόπειρα παράνομης βίας) καταμηνύθηκε από την ενάγουσα και με την υπ' αριθ. 101094/4-10- 2010 απόφαση του Γ'Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών, που δεν προκύπτει αν είναι τελεσίδικη, καταδικάστηκε σε φυλάκιση 6 μηνών. Στη συνέχεια της παραπάνω αντιφατικής συμπεριφοράς του ο πρώτος εναγόμενος, παρά τις αρχικές διαβεβαιώσεις του ότι θα προβεί στην σύνταξη πράξεως εξοφλήσεως αναγνωρίζοντας ότι είχε καταβληθεί πλήρως το συμφωνηθέν τότε τίμημα, αυτός μετέβη στο Συμβολαιογραφείο της συμβολαιογράφου ...
Π. Π., όπου δήλωσε ότι δεν κατεβλήθη καμία εκ των οφειλομένων δόσεων εκ μέρους της εναγούσης. Έτσι ανετράπη η πώληση και επανήλθε η κυριότητα του επιδίκου σ' αυτόν. Προς τούτο συνετάγη η υπ' αριθμόν ...98/02.08.2005 πράξη πλήρωσης διαλυτικής αφέσεως αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα. Εν συνεχεία και μάλιστα την ίδια ημέρα, δυνάμει της υπ' αριθμόν ...99/02.08.2005 πράξεως γονικής παροχής αγροτικού ακινήτου, νομίμως μεταγρ/σας την 20-2-2007 στον τόμο 1528/28 των βιβλίων μεταγραφών ..., μεταβίβασε το επίδικο ακίνητο λόγω γονικής παροχής στη δευτέρα εναγομένη, θυγατέρα του, Α.
Μ.. Ακολούθως ο πρώτος των εναγομένων έσπευσε το έτος 2006 να τοποθετήσει στην είσοδο της περιφραγμένης κατά το έτος 1981 από την ενάγουσα ενιαίας εκτάσεως νέα μεταλλική πόρτα και λουκέτο. Μετά την εξέλιξη αυτή η ενάγουσα, εκτός από τις παραπάνω δικαστικές ενέργειες της, υπέβαλε εναντίον των εναγομένων την από 22.02.2007 και με Α.Β.Μ.
Α2007/1082 μήνυση με βάση την οποία έχει ασκηθεί σε βάρος των εναγομένων ποινική δίωξη για κακουργηματική απάτη και η υπόθεση εκκρεμεί ενώπιον του Ανακριτή Ναυπλίου (βλ. την εν λόγο) έγκληση και το με αριθμ. πρωτ. Ε-660/04.10.2010 πιστοποιητικό της Εισαγγελίας Ναυπλίου). Η ενάγουσα, μετά την αιφνίδια αλλαγή στάσης του πρώτου εναγομένου και ευρισκόμενη προ αδιεξόδου, προκειμένου να αποδείξει τον βασικό ισχυρισμό της ότι είχε εξοφλήσει έγκαιρα τις συναλλαγματικές, τις οποίες στη συνέχεια απώλεσε τυχαία, απευθύνθηκε με την από 6-3-2007 αίτηση της προς το υποκατάστημα της ...
στο ..., στο οποίο είχαν κατατεθεί οι επτά συναλλαγματικές, που είχε αποδεχθεί και ζήτησε να της χορηγήσει αντίγραφο των σχετικών παραστατικών πληρωμής, πλην όμως το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα δεν ικανοποίησε το αίτημα της με την αιτιολογία ότι "δεν υπάρχει στο κατάστημα της το αρχείο των ετών 1980-1981". Μετά την αρνητική απάντηση του εν λόγω πιστωτικού ιδρύματος αναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει τη μαρτυρία προσώπων μαρτύρων, προκειμένου να αποδείξει την εξόφληση των δόσεων, την κατοχή των εξοφληθεισών συναλλαγματικών και την εν συνεχεία τυχαία απώλεια τους.
Για το επιτρεπτό της εν λόγω αποδείξεως πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα : Σύμφωνα με το άρθρο 394 § 1 "η απόδειξη με μάρτυρες επιτρέπεται σε κάθε περίπτωση α) αν υπάρχει αρχή έγγραφης απόδειξης που πηγάζει από έγγραφο που έχει αποδεικτική δύναμη, β) αν υπήρχε φυσική ή ηθική αδυναμία να αποκτηθεί έγγραφο, γ) αν αποδεικνύεται ότι το έγγραφο που έχει συνταχθεί χάθηκε τυχαία, δ) αν από τη φύση της δικαιοπραξίας ή τις ειδικές συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε, και ιδίως αν πρόκειται για εμπορικές συναλλαγές, δικαιολογείται η απόδειξη με μάρτυρες".
Οι εξαιρέσεις αυτές αφορούν όλους τους νομοθετικούς περιορισμούς χρήσεως μαρτύρων, τους αναφερόμενους δηλαδή είτε στην αξία του αντικειμένου των συμβάσεων ή των συλλογικών πράξεων (αρθρ. 393 § 1) είτε στην απόδειξη γεγονότων αντίθετων προς το περιεχόμενο του εγγράφου (αρθρ. 393 § 2) είτε στην απόδειξη πρόσθετων συμφωνιών, αντίθετων προς το περιεχόμενο του εγγράφου (αρθρ. 393 § 3 βλ και Κ. - Κ.
