Legislator Case Law & Legislation
771/2016 AI generated

Supreme Court partially allowed appeal, dismissing inadmissibility for one defendant while overturning appeal court decision against others.

Case Number 771/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal regarding the sixth defendant, A. P., declaring the appeal inadmissible due to lack of legal representation. However, the court allowed the appeal for the remaining defendants, overturning the lower court's decision on their claims. The court ruled that the defendants failed to raise specific arguments regarding the interruption of limitation periods before the trial court, rendering that specific ground inadmissible, but reversed the judgment on other merits.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576 and 562 of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible for a defendant who does not appear with a lawyer, while the appeal is allowed for others if the lower court's decision on substantive issues is flawed, provided the appellant raised the necessary arguments in the first instance.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal legal representation requirement interruption of limitation partial reversal of judgment Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 562 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 178 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Municipal and Community Code

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court, 14/2015
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 771 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 771/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ά. Β. του Σ., 2) Α. Κ. του Η., 3) Α. Κ. του Δ., 4) Ρ. Μ. του Α., 5) Μ. Μ. του Α., 6) Α. Π. και 7) Α. Τ. του Κ., κατοίκων ..., από τους οποίους ο έκτος δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σωτηρακόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος ..." που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σιουρούνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-3-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2248/2008 του ίδιου δικαστηρίου, 5125/2010 μη οριστική και 22/2014 οριστική του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-6-2014 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου ανέγνωσε την από 13-1-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του λόγου αναίρεσης κατ' αμφότερα τα σκέλη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.

Κατά δε την παρ. 3 εδ. β του ίδιου άρθρου, που προστέθηκε σ' αυτό με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, αν στη δίκη μετέχουν περισσότεροι συνδεόμενοι με απλή ομοδικία και κάποιος από αυτούς δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (Ολ.

Α.Π. 14/2015). Περαιτέρω κατά τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. γ και δ Κ.Πολ.Δ. που εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη (άρθρο 575 παρ. 1 εδ. β Κ.Πολ.Δ.) αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση, η δε αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Ωστόσο κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων η αναβολή της συζήτησης και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου εφόσον αυτός είτε είχε επισπεύσει ο ίδιος τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε σε κάθε περίπτωση νόμιμα παραστεί κατ' αυτή, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του χωρίς εναντίωσή του καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο.

Διαφορετικά η αναβολή της συζήτησης και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου (Α.Π. 142/2016). Στην προκειμένη περίπτωση φέρεται για συζήτηση η από 25-6-2014 αίτηση για αναίρεση της 22/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας νόμιμη δικάσιμο αυτής δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο ο έκτος αναιρεσείων Α. Π.. Από δε την έρευνα του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει αν ο ανωτέρω απολειπόμενος έκτος αναιρεσείων επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση της κρινομένης υποθέσεως κατά την αρχική δικάσιμο.

Και τούτο διότι από την υπάρχουσα στη δικογραφία .../11-1-2016 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ν. Γ., στην οποία αναφέρεται και αυτός μεταξύ των επισπευδόντων αναιρεσειόντων, προκύπτει ότι η ένδικη αίτηση αναιρέσεως με κλήση για συζήτηση κατά την αρμοδίως ορισθείσα αρχική δικάσιμο της 2-2-2016 επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο στις 11-1-2016, δηλαδή χωρίς την τήρηση της ταχθείσας με την από 7-8-2015 πράξη του αντιπροέδρου του Β1 πολιτικού τμήματος του δικαστηρίου αυτού προθεσμίας επιδόσεως των εξήντα (60) ημερών πριν τη δικάσιμο.

