Legislator Case Law & Legislation
770/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment regarding invalidity of will due to mental incapacity.

Case Number 770/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by three heirs against a final judgment confirming the invalidity of a will due to the testator's mental incapacity. The appellants argued that the lower court improperly evaluated psychiatric evidence and failed to consider specific medical reports regarding the testator's state of mind. The court ruled that the appeal was inadmissible because it challenged the final court's discretionary assessment of evidence, which is not subject to appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 561, 571, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court cannot re-evaluate the substantive assessment of evidence by the Court of Appeal, and appeals challenging such discretionary judicial findings are inadmissible.

Keywords

AI generated
appeal admissibility mental incapacity will validity evidence assessment final judgment discretionary review civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 §1, 577 §1 of the Code of Civil Procedure
Article 571 of the Code of Civil Procedure
Article 577 §3 of the Code of Civil Procedure
Article 1718 of the Civil Code
Article 1719 No. 3 of the Civil Code
Article 561 §1 of the Code of Civil Procedure
Article 495 §3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 §2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 770 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 770/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη-Εισηγήτρια, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 12η Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέα Α. Ανυφαντή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Κ. του Π., 2) Ε. Κ. του Π., 3) Κ. Κ. του Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Παπασπύρο και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Κ. του Κ. και της Α., 2) Ι. Κ. του Κ. και της Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σοφία Σταυράκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-2-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 36/2018 του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-8-2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 05/08/2020 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 36/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία. Με την απόφαση αυτή το πιο πάνω δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση των εναγόντων ήδη αναιρεσειόντων κατά της αριθμ.12/2014 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, που είχε απορρίψει ως ουσία αβάσιμη την εισαχθείσα ενώπιόν του από 24/02/2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων για την αναγνώριση ως άκυρης της ένδικης από 10/08/2010 με αριθμό ...

δημόσιας διαθήκης της αποβιώσασας στις 21/12/2010 γιαγιάς τους Ε. Κ., που συνέταξε η Συμβολαιογράφος Μακρακώμης Φθιώτιδας Μαρίνα Καρτσαγκούλη-Λουρίκα. Η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.571, 577§3 ΚΠολΔ).

Α1. Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 1718 ΑΚ, η διαθήκη, για την οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1719 έως 1757, είναι άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1719 αριθ. 3 ΑΚ, ανίκανοι να συντάσσουν διαθήκη είναι όσοι κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, δεν έχουν συνείδηση των πράξεών τους ή βρίσκονται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή, που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης τους.

Στην αμέσως πιο πάνω διάταξη προβλέπονται δύο περιπτώσεις ανικανότητας προς σύνταξη διαθήκης, δηλαδή α) η έλλειψη συνείδησης των πράξεων, η οποία υπάρχει όταν το πρόσωπο από αίτιο νοσηρό ή μη (όπως μέθη, ύπνωση κλπ.) δεν έχει τη δύναμη να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της διαθήκης που συντάσσει, καθώς και την ικανότητα να συλλάβει τη σημασία των επί μέρους διατάξεων της διαθήκης, χωρίς να απαιτείται γενική και πλήρης έλλειψη συνείδησης του εξωτερικού κόσμου ή πλήρης έλλειψη της λειτουργίας του νου (που ενδιαφέρει την κρινόμενη υπόθεση) (ΑΠ 437/2020, ΑΠ 913/2019, ΑΠ 1531/2010, ΑΠ984/2008) και β) η ψυχική ή διανοητική διαταραχή, που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του διαθέτη. 2.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.

ΑΠ 4/2018, Ολ. ΑΠ 6/2017). Εξάλλου, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου λόγος αναιρέσεως είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για παραβίαση τέτοιου κανόνα, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 536/2019, ΑΠ 1370/2018).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 εδ. β' του ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει την αληθή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς (ΑΠ 45/2019, 2345/2009).

