Legislator Case Law & Legislation
771/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for absent respondents and substantive grounds for insufficient evidence.

Case Number 771/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appeal filed by the appellants against the Thessaloniki Court of Appeal's decision. The court found the appeal inadmissible because only the appellants appeared in court while the respondents were absent, yet valid service of process was proven. Substantively, the appellate court's reasoning was deemed clear and consistent, and the lower court correctly rejected the claim due to lack of sufficient evidence for debt recognition or unjust enrichment. Consequently, the appeal was dismissed in its entirety, and the costs were assigned to the state.

Legislator headnote

AI generated

Articles 568(4) and 576(1)-(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if respondents are absent despite valid service, and a judgment is not reversible if the appellate court provided clear, consistent reasoning based on the evidence presented.

Keywords

AI generated
appeal admissibility service of process absence of respondents insufficient evidence unjust enrichment code of civil procedure appellate reasoning

Cited Legislation

AI generated
Article 568(4) of the Code of Civil Procedure
Article 576(1) and (2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 2068/2007
Supreme Court 907/2006
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 771 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 771/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Θ. Θ. του Κ., κατοίκου ... και 2. της υπό εκκαθάριση τελούσας ομορρύθμου εταιρείας υπό την επωνυμία "…", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Κουδρόγλου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ

Των αναιρεσιβλήτων:1.Α. Α. του Θ., κατοίκου ... και 2. της ανωνύμου τεχνικής εταιρίας με την επωνυμία "ΗΝΙΟΧΟΣ Α.Τ.Ε", που εδρεύει στη …και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 3.9.2004, 15.3.2005, 15.3.2005 και 22.5.2005 αγωγές των ανωτέρω διαδίκων που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 33709/2008 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1620/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16 Ιανουαρίου 2013 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Χαμηλοθώρης, ανέγνωσε την από 26 Σεπτεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανιστεί κάποιος από τους διαδίκους, είτε αυτός είναι ο αναιρεσείων είτε ο αναιρεσίβλητος, εξετάζεται ποιος από αυτούς επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης. Αν η συζήτηση επισπεύδεται από το διάδικο που εμφανίστηκε και δεν εμφανιστεί ο αντίδικος του, πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση το αποδεικτικό επίδοσης της σχετικής κλήσης προς συζήτηση, ενώ αν συζήτηση επισπεύδεται από τον αντίδικο του διαδίκου που εμφανίστηκε, πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση η κλήση που του επιδόθηκε (είτε αυτοτελώς είτε με την αίτηση αναίρεσης και της πράξης ορισμού δικασίμου).

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο παραστάθηκαν μόνον οι αναιρεσείοντες, ενώ δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο ο αναιρεσίβλητοι. Όπως δε προκύπτει από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες εκθέσεις επίδοσης .../13.3.2013 και .../14.3.2013 του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης …, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους αναιρεσιβλήτους, με επιμέλεια των αναιρεσειόντων, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με ορισμένη αρμοδίως δικάσιμο την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης (7.10.2013).

Επομένως πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων (576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Με την προσβαλλόμενη απόφαση, 1) επικυρώθηκε, μετά την απόρριψη ως ουσιαστικά αβάσιμης της έφεσης των αναιρεσειόντων, η πρωτόδικη απόφαση, με την οποία έγιναν δεκτές στο σύνολο τους, α) η με αριθ. κατάθεσης 10022/15.3.2005 αγωγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου κατά του πρώτου αναιρεσείοντος για απόδοση του ποσού των 30.000 ευρώ, οφειλόμενου από σύμβαση άτοκου δανείου και β) η με αριθ. κατάθεσης 24019/22.5.2007 αγωγή της δεύτερης από τους αναιρεσιβλήτους κατά της δεύτερης από τους αναιρεσείοντες για καταβολή του ποσού των 17.139,50 ευρώ, ως αμοιβής της για την εκτέλεση του έργου της ανακαίνισης και διαμόρφωσης του τρίτου ορόφου του καταστήματος της τελευταίας, το οποίο της ανέθεσε εκείνη και 2) απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, η με αριθ. κατάθεσης 28560/3.9.2004 αγωγή του πρώτου από τους αναιρεσείοντες κατά του πρώτου από τους αναιρεσιβλήτους για απόδοση του ποσού των 59.347,93 ευρώ, οφειλόμενου από σύμβαση αναγνώρισης χρέους, μετά την εξαφάνιση κατά τούτο της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία η εν λόγω αγωγή είχε απορριφθεί, ως μη νόμιμη.