Επί πλέον δεν προκύπτει αν ο απολειπόμενος έκτος αναιρεσείων κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τους παρισταμένους λοιπούς διαδίκους για την αρχική δικάσιμο, ελλείψει οποιασδήποτε σχετικής εκθέσεως επιδόσεως ούτε τέλος προκύπτει αν κατά την αρχική δικάσιμο ο ίδιος απολειπόμενος αναιρεσίβλητος εκπροσωπήθηκε νομίμως από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Για τα πιο πάνω δεν προσκομίζεται οποιαδήποτε έκθεση επιδόσεως ούτε αναφέρεται οτιδήποτε στις από 22-9-2016 έγγραφες προτάσεις των αναιρεσιβλήτων αλλ' αντιθέτως σ' αυτές διευκρινίζεται ότι τους αναιρεσείοντες εκπροσωπεί νομίμως δυνάμει των προσκομιζομένων εξουσιοδοτήσεων ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Ν.

Σ. "πλην του αριθμ. 6" από αυτούς. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης ως προς τον έκτο αναιρεσείοντα, εφόσον δε αυτός συνδέεται με τους λοιπούς αναιρεσείοντες με σχέση απλής ομοδικίας, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς τους λοιπούς νομίμως παρισταμένους διαδίκους και να χωρήσει η συζήτηση της αίτησης ως προς αυτούς.

ΙΙ. Με την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 προστέθηκε στο άρθρο 103 αυτού η παράγραφος 8, με τα εδάφια α' και γ' της οποίας ορίζεται ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους, και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2" και "Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου".

Στους κανόνες αυτούς, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις διατάξεις του ν. 2190/1994, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.

Ειδικά όμως με το άρθρο 20 παρ. 4 ν. 2738/1999 εισήχθη συγκεκριμένη ρύθμιση και δη προσετέθη ως περίπτωση κα' στο άρθρο 14 παρ. 2 ν. 2190/1994 επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού (απαλειφθείσα ήδη με το άρθ. 1 ν. 3812/2009, που δεν καταλαμβάνει την επίδικη διαφορά), η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.).

Ειδικότερα ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον Ο.Α.Ε.Δ. διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά, ήτοι η πρόσληψη του προσωπικού δεν γίνεται με τη διαδικασία που ορίζεται κατά περίπτωση από το ν. 2190/1994 και δη από το Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.) με διαγωνισμό ύστερα από προκήρυξη (άρθρο 15) ή με προκήρυξη θέσεων που πληρούνται με σειρά προτεραιότητας (άρθρο 18).

Η επιδοτούμενη αυτή πρόσληψη υπαλλήλων είναι εξαιρετική διότι συνδέεται με την ανάγκη πραγμάτωσης των προγραμμάτων που με τους υφιστάμενους κανόνες θα απέβαινε ατελέσφορη και για το λόγο αυτό ορίζεται ότι η πρόσληψη διενεργείται με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα.

Συνακόλουθα η πρόσληψη υπαλλήλων που έχει πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο συγκεκριμένου προγράμματος του Ο.Α.Ε.Δ. και οι εξ αυτής απορρέουσες εργασιακές σχέσεις έχουν συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας, είναι δηλαδή συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, η πάροδος του οποίου συνεπιφέρει αυτοδικαίως και τη λήξη τους (άρθρο 669 παρ. 1 Α.Κ.) και η σύναψη αυτών ως συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου επιβάλλεται από αντικειμενικούς λόγους που συνδέονται με τη φύση τους (Α.Π. 628/2015).

Εξ άλλου σύµβαση μαθητείας είναι η σύµβαση κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαµβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις για την άσκηση από τον τελευταίο ορισµένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης, ενώ από τις διατάξεις του άρθρου 6 ν. 2527/1997, που ρυθμίζει συγκεκριμένα τους όρους και τις προϋποθέσεις έγκυρης σύναψης σύμβασης έργου από νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα, στα οποία περιλαμβάνονται και οι δήμοι, ουδόλως συνάγεται απαγόρευση σύναψης από τα πρόσωπα αυτά, στις ειδικά προβλεπόμενες από το νόμο αυτό περιπτώσεις, σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου (Α.Π. 1679/2011).

Τέλος με τις διατάξεις του π.δ. 164/2004, που άρχισε να ισχύει από τις 19-7-2004 και αφορά τους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα, εξειδικεύθηκαν οι συνθήκες υπό τις οποίες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου προς επίτευξη του στόχου της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις 10-7-1999) συνισταμένου στην αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.