Ως διδάγματα δε της κοινής πείρας θεωρούνται οι ορισμοί και οι αφηρημένες υποθετικές κρίσεις που αντλούνται από την παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας με τη βοήθεια των φυσικών επιστημών και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών (ΑΠ1662/2012, 2195/2009).

Για την πληρότητα δε και το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης της παράβασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι συνίσταται η παράβαση, διαφορετικά ο λόγος της αναίρεσης είναι αόριστος (ΑΠ 103/2013, ΑΠ1270/2008, ΑΠ 1675/2006). 3.

Κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (Ολ.

ΑΠ 12/2016, Ολ. ΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, κατά το νόμο, είναι αναγκαία είτε για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ενώ αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν, εξ αιτίας της, δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο, αν, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε (Ολ ΑΠ 12/2016).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονταιαμφιβολίες (ΑΠ 608/2013).

Συνεπώς, η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση, που διατύπωσε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης για τα ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες παραδοχές το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση του για παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά ένα μέρος, αναιρετικό λόγο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 εδ. β'του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια συνισταμένη στο ότι το Εφετείο με το να εφαρμόσει την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1719 αριθμ. 3 ΑΚ, περί ανικανότητας της διαθέτιδας για σύνταξη διαθήκης και να υπαγάγει τα πραγματικά περιστατικά στον κανόνα αυτό παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, ειδικότερα δε ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες ότι το Εφετείο: 1) <<δέχεται ως ορθή τη συνταγογράφηση χαπιών για τη διαθέτιδα από τον ψυχίατρο Ι.

Κ. αμφισβητεί, ωστόσο, ότι ο εν λόγω ιατρός εξέτασε αυτήν, κρίνοντας ότι στερείται αποδεικτικής προσφορότητας η ιατρική του γνωμάτευση, παραβιάζοντας τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία ο ψυχίατρος που συνταγογραφεί για τη νόσο Αlzheimer έχει προηγουμένως εξετάσει τον ασθενή>>, 2) <<θεωρεί ''ύποπτο'' το γεγονός ότι ένας ψυχίατρος δεν συντάσσει ιατρική γνωμάτευση κατά το χρόνο εξέτασης του ασθενούς αλλά σε χρόνο μεταγενέστερο, όπως συνέβη εν προκειμένω με τον ψυχίατρο Ι.

Κ., παραβιάζοντας τα διδάγματα της κοινής πείρας>> και 3) <<στηρίζει το αποδεικτικό του πόρισμα στη γνωμάτευση του ιατρού που εξέτασε τη διαθέτιδα στα εξωτερικά ιατρεία(παθολογικό τμήμα) του Γενικού Νοσοκομείου Λαμίας, στο οποίο προσήλθε λόγω πτώσης της, στην οποία δεν γίνεται αναφορά περί άνοιας της διαθέτιδας, ενώ θεώρησε ως μη έχουσα αποδεικτική προσφορότητα η ως άνω ιατρική γνωμάτευση του ψυχιάτρου Ι.

Κ., παραβιάζοντας τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία στα εξωτερικά ιατρεία δεν γίνεται πλήρης εξέταση και αξιολόγηση της υγείας του ασθενή, οι δε ιατροί αποφεύγουν οποιοδήποτε πόρισμα που δεν σχετίζεται με την ειδικότητά τους>>. Ο ανωτέρω λόγος, ως προς το μέρος αυτό είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, διότι τα ως άνω αναφερόμενα από τους αναιρεσείοντες δεν συνιστούν δίδαγμα της κοινής πείρας, υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά συμπέρασμα των αναιρεσειόντων για τη στήριξη των απόψεών τους ότι η διαθέτιδα ήταν ικανή για τη σύνταξη της ένδικης διαθήκης, αφορούν, δηλαδή, στην εκτίμηση των αποδείξεων, για τις οποίες όμως κρίνουν ανελέγκτως τα δικαστήρια της ουσίας (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ) (ΑΠ536/2021, ΑΠ538/2021, ΑΠ 1662/2012).

