Legislator Case Law & Legislation
771/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to lack of clarity and improper legal grounds.

Case Number 771/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Athens Court of First Instance. The appellant argued that the lower court failed to consider submitted documents regarding salary payments and made calculation errors, but the court rejected these claims as inadmissible. The decision was based on the appeals' lack of clarity and their failure to properly identify specific legal grounds for the alleged procedural errors.

Legislator headnote

AI generated

Articles 553(1)(b), 309(a), 321, 495 of the Code of Civil Procedure; Appeals must be clear and specific, and cannot be dismissed for lack of clarity if they fail to identify the exact grounds for the alleged procedural error.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal lack of clarity procedural error calculation error Code of Civil Procedure dismissal of appeal legal grounds

Cited Legislation

AI generated
Articles 553(1)(b), 309(a), 321, 495 of the Code of Civil Procedure
Article 503(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 558(8) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OL. A.P. 17/2013
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 771 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 771/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρίνα Κροντήρη και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Α. του Α., κατοίκου ..., 2) Α. Μ. του Γ., κατοίκου ... 3) Π. Χ. του Ε., κατοίκου ..., 4) Ν. Σ. του Δ., κατοίκου ... 5) Α. Κ. του Α., κατοίκου ..., 6) Μ. Γ. του Κ., κατοίκου ..., 7) Κ.-Σ. Σ. του Γ., κατοίκου ... 8) Μ. Γ. του Κ., κατοίκου ..., 9) Ε. Μ. του Β., κατοίκου ..., 10) Α. Σ. του Ι., κατοίκου ... 11) Σ. Χ. του Α., κατοίκου ... 12) Ν. Μ. του Η., κατοίκου ... και 13) Α. Γ. του Ε., κατοίκου ..., από τους οποίους οι πρώτη, τρίτη, τέταρτος, πέμπτη, έβδομη, ενδέκατη και δέκατη τρίτη παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Μελισσάρη, οι δεύτερη, έκτη, όγδοος, ένατος και δέκατη εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πιο πάνω πληρεξούσιο δικηγόρο και η δωδέκατη παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ελευθέριο Σεραφείμ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-11-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και άλλων τριών ήδη μη διαδίκων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 201/2013 του ίδιου δικαστηρίου, 366/2015 μη οριστική και 4613/2015 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-12-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας ανέγνωσε την από 27-4-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 περ. β, 309 εδ. α, 321 και 495 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ως άνω ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης (Ολ. Α.Π. 17/2013). Εξ άλλου κατά το άρθρο 503 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αν ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της ανακοπής είναι δέκα πέντε ημέρες.

Κατά της απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του, παρέχεται δυνατότητα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρο 502 Κ.Πολ.Δ.), με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρ' όλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη αντίστοιχη με εκείνη του άρθρου 513 παρ. 1 περ.

β εδ. β Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα δηλαδή με την καθιερούμενη με την τελευταία αυτή διάταξη συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή μόνο εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή έφεση, δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (Α.Π. 737/2017).

Συνεπώς η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφού έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας είτε διότι παρήλθε η δεκαπενθήμερη από την επίδοση της ερήμην απόφασης προθεσμία για την άσκησή της είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή του δικαιώματος προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 περ. β Κ.Πολ.Δ. (Ολ. Α.Π. 17/2013). Στην προκειμένη περίπτωση φέρεται για συζήτηση η από 4-12-2015 αίτηση για αναίρεση της 4613/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε μετά από έφεση της ήδη αναιρεσείουσας, ερήμην της τότε δωδέκατης εφεσίβλητης και ήδη δωδέκατης αναιρεσίβλητης (πλασματική ερημοδικία). Η απόφαση αυτή δημοσιεύθηκε στις 30-10-2015 και δεν προκύπτει επίδοσή της στην ήδη δωδέκατη αναιρεσίβλητη.

Συνεπώς, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στη μείζονα σκέψη, στις 7-12-2015, οπότε ασκήθηκε η υπό κρίση αίτηση με την κατάθεση του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου (βλ. τη σχετική .../7-12-2015 πράξη κατάθεσης της γραμματέως του Εφετείου Αθηνών), η απόφαση αυτή δεν είχε καταστεί τελεσίδικη και συνακόλουθα προσβλητή με αναίρεση ως προς τη δωδέκατη αναιρεσίβλητη. Γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί ως προς αυτήν αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη.

Από τη διάταξη του άρθρου 648 Α.Κ. προκύπτει ότι ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να καταβάλλει στον εργαζόμενο τις συμφωνημένες αποδοχές για την παροχή της εργασίας που συμφώνησαν να του προσφέρει, ενώ κατά τη λειτουργία της σύμβασης έχει την υποχρέωση να τηρεί τους όρους που συμφωνήθηκαν και τον βαρύνουν.

Εξ άλλου από τη διάταξη του άρθρου 325 Α.Κ., η οποία εφαρμόζεται και στις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου στο πλαίσιο της εργασιακής σύμβασης, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 329, 353 και 656 του ίδιου κώδικα προκύπτει ότι όταν ο μισθωτός έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη σχετική με την παροχή της εργασίας του (κατ' εξοχήν για την καταβολή του μισθού), δικαιούται, ασκώντας το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του, να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής απέχοντας από την εργασία του μέχρι ο εργοδότης να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει.

Η επίσχεση έχει ως συνέπεια ότι, αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του, δεν είναι υπερήμερος αυτός αλλά ο εργοδότης, ο οποίος έχει την υποχρέωση για όσο χρόνο διαρκεί η υπερημερία του, δηλαδή για όσο χρόνο δεν καταβάλλει τις καθυστερούμενες αποδοχές αν για το λόγο αυτό ασκήθηκε η επίσχεση, να πληρώνει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του σαν να εργαζόταν αυτός κανονικά.

Όμως το δικαίωμα επίσχεσης της μέλλουσας να παρασχεθεί εργασίας του εργαζομένου, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 Α.Κ.

Συνεπώς η άσκηση αυτού πρέπει να γίνεται μέσα στα όρια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, να αποβλέπει δε στην εξυπηρέτηση του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού για τον οποίο θεσπίσθηκε. Διαφορετικά η άσκησή του είναι καταχρηστική και ως τέτοια είναι παράνομη και δεν παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή δεν καθιστά υπερήμερο τον εργοδότη.

Ως καταχρηστικώς δε ενασκούμενο θεωρείται το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του μισθωτού μεταξύ άλλων και όταν δεν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του εργοδότη (όπως της πληρωμής των ληξιπρόθεσμων μισθών) ή όταν η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη οικονομική δυσπραγία ή σε εξαιρετικά δυσμενείς γι' αυτόν περιστάσεις ή όταν η επίσχεση προξενεί δυσβάστακτη και δυσανάλογη ζημία στον εργοδότη σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα ή όταν στρέφεται κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη ή όταν αναφέρεται σε ασήμαντη αντιπαροχή του εργοδότη.

Όμως στην περίπτωση που ο μισθωτός απέχει από την εργασία του ύστερα από δήλωση ότι ασκεί το δικαίωμα επίσχεσης, ο εργοδότης δεν έχει το δικαίωμα από μόνη τη δήλωση αυτή να θεωρήσει ότι η σύμβαση έχει λυθεί από το μισθωτό με οικειοθελή αποχώρηση του τελευταίου από την εργασία του, πολύ δε περισσότερο αν ο τελευταίος με ρητή δήλωσή του έχει γνωστοποιήσει στον εργοδότη ότι προτίθεται να παράσχει τις υπηρεσίες του κατά τους όρους της εργασιακής σύμβασης μετά την καταβολή των οφειλομένων δεδουλευμένων αποδοχών για τις οποίες προέβη σε επίσχεση.