Ενόψει όμως του γεγονότος ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ή έργου ορισμένου χρόνου που συνάπτονταν με το Δημόσιο υπό το κράτος της ισχύος του άρθρου 103 του Συντάγματος κατά τα εκτεθέντα και του ν. 2190/1994 δεν μπορούσαν σε κάθε περίπτωση να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έχοντας υποχρεωτικά, κατά τις ως άνω συνταγματικές και άλλες διατάξεις, καταρτισθεί ως συμβάσεις ορισμένου χρόνου, και του γεγονότος ότι το ως άνω π.δ. 164/2004 άρχισε να ισχύει από τις 19-7-2004 όπως προαναφέρθηκε, περιέλαβε αυτό, ως μεταβατικές διατάξεις, ρυθμίσεις οι οποίες εξασφαλίζουν την επιβαλλομένη προσαρμογή στην παραπάνω Οδηγία και προβλέπουν την κατ` εξαίρεση -συνταγματικώς ανεκτή- και υπό τις εκεί προϋποθέσεις μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε σύμβαση αορίστου χρόνου.

Ειδικότερα με το άρθρο 11 παρ. 1 του ως άνω προεδρικού διατάγματος ορίσθηκαν οι προϋποθέσεις, με την αθροιστική συνδρομή των οποίων διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 αυτού που έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος του, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, με την παρ. 6 του ίδιου άρθρου (11 π.δ. 164/2004) ορίσθηκε ότι "Κατ' εξαίρεση και για λόγους κοινωνικής πρόνοιας που αφορούν την επαγγελματική ένταξη των ατόμων με αναπηρίες...

συμπεριλαμβανομένων και αυτών που εργάζονται στο πλαίσιο προγράμματος ένταξης του Ο.Α.Ε.Δ., αρκεί ο συνολικός χρόνος απασχόλησης του εδαφίου (α) της παρ. 1 του παρόντος άρθρου να είναι τουλάχιστον δεκαοκτώ (18) μήνες, ανεξαρτήτως ενδιάμεσων χρονικών διαστημάτων μεταξύ των συμβάσεων, εφόσον πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις κατά τα ανωτέρω".

Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 3 περ. γ' του ίδιου προεδρικού διατάγματος ως "δημόσιος τομέας" νοείται "ο οριοθετούμενος από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ. 1 του ν. 1892/1990 (ΦΕΚ Α' 101) ή από άλλες ειδικές διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν...", κατά δε το άρθρο 51 παρ. 1 περ. β' του ν. 1892/1990, στο δημόσιο τομέα υπάγονται και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης, ενώ με του άρθρο 11 παρ. 2 και 3 του ίδιου προεδρικού διατάγματος καθορίστηκε η προσήκουσα διοικητική διαδικασία για την αναγνώριση των συμβάσεων εργασίας που εμπίπτουν στις εν λόγω εξαιρέσεις ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου.

Περαιτέρω με το άρθρο 1 ν. 3320/2005 ορίζεται ότι: "1. Το προσωπικό με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή σύμβαση έργου ή άλλη σχέση του Δημοσίου, των ν.π.δ.δ. και των ο.τ.α. πρώτου και δεύτερου βαθμού, του οποίου οι συμβάσεις συνιστούν συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα μετά οριζόμενα στο άρθρο 11 του π.δ. 164/2004, κατατάσσεται σε υφιστάμενες κενές οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς την ειδικότητα της σύμβασης του. 2.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών και του οικείου κατά περίπτωση Υπουργού, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, συνιστώνται οργανικές θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προκειμένου να καλυφθούν, όπου απαιτείται, οι διαπιστωθείσες πάγιες και διαρκείς ανάγκες, κατ' εφαρμογή του π.δ. 164/2004. 3.

Η κατάταξη του προσωπικού γίνεται με απόφαση του αρμόδιου για την πρόσληψη οργάνου, η οποία δεν δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 4. Οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης τους. Ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσόμενων, λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου...".