Περαιτέρω, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ.), δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: <<Στις 21-12-2010 απεβίωσε στο ... η γιαγιά των διαδίκων, Ε. χήρα Ι. Κ., το γένος Π. Π., κάτοικος εν ζωή ..., ο θάνατός της οποίας επήλθε από αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο και καρδιακή αρρυθμία (βλ.

την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως υπ' αριθμ. .../22-12-2010 ληξιαρχική πράξη θανάτου). Με την υπ' αριθμ. .../10-08-2010 δημόσια διαθήκη της, που συνετάγη ενώπιον της Συμβολαιογράφου Μακρακώμης Φθιώτιδας Μαρίνας Καρτσαγκούλη-Λουρίκα και δημοσιεύτηκε νόμιμα με τα υπ' αριθμ. 67/3-3-2011 πρακτικά συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, η ως άνω αποβιώσασα εγκαθιστούσε ως κληρονόμους της τα εγγόνια της και συγκεκριμένα την Ελένη θυγατέρα Γ.

Κ., στην οποία κατέλιπε έναν αγρό ξηρικό, εκτάσεως 5.000 τ.μ. περίπου, ευρισκόμενο στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δ.Δ. ..., τους Α. Κ. του Κ. και Ι. Κ. του Κ. (δεύτερο και τρίτο των εναγομένων αντίστοιχα), στους οποίους κατέλιπε κοινώς, αδιαιρέτως και ισομερώς έναν αγρό ξηρικό, εκτάσεως 11.000 τ.μ., ευρισκόμενο στην ειδική θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δ.Δ. ...

και ένα οικόπεδο, εκτάσεως 4.500 τ.μ. περίπου, μετά των εν αυτώ ευρισκομένου/ κτισμάτων και ειδικότερα μιας ισόγειας αποθήκης (μαντρί) επιφάνειας 70 τ.μ. περίπου, ενός φούρνου και μιας ισόγειας αποθήκης εμβαδού 20 τ.μ. περίπου, ευρισκόμενο εντός των ορίων του Οικισμού του Δ.Δ. ..., και τους Ι. Κ. του Π., Ε. Κ. του Π. και Κ.

Κ. του Π. (ενάγοντες), στους οποίους κατέλιπε κοινώς, αδιαιρέτως και ισομερώς έναν αγρό ποτιστικό, εκτάσεως 4.500 τ.μ. περίπου, μετά της εν αυτώ ευρισκόμενης στέρνας, κείμενο στην ειδική θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δ.Δ. ..., ένα οικόπεδο μετά της εν αυτώ ευρισκόμενης διώροφης οικίας - ισόγειας κουζίνας, εκτάσεως 250 τ.μ.

περίπου, κείμενο εντός ορίων του Οικισμού του Δ.Δ. ... και ένα οικόπεδο εκτάσεως 1.500 τ.μ. κείμενο εντός των ορίων του Οικισμού του Δ.Δ. .... Με προγενέστερη διαθήκη της και δη με την υπ' αριθμ. .../25-02-2005 δημόσια διαθήκη, που συνετάγη ενώπιον της Συμβολαιογράφου Υπάτης Φθιώτιδας Δήμητρας Τσιμπάνου και δημοσιεύτηκε νόμιμα με τα υπ' αριθμ. 66/3-3-2011 πρακτικά συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, η ως άνω αποβιώσασα εγκαθιστούσε ως κληρονόμους της τα τρία τέκνα της και συγκεκριμένα τον Π.