Μάλιστα αν ο εργοδότης αποκρούσει την προσφορά των υπηρεσιών του εργαζομένου χωρίς να προβαίνει σε νόμιμη καταγγελία της σύμβασης (έγγραφη καταγγελία και καταβολή αποζημίωσης) καθίσταται πλέον υπερήμερος, έστω και αν, λόγω της τυχόν προηγουμένης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης εκ μέρους του μισθωτού, αυτός δεν είχε αρχικά περιέλθει σε υπερημερία (Α.Π. 324/2017).

Περαιτέρω κατά το άρθρο 36 παρ. 9 α.ν. 1846/1951, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 31 ν.δ. 2698/1953: "Εάν καταγγελία συμβάσεως εργασίας αναγγελθείσα κατ' άρθρ. 9 του ν. 118/1945 εις το ΙΚΑ ηκυρώθη δια δικαστικής αποφάσεως ή ανεκλήθη ως άκυρος παρά του καταγγέλλοντος, ο εργοδότης καταβάλλων εις τον μισθωτόν τας αποδοχάς αυτού, υποχρεούται να παρακρατήση δια λογαριασμόν του ΙΚΑ, τα παρά τούτου εις τον μισθωτόν καταβληθέντα επιδόματα ανεργίας.

Ο εργοδότης δικαιούται να μη καταβάλη τους οφειλόμενους μισθούς εν όσω ο μισθωτός δεν τω προσκομίζει πιστοποιητικόν του ΙΚΑ περί των υπ' αυτού εισπραχθέντων επιδομάτων ανεργίας. Ο εργοδότης παρακρατών τ' ανωτέρω επιδόματα ως εντολοδόχος και δια λογαριασμόν του ΙΚΑ οφείλει ν' αποδώση ταύτα εις αυτό εντός 15 ημερών.

Εάν δεν προβή εις την παρακράτησιν ταύτην οφείλει να καταβάλη ίσον ποσόν εις το ΙΚΑ ευθυνόμενος έναντι αυτού, ως εάν είχε παρακρατήσει ταύτα. Τα εκ του ανωτέρω λόγου οφειλόμενα ποσά του εργοδότου προς το ΙΚΑ εισπράττονται κατά τα εν άρθρ. 26 παρ. 6 και 27 παρ. 1 εδ. 1 του α.ν. 1846/1951 οριζόμενα". Η διάταξη αυτή ήδη έχει καταργηθεί, διότι το θέμα αντιμετωπίσθηκε με την πράξη νομοθετικού περιεχομένου της 2-3-1981 που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο ν. 1172/1981 και ανάγεται στην αρμοδιότητα του Ο.Α.Ε.Δ.

Σε κάθε περίπτωση ο εργοδότης υποχρεούται από το νόμο να παρακρατεί ορισμένα ποσά από το μισθό των εργαζομένων που απασχολεί με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ήτοι εισφορές προς το ΙΚΑ, ασφαλιστικούς οργανισμούς κύριας και επικουρικής ασφάλισης, Ο.Α.Ε.Δ., εργατική εστία, καθώς και φόρο μισθωτών υπηρεσιών, χαρτόσημο εξόφλησης μισθού κ.λπ., τα οποία στη συνέχεια αποδίδει στους δικαιούχους υπέρ των οποίων γίνεται η παρακράτηση.

Τα ποσά όμως αυτά δεν αποτελούν αντικείμενο της δίκης για τις αποδοχές και δεν αφαιρούνται από το δικαστήριο που επιδικάζει οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές ή μισθούς υπερημερίας αλλά παρακρατούνται από τον εργοδότη κατά την εκτέλεση της απόφασης και αποδίδονται στους τρίτους δικαιούχους (Α.Π. 203/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Οι ενάγοντες... [ήδη αναιρεσίβλητοι] προσλήφθηκαν από την εναγομένη [ήδη αναιρεσείουσα] εταιρεία, η οποία λειτουργεί στο χώρο της υγείας ιδιόκτητη κλινική, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για να προσφέρουν στην ανωτέρω κλινική που διατηρεί αυτή στο ...

ο καθένας τις συμφωνημένες υπηρεσίες αντί της αμοιβής που θα καθόριζαν για τον κλάδο τους οι σχετικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας ιδιωτικών κλινικών. Συγκεκριμένα προσλήφθηκαν: Η πρώτη την 1-11-2007 ως τηλεφωνήτρια, η δεύτερη την 11-10-1994 ως βοηθός νοσηλεύτριας, η τρίτη την 1-11-2007 ως νοσηλεύτρια, ο τέταρτος την 1-12-2009 ως τραυματιοφορέας χειρουργείου, η πέμπτη την 17-5-2007 ως νοσηλεύτρια, η έκτη την 14-4-2006 ως νοσηλεύτρια, η έβδομη την 15-10-2007 ως νοσηλεύτρια, ο όγδοος την 26-2-2007 ως βοηθός νοσηλευτή, ο ένατος την 21-5-1986 ως τηλεφωνητής, η δέκατη την 3-10-1988 ως νοσηλεύτρια, η ενδέκατη την 1-5-2007 αρχικά ως τραπεζοκόμος και στη συνέχεια ως πλύντρια, η δωδέκατη την 1-11-2005 αρχικά ως τραπεζοκόμος και στη συνέχεια ως πλύντρια και η δέκατη τρίτη την 9-6-2008 ως προϊσταμένη χειρουργείου.

Καθ' όλη τη διάρκεια της εργασιακής τους σχέσης παρείχαν τις υπηρεσίες τους με ζήλο και εργατικότητα, εκτελώντας τις απορρέουσες από τη σύμβαση και το νόμο υποχρεώσεις τους με επιμέλεια, πίστη και αφοσίωση στα συμφέροντα της εταιρείας. Ωστόσο από τον Ιούνιο του έτους 2011 η εναγομένη άρχισε να καθυστερεί την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών τους.

Ειδικότερα η εναγομένη δεν κατέβαλε όπως όφειλε μέρος των δεδουλευμένων αποδοχών των εναγόντων του μηνός Ιουνίου 2011, ενώ επίσης δεν τους κατέβαλε τις δεδουλευμένες αποδοχές των μηνών Νοεμβρίου, Δεκεμβρίου 2011, Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου, Μαρτίου 2012, καθώς και το επίδομα αδείας έτους 2011, ενώ αυτή (εναγομένη) τους κατέβαλε μετά δυσκολίας το δώρο Χριστουγέννων του έτους 2011.