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ως προς τους κατατασσόμενους στο Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης κ.λπ. σε θέσεις εργασίας αορίστου χρόνου κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 11 π.δ. 164/2004, σύμφωνα με τη ρητή ρύθμιση του άρθρου 1 παρ. 4 εδ. β' ν. 3320/2005 (που περιέχεται και στο άρθρο 15 παρ. 1 ν. 3205/2003), ο χρόνος των συμβάσεων λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση (και όχι μόνο με σύμβαση) εργασίας ιδιωτικού δικαίου του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης (βλ.

σχετ. Α.Π. 21/2016).

ΙΙΙ. Κατά μεν το άρθρο 90 παρ. 3 ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους": "Η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της", κατά δε το άρθρο 91 εδ.

α του ίδιου νόμου: "Επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι με την πρώτη από αυτές ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα του χρόνου της παραγραφής των αξιώσεων των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, ορίζεται δε ως χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξιώσεως.

Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση με εκείνη του άρθρου 91 εδ. α του ανωτέρω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικώς το θέμα της έναρξης του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξίωσης κατά του Δημοσίου από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής, όπως τούτο συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων που υπάρχει στο άρθρο 91 εδ.

α, και επομένως κατισχύει αυτής (Α.Ε.Δ. 32/2008, Ολ. Α.Π. 29/2006). Η προβλεπομένη από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 για τις πιο πάνω αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο παραγραφής που ισχύει κατά το άρθρο 250 αριθ. 6 και 17 Α.Κ.

για παρόμοιες αξιώσεις των εργατών και υπαλλήλων των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και από τον οριζόμενο στο άρθρο 937 ΑΚ χρόνο παραγραφής των αξιώσεων από αδικοπραξία, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων δικαιολογεί την εισαγωγή εξαιρέσεων και διακρίσεων και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων του Δημοσίου, που είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτού, στην οποία συμβάλλουν οι πολίτες με την καταβολή φόρων, τελών και λοιπών επιβαρύνσεων (πρβλ.

Ολ. Α.Π. 38/2005). Περαιτέρω κατά το άρθρο 93 του ίδιου νόμου (2362/1995): "Με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων, η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται μόνο: α) Με την υποβολή της υποθέσεως στο δικαστήριο ή σε διαιτητές, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, του δικαστηρίου ή των διαιτητών.

β) Με την υποβολή στην αρμόδια δημόσια αρχή αιτήσεως για την πληρωμή της απαιτήσεως, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από τη χρονολογία που φέρει η έγγραφη απάντηση του Διατάκτη ή της αρμόδιας για την πληρωμή της απαιτήσεως αρχής. Αν η αρμόδια δημόσια αρχή δεν απαντήσει, η παραγραφή αρχίζει μετά πάροδο έξι μηνών από τη χρονολογία υποβολής της αιτήσεως...".

Εξάλλου κατά το άρθρο 3 του ν.δ. 31/1968 "περί προστασίας της περιουσίας των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως και ρυθμίσεως ετέρων τινών θεμάτων" οι υπό των αστικών εν γένει νόμων και των ουσιαστικών διατάξεων επί δικών του δημοσίου αναγνωριζόμενες στο Δημόσιο προνομίες ή θεσπισμένες ειδικές προστατευτικές διατάξεις εφαρμόζονται αναλόγως και επί των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, εφόσον οι τυχόν υφιστάμενες αντίστοιχες για τους οργανισμούς αυτούς προνομίες εν γένει δεν είναι ευρύτερες ή ευνοϊκότερες από εκείνες που ισχύουν για το Δημόσιο.

Επίσης με το άρθρο 29 παρ. 5 του ν. 3202/2003 προστέθηκαν παράγραφοι στο τέλος του άρθρου 304 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων που κυρώθηκε με το π.δ. 410/1995, με την πρώτη από τις οποίες ορίζεται ότι στην παραγραφή των αξιώσεων κατά των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης εφαρμόζονται οι διατάξεις που διέπουν την παραγραφή των αξιώσεων κατά του Δημοσίου και ότι κάθε άλλη διάταξη που ορίζει μεγαλύτερο χρόνο παραγραφής των αξιώσεων κατά των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης καταργείται.