Κ. του Ι. (πατέρα των εναγόντων), ο οποίος προαποβίωσε της κληρονομουμένης (βλ. την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως υπ' αριθμ. .../12-06-2008 ληξιαρχική πράξη θανάτου), στον οποίον άφηνε ένα αγροτεμάχιο ευρισκόμενο στην ειδική θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δ.Δ. ..., εκτάσεως 160 τ.μ. περίπου μετά παλιάς ισόγειας οικείας με υπόγειο, αποτελούμενης από υπόγεια αποθήκη, επιφάνειας 46 τ.μ., ισόγεια οικία επιφάνειας 46 τ.μ.

και άλλη παλιά ισόγεια οικία επιφάνειας 35 τ.μ., ένα αγροτεμάχιο ευρισκόμενο στην ειδική θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δ.Δ. ..., εκτάσεως 5.800 τ.μ. μετά στάβλου επιφάνειας 160 τ.μ., ένα αγροτεμάχιο ευρισκόμενο στην ειδική θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δ.Δ. ..., εκτάσεως 30 τ.μ. μετά αποθήκης επιφάνειας 30 τ.μ., ένα διαιρετό τμήμα εκ της νότιας και δυτικής πλευράς του όλου αγρού στη θέση "..." εκτάσεως 30 τ.μ.

και ένα αγροτεμάχιο στη θέση "..." εκτάσεως 200 τ.μ., τον Κ. Κ. του Ι. (πατέρα του δεύτερου και τρίτου των εναγόμενων), στον οποίον άφηνε διαιρετό τμήμα αγρού στη θέση "..." εκτάσεως 1.450 τ.μ. και διαιρετό τμήμα εκ της ανατολικής πλευράς αγρού ευρισκόμενου στην ειδική θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δ.Δ. ... εκτάσεως 11.000 τ.μ.

και τον Γ. Κ. του Ι. (πατέρα της πρώτης εναγόμενης), στον οποίον άφηνε ένα αγροτεμάχιο εκτάσεως 5.000 τ.μ. ευρισκόμενο στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δ.Δ. .... Οι ενάγοντες δια της ενδίκου αγωγής τους ισχυρίζονται ότι η κληρονομούμενη κατά το χρόνο συντάξεως της δεύτερης (μεταγενέστερης) δημόσιας διαθήκης της δεν είχε συνείδηση των πράξεών της, αφού έπασχε από ανοϊκή συνδρομή, με αποτέλεσμα να μην έχει τη δύναμη να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της διαθήκης που συνέτασσε, προσκομίζουν δε σχετικώς, προς υποστήριξη της αναπτυχθείσας επιχειρηματολογίας τους, την από 28-7-2011 ιατρική γνωμάτευση του ιδιώτη ψυχιάτρου Ι.

Κ., στην οποία αναφέρεται ότι τον Ιούνιο του έτους 2010 εξετάστηκε από αυτόν η ήδη αποβιώσασα Ε. χήρα Ι. Κ., το γένος Π. Π. και βρέθηκε να πάσχει από ανοϊκή συνδρομή, συνεπεία της οποίας δεν ήταν δυνατόν να επιμεληθεί του εαυτού της ούτε να αντιληφθεί κείμενα δεδομένου ότι υπήρχαν και παραληρηματικές ιδέες καθώς και ψευδαισθήσεις, ενώ της χορηγήθηκε και φαρμακευτική αγωγή με EXELON CAPS, η οποία ενδείκνυται για τη συμπτωματική θεραπεία ήπιας έως μέτριας βαρύτητας άνοιας Alzheimer (βλ.

το σχετικώς προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως από τους ενάγοντες έγγραφο με τις θεραπευτικές ενδείξεις του εν λόγω φαρμάκου). Η ως άνω, όμως, ιατρική γνωμάτευση, στερείται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, αποδεικτικής προσφορότητας, καθόσον συνετάγη ένα και πλέον χρόνο μετά την (φερόμενη) εξέταση της ως άνω ασθενούς, αναιρείται δε από το προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως υπ' αριθμ. 1/11424/24-05-2011 πιστοποιητικό του Εενικού Νοσοκομείου Λαμίας, στο οποίο αναφέρεται ότι η Ε.