Ν. ΚΠολΔ 1 στο άρθρο 394 αριθ. 1, ΟλΑΠ 487/1982 ΝοΒ 1983. 58, AΠ 1667/2008). Ειδικά η τρίτη εξαίρεση προβλέπεται οσάκις έγγραφο, που είχε συνταχθεί νόμιμα, χάθηκε από τυχαίο γεγονός. Γ ια το επιτρεπτό της χρήσεως μαρτύρων στην περίπτωση αυτή, πρέπει να αποδειχθεί αφενός η τυχαία απώλεια του εγγράφου (δημόσιου ή ιδιωτικού, συστατικού ή αποδεικτικού), (Κ/.Κ./Ν.|-[Τέντες], ΚΠολΔ 1 αρθρ. 394 αριθ. 13 και 22).
Η χρήση μαρτύρων επιτρέπεται σε περίπτωση τυχαίας απώλειας συστατικού ή αποδεικτικού εγγράφου, ανεξάρτητα αν η τήρηση του τύπου αυτού επιβάλλεται από τον νόμο ή ορίσθηκε από τα μέρη (ΟλΑΠ 1234/1982 ΝοΒ 1983 1171, ΑΠ 320/2002 Δνη 2003 177, ΕφΑΘ. 3007/2007 ΕφΑΔ 2009 304, ειδικώς για τυχαία απώλεια ιδιόγραφης διαθήκης), αφετέρου το περιεχόμενο του, από το οποίο αποδεικνυόταν ουσιώδες για την εκκρεμή δίκη πραγματικό γεγονός. (AΠ 856/1982 ΕΕΝ 1983 416, Κ./Κ./Ν. (- Τέντες), ΚΠολΔ Ι αρθρ. 394 αριθ. 11).
Επομένως η εμμάρτυρη απόδειξη στην ερευνώμενη υπόθεση για τα ως άνω γεγονότα είναι επιτρεπτή και σύννομη. Γι' αυτά λοιπόν τα ουσιώδη και αμφισβητούμενα γεγονότα κατέθεσαν με σαφήνεια και πειστικότητα η αδελφή της, ο αδελφός της και ο πρώην σύζυγος της εναγούσης, οι οποίοι είχαν προσωπική γνώση. 'Οπως κατέθεσαν, είχαν δει τις εξοφλημένες συναλλαγματικές σε ένα φάκελλο στο σπίτι της και ότι αυτές τις απώλεσε η ενάγουσα από τυχαίο γεγονός.
Η συγγενική σχέση τους με την ενάγουσα δεν αναιρεί την αξιοπιστία τους, ενόψει και του ότι αυτά τα γεγονότα μπορούσαν να τα γνωρίζουν πρόσωπα μόνο του στενού οικογενειακού της περιβάλλοντος.
Οι εναγόμενοι ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αρνήθηκαν την εξόφληση και των επτά δόσεων του τιμήματος από την ενάγουσα, περαιτέρω δε ισχυρίστηκαν ότι : "λόγω της δημιουργηθείσης το πρώτο 10ήμερο του μηνός Μαρτίου 1981 αντιδικίας από την ενέργεια της εναγούσης αγοραστρίας να περιλάβει στην τοποθετηθείσα περίφραξη και εδαφική έκταση 1.250, 54 τμ.
που ο πρώτος εναγόμενος δεν της είχε πωλήσει, ενώ δεν είχαν καταβληθεί από την ενάγουσα αγοράστρια οι τέσσερες πρώτες συμφωνηθείσες δόσεις του τιμήματος αγοράς του πρώτου ακινήτου, ήτοι εκείνες της 1-10-1980, 1-11-1980, 1- 12-1980 και 1-1-1981, ωστόσο από την πλευρά του ο πρώτος εναγόμενος πωλητής δεν προέβη στην εκτέλεση της διαλυτικής αίρεσης σύμφωνα με το παραπάνω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, αλλά ενέμενε την έκδοση της αποφάσεως του Ειρηνοδικείου και ούτε έκανε χρήση των εκδοθεισών συν/κών επειδή είχε οικογενειακό πρόβλημα, για την αντιμετώπιση του οποίου υπήρξε ανάγκη ευρέσεως χρημάτων.
Γι' αυτό μετά την έκδοση της παραπάνω αποφάσεως του Ειρηνοδικείου έγινε νέα προφορική συμφωνία με την ενάγουσα να της μεταβιβάσει και την παραπάνω έκταση των 1.250,54 τ.μ, για την οποία εξεδόθη η με αριθμό 2/3.1.198 J απόφαση του Ειρηνοδικείου Μάσσητος και το τίμημα αυτής της μεταβιβάσεως, να καταβληθεί εφάπαξ.