Η διάταξη αυτή επαναλαμβάνεται με το ίδιο περιεχόμενο στο άρθρο 276 παρ. 2 του νέου Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων που κυρώθηκε με το ν. 3463/2006 και ισχύει από 1-1-2007. IV. Στην προκειμένη περίπτωση το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα ακόλουθα:

Ότι με την 34100/1999 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων με θέμα "Πρόγραμμα για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας 2.700 ανέργων, αποφοίτων Λυκείου, ηλικίας 25-64 ετών για τη φύλαξη σχολείων", που εκδόθηκε μετά την 2/1999 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.), καταρτίσθηκε πρόγραμμα για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων που πλήττονται ιδιαίτερα από την ανεργία με πιθανότητα μόνιμης απασχόλησης στη φύλαξη σχολικών κτιρίων, διάρκειας έντεκα μηνών, με αντικείμενο θεωρητική και πρακτική ενημέρωση και την τοποθέτηση σε θέσεις για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, με δικαιούχους φορείς του προγράμματος τους πρωτοβάθμιους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης.

Ότι στην ίδια υπουργική απόφαση ορίστηκαν μεταξύ άλλων και τα εξής: α) το πρόγραµµα θα υλοποιηθεί µε τη συνεργασία των Υπουργείων Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, Δημόσιας Τάξης, του Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.), της Κεντρικής Ένωσης Δήµων και Κοινοτήτων Ελλάδος (Κ.Ε.Δ.Κ.Ε.) και της Ελληνικής Εταιρείας Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης (Ε.Ε.Τ.Α.Α.), οι οποίοι θα συµβληθούν µε προγραμματική σύµβαση, ώστε να δημιουργηθούν οι απαραίτητες προϋποθέσεις για την υλοποίηση του προγράμματος, β) το αντικείμενο του έργου, το οποίο περιλάμβανε μεταξύ άλλων τη δημοσίευση πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος προς τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και την επιλογή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης που θα ενταχθούν στο πρόγραμμα, καθώς και τη συνεχή υποστήριξη και παρακολούθηση του έργου των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης που θα ενταχθούν στο πρόγραμμα, γ) ότι ο συντονισμός όλων των ενεργειών που απαιτούνται για την επίτευξη του σκοπού του προγράμματος ανατίθεται στην επιτροπή παρακολούθησης που θα αποτελείται από έναν εκπρόσωπο καθενός των ανωτέρω επτά αναφερομένων εμπλεκομένων φορέων, η οποία θα αποφασίζει για τα ειδικά κριτήρια επιλογής των ανέργων, τη διαδικασία που θα ακολουθηθεί για την επιλογή και για κάθε αναγκαία ενέργεια, η οποία κρίνεται απαραίτητη για την ορθή υλοποίηση του προγράμματος και θα συντάσσει εκθέσεις ελέγχου της προόδου του έργου και καλής εκτέλεσης αυτού και δ) οι αρμοδιότητες και τα καθήκοντα καθενός από τους συνεργαζόμενους φορείς για την υλοποίηση του έργου και ειδικότερα των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, οι οποίοι εκτός των κοινών με τους λοιπούς φορείς αρμοδιοτήτων, δηλαδή παρακολούθησης του έργου και συμμετοχής στην επιτροπή, επελήφθησαν της υποστήριξης για το σχεδιασμό του προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας φύλαξης σχολικών κτιρίων.