Επειδή παρέμεναν ανεξόφλητες οι δεδουλευμένες αποδοχές των ανωτέρω μηνών, οι ανωτέρω ενάγοντες... με την από 2-4-2012 εξώδικη δήλωσή τους την οποία επέδωσαν στην εναγομένη την 2-4-2012... δήλωσαν ότι από την 4-4-2012 θα προβούν σε επίσχεση εργασίας μέχρι την καταβολή των οφειλομένων αποδοχών τους. Ειδικότερα κατά το χρονικό σημείο αυτό είχαν ήδη καταστεί ληξιπρόθεσμες οι δεδουλευμένες αποδοχές τους για τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο έτους 2011, Ιανουάριο, Φεβρουάριο και Μάρτιο 2012, καθώς και το επίδομα αδείας έτους 2011 και μέρος δεδουλευμένων αποδοχών Ιουνίου 2011.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, προκειμένου οι ανωτέρω ενάγοντες... να εξασφαλίσουν τις παραπάνω ληξιπρόθεσμες αξιώσεις τους κατά της εναγομένης εργοδότριας εταιρείας από την παροχή της εργασίας τους, νόμιμα αρνήθηκαν την εκπλήρωση της δικής τους παροχής και προχώρησαν κατά τα προαναφερθέντα από 4-4-2012 σε επίσχεση εργασίας, απέχοντας από την εργασία τους μέχρι αυτή (εργοδότρια εταιρεία) να εκπληρώσει την υποχρέωση που την βάρυνε με την καταβολή των οφειλόμενων ποσών.

Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι το δικαίωμα της επισχέσεως ασκήθηκε από τους ανωτέρω ενάγοντες... καταχρηστικά και άρα δεν περιήλθε σε υπερημερία γιατί τα προς αυτούς χρέη της οφείλονταν όχι σε κακοβουλία αλλά στην ιδιαίτερα δυσχερή οικονομική κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει, γεγονός που γνώριζαν οι ανωτέρω εργαζόμενοι και παρά ταύτα προέβησαν σε επίσχεση.

Ειδικότερα η εναγομένη ισχυρίζεται ότι η καθυστέρηση στην πληρωμή των ληξιπρόθεσμων αποδοχών τους οφείλετο στην ίδρυση του ΕΟΠΥΥ και την κατάργηση των λοιπών ασφαλιστικών ταμείων, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα να σταματήσει (εναγομένη) να εισπράττει κάθε μήνα χρήματα από τα κατατεθειμένα τιμολόγιά της και να υπάρξει τετράμηνη μέχρι και εξάμηνη καθυστέρηση είσπραξης από τον ΕΟΠΥΥ.

Ο ως άνω ισχυρισμός της όμως είναι ουσιαστικά αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Τούτο δε διότι, όπως προκύπτει από τις... .../16-2-2012 και .../17-2-2012 αποφάσεις του ΙΚΑ, το επίδικο χρονικό διάστημα που οι ανωτέρω ενάγοντες ήσαν απλήρωτοι, η εναγομένη εταιρεία εισέπραξε από αυτές τις αποφάσεις το συνολικό ποσό των 377.276 ευρώ, από το οποίο ουδέν έλαβαν αυτοί (ενάγοντες).

Επιπλέον το ότι η εναγομένη είχε να λαμβάνει οφειλόμενες δαπάνες νοσηλείας από τον ΕΟΠΥΥ δεν καθιστά την άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης των ανωτέρω εναγόντων καταχρηστική, καθώς ως εργοδότρια όφειλε να έχει εξασφαλίσει τους αναγκαίους οικονομικούς πόρους ώστε να είναι σε θέση να καλύπτει τις αποδοχές των εργαζομένων της για όσο χρόνο διαρκούσε η καθυστέρηση καταβολής προς αυτήν των δαπανών νοσηλείας από τα ασφαλιστικά ταμεία, δεδομένου ότι χωρίς τη δική τους εργασία και συμπαράσταση δεν θα δύναται να επιτελέσει το τόσο σημαντικό έργο που έχει αναλάβει αναφορικά με τη φροντίδα των ασθενών της και χωρίς να παραβλέπει το γεγονός ότι οι εργαζόμενοι στην επιχείρησή της εργάζονται σκληρά, υπό δύσκολες συνθήκες και είναι άτομα χαμηλών κυρίως οικονομικών εισοδημάτων, έχοντες απόλυτη ανάγκη του μισθού τους ώστε να επιβιώσουν και να συντηρήσουν τις οικογένειες τους αλλά και να είναι σε θέση να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους προς τους ασθενείς.

Οι δε προαναφερόμενοι ενάγοντες... πριν ασκήσουν το δικαίωμα επίσχεσης εξάντλησαν τα όρια της υπομονής τους, αφού ανέμεναν πέντε μήνες χωρίς πληρωμή, ήταν δε γνωστή στην εναγομένη η οικονομική τους κατάσταση, αφού η εργασία τους ήταν η μόνη πηγή βιοπορισμού τους. Αντίθετα η απαίτηση της εργοδότριας-εναγομένης να εξακολουθούν οι ανωτέρω εργαζόμενοι να παρέχουν την εργασία τους χωρίς να πληρώνονται, καλύπτοντας με τον τρόπο αυτό τις ανάγκες της σε εργατικό προσωπικό, ώστε να μπορεί αυτή να συνεχίζει τη δραστηριότητά της, υπερβαίνει τα όρια που θέτει η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος κατ' άρθρο 281 Α.Κ.

Σύμφωνα λοιπόν με τα ανωτέρω εκτεθέντα αποδείχθηκε ότι οι ανωτέρω ενάγοντες... με την επίσχεση της εργασίας τους επιδίωκαν την καταβολή των ληξιπρόθεσμων μισθών τους από την εναγομένη, που λόγω μη καταβολής αυτών κινδύνευε η διαβίωσή τους. Η οικονομική δυσπραγία της εναγομένης δεν αίρει την υπερημερία της, ενώ θα μπορούσε νόμιμα να καταγγείλει τις συμβάσεις των ανωτέρω εναγόντων ικανοποιώντας τους συγχρόνως και τις απαιτήσεις τους.

Συνεπώς κατά τα ανωτέρω η ένδικη επίσχεση εργασίας δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως καταχρηστική διότι η άσκησή της δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός, ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι εκ των εφεσιβλήτων δεύτερη, έβδομη, ένατος, δέκατη, ενδέκατη και δέκατη τρίτη με την από 10-9-2014 εξώδικη δήλωσή τους, η οποία επιδόθηκε στην εναγομένη την 11-9-2014...

δήλωσαν στην τελευταία ότι από την επόμενη ημέρα επιδόσεως αυτής (εξώδικης δήλωσης) αίρουν την από 4-4-2012 επίσχεση εργασίας τους επανερχόμενοι στην εργασία τους, πλην όμως η εναγομένη με την από 11-9-2014 εξώδικη απάντηση-δήλωσή της, η οποία επιδόθηκε στους άνω εφεσιβλήτους αυθημερόν, αρνήθηκε την επιστροφή τους, αποκρούοντας την παροχή των υπηρεσιών τους μέχρι την οριστική, τελεσίδικη και αμετάκλητη απόφαση επί των ασκηθέντων από αυτούς ένδικων αγωγών.

Σε ανάκληση της επίσχεσης εργασίας τους προέβησαν και οι εκ των εφεσιβλήτων: 1) πρώτη με την από 22-10-2012 εξώδικη δήλωσή της που επιδόθηκε στην εναγομένη την 25-10-2012, 2) τρίτη και έκτη με την από 3-12-2012 εξώδικη δήλωση που επιδόθηκε στην εναγομένη την 5-12-2012 και 3) πέμπτη με την από 26-9-2013 εξώδικη δήλωση που επιδόθηκε στην εναγομένη την 27-9-2013.

