Supreme Court dismisses appeal on abuse of right claim regarding rent arrears and eviction timing.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court's rejection of the tenant's eviction notice. The court found that the tenant failed to pay rent immediately upon demand and was absent from the property during the eviction, facts that objectively constituted an abuse of right under Article 281 of the Civil Code. Consequently, the lower court's decision to reject the appeal was upheld as legally sound despite minor reasoning flaws.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560(1) and 281 of the Civil Code; The court ruled that a landlord's immediate eviction for unpaid rent constitutes an abuse of right only if the tenant was present and informed, absent which the lower court's rejection of the appeal is valid.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 771 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 771/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Μαρία Χυτήρογλου και Ειρήνη Καλού, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2015, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Καρύδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Σ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Χαιρόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-3-2013 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λευκάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 87/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 69/2014 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16-5-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Σακκάς διάβασε την από 11-11-2014 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Δημητρούλας Υφαντή, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 16-5-2014 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 69/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, που έκρινε ως Εφετείο, επί εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 87/2013 απόφασης του Ειρηνοδικείου Λευκάδας.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Η διατύπωση αυτή συνιστά γενική αξιολόγηση και ορίζει εν μέρει τις προϋποθέσεις της κατάχρησης δικαιώματος, το δε δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεως του δικαιώματος καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, δημιούργησαν στον υπόχρεο την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, κατά τρόπον ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για τον υπόχρεο συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Απαιτείται δηλαδή για να χαρακτηριστεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα εύλογα, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ, 933 ΚΠολΔ και 25 του Συντάγματος συνάγεται ότι λόγο ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ μπορεί να αποτελέσει και η προφανής αντίθεση της επισπευδόμενης διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως στα αντικειμενικά όρια της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος με βάση το οποίο επισπεύδεται η εκτέλεση.
Τέτοια δε προφανής αντίθεση της διαδικασίας της επισπευδόμενης εκτέλεσης στην καλή πίστη ή στα χρηστά ήθη ή στον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, υπαγόμενη στην έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, μπορεί να συντρέχει όταν ο επισπεύδων την εκτέλεση έχει συμφωνήσει να απόσχει από την επίσπευσή της υπό την επιφύλαξη της τήρησης των όρων της συμφωνίας, ή όταν έχει δημιουργήσει την εύλογη πεποίθηση στον καθ' ου, με πράξεις ή παραλείψεις του, ότι δεν θα προχωρήσει στην εκτέλεση με αποτέλεσμα η εν συνεχεία επίσπευσή της να έχει ιδιαίτερες δυσμενείς επιπτώσεις για τον καθ' ου.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 69/2014 απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας επί εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Λευκάδας που απέρριψε ανακοπή κατά της εκτελέσεως διαταγής αποδόσεως μισθίου ακινήτου έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Την 20.4.2011 ο ανακόπτων (και ήδη αναιρεσείων) συνήψε με τον καθ' ου (και ήδη αναιρεσίβλητο) σύμβαση μισθώσεως ενός ισογείου καταστήματος εμβαδού 30 τ.μ., ευρισκομένου στην πόλη της … και επί των οδών ...
και ... αρ. 2. Δυνάμει δε της υπ' αριθμ. 197/2012 διαταγής απόδοσης μισθίου και καταβολής μισθωμάτων ο ανακόπτων υποχρεώθηκε να αποδώσει στον καθ' ου η ανακοπή - εκμισθωτή το ανωτέρω μίσθιο, να καταβάλει το ποσό των 3.885 € για οφειλόμενα μισθώματα και 152 € για δικαστική δαπάνη. Η διαταγή πληρωμής, αφού επιδόθηκε στον ανακόπτοντα εκτελέσθηκε, συνταχθείσας σχετικά της υπ' αριθμ. 1707/20.2.2012 έκθεσης απόδοσης μισθίου καταστήματος.
Ο ανακόπτων ισχυρίσθηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ότι η αποβολή του από το μίσθιο έγινε κατά καταχρηστική άσκηση του σχετικού δικαιώματος του καθ' ου η ανακοπή. Συγκεκριμένα, υποστήριξε ότι μεταξύ των μερών είχε προηγηθεί προφορική συμφωνία τους στις 18.2.2013 ότι δεν θα επισπεύσει ο καθ' ου την αναγκαστική εκτέλεση υπό τον όρο ότι ο ανακόπτων θα καταβάλλει το ποσό των οφειλομένων μισθωμάτων ύψους 5.828 € και ότι θα τεθεί εγγυητής στην σύμβαση ως προς την καταβολή των μισθωμάτων.
τέλος, ότι συμφώνησαν ο ανακόπτων μισθωτής να περιορίσει την όχληση των γειτόνων και των ενοίκων του ξενοδοχείου ..., στο ισόγειο του οποίου στεγάζεται το επίδικο κατάστημα. Τέλος, ισχυρίσθηκε ότι παρά τα ανωτέρω ο καθ' ου προέβη στις 20.2.2013 στην αποβολή του από το μίσθιο. Προς επίρρωση μάλιστα του ισχυρισμού του αυτού προσκόμισε το από 18.2.2013 αντίγραφο φαξ που απέστειλε ο τότε πληρεξούσιος δικηγόρος του καθ' ου η ανακοπή προς τον τότε πληρεξούσιο του ανακόπτοντος.