χήρα Ι. Κ. εξετάσθηκε στο Παθολογικό Ιατρείο του Τμήματος Εξωτερικών Ιατρείων στις 12-08-2010, δηλαδή δύο μόλις ημέρες μετά τη σύνταξη της προσβαλλόμενης διαθήκης, και διαγνώστηκε απλώς διέγερση από πτώση, χωρίς να γίνεται καμία αναφορά περί ανοϊκής συνδρομής ή περί οποιοσδήποτε άλλης ψυχοπνευματικής πάθησης.

Και είναι μεν αληθές ότι η χορήγηση στην κληρονομούμενη της ως άνω φαρμακευτικής αγωγής με δισκία EXELON CAPS προκύπτει από την πλησιόχρονη στο χρόνο .σύνταξης της διαθήκης, από 9-8-2010 εκτέλεση συνταγής ΟΓΑ, πλην, όμως, η λήψη της συγκεκριμένης φαρμακευτικής αγωγής από μόνη της δεν αποδεικνύει ότι η διαθέτης κατά το χρόνο σύνταξης της προσβαλλόμενης διαθήκης δεν είχε συνείδηση των πράξεών της και ότι δεν είχε τη δύναμη να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της διαθήκης που συνέτασσε.

Εξάλλου, ο ίδιος ο συντάξας την ως άνω γνωμάτευση ψυχίατρος I. Κ., στην από 3-6-2015 ενώπιον του Πταισματοδίκη Λαμίας ένορκη κατάθεσή του, διατυπώνει σαφή αμφιβολία σχετικά με την ως άνω ικανότητα της διαθέτιδος, αναφέροντας σχετικά ότι η Ε. Κ. θα μπορούσε να έχει ή να μην έχει τη δυνατότητα να αντιληφθεί ότι συντάσσεται η διαθήκη της.

Άλλωστε, όπως οι ενάγοντες συνομολογούν στο δικόγραφο της αγωγής τους, η κληρονομούμενη τους τελευταίους μόλις μήνες της ζωής της και δη από τον Ιούνιο του έτους 2010 έπασχε από την ως άνω ασθένεια. Συναφώς, ακόμη και αν καθ' υπόθεσιν αυτή (κληρονομούμενη) παρουσίασε συμπτώματα ανοϊκής συνδρομής, η συγκεκριμένη πάθηση, η οποία επάγεται σταδιακή και αργή επιδείνωση της ικανότητας του ανθρώπου να λειτουργεί ικανοποιητικά στην καθημερινή ζωή (βλ.

το σχετικώς προσκομιζόμενο άρθρο της εφημερίδας "ΤΑ ΝΕΑ" με τίτλο "Τι πρέπει να ξέρουμε για την άνοια και το Αλτσχάιμερ"), κατά τον κρίσιμο χρόνο σύνταξης της διαθήκης (10-08-2010) θα ήταν σε εντελώς πρώιμο στάδιο και δεν θα εδύνατο να επηρεάσει αποφασιστικά την κρίση και τη βούλησή της, τη στιγμή, μάλιστα, που λάμβανε και τη σχετικά χορηγηθείσα φαρμακευτική αγωγή, η οποία, σημειωτέον, ενδείκνυται για τη θεραπεία ήπιας έως μέτριας βαρύτητας άνοιας Alzheimer, και όχι για βαριές μορφές της νόσου, όπου ο ασθενής έχει αποδιοργανωθεί διανοητικώς και ψυχοπνευματικώς, οι δε δυσκολίες που ενδεχόμενα εμφάνιζε στην επικοινωνία της, χωρίς να αλλοιώνουν τις επιθυμίες της, θα μπορούσαν να αποδοθούν στη μεγάλη ηλικία της και όχι στην πρόσφατα εμφανισθείσα ως άνω ασθένειά της.