Σε εκτέλεση δε της παραπάνω συμφωνίας και εκμεταλλευόμενη η ενάγουσα αγοράστρια την ανάγκη εξευρέσεως χρημάτων, λόγω της αναφερόμενης ασθένειας της αδελφής και γαμπρού του 1ου εξ αυτών, ζήτησε λόγω μη καταβολής των συμφωνηθεισών δόσεων της πρώτης αγοραπωλησίας και λήξεως των δοθεισών συν/κών, να καταστραφούν οι λήξασες πλέον συν/κές, να μετατεθεί η εξόφληση των δόσεων ως αναγράφονται ακριβώς στο συμβόλαιο, με αριθμό ...85/10.9.1979, τον πρώτο αμέσως μήνα, μετά την εξόφληση της δεύτερης αγοραπωλησίας (20 Ιουλίου 1981), ήτοι την 20-8-1981, άρα ολική εξόφληση επιδίκου 1ης αγοραπωλησίας η 20.2.1982 και υπογραφής εκ μέρους της πράξεως εξοφλήσεως που θα αποδεικνύονται με σχετικές αποδείξεις εισπράξεως.
Λόγω της παραπάνω συμφωνίας, κατ' επιταγή της εναγούσης και προς διασφάλιση της, κατεστράφησαν οι εκδοθείσες συν/κές ...".Επίσης έθεσαν το ερώτημα: αφού κατά την κατάρτιση της δεύτερης χρονικά αγοραπωλησίας η ενάγουσα είχε ήδη εξοφλήσει το τίμημα της πρώτης, γιατί δεν απαίτησε να καταρτιστεί η αντίστοιχη εξοφλητική πράξη ή δεν προέβη μόνη της στην κατάρτιση της με αυτοσύμβαση.
Η εκκαλουμένη απέρριψε αυτούς τους ισχυρισμούς. Γι' αυτή τη κρίση της εκκαλουμένης παραπονούνται οι εναγόμενοι κυρίως με τον δεύτερο και τον τρίτο λόγο της υπό κρίση εφέσεως τους. Κατά την πλειοψηφήσασα στο δικαστήριο κρίση, η ενάγουσα έγκαιρα εξόφλησε όλες τις δόσεις του τιμήματος και ουδέποτε έλαβε χώρα η προβαλλόμενη από τους εναγομένους νεώτερη συμφωνία. 11 κρίση αυτή για τα εν λόγω ουσιώδη και εριστά ζητήματα στηρίζεται στα ακόλουθα κυρίως στοιχεία:
Ι. Λόγω της ύπαρξης διαλυτικής αίρεσης στο ως άνω υπ'αριθ. 2685/40.09.1979 συμβόλαιο αγοραπωλησίας, ηρτημένης της αφέσεως η ενάγουσα είχε ήδη αποκτήσει την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου και μόνο σε περίπτωση πλήρωσης της, τα αποτελέσματα της δικαιοπραξίας θα ανατρέπονταν και η κυριότητα θα επανερχόταν αυτοδικαίως στον πωλητή - πρώτο εναγόμενο, ο οποίος, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, είχε το δικαίωμα από τη σύμβαση είτε να θεωρήσει ότι πληρώθηκε η διαλυτική αίρεση, είτε να θεωρήσει αυτή ("ς μη τεθείσα και να επιδιώξει την είσπραξη του τιμήματος με αναγκαστική εκτέλεση του συμβολαίου.
Λυτό σημαίνει ότι, αν πράγματι η αγοράστρια - ενάγουσα δεν είχε καταβάλει καμιά δόση του τιμήματος, ο πρώτος εναγόμενος θα έπρεπε, ήδη από το έτος 1981, να είχε κάνει χρήση των δικαιωμάτων που του παρέχει η εν λόγω σύμβαση, π.χ. με την αποστολή εξώδικης δήλωσης, με την οποία θα την καλούσε να συμμορφωθεί προς τους όρους της σύμβασης, ή με τη σύνταξη πράξης πλήρωσης της αίρεσης ή με την επιδίωξη αναγκαστικής εκτέλεσης του συμβολαίου.
Η πάροδος του χρόνου, ενόψει της φύσης της διαλυτικής αίρεσης, δρούσε σε βάρος όχι της ενάγουσας, η οποία είχε αποκτήσει την κυριότητα του επιδίκου, αλλά σε βάρος του πρώτου εναγομένου, ο οποίος δε θα ανέμενε τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα (από το 1981 μέχρι το έτος 2005) για να εξασφαλίσει την ιδιοκτησία του, αν πράγματι δεν είχε εξοφληθεί το τίμημα. 2.
Η ενάγουσα αγοράστρια δεν είχε το παραμικρό συμφέρον να αγοράσει ένα μικρότερο κτήμα επιφανείας μόλις 1.250,54 τ.μ. αν ταυτόχρονα δεν είχε νόμιμα αποκτήσει το επίδικο ακίνητο εξοφλώντας εγκαίρως το τίμημα του τελευταίου, ενόψει του ότι, χωρίς το μεγαλύτερο ακίνητο εκτάσεως 21 στρεμμάτων, το έτερο και όμορο αυτού επιφανείας μόλις 1.250,54 τ.μ.