Στο έγγραφο αυτό αναφέρεται η πρόταση του Τ. Λ., δικηγόρου Κέρκυρας, ο οποίος φέρεται να ενεργούσε για λογαριασμό του καθ' ου η ανακοπή προκειμένου, μετά την άμεση καταβολή του συνόλου του οφειλόμενου ποσού, να προχωρήσουν σε συμφωνία για την τροποποίηση της μεταξύ των μερών μισθωτικής σχέσης. Ο καθ' ου η ανακοπή αρνήθηκε την ύπαρξη της συμφωνίας αυτής και ισχυρίσθηκε ότι ο τότε πληρεξούσιος δικηγόρος του ενεργούσε χωρίς την προς τούτο συναίνεσή του.
Ανεξαρτήτως της βασιμότητας του ισχυρισμού αυτού, αποδείχθηκε ότι ο ανακόπτων δεν κατέβαλε αυθημερόν το οφειλόμενο ποσό, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο ανωτέρω έγγραφο. Αντιθέτως, στις 19.2.2013 κατέβαλλε μόνο το ποσό των 2.000 €, στις 22.2.2013, ήτοι μετά την αποβολή από το μίσθιο, κατέβαλε το ποσό των 3.500 €, ενώ παρέμεινε ως οφειλόμενο το ποσό των 325 €.
Περαιτέρω δε ισχυρίσθηκε, ότι είχε ενημερώσει τον καθ' ου η ανακοπή πως έπρεπε να απουσιάσει για κάποιες ημέρες λόγω προβλήματος υγείας του ανηλίκου τέκνου του και για το λόγο αυτό θα καθυστερούσε την καταβολή των υπολοίπων χρημάτων, καθώς και ότι λόγω της κατά τα ανωτέρω απουσίας του δεν είχε ενημερωθεί για την αποβολή του από το μίσθιο.
Πλην όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί δεν αποδείχθηκαν. συγκεκριμένα, ο ανακόπτων δεν απέδειξε ότι βρισκόταν εκτός … λόγω προβλήματος υγείας του ανηλίκου τέκνου του, το οποίο δεν προσδιορίζεται, ενώ από το προσκομισθέν εξιτήριο της ιδιωτικής κλινικής με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην Αθήνα προκύπτει μόνο ότι ο Χ.
Κ. νοσηλεύθηκε στην ανωτέρω κλινική λόγω οφθαλμολογικού προβλήματος για μία ημέρα (ήτοι από 15.11.2012 έως 15.11.2012) και υπεβλήθη σε μία επέμβαση. Εντούτοις, η νοσηλεία αυτή προηγείται της αποβολής από το μίσθιο, δεν προκύπτει δε από κανένα έγγραφο ότι κατά τον επικαλούμενο χρόνο ο ανακόπτων απουσίαζε και δεν είχε ενημερωθεί για την αποβολή, πολλώ δε μάλλον δεν αποδεικνύεται ότι είχε ενημερώσει τον καθ' ου η ανακοπή για την καθυστέρηση στην καταβολή των μισθωμάτων και για το λόγο αυτής, ενώ και ο εξετασθείς στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ουδέν καταθέτει σχετικά.
Πρέπει δε στο σημείο αυτό να σημειωθεί ότι στο εν λόγω έγγραφο αναφέρεται ρητώς ότι η καταβολή του συνόλου του οφειλόμενου ποσού πρέπει να λάβει χώρα αυθημερόν προκειμένου να ισχύει η προτεινόμενη συμφωνία. Υπό τα εκτιθέμενα συνεπώς πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, η συμπεριφορά του καθ' ου η ανακοπή να προβεί στην εκτέλεση της ανωτέρω διαταγής απόδοσης μισθίου ακινήτου στις 22.2.2013 δεν ασκήθηκε κατά κατάχρηση δικαιώματος, ήτοι κατά παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο απέρριψε τον λόγο αυτό ανακοπής, ορθώς κατ' αποτέλεσμα έκρινε, αν και με εν μέρει εσφαλμένη αιτιολογία, που αντικαθίσταται με τις αιτιολογίες της παρούσας αποφάσεως (άρθρο 534 ΚΠολΔ) και εκτίμησε τις αποδείξεις. Επομένως, ο σχετικός λόγος εφέσεως πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος".
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Λευκάδας, που δίκασε ως Εφετείο, με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις τον αντίστοιχο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος, κατά της ομοίως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε την εφαρμοσθείσα ως άνω ουσιαστική διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ., καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά: 1) ότι ο αναιρεσείων δεν εκπλήρωσε προ της αποβολής και μάλιστα αυθημερόν την οφειλόμενη παροχή των μισθωμάτων, 2) ότι κατά τον χρόνο της αποβολής από το μίσθιο ο ανακόπτων δεν βρισκόταν εκτός … για λόγους υγείας του παιδιού του, 3) ότι κατά το χρόνο της αποβολής από το μίσθιο ο ανακόπτων δεν απουσίαζε απ' τη …, δεν πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος και δικαιολογούν την απόρριψη της έφεσης και του αντίστοιχου λόγου της του αναιρεσείοντος.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον μοναδικό λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρ. 560 του ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε και προτάσεις (άρθ. 176 και 183 ΚΠολΔ).
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί να εισαχθεί το παράβολο στο δημόσιο ταμείο (άρθ. 495 παρ. 4 εδ. ε' ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-5-2014 αίτηση του Α. Κ. για αναίρεση της 69/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ. Και
Διατάζει να εισαχθεί στο δημόσιο ταμείο το παράβολο Η 6810964/6-6-2014 της Δ.Ο.Υ. Λευκάδας.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Ιουνίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