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης η δεύτερη από τους αναιρεσείοντες προβάλλει τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, σε σχέση με την πιο πάνω με αριθ. κατάθεσης 24019/2007 αγωγή της δεύτερης από τους αναιρεσιβλήτους, α) με το να δεχθεί, ότι εγκύρως επιδόθηκε η πιο πάνω αγωγή μόνο στον ένα από τους δύο δικαστικώς ορισθέντες εκκαθαριστές της και να απορρίψει στη συνέχεια την ένσταση της για παραγραφή της αξίωσης της ενάγουσας για καταβολή της εργολαβικής της αμοιβής, λόγω διακοπής της προβλεπόμενης πενταετούς παραγραφής με την άσκηση της αγωγής, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 241, 242, 251, 253, 261, 748 και 749 παρ. 2 και 778 παρ. 1 ΑΚ και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (πρώτο μέρος του λόγου αυτού), β) παραμόρφωσε το περιεχόμενο των αποφάσεων 32608/2004 και 32609/2004 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με τις οποίες διορίστηκαν αντίστοιχα εκκαθαριστές σε συνώνυμη ομόρρυθμη εταιρία και στην ίδια, με συνέπεια να καταλήξει από λανθασμένη ανάγνωση των εν λόγω αποφάσεων, ως προς το στοιχείο της έδρας των εταιριών αυτών, στην κρίση ότι οι διορισμένοι με την πρώτη απόφαση εκκαθαριστές της συνώνυμης εταιρίας είναι δικοί της εκκαθαριστές και ότι εγκύρως έλαβε χώρα επίδοση της αγωγής με την παράδοση αντιγράφου αυτής στους εκκαθαριστές της συνώνυμης ομόρρυθμης εταιρίας και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ (δεύτερο μέρος) και γ) διέλαβε ελλιπείς αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα της διάκρισης των πιο πάνω εταιριών και στη συνέχεια της διακοπής της παραγραφής της πιο πάνω αξίωσης της ενάγουσας και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ (τρίτο μέρος).

Ο λόγος αυτός είναι, κατά το πρώτο μέρος του αβάσιμος διότι ορθά δέχθηκε το Εφετείο ότι με την επίδοση της αγωγής επήλθε διακοπή της επίμαχης παραγραφής. Σε ότι αφορά το κύρος της επίμαχης επίδοσης, αναφορικά με το οποίο η σχετική αιτίαση αρμόζει στον αριθμό 14 του άρθρου 559, το Εφετείο ορθά έκρινε έγκυρη την επίδοση αυτή, ενόψει του ότι στην περίπτωση ομόρρυθμης εταιρείας που βρίσκεται σε εκκαθάριση, αρκεί, σύμφωνα με τη σαφή διάταξη του άρθρου 126 παρ. 2 ΚΠολΔ, να γίνει η επίδοση σε ένα από τους εκκαθαριστές (ΑΠ 2139/2009).

Κατά το δεύτερο μέρος του, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι επίσης αβάσιμος. Ειδικότερα, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση γίνεται δεκτό ότι εκκαθαριστές της εναγομένης εταιρίας …., για την οποία αναφέρεται στο εισαγωγικό μέρος της απόφασης αυτής απλώς ότι εκπροσωπήθηκε νόμιμα (στην πρωτόδικη απόφαση 33709/2008 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ρητά αναφέρεται ότι η εν λόγω εταιρία εκπροσωπείται νόμιμα από τον εκκαθαριστή Ν.

Τ.) ήσαν οι Χ. Β. και Ν. Τ., που διορίστηκαν με την απόφαση 32608/2004 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, και εκκαθαριστής της ομόρρυθμης εταιρίας …, που είναι διαφορετική από την εναγομένη, ο Χ. Β., που διορίστηκε με την απόφαση 32609/2004 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, και ότι "το γεγονός ότι πρόκειται για διαφορετικές εταιρίες αποδεικνύεται από τη σύγκριση του περιεχομένου των ως άνω δύο αποφάσεων (32608/2004 και 32609/2004), στις οποίες αναφέρονται διαφορετικοί χρόνοι σύστασης των δύο εταιριών, διαφορετικές επωνυμίες και διαφορετικά εταιρικά μερίδια".