της ήταν άχρηστο, ως μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο. Με άλλα λόγια η αγορά από την ενάγουσα του ετέρου ακινήτου των 1.250,54 τ.μ. αποκτούσε σημασία μόνο σε συνδυασμό με το ότι βρισκόταν ήδη στην ιδιοκτησία της και το όμορο (επίδικο) ακίνητο των 20 στρεμμάτων. Και η λογική των πραγμάτων επομένως υπαγορεύει ότι, εάν δεν είχε ήδη αποκτήσει το όμορο μεγάλο ακίνητο των 20 στρεμμάτων, κανένας αντικειμενικά λόγος δεν υπήρχε να αγοράσει έναν αγρό ενός στρέμματος στην "..." ....
Υπενθυμίζεται ότι, με βάση τα συμφωνηθέντα στο υπ' αριθμόν ...86/1979 συμβόλαιο, με το οποίο απέκτησε το επίδικο ακίνητο των 20 στρεμμάτων, ημερομηνία καταβολής της 1ης δόσης είχε οριστεί η 01.10.1980 και ημερομηνία εξόφλησης (καταβολής δηλαδή της τελευταίας δόσης) η 01.04.1981. Δηλαδή, κατά το χρόνο υπογραφής του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου (Μάιος του 1981), δυνάμει του οποίου απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή τον έτερο αγρό των 1.250,54 τ.μ., είχε ήδη εξοφλήσει το τίμημα για την αγορά του επιδίκου ακινήτου.
Εάν δεν είχε εξοφλήσει και ούτε είχε σκοπό να εξοφλήσει το τίμημα της πρώτης (επίμαχης) αγοραπωλησίας (όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι αντίδικοι) και μην μπορώντας να είναι σίγουρη ότι ο πρώτος εναγόμενος πωλητής δε 0α προέβαινε στη δήλωση περί μη πληρώσεως της αιρέσεως αμέσως, δεν είχε κάποιο λόγο να προβεί στην αγορά του αγρού εκτάσεως ενός στρέμματος, αφού, λόγω της βεβαίας πληρώσεως της ηρτημένης αιρέσεως ήταν δεδομένη η απώλεια για την ενάγουσα της κυριότητος του επιδίκου ακινήτων των 20 στρεμμάτων. 3.
Στην από 24.02.1981 και με αριθ. κατ. 9/26.02.1981 αγωγή, που ο πρώτος των εναγομένων άσκησε εναντίον της ενάγουσας ενώπιον του Ειρηνοδικείου Μάσσητος σχετικά με το μικρότερο ακίνητο επιφανείας 1.250,54 τ.μ., καίτοι αυτή ασκήθηκε σε χρόνο, κατά τον οποίον (κατά τους ισχυρισμούς του), ήδη η ενάγουσα δεν είχε καταβάλει τις πέντε (5) πρώτες από τις επτά (7) συνολικές δόσεις, ο εκεί ενάγων και ήδη πρώτος των εναγομένων - εκκαλούντων, όχι μόνον ουδεμία σχετική περί αυτού αναφορά επεφύλαξε στο δικόγραφο της αγωγής το\) εκείνης για την (κατά τους ισχυρισμούς του) υπερημερία της ως προς την καταβολή του τιμήματος, για να καταδείξει επισήμως τη γενικότερη κακόπιστη και αντισυμβατική συμπεριφορά της, αλλά αντιθέτως σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα σ' αυτή (αγωγή), την αναγνωρίζει ως κυρία του ομόρου ακινήτου (των 20 στρεμμάτων) (βλ.
την σχετική αγωγή στην οποία επί λέξει αναφέρει ότι το πωλούμενο ακίνητο των 1 250,54 τμ συνορεύει "...μεσημβρινώς με αγρόν της καθ' ης..." ). Στο εύλογο αυτό ερώτημα, γιατί δηλαδή στις 24-2-1981 αναγνωρίζει σε αγωγή που ο πρώτος εναγόμενος άσκησε, την ενάγουσα ως κυρία του πρώτου εκ των πωληθέντων ακινήτων, αφού κατά τους ισχυρισμούς του ουσιαστικά είχε πληρωθεί η αίρεση και η κυριότητα του επανήλθε σε αυτόν, οι εναγόμενοι δεν έδωσαν κάποια πειστική εξήγηση.
Το γεγονός αυτό αποκτά μεγαλύτερη σημασία, αν ληφθεί υπόψη ότι, κατά τους ισχυρισμούς των εναγομένων, η νέα προφορική μεταξύ τους συμφωνία για την καταστροφή των συναλλαγματικών και την αλλαγή στις ημερομηνίες των δόσεων έγινε μετά την άσκηση της αγωγής, και επομένως, (σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους) κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής εξακολουθούσαν να ισχύουν όσα είχαν συμφωνηθεί στο υπ' αριθμόν ....86/1979 συμβόλαιο, είχε πληρωθεί η αίρεση και ο πρώτος των εναγομένων ουδέν αναφέρει στην αγωγή του.