Ότι σε εκτέλεση της ως άνω υπουργικής απόφασης καταρτίσθηκαν οι προβλεπόμενες από αυτήν από 9-12-1999 και 5-1-2000 προγραμματικές συμβάσεις μεταξύ των προαναφερόμενων φορέων για την υλοποίηση του προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας και απασχόλησης 3.300 ανέργων για τη φύλαξη σχολικών κτιρίων, εκπονήθηκε δε από τους ως άνω φορείς "Κανονιστικό Πλαίσιο Εφαρμογής Προγράμματος Απόκτησης Εργασιακής Εμπειρίας Ανέργων στη Φύλαξη Σχολικών Κτιρίων", στο οποίο μεταξύ άλλων όρισαν ότι τα σχολεία που θα επιλέξουν οι δικαιούχοι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης πρέπει να είναι της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και η φύλαξη των σχολείων θα γίνεται σε εικοσιτετράωρη βάση σε τρεις βάρδιες και Σαββατοκύριακα και αργίες, ορίζοντας ταυτόχρονα ότι η πρώτη βάρδια θα διαρκεί από 07. 00 έως 15.00, η δεύτερη βάρδια από 15.00 έως 23.00 και η τρίτη βάρδια από 23.00 έως 07.00 και ότι κάθε ασκούμενος είναι υποχρεωμένος σε καθημερινή οκτάωρη παρουσία στο σχολικό κτίριο στο οποίο έχει τοποθετηθεί, σύμφωνα με το πρόγραμμα που θα του δοθεί από τον οικείο οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης.

Ότι προβλέφθηκε επίσης, όπως και στην άνω υπουργικής απόφαση, το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης των δικαιούχων ανέργων που θα συμμετείχαν στο πρόγραμμα και η καταβολή της για είκοσι δύο ημέρες το μήνα. Ότι στη συνέχεια, αφού έγινε η επιλογή των 145 δικαιούχων οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται και ο εναγόμενος (σημ:

εδώ αναιρεσίβλητος) και των δικαιούχων ανέργων, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ενάγοντες (σημ: εδώ αναιρεσείοντες), καταρτίσθηκαν μεταξύ της Ε.Ε.Τ.Α.Α. και του εναγομένου αφενός και των εναγόντων τα από 12-2-2001 συμφωνητικά συνεργασίας διάρκειας έντεκα μηνών, δυνάμει των οποίων οι ενάγοντες αναλάμβαναν την υποχρέωση να συμμετάσχουν σε επιμορφωτική συνάντηση για ζητήματα φύλαξης σχολικών κτιρίων και να αποκτήσουν εργασιακή εμπειρία απασχολούμενοι ως φύλακες σε καθημερινή βάση, αργίες και Σαββατοκύριακα, σε τρες βάρδιες συνολικής διάρκειας οκτώ ωρών για είκοσι δύο ημέρες το μήνα, έναντι ημερήσιας αποζημίωσης 35,22 ευρώ.

Ότι μετά τη λήξη του αρχικού "συμφωνητικού" καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων τα ομοίου περιεχομένου από 1-7-2002, 17-7-2003, 1-4-2004, 1-4-2004, 4-2-2004, 12-7-2004, 2-8-2004 και 28-4-2005 "συμφωνητικά συνεργασίας" ορισμένης χρονικής διάρκειας έκαστο. Ότι ακολούθως, ύστερα από αίτηση των εναγόντων σύμφωνα με την προβλεπόμενη από το άρθρο 11 του π.δ. 164/2004 διαδικασία, το Α.Σ.Ε.Π.

με την 177/2006 απόφασή του αποφάνθηκε θετικά για την υπαγωγή τους στις διατάξεις του άνω προεδρικού διατάγματος και τη σχέση που τους συνέδεε με τον εναγόμενο ως εξαρτημένης εργασίας, καθώς έκρινε ότι αυτοί κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγόμενου, με αποτέλεσμα αυτοί να καταταγούν στις αντίστοιχες οργανικές θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που συστήθηκαν στον εναγόμενο, με την 17567/4-7-2006 απόφαση των Υφυπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομίας και Οικονομικών.

Περαιτέρω το εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "...Οι ενάγοντες ζητούν με την υπό κρίση αγωγή τους να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να τους καταβάλει διάφορα ποσά που τους οφείλονται από την παρασχεθείσα από αυτούς εργασία κατά τα έτη 2001 έως και 2006 και ειδικότερα επιδομάτων εορτών και επιδόματος αδείας που ουδέποτε τους καταβλήθηκαν, καθώς και αποζημίωσης αδείας λόγω μη χορήγησης αδείας αναψυχής.