Η κρίση αυτή του Εφετείου, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, δεν είναι προϊόν εσφαλμένης ανάγνωσης των εν λόγω αποφάσεων 3608/2004 και 3609/2004 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αλλά αποτέλεσμα αξιολόγησης των διαδικαστικών αυτών εγγράφων, στο οποίο το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατέληξε, αφού προσέδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στο χρόνο σύστασης, στη διαφορετική επωνυμία και τα διαφορετικά εταιρικά μερίδια και όχι στην ακριβή διεύθυνση της έδρας των εταιριών αυτών.

Η κρίση όμως αυτή του Εφετείου, το οποίο εκτιμώντας και αξιολογώντας το αληθινό περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, κατέληξε σε συμπέρασμα αντίθετο με εκείνο που θεωρεί ως ορθό η αναιρεσείουσα εταιρία, δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, εφόσον πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων (ΑΠ 11/2012, ΑΠ 15/2010). Τέλος, ενόψει των πιο πάνω παραδοχών του Εφετείου, αναφορικά με το προαναφερόμενο ζήτημα, οι οποίες κρίνονται επαρκείς, ελέγχεται αβάσιμος ο λόγος αυτός αναίρεσης και κατά το τρίτο μέρος του.

Περαιτέρω η δεύτερη αναιρεσείουσα, κατά την έκταση που η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε την πιο πάνω με αριθ. κατάθεσης 24019/2007 αγωγή της δεύτερης αναιρεσίβλητης, ισχυρίζεται με τους δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, έκτο, έβδομο, όγδοο, δέκατο και ενδέκατο λόγους αναίρεσης, ότι στοιχειοθετούνται οι ακόλουθες πλημμέλειες του Εφετείου από το άρθρο 559 ΚΠολΔ:

α) Η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του εν λόγω άρθρου, διότι το Εφετείο δεν κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της πιο πάνω αγωγής, ενόψει του ότι, όπως η ίδια ισχυρίστηκε στον πρώτο και στο δεύτερο βαθμό, η αγωγή αυτή δεν επιδόθηκε στο νόμιμο εκκαθαριστή της Χ. Β. (δεύτερος λόγος). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το γεγονός, όπως προεκτέθηκε, ότι η αγωγή επιδόθηκε στον ένα από τους δύο εκκαθαριστές της εναγομένης ομόρρυθμης εταιρίας, αρκεί για το έγκυρο της επίδοσης αυτής και συνακόλουθα δεν δημιουργείται απαράδεκτο της συζήτησης της επίμαχης αγωγής από τη μη επίδοση και στον άλλο εκκαθαριστή (ΑΠ 2139/2009).

β) Η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19, διότι το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την ένσταση της για καταχρηστική άσκηση εκ μέρους της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρίας του δικαιώματος για καταβολή εργολαβικής αμοιβής, ως νομικά αβάσιμη, εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και διέλαβε στην απόφαση του για το ζήτημα αυτό ανεπαρκείς αιτιολογίες (τρίτος λόγος).

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι ο ισχυρισμός της εναγομένης και ήδη αναιρείουσας εταιρίας "ότι η ενάγουσα εταιρία εξέδωσε το τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών για την εργολαβική αμοιβή της, βάσει τιμών ποτ) δεν ανταποκρίνονταν στα δεδομένα της αγοράς, χωρίς να" λάβει υπόψη της την επανειλημμένη συνεργασία "τους κατά το παρελθόν και τη στενή φιλία που συνέδεε το νόμιμο εκπρόσωπο της Θ.