Επίσης οι εναγόμενοι και ειδικά ο πρώτος εξ' αυτών πωλητής, δεν έδωσαν κάποια πειστική και λογική εξήγηση γιατί την 24.02.1981 ο πρώτος εξ' αυτών ενδιαφέρθηκε να προστατεύσει τα δικαιώματα του επί του μικρότερου ακινήτου επιφανείας 1.250,54 τ.μ. αδιαφορώντας παραλλήλως για τα δικαιώματα του επί του μεγαλυτέρου, επιδίκου ακινήτου, επιφανείας 21 στρεμμάτων, αφού ήδη κατά τον ως άνω χρόνο, (κατά τους ισχυρισμούς τους) είχαν συντρέξει οι προϋποθέσεις για την πλήρωση της διαλυτικής αίρεσης. 4.
Προσκρούει στη κοινή λογική ο πρώτος των εναγομένων, που, κατά τους ισχυρισμούς του είχε μεγάλη οικονομική ανάγκη, να δέχεται την 07.05.1981 να πωλήσει το μικρότερο ακίνητο, χωρίς εισέτι να έχει εισπράξει ούτε μια δόση έστω από το τίμημα της πρώτης αγοραπωλησίας, έναντι τιμήματος το οποίο συμφωνήθηκε ότι η ενάγουσα θα εξοφλούσε την 20.07.1981, δηλαδή περί τους δυο και πλέον μήνες αργότερα, αποδεχόμενος παράλληλα να εξοφλήσει η ενάγουσα το τίμημα για την πρώτη αγοραπωλησία στη συνέχεια, δηλαδή από την 20708.1981 και εντεύθεν και σε επτά συνεχείς ισόποσες μηνιαίες δόσεις. 5.
Αντιβαίνει στα διδάγματα της λογικής, ενόψει και της αντιδικίας που είχαν οι διάδικοι κατά τα έτη 1980-1981, ο πρώτος εναγόμενος πωλητής να προβαίνει-στην κατάρτιση νέας σύμβασης με την ενάγουσα για το έτερο, μικρότερης έκτασης, ακίνητο του και να επιθυμεί να λάβει πρώτιστα το τίμημα από τη δεύτερη αυτή σύμβαση πώλησης αδιαφορώντας για το τίμημα της πρώτης, που προηγείτο χρονικά. 6.
Θα ήταν ιδιαίτερα αφελής η ενάγουσα και αυτοκτονική η συμπεριφορά της, εάν, παρόλο που γνώριζε ότι ο πρώτος των εναγομένων δεν δίστασε αμέσως να κινηθεί δύο φορές δικαστικά εναντίον της (με την άσκηση αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων και τακτικής περί νομής αγωγής), για ένα ήσσονος αξίας ακίνητο, να μη πληρώσει τις δόσεις του τιμήματος του πρώτου ακινήτου.
Αντίθετα, ενόψει της ηρτημένης διαλυτικής αφέσεως και της συμπεριφοράς του πρώτου εναγομένου, είχε λόγους να είναι ιδιαίτερα συνεπής και προσεκτική στις υποχρεώσεις της, τη στιγμή που για το ακίνητο αυτό είχε ήδη καταβάλλει ως αρραβώνα το ποσό των 100.000 δρχ και πολλαπλάσιο ποσό "κάτω από το τραπέζι" . Αντίθετη εκδοχή μπορεί να υποστηριχθεί μόνο με το επιχείρημα ότι η ενάγουσα ήλπιζε στην "μεγαθυμία" του πρώτου εναγομένου πωλητή ότι δε 0α έκανε χρήση των συναλλαγματικών.
Όμως η προηγηθείσα συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου για ακίνητο ήσσονος αξίας απέκλειε την εκ μέρους του επίδειξη αισθημάτων κατανόησης 7. Ανεξαρτήτως των ανωτέρω, η σύναψη της ως άνω νεώτερης άτυπης συμφωνίας αντιβαίνει σε σοβαρούς δικονομικούς περιορισμούς. Ειδικότερα, περιορισμός στη χρήση του εμμάρτυρου μέσου τάσσεται από τον νόμο και για την απόδειξη πρόσθετων συμφωνιών, προγενέστερων, σύγχρονων ή μεταγενέστερων δικαιοπραξίας που έχει συνταχθεί εγγράφως, έστω και αν οι συμφωνίες αυτές δεν είναι αντίθετες προς το περιεχόμενο του εγγράφου (αρθρ. 393 § 3).
Η μη τήρηση της διατάξεως ερευνάται και αυτεπαγγέλτως. (ΕφΑΘ 3859/1985 Δνη 1985 539). Ο νόμος δεν επιτρέπει την απόδειξη με μάρτυρες, ανεξάρτητα μάλιστα από την αξία του αντικειμένου της συμβάσεως, (Μπέης Πολ.Δικον. άρθρο 393 σελ. 1702, Κ.-Κ.-Ν. ΚΠολΔ I άρθρο 394 αριθ. 19), όρων ή συμφωνιών, οι οποίες τροποποιούν την εγγράφως καταρτισμένη σύμβαση ή συλλογική πράξη.