Από τις εν λόγω όμως απαιτήσεις τους, αυτές που αφορούν στην καταβολή επιδομάτων Πάσχα και Χριστουγέννων ετών 2001 έως 2005, τα οποία ήταν καταβλητέα... το μεν πρώτο από αυτά δέκα (10) ημέρες προ του Πάσχα, το δε δεύτερο στις 16 Δεκεμβρίου και των επιδομάτων και αποζημίωσης αδείας ήταν καταβλητέα την 1η Ιουλίου, έχουν υποπέσει, κατά τον βάσιμο σχετικό ισχυρισμό του εναγομένου..., στη διετή παραγραφή που προβλέπεται από τις προαναφερθείσες διατάξεις, καθόσον η ένδικη αγωγή έχει ασκηθεί εναντίον του εναγομένου...

στις 21-5-2008... ήτοι μετά την πάροδο διετίας από τη γένεσή τους. Προς απόκρουση της νόμιμης... ένστασης παραγραφής του εναγόμενου, οι... ενάγοντες... νόμιμα επαναφέρουν με αυτοτελή λόγο έφεσης κατ' αντένσταση τον απαραδέκτως προβαλλόμενο με την προσθήκη των προτάσεων στον πρώτο βαθμό και απορριφθέντα ισχυρισμό τους ότι επήλθε διακοπή της παραγραφής των παραπάνω ένδικων αξιώσεών τους με την υποβολή στον εναγόμενο στις 29-12-2006 δήλωσης-όχλησής τους.

Η παραπάνω αντένσταση... παραδεκτά προβάλλεται κατ' αρχήν εν προκειμένω... Πλην όμως πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη διότι με την υποβολή προς τον εναγόμενο... της από 29-12-2006 δήλωσης-όχλησης δεν επήλθε διακοπή της παραγραφής αυτής για τις ένδικες αξιώσεις. Το έγγραφο αυτό δεν επέφερε το προβλεπόμενο αποτέλεσμα της διακοπής της παραγραφής των αξιώσεων αυτών, οι οποίες είχαν ήδη παραγραφεί πριν την υποβολή της παραπάνω δήλωσης, δεδομένου ότι η διετής παραγραφή αυτών (των απαιτήσεων) άρχισε από τη γένεση κάθε αξιώσεως και όχι από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο έγιναν απαιτητές, διότι εν προκειμένω...

έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 (Κώδικα Δημοσίου Λογιστικού) και όχι αυτή του άρθρου 91 παρ. 1 του ίδιου νόμου και ως εκ τούτου ο ως άνω λόγος έφεσης των... εναγόντων είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Επομένως στους ενάγοντες οφείλονται τα επιδόματα εορτών, αδείας και αποζημίωση αδείας του έτους 2006, τα οποία δεν περιλαμβάνονταν στην καθορισθείσα αποζημίωσή τους και δεν τους καταβλήθηκαν...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το εφετείο απέρριψε τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε γίνει δεκτή κατά ένα μέρος η αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων. Έτσι που έκρινε το εφετείο: Α) Ορθά εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 648 επ. ΑΚ, 20 παρ. 4 ν. 2738/1999 (περιπτ.

κα' άρθρου 14 ν. 2190/1994), 103 Συντάγματος, π.δ. 164/2004, ν. 2470/1997, ν. 3205/2003 και των εκδοθεισών βάσει αυτών κοινών υπουργικών αποφάσεων, μετά την παραδοχή ότι η συνδέουσα τα διάδικα μέρη σχέση είναι αυτή της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, με βάση την οποία και σε εφαρμογή των διατάξεων του π.δ. 164/2004 κατετάγησαν σε οργανικές θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που συστήθηκαν προς τούτο στον εναγόμενο, ώστε εφαρμοστέες επ' αυτών ήσαν οι ρηθείσες διατάξεις, οι οποίες εφαρμόζονται και επί των λοιπών υπαλλήλων που υπηρετούν με την ίδια σχέση στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης.