Θ. με τον Α. Α., ουσιαστικό ιδιοκτήτη της ενάγουσας, ότι επιπλέον δεν απαίτησε την πληρωμή του ανωτέρω τιμολογίου με μετρητά χρήματα ούτε επιδίωξε την εξασφάλιση της πληρωμής του με αξιόγραφα, όπως είχε πράξει στο παρελθόν με τις προηγούμενες συμβάσεις έργου, ότι ο ουσιαστικός ιδιοκτήτης αυτής Α. Α. της δημιούργησε την πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να διεκδικήσει το υπερβολικό τίμημα του τιμολογίου, ότι μετά την αδράνεια της ενάγουσας επί πέντε σχεδόν έτη να επιδιώξει την είσπραξη του τιμολογίου, η άσκηση της αγωγής ανατρέπει την κατάσταση που διαμορφώθηκε, προκαλώντας σ' αυτήν βλάβη και ειδικότερα δυσχεραίνεται η διαδικασία εκκαθάρισης της , ενώ αν γνώριζε νωρίτερα ότι η ενάγουσα θα επιδίωκε την είσπραξη του τιμολογίου δεν θα είχε προβεί στην εξόφληση των επιταγών που είχε εγχειρίσει στην ενάγουσα και θα μπορούσε με μεγαλύτερη ευχέρεια να αποδείξει τις πλημμέλειες του έργου", είναι νομικά αβάσιμος, διότι η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου δεν αρκεί για να καταστήσει την άσκηση του δικαιώματος αντίθετη προς τις επιταγές του άρθρου 281 ΑΚ, αλλά απαιτούνται και άλλα περιστατικά, τα δε επικαλούμενα από την εναγομένη περιστατικά, δεν αρκούν για να καταστήσουν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος της ενάγουσας.

Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο ορθά έκρινε ότι τα πιο πάνω επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά δεν είναι ικανά για να θεμελιώσουν την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, όσα δε αντίθετα υποστηρίζονται από την αναιρεσείουσα για ευθεία παραβίαση της εν λόγω διάταξης ουσιαστικού δικαίου κρίνονται αβάσιμα.

Εξάλλου ο προβαλλόμενος από τον αριθμό 19 λόγος είναι απαράδεκτος, διότι το Εφετείο δεν εισήλθε στην ουσιαστική εξέταση της εν λόγω ένστασης και δεν διατύπωσε γι' αυτήν αποδεικτικό πόρισμα (ΟλΑΠ 3/1997). γ) Η πλημμέλεια από τους αριθμούς 14 και 19, διότι το Εφετείο απέρριψε την ένσταση για μείωση της εργολαβικής αμοιβής της δεύτερης αναιρεσίβλητης, λόγω ελαττωμάτων του έργου, ως αόριστη με την αιτιολογία ότι δεν προσδιορίζονται επαρκώς τα ελαττώματα του έργου, η αντικειμενική αξία του έργου με την ύπαρξη των ελλείψεων κατά το χρόνο παράδοσης και η αξία αυτού χωρίς τις ελλείψεις, μολονότι περιέχονταν με πληρότητα και ακρίβεια τα στοιχεία αυτά στις πρωτόδικες προτάσεις της και ακόμη διότι διέλαβε για το ζήτημα αυτό ανεπαρκείς αιτιολογίες στην προσβαλλόμενη απόφαση (τέταρτος λόγος).

Ο λόγος αυτός, κατά το πρώτο μέρος του, είναι αβάσιμος!) ενόψει του ότι, από την επισκόπηση των προτάσεων της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, προκύπτει ότι δεν γίνεται αναφορά σ' αυτές, με την αναγκαία για τον ακριβή προσδιορισμό τους πληρότητα, των ελαττωμάτων του έργου και της αντικειμενικής αξίας του έργου, με την ύπαρξη των ελαττωμάτων και χωρίς αυτά, και μάλιστα κατά τον κρίσιμο χρόνο παράδοσης του έργου, στοιχεία τα οποία είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της πιο πάνω ένστασης.

Έτσι ορθά το Εφετείο απέρριψε την ένσταση αυτή, ως απαράδεκτη, λόγω της αοριστίας της. Κατά το δεύτερο μέρος από τον αριθμό

19 ο πιο πάνω λόγος είναι απαράδεκτος, διότι το Εφετείο δεν εισήλθε στην ουσιαστική εξέταση της εν λόγω ένστασης, δ) Η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19, διότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 441 ΑΚ και απέρριψε, ως μη νόμιμη την προταθείσα επικουρικά ένσταση συμψηφισμού προς την επίμαχη απαίτηση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρίας δύο ανταπαιτήσεων του ομόρρυθμου μέλους της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρίας Θ.