Δεν επιτρέπει λχ. να αποδειχθούν με μάρτυρες πρόσθετες συμφωνίες, δυνάμει των οποίων τα αποτελέσματα της συμβάσεως είχαν εξαρτηθεί από αίρεση ή από προθεσμία (Γ. Νικολόπουλος "Δίκαιο Αποδείξεως" σελ 252, Ράμμος Δ. 1974 173, Μπέης στο άρθρο 393 σελ. 1702, ΕφΘεσ 1010/1972 Αρμ. 1973 312) ή είχε συμφωνηθεί παράταση της προθεσμίας πληρωμής του χρέους.
Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον πρόκειται για σύμβαση πώλησης ακινήτου, δηλαδή για τυπική δικαιοπραξία, 0α έπρεπε η επικαλούμενη από τους εναγομένους νεώτερη συμφωνία, με την οποία τροποποιήθηκε η εν λόγω τυπική σύμβαση και μετετέθη ο χρόνος εξόφλησης και συνακόλουθα η επ' αυτής υπάρχουσα διαλυτική αίρεση, να περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου (ΑΚ164), δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, η ρήτρα για διαλυτική αίρεση είναι ουσιώδης και, για το λόγο αυτό, για τη συνομολόγηση και τροποποίηση της απαιτείται ο προβλεπόμενος για την σύμβαση τύπος, αφού δεν είναι δυνατόν να υπερτερεί προφορική συμφωνία, που έρχεται σε αντίθεση με το περιεχόμενο συμβολαιογραφικού εγγράφου.
Πέραν των ως άνω εκτιθεμένων, η καταστροφή των συναλλαγματικών ουδεμία διασφάλιση παρείχε στην ενάγουσα αγοράστρια, έτσι ώστε να "απαιτήσει" την καταστροφή τους, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι εναγόμενοι. Και τούτο γιατί, αφενός μεν οι ημερομηνίες καταβολής των δόσεων ορίζονταν στο υπ' αριθμόν 2586/1979 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο και αφ' ετέρου για την περίπτωση της μη πληρωμής των δόσεων ο πρώτος εναγόμενος πωλητής δεν χρειαζόταν οπωσδήποτε να έχει στην κατοχή του τις συναλλαγματικές για να στραφεί εναντίον της εναγούσης πωλήτριας, δοθέντος ότι μπορούσε να προχωρήσει σε εκτέλεση του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, το οποίο αποτελούσε τίτλο εκτελεστό και εκκαθαρισμένο και επομένως, μια τέτοια συμφωνία κάθε άλλο παρά εξυπηρετούσε τα συμφέροντά της.
Σημειωτέον ότι τον ισχυρισμό αυτό δεν τον προέβαλε ο πρώτος των εναγόμενων, όταν κλήθηκε στο αστυνομικό τμήμα ... να δηλώσει, εάν οφείλονται ή όχι οι συναλλαγματικές. Έτσι ο ως άνω προβαλλόμενος ισχυρισμός για καταστροφή των συναλλαγματικών και μετάθεσης του χρόνου αποπληρωμής του τιμήματος της πρώτης χρονικά αγοραπωλησίας, που αφορά το επίδικο ακίνητο, κατά την άποψη που επικράτησε στο δικαστήριο αποτελεί τέχνασμα - εφεύρημα, προκειμένου ο πρώτος των εναγομένων να δικαιολογήσει για ποιο λόγο οι επτά (7) συναλλαγματικές, αφού δεν πληρώθηκαν από την ενάγουσα αγοράστρια δε βρίσκονται στην κατοχή του, όπου και 0α έπρεπε κανονικά να βρίσκονται.
Εξάλλου, η ενάγουσα όντας κυρία του επιδίκου ακινήτου με αγορά με συμβολαιογραφικό έγγραφο νομίμως μεταγραφέν, έχοντας εγκαίρως εξοφλήσει το τίμημα πώλησης και (έχοντας) αναλάβει τις σχετικές συναλλαγματικές, δεν διακατεχόταν από δυσπιστία απέναντι στον πρώτο των εναγομένων - πωλητή, με τον οποίο είχε συμβληθεί ήδη δύο φορές, ώστε να τον ελέγχει εάν πράγματι και πότε πήγε να υπογράψει την εξοφλητική πράξη, αλλά είχε την πεποίθηση και θεωρούσε, δεδομένο ότι αυτός 0α τηρήσει τα μεταξύ μας συμφωνηθέντα, όπως άλλωστε ο ίδιος την είχε διαβεβαιώσει.
Ενδεικτικό της ελλείψεως δυσπιστίας της εναγούσης απέναντι στον πρώτο εναγόμενο πωλητή αποτελεί το γεγονός, ότι ο τελευταίος μετέβη στον συμβ/φο και υπέγραψε την υπ' αριθμόν ....30/20.03.1984 πράξη εξόφλησης και άρσης διαλυτικής αίρεσης αναφορικά με το δεύτερο υπ1 αριθμόν ....33/07.05.1981 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, στις 20-3-1984, (βλ.