Εξ άλλου η εναγομένη μετά την άσκηση της ένδικης αγωγής κατέβαλε στους ανωτέρω ενάγοντες και ήδη εφεσιβλήτους τους δεδουλευμένους μισθούς των μηνών Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2011, καθώς και στους περισσότερους εξ αυτών τους μισθούς των μηνών Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου και Μαρτίου του έτους 2012. Επίσης η εναγομένη έχει ήδη καταβάλει, όπως συνομολογείται, το ποσό των 100 ευρώ, ως υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών μηνός Ιουνίου 2011 στους εκ των εναγόντων...

τέταρτο Ν. Σ., πέμπτη Α. Κ., Μ. Γ. και δέκατη Α. Σ., οι οποίοι άλλωστε παραιτήθηκαν της διεκδίκησης του κονδυλίου τούτου. Το ίδιο ανωτέρω ποσό των 100 ευρώ έχει καταβληθεί και στην έβδομη των εφεσιβλήτων Κ.-Σ. Σ. την 20-3-2015... Αντίθετα το ίδιο παραπάνω ποσό των 100 ευρώ ως υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών Ιουνίου 2011 συνεχίζει να οφείλει η εναγομένη στην πρώτη Ι.

Α., στη δεύτερη Α. Μ., στην τρίτη Π. Χ., στον όγδοο Μ. Γ., στην ενδέκατη Σ. Χ., στη δωδέκατη Ν. Μ. και στη δέκατη τρίτη των εφεσιβλήτων Α. Γ., καθώς από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από την εναγομένη χειρόγραφες καταστάσεις δεν αναφέρεται η αιτία καταβολής, ενώ αξίζει να σημειωθεί ότι κάτω από την ένδειξη "ποσό" που υπάρχει δίπλα στο όνομα κάθε εργαζόμενου το αναφερόμενο εκεί ποσό σε πολλές περιπτώσεις είναι άνω του ποσού των 100 ευρώ, κάτω δε από την ένδειξη "σημειώσεις" σε πολλές περιπτώσεις αναφέρεται άλλη αιτία καταβολής, όπως οι φράσεις (11ος Δ.Χ.

κ.λπ), χωρίς να καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος του συγκεκριμένου κονδυλίου. Περαιτέρω η εναγομένη εξακολουθεί να οφείλει στους ανωτέρω ενάγοντες... το επίδομα αδείας έτους 2011. Ειδικότερα οι εκ των εφεσιβλήτων: 1) Η πρώτη Ι. Α., με βάση τις μηνιαίες μικτές αποδοχές της για το έτος 2011, οι οποίες ανήρχοντο σε 1.154,74 ευρώ, έπρεπε να λάβει για την άνω αιτία το ποσό των 577,37 ευρώ.

Αντί αυτού έλαβε την 20-3-2015 το ποσό των 458,14 ευρώ και απομένει προς επιδίκαση σ' αυτήν το ποσό των 119,23 ευρώ. 2) Η δεύτερη Α. Μ., με βάση τις μηνιαίες μικτές αποδοχές της για το έτος 2011, οι οποίες ανήρχοντο σε 1.632,02 ευρώ, έπρεπε να λάβει για την άνω αιτία το ποσό των 816,01 ευρώ. Αντί αυτού έλαβε την 30-10-2014 το ποσό των 594,48 ευρώ και απομένει προς επιδίκαση σ' αυτήν το ποσό των 221,53 ευρώ. 3) Η τρίτη Π.

Χ., με βάση τις μηνιαίες μικτές αποδοχές της για το έτος 2011, οι οποίες ανήρχοντο σε 1.265,90 ευρώ, έπρεπε να λάβει για την άνω αιτία το ποσό των 487,69 ευρώ. Αντί αυτού έλαβε την 30-10-2014 το ποσό των 487,69 ευρώ και απομένει προς επιδίκαση σ' αυτήν το ποσό των 145,26 ευρώ. 4) Ο τέταρτος Ν. Σ., με βάση τις μηνιαίες μικτές αποδοχές του για το έτος 2011, οι οποίες ανήρχοντο σε 1.080,69 ευρώ, έπρεπε να λάβει για την άνω αιτία το ποσό των 540,35 ευρώ.

Αντί αυτού έλαβε την 30-10-2014 το ποσό των 431,84 ευρώ και απομένει προς επιδίκαση σ' αυτόν το ποσό των 108,51 ευρώ. 5) Η πέμπτη Α. Κ., με βάση τις μηνιαίες μικτές αποδοχές της για το έτος 2011, οι οποίες ανήρχοντο σε 1.457,45 ευρώ, έπρεπε να λάβει για την άνω αιτία το ποσό των 729 ευρώ. Όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με επίκληση από την εναγομένη κατάσταση πληρωμών μέσω της Τράπεζας Πειραιώς, η ανωτέρω Α.

Κ. έλαβε την 8-11-2013 το ποσό των 531,97 ευρώ, εκ των οποίων ποσό 100 ευρώ αφορούσε στο υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών Ιουνίου 2011 και ποσό 431,97 ευρώ σε τμήμα του επιδόματος αδείας 2011, οπότε απομένει προς επιδίκαση σ' αυτήν για την άνω αιτία το ποσό των 297 ευρώ. 6) Η έκτη Μ. Γ., με βάση τις μηνιαίες μικτές αποδοχές της για το έτος 2011, οι οποίες ανήρχοντο σε 1.265,90 ευρώ, έπρεπε να λάβει για την άνω αιτία το ποσό των 632,95 ευρώ, το οποίο δεν αποδείχθηκε ότι της έχει καταβληθεί. 7) Η έβδομη Κ. - Σ.

Σ., με βάση τις μηνιαίες μικτές αποδοχές της για το έτος 2011, οι οποίες ανήρχοντο σε 1.497,09 ευρώ, έπρεπε να λάβει για την άνω αιτία το ποσό των 748,55 ευρώ. Αντί αυτού έλαβε την 30-10-2014 το ποσό των 576,75 ευρώ και απομένει προς επιδίκαση σ' αυτήν το ποσό των 172 ευρώ. 8) Ο όγδοος Μ. Γ., με βάση τις μηνιαίες μικτές αποδοχές του για το έτος 2011, οι οποίες ανήρχοντο σε 1.127,98 ευρώ, έπρεπε να λάβει για την άνω αιτία το ποσό των 563,99 ευρώ.

Αντί αυτού έλαβε το ποσό των 434,55 ευρώ την 30-10-2014 και απομένει προς επιδίκαση σ' αυτόν το ποσό των 129,44 ευρώ. 9) Ο ένατος Ε. Μ. δεν διεκδικεί επίδομα αδείας 2011, το οποίο άλλωστε του έχει καταβληθεί. 10) Η δέκατη Α. Σ., με βάση τις μηνιαίες μικτές αποδοχές της για το έτος 2011, οι οποίες ανήρχοντο σε 1.679,96 ευρώ, έπρεπε να λάβει για την άνω αιτία το ποσό των 839,98 ευρώ.

Αντί αυτού έλαβε την 30-10-2014 το ποσό των 630,52 ευρώ και απομένει προς επιδίκαση σ' αυτήν το ποσό των 209,46 ευρώ. 11) Η ενδέκατη Σ. Χ., με βάση τις μηνιαίες μικτές αποδοχές της για το έτος 2011, οι οποίες ανήρχοντο σε 1.196,64 ευρώ, έπρεπε να λάβει για την άνω αιτία το ποσό των 598,32 ευρώ. Αντί αυτού έλαβε την 30-10-2014 το ποσό των 461,01 ευρώ και απομένει προς επιδίκαση σ' αυτήν το ποσό των 137,31 ευρώ. 12) Η δωδέκατη Ν.