Θ. (πρώτου αναιρεσείοντος), ποσού 8.804,11 και 8.804,51 ευρώ αντίστοιχα, από προσωπικές καταβολές του τελευταίου προς την πρώτη, με την αιτιολογία ότι δεν συντρέχει η αναγκαία προϋπόθεση της αμοιβαιότητας μεταξύ απαίτησης (ενάγουσας) και ανταπαιτήσεων (τρίτου προσώπου και όχι της εναγομένης), ενώ δεν εφάρμοσε, αν και όφειλε, τη διάταξη του άρθρου 483 παρ. 1 ΑΚ, ενόψει του ότι από τα ιστορούμενα στις προτάσεις της (αναιρεσείουσας-εναγομένης), ανεξάρτητα από την επίκληση εκ μέρους γης ένστασης συμψηφισμού, προέκυπτε εξόφληση της επίδικης απαίτησης με δύο προκαταβολές του προαναφερόμενου ύψους από τον πιο πάνω ομόρρυθμο εταίρο της προς την ενάγουσα, την οποία (εξόφληση) το δικαστήριο όφειλε να λάβει το ίδιο υπόψη και να δεχθεί απόσβεση της απαίτησης της ενάγουσας με τις εν λόγω καταβολές εκείνου, ως ενεχόμενου συνοφειλέτη, και περαιτέρω διότι διέλαβε ως προς το ζήτημα αυτό ανεπαρκείς αιτιολογίες (πέμπτος λόγος).

Ο λόγος αυτός είναι, ως προς το πρώτο σκέλος του, απαράδεκτος, διότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται κανένα συγκεκριμένο σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εφαρμογή του κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 441 ΑΚ. Αναφορικά με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 483 παρ.1 ΑΚ είναι επίσης απαράδεκτος, προέχοντος διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο, όπως θα έπρεπε (562 ΚΠολΔ), ούτε άλλωστε προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων της εναγομένης στο πρωτοδικείο, ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρία προέβαλε στο "πρωτοβάθμιο δικαστήριο τέτοιο ισχυρισμό (ένσταση) για καταβολή των πιο πάνω ποσών των 8.804,11 και 8.804,51 ευρώ προς εξόφληση του επίμαχου χρέους της εκ μέρους του ομόρρυθμου μέλους της Θ.

Θ. με την ιδιότητα αυτού, ως συνοφειλέτη (416, 483 παρ. 1 ΑΚ) ή με την ιδιότητα του τρίτου (317, 416 ΑΚ). Κατά το δεύτερο σκέλος του από τον αριθμό 19 ο πιο πάνω λόγος είναι απαράδεκτος, διότι το Εφετείο δεν εισήλθε στην ουσιαστική εξέταση της εν λόγω ένστασης, ε) Η πλημμέλεια από τους αριθμούς 14, 10 και 19, διότι, αν και το εφετείο διέλαβε στην απόφαση του ότι δεν λήφθηκε υπόψη η κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας εταιρίας επί της πιο πάνω αγωγής Α.

Π., λόγω της ιδιότητας αυτού, ως μέλους του διοικητικού συμβουλίου της, η κατάθεση αυτή διατυπώθηκε στα ενιαία πρακτικά των συνεκδικαζόμενων αγωγών, γεγονός που δεν εμπόδισε το μάρτυρα αυτό να καταθέσει επί όλων των θεμάτων, διότι, άλλως, το Εφετείο, μετά την εξαίρεση του εν λόγω μάρτυρα, δέχθηκε τους αγωγικούς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας εταιρίας, ως αληθινούς, χωρίς αποδεικτικό έρεισμα και διότι, ενόψει του ότι ο μάρτυρας αυτός κατέθεσε επί περισσότερων αγωγών, δεν προκύπτει από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, πού κάθε φορά βασίστηκε η απόφαση αυτή για την εξαγωγή των συμπερασμάτων της.