Ούτε, άλλωστε, οι ενάγοντες έδωσαν κάποια πειστική εξήγηση για ποιο λόγο αφού η ως άνω κληρονομούμενη, κατά τους ισχυρισμούς τους, δεν ήταν σε θέση να επιμεληθεί των προσωπικών και περιουσιακών της υποθέσεων (βλ. ένορκη κατάθεση μάρτυρος αποδείξεως Θ. Κ., η οποία καταθέτει "...δεν μπορούσαμε να συνεννοηθούμε μαζί της, μας έκανε τρελά πράγματα, έφευγε από το σπίτι, ψάχναμε να τη βρούμε, δεν είχε συνεννόηση.

Άλλα της λέγαμε και άλλα μας έλεγε...), δεν κίνησαν τη διαδικασία για να τη θέσουν σε καθεστώς δικαστικής συμπαράστασης, αφού με αυτόν τον τρόπο θα διασφαλιζόταν η διατήρηση και η μη εκποίηση των περιουσιακών της στοιχείων. Το προβαλλόμενο επιχείρημα ότι δεν συνέτρεχε τέτοιος λόγος διότι η αποβιώσασα είχε ήδη διαρρυθμίσει τα σχετικά με την κληρονομιαία περιουσία της με τη σύνταξη της προγενέστερης υπ' αριθμ. .../25-02-2005 δημόσιας διαθήκης, δεν κρίνεται πειστικό, καθόσον ανά πάσα στιγμή θα ελλόχευε ο κίνδυνος της εκποίησης των περιουσιακών της στοιχείων.

Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη κάποιου κίνητρου ή κάποιου συμφέροντος, οιασδήποτε φύσεως (υλικής ή ηθικής), το οποίο να δικαιολογεί τη συμμετοχή της Συμβολαιογράφου και των συμπραξάντων προσώπων, σε μια διάτρητη και καθ' όλα παράτυπη διαδικασία, όπου η διαθέτης εξέφρασε την τελευταία της βούληση χωρίς να έχει συνείδηση των πραττομένων της και χωρίς να έχει την ικανότητα να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της διαθήκης που συνέτασσε.

Το δε γεγονός ότι η διαθέτης υπέγραψε την επίδικη διαθήκη, παρότι στην πραγματικότητα ήταν αγράμματη, ουδόλως αποδεικνύει την ψυχοπνευματική αδυναμία της να εξωτερικεύσει την αληθινή της βούληση, καθόσον όπως αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη διαθήκη, η διαθέτης έθεσε επ' αυτής ουσιαστικά- ένα στίγμα που προσιδιάζει, κατ' αντικειμενική κρίση, σε μη εγγράμματο άνθρωπο, το οποίο ουδόλως δύναται να εκληφθεί ως υπογραφή εγγράμματου ανθρώπου.

Άλλωστε, αν πράγματι υφίστατο η επικαλούμενη από τους ενάγοντες συμπαιγνία των ως άνω προσώπων(Συμβολαιογράφου και συμπραξάντων προσώπων), δεν θα αποτελούσε ανασταλτικό παράγοντα για την ολοκλήρωση της διαδικασίας σύνταξης της επίμαχης διαθήκης το γεγονός ότι η διαθέτης ήταν αγράμματη, αφού δεν θα υπήρχε κανένα απολύτως κώλυμα στο να ζητήσουν από αυτήν (η οποία παρίστατο κατά τα λεγόμενό τους ως ενεργούσα, στερούμενη παντελώς της χρήσης του λογικού) να θέσει απλώς το αποτύπωμά της επί του σώματος της συνταχθείσας διαθήκης.