Μ., με βάση τις μηνιαίες μικτές αποδοχές της για το έτος 2011, οι οποίες ανήρχοντο σε 1.273,23 ευρώ, έπρεπε να λάβει για την άνω αιτία το ποσό των 598,32 ευρώ. Αντί αυτού έλαβε την 30-4-2013 το ποσό των 500 ευρώ και απομένει προς επιδίκαση σ' αυτήν το ποσό των 98,32 ευρώ. 13) Η δέκατη τρίτη Α. Γ., με βάση τις μηνιαίες μικτές αποδοχές της για το έτος 2011, οι οποίες ανήρχοντο σε 2.145,57 ευρώ, έπρεπε να λάβει για την άνω αιτία το ποσό των 1.072,79 ευρώ.

Αντί αυτού έλαβε την 30-10-2014 το ποσό των 750 ευρώ και απομένει προς επιδίκαση σ' αυτήν το ποσό των 322,79 ευρώ. Επομένως, σύμφωνα με τα ως άνω αποδειχθέντα, η εναγόμενη οφείλει στους άνω εφεσιβλήτους για τις προαναφερόμενες αιτίες τα ακόλουθα ποσά: στην πρώτη το ποσό των 219,23 ευρώ (ήτοι 100 + 119,23 ευρώ), στη δεύτερη το ποσό των 321,53 ευρώ (ήτοι 100 + 221,53), στην τρίτη το ποσό των 245,26 ευρώ (ήτοι 100 + 145,26), στον τέταρτο το ποσό των 108,51 ευρώ, στην πέμπτη το ποσό των 297 ευρώ, στην έκτη το ποσό των 632,95 ευρώ, στην έβδομη το ποσό των 172 ευρώ, στον όγδοο το ποσό των 229,44 ευρώ (ήτοι 100 + 129,44), στη δέκατη το ποσό των 209,46 ευρώ, στην ενδέκατη το ποσό των 237,31 ευρώ (ήτοι 100 + 137,31), στη δωδέκατη το ποσό των 198,32 ευρώ (ήτοι 100 + 98,32) και στη δέκατη τρίτη το ποσό των 422,79 ευρώ (ήτοι 100 + 322,79).

Επίσης αποδείχθηκε ότι η εναγομένη κατέβαλε στον ένατο των εναγόντων... Ε. Μ. για δεδουλευμένες αποδοχές μηνών Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου 2012 τα ποσά των 1.194,44 και 1.328,07 ευρώ καθαρά (οι μικτές μηνιαίες αποδοχές του ανήρχοντο σε 1.578,50 ευρώ) την 1-3-2013... καθώς και το ποσό των 1.175,89 ευρώ την 30-4-2013 για αποδοχές Μαρτίου 2012...

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγομένη κατέβαλε στη δωδέκατη των εφεσιβλήτων Ν. Μ. την 1-3-2013 το ποσό των 970,83 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές Ιανουαρίου 2012 (οι μικτές μηνιαίες αποδοχές της ανήρχοντο σε 1.273,23 ευρώ), ενώ συνεχίζει να της οφείλει τις δεδουλευμένες αποδοχές μηνών Φεβρουαρίου και Μαρτίου 2012 συνολικού ποσού 1.941,66 ευρώ, (ήτοι 970,83 + 970,83 καθαρά)...

Με την... 20/2011 διαιτητική απόφαση, η οποία σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 6 του ν. 1876/1990 εξομοιώνεται με συλλογική σύμβαση εργασίας, ρυθμίστηκαν οι όροι αμοιβής και εργασίας του προσωπικού ιδιωτικών κλινικών, νευροψυχιατρικών κλινικών, διαγνωστικών κέντρων και οίκων ευγηρίας όλης της χώρας με έναρξη ισχύος από 12-2-2011.

Η άνω διαιτητική απόφαση καταγγέλθηκε την 1-3-2012 και... εξακολούθησε να ισχύει επί ένα τρίμηνο από την καταγγελία της, ήτοι μέχρι την 1-6-2012. Ακολούθως καταρτίσθηκε μεταξύ του σωματείου με την επωνυμία "Σύνδεσμος Ελληνικών Κλινικών" και της δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "Ομοσπονδία Συλλόγων Νοσηλευτικών Ιδρυμάτων Ελλάδος" (ΟΣΝΙΕ) η από 28-6-2012 κλαδική συλλογική σύμβαση εργασίας, με την οποία ρυθμίστηκαν οι όροι αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις ιδιωτικές κλινικές όλης της χώρας, με ισχύ από 1-7-2012 έως 31-12-2013.

Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, αποτέλεσμα της δηλωθείσας από τους ως άνω ενάγοντες επίσχεσης της εργασίας τους ήταν να περιέλθει η εναγομένη σε κατάσταση υπερημερίας ως προς την καταβολή των αποδοχών τους και δη για το χρονικό διάστημα από την επίσχεση (4-4-2012) έως την 31-10-2012.

Η αποχή δε των εναγόντων από την εργασία τους δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να θεωρηθεί ως σιωπηρή δήλωση βούλησής τους να λύσουν τις συμβάσεις εργασίας τους, δηλαδή ως σιωπηρή εκ μέρους τους καταγγελία των εργασιακών συμβάσεων, εφόσον η αποχή αυτή έγινε κατόπιν νόμιμης άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης της εργασίας τους σύμφωνα με τα προαναφερθέντα.

Με βάση λοιπόν τα ως άνω αποδειχθέντα η εναγομένη, ως εργοδότρια, οφείλει να καταβάλει στους ενάγοντες... τα παρακάτω χρηματικά ποσά (μικτά), ως μισθούς υπερημερίας. Ειδικότερα η εναγομένη οφείλει να καταβάλει για την άνω αιτία στους ενάγοντες... 1) Στην πρώτη Ι. Α.: α) για το μήνα Απρίλιο 2012 ποσό 1.154,74 ευρώ, β) για το μήνα Μάιο 2012 ποσό 1.154,74 ευρώ, γ) για το μήνα Ιούνιο 2012 (λήξη της τρίμηνης μετενέργειας) και για καθένα από τους μήνες Ιούλιο, Αύγουστο, Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του ιδίου έτους (2012) ποσό 898,13 ευρώ και συνολικά το ποσό των 6.800,13 ευρώ, από το οποίο πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 84,36 ευρώ, το οποίο έλαβε η ανωτέρω ως επίδομα ασθενείας από το ΙΚΑ κατά το χρονικό διάστημα από 26-10-2012 έως 31-10-2012 και για το οποίο νόμιμα παραιτήθηκε, ήτοι πρέπει να της επιδικασθεί για την άνω αιτία το ποσό των 6.715,77 ευρώ. 2) Στη δεύτερη Α.