Ο λόγος αυτός, κατά το πρώτο μέρος του, είναι απαράδεκτος, διότι στο ίδιο το αναιρετήριο ρητά αναφέρεται ότι δεν λήφθηκε υπόψη η κατάθεση του μάρτυρα αυτού επί της επίμαχης αγωγής και περαιτέρω δεν γίνεται καμιά ειδικότερη αναφορά για πραγματική λήψη υπόψη της εν λόγω κατάθεσης για το σχημασμό του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου της ουσίας επί της αγωγής αυτής.

Κατά το δεύτερο μέρος του είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα επί της πιο πάνω αγωγής, λαμβάνοντας υπόψη τις καταθέσεις των υπόλοιπων μαρτύρων και τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, συ συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας.

Κατά το τρίτο μέρος είναι απαράδεκτος, ενόψει της αοριστίας του και επιπλέον ενόψει του ότι ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ιδρύεται όταν παραβιάζονται κανόνες ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου. στ) Η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 14, διότι το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό της για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της ενάγουσας εταιρίας ΗΝΙΟΧΟΣ ΑΤΕ, η οποία διαφέρει από την εταιρία …., που εξέδωσε το σχετικό τιμολόγιο για τις επίμαχες εργασίες, και για αοριστία κατά τούτο της αγωγής (έβδομος λόγος).

Κατά το πρώτο μέρος ο λόγος αυτός, ενόψει των ανέλεγκτων παραδοχών του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ότι πρόκειται για το ίδιο νομικό πρόσωπο, το οποίο άλλαξε την επωνυμία του από … σε ΗΝΙΟΧΟΣ ΑΤΕ, είναι αβάσιμος. Κατά το δεύτερο μέρος ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, προεχόντως λόγω της αοριστίας του.

ζ) Η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και, 19, διότι το Εφετείο, με το να επιδικάσει νόμιμους τόκους από τις 5.11.2002 επί του κεφαλαίου της εργολαβικής αμοιβής της ενάγουσας εταιρίας, η οποία (αμοιβή) πιστώθηκε οπωσδήποτε μέχρι την επίδοση της αγωγής (14.9.2004), παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, τις διατάξεις των άρθρων 340 και 346 Α.Κ, τις οποίες εσφαλμένως δεν εφάρμοσε (όγδοος λόγος).

Ο λόγος αυτός αναίρεσης, ενόψει των εκφερόμενων με σαφήνεια και πληρότητα, ανέλεγκτων κατά την ουσία τους, παραδοχών του Εφετείου ότι το πρωτόδικο δικαστήριο, που υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει νόμιμους τόκους επί του ποσού των 17.139,50 ευρώ από την επομένη της συμφωνηθείσας ημέρας πληρωμής του, την 25.11.2002, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, αφού από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι πιστώθηκε περαιτέρω η αμοιβή", κρίνεται αβάσιμος και κατά τα δύο μέρη του.

η) Η πλημμέλεια από τους αριθμούς 19 και 1, διότι το Εφετείο, αναφορικά με την απόρριψη του ισχυρισμού της (ένστασης) για κατάρτιση στις 29.11.2002 μεταξύ του νομίμου εκπροσώπου της Θ. Θ. και του Α. Α., συμφερόντων του οποίου είναι η ενάγουσα δεύτερη αναιρεσίβλητη εταιρία, σύμβασης άφεσης χρέους, ως προς το ποσό της εργολαβικής αμοιβής της τελευταίας (17.139,50 ευρώ), στερείται αιτιολογίας και διότι δεν εφάρμοσε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 213 επ., 713. 730 επ.

και 733 ΑΚ, αν και συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, ενώ εφάρμοσε εσφαλμένα τις διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 1 και 2 και 22 του ν. 2190/1920 για τις ανώνυμες εταιρίες (δέκατος λόγος). Ο λόγος αυτός κατά δεύτερο σκέλος του για εσφαλμένη μη εφαρμογή και εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων είναι αόριστος- και προεχόντως απαράδεκτος για την αιτία αυτή.