Συνεπώς ο πρώτος κατά το πρώτο σκέλος του λόγος αναίρεσης, αληθώς εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Β) Με το να δεχθεί όμως ότι με την υποβολή της ρηθείσας από 29-12-2006 αίτησης προς τον αναιρεσίβλητο οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης δεν επήλθε διακοπή της παραγραφής για τις ένδικες αξιώσεις που γεννήθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 29-12-2004 έως 29-12-2005 παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 90 παρ. 3 και 93 περ.

α' και β' του ν. 2362/1995, που εφαρμόζεται και επί των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης κατά τα προεκτεθέντα. Και τούτο διότι από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση της έφεσης των αναιρεσειόντων επί της οποίας η προσβαλλόμενη και των εγγράφων ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου προτάσεών τους, προκύπτει ότι οι ήδη αναιρεσείοντες προέβαλαν κατ' αντένσταση τη διακοπή της παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων που γεννήθηκαν από 29-12-2004 έως 29-12-2005 με επίκληση και προσκομιδή της ρηθείσας .../29-12-2006 αίτησής τους απευθυνόμενης ενώπιον της αρμόδιας δημόσιας αρχής, ήτοι αξιώσεων που γεννήθηκαν σε χρόνο που ενέπιπτε εντός της διετίας από της υποβολής της.

Συνακόλουθα ο πρώτος κατά το δεύτερο σκέλος του λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η ρηθείσα εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος αυτού με το οποίο κατά την επιτρεπτή νοηματική του απόδοση οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη την ίδια αναιρετική πλημμέλεια (εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.), με την αιτίαση ότι ο εναγόμενος δεν απάντησε στη ρηθείσα αίτηση περί διακοπής της παραγραφής και ως εκ τούτου η παραγραφή των ενδίκων αξιώσεων άρχισε εκ νέου στις 30-6-2007 (ήτοι μετά την πάροδο έξι μηνών), στη συνέχεια δε και πριν τη συμπλήρωση της διετίας αυτοί άσκησαν στις 21-5-2008 την από 28-3-2008 ένδικη αγωγή, είναι κατά το μέρος αυτό απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Και τούτο διότι οι αναιρεσείοντες, αν και ώφειλαν, ουδόλως επικαλούνται με το αναιρετήριο ότι προέβαλαν παραδεκτά ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας τον ισχυρισμό περί μη απαντήσεως του εναγομένου στην .../29-12-2006 αίτησή τους και περί ενάρξεως νέας εκ τούτου παραγραφής στις 30-6-2007, ήτοι μετά πάροδο εξαμήνου από της υποβολής της, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ο εν λόγω ισχυρισμός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, ούτε τέλος επικαλούνται αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχε εξαιρετική κατά το άρθρο 562 παρ. 2 εδαφ α'-γ' Κ.Πολ.Δ περίπτωση.

V. Συνακόλουθα πρέπει, κατά παραδοχή του προαναφερθέντος (πρώτου κατά το δεύτερο σκέλος του) λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τους λοιπούς (πλην του έκτου) αναιρεσείοντες και κατά το μέρος αυτής που απέρριψε την αντένσταση των αναιρεσειόντων αυτών περί διακοπής της παραγραφής των ένδικων αξιώσεών τους του χρονικού διαστήματος από 29-12-2004 έως 29-12-2005, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση κατά το μέρος αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων πρέπει να κατανεμηθούν ανάλογα με την έκταση της νίκης των και να επιβληθούν κατά ένα μέρος σε βάρος του αναιρεσιβλήτου λόγω της μερικής ήττας του (άρθρα 178 παρ. 1 και 183 Κ.Πολ.Δ), θα καθορισθούν όμως μειωμένα σύμφωνα με το άρθρο 281 παρ. 2 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, ο οποίος κυρώθηκε με το ν. 3463/2006.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 25-6-2014 αίτησης για αναίρεση της 22/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών ως προς τον έκτο αναιρεσείοντα Α. Π..

Αναιρεί την πιο πάνω απόφαση κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων των παρισταμένων αναιρεσειόντων, το οποίο ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