Περαιτέρω, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι κατά τη σύνταξη της προσβαλλόμενης διαθήκης ήταν παρόντες οι υιοί της διαθέτιδος, Γ. Κ. και Κ. Κ.. Πιθανολογική και στερούμενη κατηγορηματικότητας παρίσταται κατά τούτο και η ένορκη κατάθεση της μάρτυρος αποδείξεως Θ. Κ. ("...δεν είδα ποιοι ήταν παρόντες κατά την υπογραφή της διαθήκης αλλά υποθέτω ότι ήταν ή ο γιος της ο ένας ή ο γιος της ο άλλος...).

Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι η διαθέτης είχε τον αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας και προέβη σε ελεύθερο προσδιορισμό της βούλησής της με λογικούς υπολογισμούς, επί τη βάσει, μάλιστα, ενός ηθικού καθήκοντος, το οποίο απέρρεε από το γεγονός ότι μετά την αποχώρησή της από την οικία στο ... που διέμενε με τον προαποβιώσαντα στις 12-06- 2008 υιό της, Πέτρο Κόκκοτα και την οικογένεια του περί τις αρχές Αυγούστου του έτους 2010, αναγνώριζε ότι θα αναλάμβαναν πλέον τη φροντίδα της, λόγω του προχωρημένου της ηλικίας της, οι ζώντες υιοί της, Γ.

Κ. και Κ. Κ., με τους οποίους οι συναισθηματικοί δεσμοί της ήταν άρρηκτοι, όπως, άλλωστε, συνηθίζεται στη σχέση γονέα-τέκνου, η σχέση δε αυτή στοργής και αγάπης δεν ήταν δυνατόν να υποκατασταθεί από τη σχέση νύφης- πεθεράς, γεγονός, το οποίο αναντίρρητα η διαθέτης καλώς εγνώριζε και ενδιάθετα αξιολογούσε.

Και πάντως, ουδεμία μεθόδευση αποδείχθηκε, η οποία να έλαβε χώρα με πρωτοβουλία των εναγομένων ή των γονέων τους, ώστε να συνταχθεί η δεύτερη (προσβαλλόμενη) διαθήκη, δεδομένου ότι αν πράγματι υπήρχε μία τέτοια κακόβουλη προαίρεση εκ μέρους τους, θα φρόντιζαν ώστε να αποκλειστούν παντελώς οι ενάγοντες από την κληρονομιαία περιουσία της διαθέτιδος γιαγιάς τους.

Άλλωστε, είναι οι ίδιοι οι ενάγοντες, οι οποίοι δυσκολεύονται να ανεύρουν το κίνητρο της ιστορούμενης μεθόδευσης (βλ. ένορκη κατάθεση μάρτυρος αποδείξεως Θ. Κ., η οποία καταθέτοντας περί του κινήτρου αλλαγής της διαθήκης αναφέρει "...μόνο για μια κακία για να τους έχουμε μέσα στα πόδια μας...". Mε βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η Ε.

χήρα Ι. Κ., γιαγιά των διαδίκων, που απεβίωσε στις 21/12/2010, στο ... του Νομού Φθιώτιδας, εξαιτίας αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου και καρδιακής αρρυθμίας,κατά την κατάρτιση της επίμαχης με αριθμό ... από 10/08/2010 δημόσιας διαθήκης της, που συνετάγη ενώπιον της συμβολαιογράφου Μακρακώμης - Φθιώτιδας, Μαρίνας Καρτσαγκούλη - Λουρίκα, είχε συνείδηση των πράξεών της και τη δύναμη να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της διαθήκης που συνέτασσε, καθώς και την ικανότητα να συλλάβει τη σημασία των επί μέρους διατάξεων της διαθήκης, παρά τη χορήγηση σε αυτήν του φαρμακευτικού σκευάσματος Exelon,το οποίο οι ιατροί του ΟΓΑ είχαν αρχίσει να συνταγογραφούν από το μήνα Αύγουστο 2010, ενδείκνυται δε για τη συμπτωματική θεραπεία ήπιας έως μέτριας βαρύτητας άνοιας.