Μ.: α) για το μήνα Απρίλιο 2012 το ποσό των 1.632,02 ευρώ, β) για το μήνα Μάιο 2012 το ποσό των 1.632,02 ευρώ, γ) για καθένα από τους μήνες Ιούνιο (λήξη της τρίμηνης μετενέργειας), Ιούλιο, Αύγουστο, Σεπτέμβριο και Οκτώβριο 2012 το ποσό των 1.079,35 ευρώ και συνολικά το ποσό των 8.660,79 ευρώ. 3) Στην τρίτη Π. Χ.: α) για το μήνα Απρίλιο 2012 το ποσό των 1.265,90 ευρώ, β) για το μήνα Μάιο 2012 το ποσό των 1.265,90 ευρώ και γ) για καθένα από τους μήνες Ιούνιο (λήξη της τρίμηνης μετενέργειας), Ιούλιο, Αύγουστο, Σεπτέμβριο και Οκτώβριο 2012 το ποσό των 919,44 ευρώ και συνολικά το ποσό των 7.129 ευρώ, από το οποίο πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 2.922,69 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί σε μικτές αποδοχές που έλαβε ως εργαζόμενη σε άλλον εργοδότη και συγκεκριμένα στη μονάδα αιμοκάθαρσης "...

Α.Ε." κατά το χρονικό διάστημα από 2-7-2012 έως 31-10-2012, για το οποίο νόμιμα παραιτήθηκε, ήτοι πρέπει να της επιδικασθεί για την ανωτέρω αιτία το ποσό των 4.206,31 ευρώ. 4) Στον τέταρτο Ν. Σ.: α) για το μήνα Απρίλιο 2012 το ποσό των 1.080,69 ευρώ, β) για το μήνα Μάιο 2012 το ποσό των 1.080,69 ευρώ, γ) για καθένα από τους μήνες Ιούνιο (λήξη της τρίμηνης μετενέργειας), Ιούλιο, Αύγουστο, Σεπτέμβριο και Οκτώβριο 2012 το ποσό των 806,18 ευρώ και συνολικά το ποσό των 6.192,28 ευρώ, από το οποίο πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 2.555 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί σε μικτές αποδοχές που έλαβε ως εργαζόμενος σε άλλο εργοδότη και συγκεκριμένα στη "...." κατά το χρονικό διάστημα από 17-7-2012 έως 31-10-2012, για το οποίο νόμιμα παραιτήθηκε, ήτοι πρέπει να του επιδικασθεί για την άνω αιτία το ποσό των 3.637,28 ευρώ. 5) Στην πέμπτη Α.

Κ.: α) για το μήνα Απρίλιο 2012 το ποσό των 1.457,45 ευρώ, β) για το μήνα Μάιο 2012 το ποσό των 1.457,45 ευρώ, γ) για καθένα από τους μήνες Ιούνιο (λήξη της τρίμηνης μετενέργειας), Ιούλιο, Αύγουστο, Σεπτέμβριο και Οκτώβριο 2012 το ποσό των 957,55 ευρώ και συνολικά το ποσό των 7.702,65 ευρώ, από το οποίο πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 571,37 ευρώ, το οποίο έλαβε η ανωτέρω ως επίδομα μητρότητας από το ΙΚΑ κατά το χρονικό διάστημα από 15-10-2012 έως 31-10-2012, για το οποίο νόμιμα παραιτήθηκε, ήτοι πρέπει να της επιδικασθεί για την άνω αιτία το ποσό των 7.131,28 ευρώ. 6) Στην έκτη Μ.

Γ.: α) για το μήνα Απρίλιο 2012 το ποσό των 1.359,17 ευρώ, β) για το μήνα Μάιο 2012 το ποσό των 1.359,17 ευρώ, γ) για καθένα από τους μήνες Ιούνιο (λήξη της τρίμηνης μετενέργειας), Ιούλιο, Αύγουστο, Σεπτέμβριο και Οκτώβριο 2012 το ποσό των 919,49 ευρώ και συνολικά το ποσό των 7.315,79 ευρώ, από το οποίο πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 6.360 ευρώ, το οποίο έλαβε ως εργαζόμενη σε άλλον εργοδότη και συγκεκριμένα στη μονάδα χρόνιας αιμοκάθαρσης "..." κατά το χρονικό διάστημα από 3-5-2012 έως 31-10-2012, για το οποίο νόμιμα παραιτήθηκε, ήτοι πρέπει να της επιδικασθεί για την άνω αιτία το ποσό των 955,79 ευρώ. 7) Στην έβδομη Κ. - Σ.

Σ.: α) για το μήνα Απρίλιο 2012 το ποσό των 1.497,09 ευρώ, β) για το μήνα Μάιο 2012 το ποσό των 1.497,09 ευρώ, γ) για καθένα από τους μήνες Ιούνιο (λήξη της τρίμηνης μετενέργειας), Ιούλιο, Αύγουστο, Σεπτέμβριο και Οκτώβριο 2012 το ποσό των 944,42 ευρώ και συνολικά το ποσό των 7.716,28 ευρώ. 8) Στον όγδοο Μ. Γ.: α) για το μήνα Απρίλιο 2012 το ποσό των 1.127,98 ευρώ, β) για το μήνα Μάιο 2012 το ποσό των 1.127,98 ευρώ, γ) για καθένα από τους μήνες Ιούνιο (λήξη της τρίμηνης μετενέργειας), Ιούλιο, Αύγουστο, Σεπτέμβριο και Οκτώβριο 2012 το ποσό των 842,82 ευρώ και συνολικά το ποσό των 6.470 ευρώ. 9) Στον ένατο Ε.

Μ.: α) για το μήνα Απρίλιο 2012 το ποσό των 1.578,50 ευρώ, β) για το μήνα Μάιο 2012 το ποσό των 1.578,50 ευρώ, γ) για καθένα από τους μήνες Ιούνιο (λήξη της τρίμηνης μετενέργειας), Ιούλιο, Αύγουστο, Σεπτέμβριο και Οκτώβριο 2012 το ποσό των 1.227,72 ευρώ και συνολικά το ποσό των 9.296 ευρώ. 10) Στη δέκατη Α. Σ.: α) για το μήνα Απρίλιο 2012 το ποσό των 1.798,26 ευρώ, β) για το μήνα Μάιο 2012 το ποσό των 1.798,26 ευρώ, γ) για καθένα από τους μήνες Ιούνιο (λήξη της τρίμηνης μετενέργειας), Ιούλιο, Αύγουστο, Σεπτέμβριο και Οκτώβριο 2012 το ποσό των 1.110,99 ευρώ και συνολικά το ποσό των 9.151,47 ευρώ. 11) Στην ενδέκατη Σ.

Χ.: α) για το μήνα Απρίλιο 2012 το ποσό των 1.196,64 ευρώ, β) για το μήνα Μάιο 2012 το ποσό των 1.196,64 ευρώ, γ) για καθένα από τους μήνες Ιούνιο (λήξη της τρίμηνης μετενέργειας), Ιούλιο, Αύγουστο, Σεπτέμβριο και Οκτώβριο 2012 το ποσό των 822,69 ευρώ και συνολικά το ποσό των 6.506,73 ευρώ. 12) Στη δωδέκατη Ν. Μ.: α) για το μήνα Απρίλιο 2012 το ποσό των 1.273,23 ευρώ, β) για το μήνα Μάιο 2012 το ποσό των 1.273,23 ευρώ, γ) για καθένα από τους μήνες Ιούνιο (λήξη της τρίμηνης μετενέργειας), Ιούλιο, Αύγουστο, Σεπτέμβριο και Οκτώβριο 2012 το ποσό των 1.034,5 ευρώ και συνολικά το ποσό των 7.718,96 ευρώ. 13) Στη δέκατη τρίτη Α.