την υπ' αριθ. ....30/20-3-1984 πράξη εξοφλήσεως και άρσης διαλυτικής αιρέσεως του συμβολαιογράφου ... Κ. Β.), ήτοι 30 μήνες μετά την εξόφληση του τιμήματος. Το γεγονός ότι η ενάγουσα δεν ζήτησε κατά την υπογραφή του δεύτερου υπ' αριθμόν ...33/07.05.1981 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, να υπογραφεί προηγουμένως η εξοφλητική πράξη για το πρώτο (επίδικο) ακίνητο ή να προβεί μόνη της στην υπογραφή της, δεν μπορεί να λειτουργήσει σε βάρος της, όπως αβάσιμα προβάλλουν οι εναγόμενοι, καθόσον αυτή αγνοούσε ότι ο πρώτος εναγόμενος, αν και είχε εξοφληθεί, δεν είχε εισέτι υπογράψει τη σχετική πράξη εξοφλήσεως.
Αλλωστε, με την ίδια λογική 0α πρέπει να καταλογιστεί στον πρώτο εναγόμενο ότι και αυτός κατά την παρουσία τους στις 7-5-1981 στο συμβολαιογραφείο, παρόντων της εναγούσης και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, δεν φρόντισε να αποτυπωθεί η νυν προβαλλόμενη συμφωνία τους περί καταστροφής των επτά (7) συναλλαγματικών και μετάθεσης του χρόνου αποπληρωμής του τιμήματος, αν όχι σε συμβολαιογραφική πράξη, τροποποιητική της αρχικής ως προς τον χρόνο αποπληρωμής του τιμήματος, τουλάχιστον στο πλαίσιο μιας απλής έγγραφης συμφωνίας συνοδεύοντας αυτή με επτά (7) νέες συναλλαγματικές σε αντικατάσταση των επτά (7) αρχικών και δήθεν κατεστραμμένων.
Κατά συνέπεια οι σχετικοί λόγοι εφέσεως είναι ουσιαστικά αβάσιμοι και απορριπτέοι.".
Μετά ταύτα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατέληξε, ότι: "στην υπό κρίση περίπτωση η ενάγουσα απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή το επίδικο δυνάμει του υπ' αριθμόν ...86/1979 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβ/φού Κ. Β., όπως δε προεκτέθηκε κατά την κρατήσασα στο δικαστήριο άποψη, η διαλυτική αίρεση ουδέποτε πληρώθηκε, αφού η ενάγουσα αγοράστρια κατέβαλε εμπροθέσμως όλες τις δόσεις του τιμήματος, ενώ η νομή του επιδίκου περιήλθε σ' αυτήν ήδη από τον Σεπτέμβριο του 1979 και ουδέποτε, ουδείς, μηδέ των εναγομένων εξαιρουμένων, μέχρι του έτους 2005 αμφισβήτησε την κυριότητα και νομή της επί του επιδίκου.
Το πρώτον αμφισβήτησε την κυριότητα της επί του επιδίκου ο πρώτος τον εναγομένων το έτος 2005, όταν πληροφορήθηκε ότι η ενάγουσα δεν είχε πλέον στα χέρια της τις συναλλαγματικές. Αποδείχθηκε επίσης ότι η ενάγουσα από της κατά το έτος 1979 αγοράς του, χρησιμοποιούσε το επίδικο ακίνητο συνεχώς και αδιαλείπτως δια των αντιπροσώπων της στη νομή, το Μάιο δε του έτους 1980 προέβη στην περίφραξη του, όπως αναφέρουν και ο πρώτος των εναγομένων στην από 30.08.1980 αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων νομής, ενώ κατά το έτος 1996 και εφεξής η ενάγουσα του παραχώρησε το δικαίωμα να το καλλιεργεί για την παραγωγή ελαιολάδου.
Συνακόλουθα, αποδείχτηκε πλήρως, κατά την άποψη που επικράτησε στο δικαστήριο, ότι: α. η ενάγουσα είναι αποκλειστική κυρία με παράγωγο τρόπο του επιδίκου ακινήτου, καθόσον εξόφλησε πλήρως και εμπροθέσμως το συμφωνηθέν τίμημα της πώλησης και δεν πληρώθηκε η τεθείσα στο σχετικό αγοραπωλητήριο συμβόλαιο διαλυτική αίρεση, β.
εφόσον δεν πληρώθηκε η τεθείσα διαλυτική αίρεση δεν αναμεταβιβάστηκε η κυριότητα του επιδίκου στον πρώτο εναγόμενο και συνεπώς αυτός δεν είχε κυριότητα κατά το χρόνο μεταβίβασης του επιδίκου λόγω γονικής παροχής στη δευτέρα εναγομένη θυγατέρα του, η δε τελευταία, λόγω της έλλειψης κυριότητος του δικαιοπαρόχου πατρός της δεν έγινε κυρία αυτού και η υπό κρίση αγωγή, κατά το μέρος που ερευνήθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, έπρεπε να γίνει δεκτή ως προς αμφότερες τις βάσεις".
Επί τη βάσει δε των παραδοχών αυτών το Εφετείο (κατά πλειοψηφία, ως άνω) απέρριψε από ουσιαστικής απόψεως την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της 556/2009 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, που είχε δεχθεί την αναγνωριστική κυριότητος αγωγή της αρχικής αναιρεσίβλητης για αγροτικό ακίνητο κτήμα 20.988 τ.μ.