Κατά το πρώτο σκέλος του, για έλλειψη αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης είναι επίσης απαράδεκτος, διότι, όπως προκύπτει από την απόφαση αυτή, το Εφετείο απέρριψε την εν λόγω ένσταση προεχόντως, ως νομικά αβάσιμη, δηλαδή χωρίς να εκφέρει κρίση επί της ουσιαστικής βασιμότητας αυτής, προϋπόθεση που πρέπει να συντρέχει για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Η περαιτέρω επικουρική αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία απορρίπτεται στην ουσία του ο ενισχυτικός της άφεσης χρέους ισχυρισμός (επιχειρηματολογία) της αναιρεσείουσας-εναγομένης εταιρίας ότι ο Α. Α. απέδωσε το ποσό των 30.000 ευρώ προς το Θ. Θ., ως επιστροφή μέρους της εργολαβικής αμοιβής που καταβλήθηκε από την εναγομένη εταιρία στην ενάγουσα εταιρία, δεν θίγει την πιο πάνω απόρριψη της προαναφερόμενης ένστασης, λόγω νομικής αβασιμότητας.

Συνακόλουθα, εφόσον η κυρία αιτιολογία για απόρριψη της παραπάνω ένστασης, ως νομικά, αβάσιμης, στηρίζει αυτοτελώς την απορριπτική κρίση του Εφετείου, ο λόγος αναίρεσης είναι κατά την έκταση αυτή αλυσιτελής, θ) Η πλημμέλεια από τους αριθμούς 19, 12 και 13, διότι το Εφετείο, ως προς την εκπλήρωση της υποχρέωσης της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης εταιρίας για την εκτέλεση και παράδοση του συμφωνημένου έργου ανακαίνισης και διαμόρφωσης του καταστήματος της εναγομένης-αναιρεσείουσας, δεν διέλαβε καμιά αιτιολογία, διότι προσέδωσε αποδεικτική δύναμη στο τιμολόγιο 397/4.11.2002, το οποίο εξέδωσε η αναιρεσίβλητη και δεν φέρει ούτε την υπογραφή εκπροσώπου της τελευταίας, ως εκδότριας, ούτε της αναιρεσείουσας και διότι εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις για την κατανομή του βάρους απόδειξης, ως προς το πιο πάνω ζήτημα της εκτέλεσης και παράδοσης του έργου, το βάρος απόδειξης του οποίου έφερε η ενάγουσα (ενδέκατος λόγος).

Ο λόγος αυτός αναίρεσης, ενόψει των σαφών και πλήρων παραδοχών του Εφετείου ότι αποδείχθηκε ότι "η ενάγουσα εκτέλεσε το έργο και το παρέδωσε στην εναγομένη στις 4.11.2002, εξέδωσε δε το υπ' αριθ. 397/4.11.2002 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών συνολικής αξίας 17.139,50 ευρώ", είναι αβάσιμος κατά το πρώτο μέρος, αλλά και κατά το τρίτο μέρος για επίρριψη του αντικειμενικού βάρους απόδειξης του προαναφερόμενου ζητήματος στην εναγομένη.

Είναι επίσης αβάσιμος και κατά το δεύτερο μέρος του, διότι το Εφετείο, εκτιμώντας, όπως "προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, μεταξύ άλλων, και το προαναφερόμενο τιμολόγιο, το οποίο παραδεκτά λαμβάνεται υπόψη, ως αποδεικτικό μέσο που δεν πληροί τους όρους του νόμου (ΑΠ 277/2010), χωρίς χα του προσδώσει καμιά ιδιαίτερη αποδεικτική δύναμη, ορθά έκρινε.