Γ.: α) για το μήνα Απρίλιο 2012 το ποσό των 2.145,57 ευρώ, β) για το μήνα Μάιο 2012 το ποσό των 2.145,57, γ) για καθένα από τους μήνες Ιούνιο (λήξη της τρίμηνης μετενέργειας), Ιούλιο, Αύγουστο, Σεπτέμβριο και Οκτώβριο 2012 το ποσό των 1.041,03 και συνολικά το ποσό των 9.496,29 ευρώ. Σημειωτέον ότι οι ανωτέρω υπολογισμοί μισθών από τον Ιούνιο έως τον Οκτώβριο του 2012, όπως αυτοί πραγματοποιούνται από την εναγομένη στις προτάσεις της, δεν αμφισβητούνται ειδικώς από τους ενάγοντες, ενώ δεν ήταν απαραίτητη για τον προσδιορισμό των ως άνω μισθών υπερημερίας η ειδική αναφορά από την εναγομένη των ΣΣΕ ή ΔΑ, οι οποίες είναι γνωστές και εφαρμόζονται από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως με βάση τα πραγματικά γεγονότα που εκτίθενται στην αγωγή και αποδεικνύονται, όπως η υφισταμένη μεταξύ των διαδίκων εργασιακή σχέση, ο κλάδος της οικονομικής ζωής στον οποίο αυτή λειτουργεί, το επάγγελμα - ειδικότητα κάθε εργαζόμενου και ο χρόνος για τον οποίο ζητείται η παροχή δικαστικής προστασίας...

απορριπτομένου ως αβασίμου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού των εναγόντων περί αοριστίας του σχετικού προσθέτου λόγου της έφεσης... Η εναγομένη... προβάλλει με τους πρόσθετους λόγους της έφεσης την ένσταση εκπτώσεως από τους μισθούς υπερημερίας της ωφέλειας που οι ενάγοντες αποκόμισαν από την παροχή εργασίας σε άλλον εργοδότη (ένσταση των αλλαχού κερδηθέντων του άρθρου 656 εδ.

β Α.Κ.). Η ένσταση αυτή ως προς τους πρώτη, δεύτερη, πέμπτη, έβδομη, όγδοο, ένατο, δέκατη, ενδέκατη, δωδέκατη και δέκατη τρίτη των εφεσιβλήτων είναι αόριστη και ως εκ τούτου απορριπτέα καθώς δεν αναφέρει (εναγομένη) πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η ωφέλεια των ανωτέρω για το χρονικό διάστημα που ζητούν μισθούς υπερημερίας και ειδικά συγκεκριμένο εργοδότη και συγκεκριμένο ποσό που αποκόμισε καθένας από αυτούς από την παροχή της εργασίας του...

Ως προς την τρίτη, τέταρτο και έκτη των εφεσιβλήτων η ανωτέρω ένσταση κρίνεται απορριπτέα ως αβάσιμη, αφού αυτοί νομίμως παραιτήθηκαν από τους μισθούς υπερημερίας κατά τα ποσά των 2.922,69, 2.555 και 6.360 ευρώ αντίστοιχα που έλαβαν από την παροχή της εργασίας τους σε άλλον εργοδότη, τα οποία αφαιρέθηκαν κατά τα ανωτέρω από τους επιδικασθέντες σ' αυτούς μισθούς υπερημερίας.

Περαιτέρω η εναγομένη προβάλλει την ένσταση εκπτώσεως από τους μισθούς υπερημερίας που επιδικάστηκαν στους ενάγοντες με την εκκαλούμενη απόφαση των χρηματικών ποσών που έλαβαν από τον Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ) ως επίδομα ανεργίας. Η ένσταση αυτή είναι μη νόμιμη και απορριπτέα, αφού κατά τα προεκτεθέντα το εν λόγω επίδομα δεν αποτελεί ωφέλεια, ώστε να εκπίπτεται από τα αλλαχού κτηθέντα εκ μέρους του εργαζομένου κατά τη διάρκεια της υπερημερίας του εργοδότη του.

Εξ άλλου ο εργοδότης υποχρεούται από το νόμο να παρακρατεί ορισμένα ποσά από το μισθό των εργαζομένων που απασχολεί με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ήτοι εισφορές προς το ΙΚΑ, ασφαλιστικούς οργανισμούς κύριας και επικουρικής ασφάλισης, ΟΑΕΔ, καθώς και φόρο μισθωτών υπηρεσιών, χαρτόσημο εξοφλήσεως μισθού κλπ., τα οποία στη συνέχεια αποδίδει στους δικαιούχους υπέρ των οποίων γίνεται η παρακράτηση.

Τα ποσά αυτά δεν αποτελούν αντικείμενο της δίκης για τις αποδοχές και δεν αφαιρούνται από το δικαστήριο που επιδικάζει οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές ή μισθούς υπερημερίας αλλά παρακρατούνται από τον εργοδότη κατά την εκτέλεση της αποφάσεως και αποδίδονται στους τρίτους δικαιούχους... Στην προκειμένη περίπτωση η εναγομένη ισχυρίζεται ότι "ακόμη και για τους μισθούς που δεν έχει καταβάλει στους εφεσιβλήτους έχουν καταβληθεί από την εταιρεία (εννοεί την εναγομένη) οι οφειλόμενες ασφαλιστικές εισφορές με συνέπεια και τα κονδύλια αυτά θα πρέπει να αφαιρεθούν από τα ποσά της οφειλής της".

Τα όσα ανωτέρω ισχυρίζεται η εναγομένη, πέραν της αοριστίας τους, κρίνονται απορριπτέα, αφού κατά τα προεκτεθέντα τα ποσά αυτά (των ασφαλιστικών εισφορών) δεν αφαιρούνται από το δικαστήριο που επιδικάζει οφειλόμενες αποδοχές ή μισθούς υπερημερίας αλλά παρακρατούνται από τον εργοδότη κατά την εκτέλεση της απόφασης και αποδίδονται στους ασφαλιστικούς οργανισμούς.

Σύμφωνα λοιπόν με τα ως άνω αποδειχθέντα η εναγομένη οφείλει να καταβάλει για τις προαναφερόμενες αιτίες στους παρακάτω ενάγοντες τα ακόλουθα ποσά: 1) στην Ι. Α. το ποσό των 6.935 ευρώ (ήτοι 100 + 119,23 + 6.715,77), 2) στην Α. Μ. το ποσό των 8.982,32 ευρώ (ήτοι 100 + 221,53 + 8.660,79), 3) στην Π. Χ. το ποσό των 4.451,57 ευρώ (ήτοι 100 + 145,26 + 4.206,31), 4) στον Ν.

Σ. το ποσό των 3.745,79 ευρώ (ήτοι 108,51 + 3.637,28), 5) στην Α. Κ. το ποσό των 7.428,28 ευρώ (ήτοι 297 + 7.131,28), 6) στη Μ. Γ. το ποσό των 1.588,74 ευρώ (ήτοι 632,95 + 955,79), 7) στην Κ.-Σ. Σ. το ποσό των 7.888,28 ευρώ (ήτοι 172 + 7.716,28), 8) στο Μ. Γ. το ποσό των 6.699,44 ευρώ (ήτοι 100 + 129,44 + 6.470), 9) στον Ε. Μ. το ποσό των 9.296 ευρώ, 10) στην Α. Σ. το ποσό των 9.360,93 ευρώ (ήτοι 209,46 + 9.151,47), 11) στη Σ.