στον Δήμο ... και τη σωρευόμενη σε αυτήν αρνητική αναγνωριστική αγωγή ανυπαρξίας δικαιώματος κυριότητας των αναιρεσειόντων.
IV. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν, ότι το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου με την προσβαλλομένη, 64/2014, απόφασή του έχει υποπέσει στην κατ' άρθρ. 559 αρ. 13 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι τεκμηριώνει την απόφασή του, περί εξοφλήσεως του τιμήματος και δη μνημονεύει ως αποδεικτικά της εξοφλήσεως: 1) Το γεγονός ότι αυτοί (αναιρεσείοντες) δεν άσκησαν τα δικαιώματά τους από την πλήρωση της διαλυτικής αιρέσεως νωρίτερα, 2) ότι η ενάγουσα δεν θα είχε αγοράσει μικρότερο όμορο κτήμα τους (αναιρεσειόντων), εάν δεν είχε προηγουμένως εξοφλήσει το επίδικο μεγαλύτερο ακίνητο, 3) την τακτική αγωγή αυτών (αναιρεσειόντων) περί νομής, όπου δεν επιφυλάσσονται για την πλήρωση της διαλυτικής αιρέσεως, 4) την "κοινή λογική" σύμφωνα με την οποία δεν θα μεταβίβαζαν άλλο ακίνητο στην (αρχική) αναιρεσίβλητη, εάν προηγουμένως δεν είχε εξοφλήσει ήδη το επίδικο και 5) στην "αυτοκτονική" συμπεριφορά που θα χαρακτήριζε την (αρχική) αναιρεσίβλητη, εάν μετά τις διαδικαστικές τους διαμάχες, απεφάσιζε να αγοράσει άλλο ακίνητο, χωρίς να έχει εξοφλήσει το επίδικο ακίνητο.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι τα υπό το περιεχόμενό του εκτιθέμενα περιστατικά αποτελούν (τα αναλυόμενα στη μείζονα σκέψη) επιχειρήματα ενισχύσεως του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο το Εφετείο κατέληξε αφού συνεκτίμησε όλα τα εκατέρωθεν επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, επί τη βάσει των οποίων δέχθηκε (κατά την κρατήσασα γνώμη της πλειοψηφίας) τον ισχυρισμό (κατ' αντένσταση) της (αρχικής) αναιρεσίβλητης περί εξοφλήσεως υπ'αυτής του τιμήματος του επιδίκου ακινήτου, κατά τα ως άνω.
V. Με τον δεύτερο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11α ΚΠολΔ, "διότι έκρινε ότι συνέτρεξε αρχή εγγράφου αποδείξεως και δέχθηκε παρανόμως (άρθρ. 394 ΚΠολΔ) την εμμάρτυρη απόδειξη (τις ένορκες βεβαιώσεις των αδελφών και του πρώην συζύγου της αναιρεσίβλητης), αποδεχθείσα ότι οι συναλλαγματικές που η (αρχική) αναιρεσίβλητη εάν είχεν εις χείρας της, θα αποδείκνυε την εξόφληση του επιδίκου συμβολαίου, χάθηκαν από τυχαίο (μη κατονομαζόμενο) γεγονός και επιπλέον ότι η ... ..., όπου έγινε η πληρωμή τους, δεν τηρούσε αρχείο των παραστατικών πληρωμής τους". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον, όπως ειδικότερα εκτίθεται στην αντίστοιχη νομική σκέψη, δεν ελέγχεται από τον 'Αρειο Πάγο η περίπτωση συνδρομής συνθηκών εγγράφου αποδείξεως.
Εν προκειμένω, το Εφετείο δέχθηκε (ανελέγκτως, ως άνω), ότι συνέτρεξε αρχή εγγράφου αποδείξεως, δεχθέν μετά ταύτα τις προμνησθείσες ένορκες βεβαιώσεις, (ληφθείσες στα πλαίσια άλλης δίκης μεταξύ των ιδίων διαδίκων και εκτιμηθείσες ως δικαστικά τεκμήρια).
VI. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος προς διερεύνηση ετέρου λόγου, πρέπει: Η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί, το καταβληθέν παράβολο να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο και να επιβληθεί στους ηττωμένους αναιρεσείοντες η δικαστική δαπάνη του Η. Δ. (μοναδικού κληρονόμου της αρχικής αναιρεσίβλητης) κατά παραδοχή του αιτήματός του (άρθρ. 176, 183, 191 § 2, 495 § 3 ΚΠολΔ), συμφώνως προς το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-2-2017 αίτηση, επαναφερόμενη με την από 17-9-2018 κλήση των Γ. Μ. και Α. Μ. περί αναιρέσεως της 64/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταβληθέντος παραβόλου. Και Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες την δικαστική δαπάνη του Η. Δ. (υιού και μοναδικού κληρονόμου της αρχικής αναιρεσίβλητης Μ. Β.), το ποσόν της οποίας ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2.700 €).
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 4 Ιουλίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ και νυν Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