Ο πρώτος από τους αναιρεσείοντες, κατά την έκταση που με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, η με αριθ. κατάθεσης 28560/3.9.2004 αγωγή του εναντίον του πρώτου από τους αναιρεσιβλήτους, για απόδοση του ποσού των 59.347,93 ευρώ, οφειλόμενου από σύμβαση αναγνώρισης χρέους, προβάλλει τις αιτιάσεις, με τον ένατο λόγο αναίρεσης, ότι το Εφετείο υπέπεσε, α) στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14, διότι παρά το νόμο απέρριψε την εν λόγω αγωγή του, ως απαράδεκτη, λόγω μη αναφοράς της αιτίας της επικαλούμενης αναγνώρισης χρέους, στοιχείου αναγκαίου για να θεμελιωθεί η αγωγή του στην αιτιώδη αναγνώριση χρέους, και λόγω μη αναφοράς της τήρησης έγγραφου τύπου για την αναγνώριση (αν εκτιμηθεί ότι η αγωγή του έχει ως νομικό έρεισμα την αφηρημένη αναγνώριση χρέους), μολονότι η εν λόγω αγωγή του περιελάμβανε όλα τα αναγκαία στοιχεία και β) στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, διότι εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 361, 847 και 904 ΑΚ, ενόψει του ότι η αγωγή του περιείχε τα στοιχεία από σύμβαση εγγύησης, αλλά και από αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Ο λόγος αυτός είναι, κατά το πρώτο σκέλος του, απαράδεκτος, προέχοντος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια είναι συγκεκριμένα τα στοιχεία που περιέχονταν επιπλέον στην αγωγή, τα οποία, ενώ καθιστούσαν ορισμένη την αγωγή του, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και οδηγήθηκε στην απόρριψη της αγωγής αυτής, ως αόριστης, κατά την επίμαχη βάση από την αναγνώριση χρέους (αιτιώδη ή αφηρημένη).

Κατά το δεύτερο σκέλος του είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της πιο πάνω αγωγής, δεν περιέχονται σ' αυτή πραγματικά περιστατικά επαρκή για τη θεμελίωση αξίωσης από σύμβαση εγγύησης ή από αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Περαιτέρω, ο πρώτος από τους αναιρεσείοντες, κατά την έκταση που με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή η με αριθ. κατάθεσης 10022/15.3.2005 αγωγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου εναντίον του, για απόδοση του ποσού των 30.000 ευρώ, οφειλόμενου από σύμβαση άτοκου δανείου, προβάλλει, με το δωδέκατο λόγο αναίρεσης, την αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ότι το Εφετείο διέλαβε κατά την προαναφερόμενη έκταση στην απόφαση του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε, αναφορικά με την προαναφερόμενη αγωγή, τα εξής: " Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων της δεύτερης αγωγές (με αριθ. κατάθεσης 10022/2005) Α. Α., ο οποίος, όπως προειπώθηκε, συνδεόταν με τον εναγόμενο αυτής Θ. Θ. με στενούς φιλικούς δεσμούς, προκειμένου να διευκολύνει τον τελευταίο στην αντιμετώπιση προσωπικής οικονομικής του δυσχέρειας, κατάρτισε με αυτόν το Νοέμβριο του 2002, άτυπη σύμβαση άτοκου δανείου, δυνάμει της οποίας του μεταβίβασε κατά κυριότητα το ποσό ίων 30.000 ευρώ.

Ειδικότερα, στις 29.11.2002 προέβη στην κατάθεση στον" υπ' αριθ... λογαριασμό του εναγομένου στην ALPHA BANK, του ποσού των 30.000 ευρώ. Ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση να του αποδώσει το ανωτέρω ποσό στις 31.1.2003, χωρίς μέχρι τώρα να εκπληρώσει την εν λόγω υποχρέωση του. Όπως εκτέθηκε παραπάνω, δεν αποδείχθηκε ότι το ανωτέρω ποσό καταβλήθηκε από τον ενάγοντα στον εναγόμενο ως επιστροφή εργολαβικής αμοιβής από τις δύο πρώτες συμβάσεις που κατάρτισαν οι ως άνω εταιρίες.

Κατά συνέπεια, μετά από ορθή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού που τέθηκε υπόψη του, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε βάσιμα τα ανωτέρω και δέχθηκε τη δεύτερη αγωγή, επιδικάζοντας στον ενάγοντα αυτής το ανωτέρω ποσό...". Με βάση τις πιο πάνω ανέλεγκτες επί της ουσίας παραδοχές και ενόψει του ότι μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται με πληρότητα και σαφήνεια στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 2068/2007, ΑΠ 907/2006), το Εφετείο διέλαβε για το προαναφερόμενο ζήτημα σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει ο πρώτος από τους αναιρεσείοντες με τον προαναφερόμενο λόγο αναίρεσης είναι αβάσιμα.

Ύστερα από αυτά που προεκτέθηκαν, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 4 του ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16.1.2013 αίτηση των Θ. Θ. και ομόρρυθμης εταιρίας "…." για αναίρεση της απόφασης 1620/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2014.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Απριλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