Χ. το ποσό των 6.744,04 ευρώ (ήτοι 100 + 137,31 + 6.506,73), 12) στη Ν. Μ. το ποσό των 9.858,94 ευρώ (ήτοι 100 + 98,32 + 970,83 + 970,83 + 7.718,96) και 13) στην Α. Γ. το ποσό των 9.919,08 ευρώ (ήτοι 100 + 322,79 + 9.496,29)...". Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο, το οποίο προηγουμένως είχε δεχθεί τυπικά και ουσιαστικά την έφεση και τους πρόσθετους λόγους της, είχε εξαφανίσει κατά το άρθρο 528 Κ.Πολ.Δ.

την εκκαλούμενη απόφαση (με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή ερήμην της εναγομένης) και είχε κρατήσει την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στους ενάγοντες τα αναφερόμενα ποσά με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφασή του διακρίσεις.

Έτσι που έκρινε το εφετείο: Α) Δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 36 παρ. 9 α.ν. 1846/1951, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 31 ν.δ. 2698/1953 και η οποία δεν έχει εν προκειμένω εφαρμογή αφού ήδη καταργήθηκε. Αλλά και ενόσω αυτή ίσχυε, όπως ρητώς αναγραφόταν σ' αυτήν, είχε εφαρμογή στην περίπτωση κατά την οποία καταγγελία συμβάσεως εργασίας που είχε αναγγελθεί στο ΙΚΑ ακυρώθηκε με δικαστική απόφαση ή ανακλήθηκε ως άκυρη από τον καταγγέλλοντα, προϋποθέσεις που δεν συντρέχουν εν προκειμένω.

Σε κάθε περίπτωση, όπως έχει εκτεθεί στην προηγούμενη σκέψη, τα ποσά τα οποία οφείλει να παρακρατήσει ο εργοδότης υπέρ ασφαλιστικών οργανισμών και του Ο.Α.Ε.Δ. δεν αποτελούν αντικείμενο της δίκης για τις αποδοχές και δεν αφαιρούνται από το δικαστήριο που επιδικάζει οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές ή μισθούς υπερημερίας αλλά παρακρατούνται από τον εργοδότη κατά την εκτέλεση της απόφασης και αποδίδονται στους τρίτους δικαιούχους.

Συνεπώς ο δεύτερος κατά το δεύτερο σκέλος του λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση, την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Β) Δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της μη καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των εναγόντων για επίσχεση της εργασίας τους.

Συνεπώς ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Οι λοιπές αποδιδόμενες με τον ίδιο λόγο αιτιάσεις κατά της προσβαλλόμενης απόφασης είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες διότι με αυτές, υπό την κατ' επίφαση επίκληση της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., η αναιρεσείουσα πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του εφετείου (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.

θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικά για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ.) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.

Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Εξ άλλου για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών (άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.) πρέπει στο αναιρετήριο, πλην των παραπάνω, να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις.

Και στις δύο περιπτώσεις πρέπει επιπρόσθετα να εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι υποβλήθηκε στο εφετείο ισχυρισμός για την αντιμετώπιση του οποίου εσφαλμένα εφαρμόστηκε ή, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί, εσφαλμένα δεν εφαρμόστηκε ο επικαλούμενος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ.

Α.Π. 20/2005). Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολ.

Α.Π. 25/2003) και όχι τα αποδεικτικά μέσα. Για να είναι δε ορισμένος ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιος ήταν ο ισχυρισμός ("πράγμα") που προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και δεν ελήφθη υπόψη, καθώς και τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι ο ισχυρισμός αυτός προτάθηκε παραδεκτά, ότι ήταν νομικά βάσιμος και ότι, αν γινόταν δεκτός, θα επηρέαζε ευνοϊκά για τον αναιρεσείοντα το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Α.Π. 1219/2012, 187/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση: Α) Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες ότι: "υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 και 8 ΚΠολΔ, διότι παραβίασε ευθέως άλλως εκ πλαγίου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, λόγω κακής εφαρμογής του, ενώ δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμούς και έγγραφα που προτάθηκαν, υπέπεσε δε και στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ για έλλειψη νόμιμης βάσης".

Όμως για τη θεμελίωση του λόγου αυτού προβάλλει αιτιάσεις που αφορούν την παραδοχή της αγωγής ως προς τη δωδέκατη εφεσίβλητη και ήδη δωδέκατη αναιρεσίβλητη, οι οποίες δεν ερευνώνται λόγω της κατά τ' ανωτέρω απόρριψης της αίτησης ως προς αυτήν, καθώς και απαράδεκτες αιτιάσεις για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων.

Συνεπώς ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως προς όλα τα σκέλη του ως απαράδεκτος. Β) Με το δεύτερο κατά το πρώτο σκέλος του λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β Κ.Πολ.Δ., για τη θεμελίωση δε του λόγου αυτού, εκτός από αιτιάσεις που αφορούν την παραδοχή της αγωγής ως προς τη δωδέκατη εφεσίβλητη και ήδη δωδέκατη αναιρεσίβλητη, οι οποίες δεν ερευνώνται κατά τ' ανωτέρω, εκθέτει κατά λέξη και τα εξής: "υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, καθόσον δεν έλαβε υπόψη του τα έγγραφα που είχαμε προσκομίσει και επικαλεστεί σύμφωνα με τα οποία στις 17-2-2012 και 20-2-2012 από τα χρήματα που έλαβε η εταιρεία αποδεδειγμένα κατέβαλε μισθούς στους αναιρεσίβλητους και κατά συνέπεια ουδεμία κακοπιστία από την πλευρά της εταιρείας προκύπτει", "η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της άλλως απέρριψε χωρίς επαρκή αιτιολογία ότι καταβλήθηκε σε όλους το ποσό των 100 ευρώ, αφού απέρριψε τα έγγραφα που είχαμε προσκομίσει και επικαλεστεί ως αναφέρει στην ελάσσονα πρότασή της" και "υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 558 αρ. 8 ΚΠολΔ, καθόσον με βάση τις πιο πάνω παρατιθέμενες παραδοχές, προέβη σε λάθος υπολογισμό των ποσών εφόσον υπολόγισε στο καθαρό καταβληθέν ποσό που είχαμε καταβάλει για το επίδομα αδείας του 2011 το μικτό και προέβη σε αφαίρεση, με αποτέλεσμα να προβεί σε λανθασμένο υπολογισμό".

Και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος προεχόντως λόγω αοριστίας αφού δεν προκύπτει με σαφήνεια ποιος ήταν ο ισχυρισμός που κατά την αναιρεσείουσα προτάθηκε και δεν ελήφθη υπόψη από το εφετείο αλλά και διότι δεν μπορεί να θεμελιωθεί ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος με την αιτίαση για "λάθος υπολογισμό των ποσών" ή για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων.

Αλλά και αν εκτιμηθεί ότι ο λόγος αυτός κατά το τελευταίο μέρος του στηρίζεται στο άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ., και πάλι είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος προεχόντως λόγω αοριστίας διότι δεν προσδιορίζονται επαρκώς τα φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη έγγραφα, σε κάθε δε περίπτωση διότι στην πραγματικότητα με αυτόν δεν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση μη λήψη υπόψη των εγγράφων αλλά εσφαλμένη εκτίμησή τους.

Επομένως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση και ως προς τους λοιπούς (πλην της δωδέκατης) αναιρεσιβλήτους, να καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων σύμφωνα με το σχετικό αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-12-2015 αίτηση για αναίρεση της 4613/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Απριλίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