Ότι η διαθέτιδα μετέστρεψε τη βούλησής της, και προέβη στη σύνταξη της εν λόγω διαθήκης με διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο της δημόσιας διαθήκης που είχε καταρτίσει στις 25/02/2005, με ελεύθερο προσδιορισμό της βούλησής της με λογικούς υπολογισμούς, καθόσον, μετά το θάνατο στις 12/06/2008 του υιού της Π. Κ., πατέρα των εναγόντων, την φροντίδα της ανέλαβαν οι ζώντες υιοί της Γ.

και Κ. Κ., γονείς των εναγομένων. Ότι κατά τη σύνταξη της ένδικης διαθήκης δεν ήσαν παρόντες οι ανωτέρω υιοί της διαθέτιδας, Γ. και Κ. Κ..Κατόπιν τούτου το Εφετείο επικύρωσε την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση, αφού απέρριψε τους λόγους της έφεσης και την έφεση ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Έτσι, που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1719 αριθμ. 3 ΑΚ ΑΚ, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στην παραπάνω διάταξη και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού, ούτε παραβίασε εκ πλαγίου την ίδια ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη, στερώντας την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού όπως προκύπτει, από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, περί της ορθής ή μη εφαρμογής της πιο πάνω διάταξης, επί όλων των ασκούντων ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ζητημάτων και δη του κύρους της ένδικης δημόσιας διαθήκης.

Επομένως, οι διαλαμβανόμενες στον πρώτο, κατά ένα μέρος, αναιρετικό λόγο αντίθετες, από τους αριθμούς 1α'και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιάσεις είναι αβάσιμες. Περαιτέρω, η αποδιδόμενη στην προσβαλλομένη, με τον ίδιο πρώτο λόγο, αιτίαση, από τον ίδιο ως άνω αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι διαλαμβάνει αντιφατική αιτιολογία με το να δέχεται τη συνταγογράφηση του φαρμακευτικού σκευάσματος Exelon από τον ψυχίατρο Ι.

Κ. και να αμφισβητεί, στη συνέχεια, την ιατρική γνωμάτευση του ίδιου ιατρού για την ψυχική - πνευματική κατάσταση της διαθέτιδας, είναι απαράδεκτη, καθόσον η αιτίαση αυτή δεν συνιστά αντιφατική αιτιολογία, αλλά αφορά σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα πλήττει την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, η οποία κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ενόψει του ότι μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε πρέπει να αναφέρεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τέλος, οι λοιπές διαλαμβανόμενες στον πιο πάνω πρώτο λόγο αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι με το πρόσχημα της ως άνω, από τον αριθμό 19, αναιρετικής πλημμέλειας πλήττουν την αναιρετικά, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη ουσιαστική εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων από το Εφετείο, με επαναξιολόγηση αυτών (αποδεικτικών μέσων) που δεν επιτρέπεται, έστω και αν το δικαστήριο, με την εκτίμησή τους, κατέληξε σε εσφαλμένη, κατά τους αναιρεσείοντες, για τα πράγματα κρίση.

Συνεπώς ο πρώτος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος. Β. Κατά το άρθρο 368 ΚΠολΔ "Το δικαστήριο μπορεί να διορίσει ένα ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει πως πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν, για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης" (παρ. 1). "Το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει πως χρειάζονται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης" (παρ. 2).

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελευθέρως εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποίησης του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση, κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται όχι απλώς "ειδικές" γνώσεις επιστήμης ή τέχνης αλλά "ιδιάζουσες" τέτοιες γνώσεις, οπότε οφείλει, στην περίπτωση αυτή, να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες.

Επομένως, εάν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν, για να γίνουν αντιληπτά, ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του διαδίκου για ανάγκη διενέργειας παραγματογνωμοσύνης ή η απόρριψη, ρητώς ή σιωπηρώς, του σχετικού αιτήματος αυτού δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 255/2020, ΑΠ 96/2018, ΑΠ 847/2007, ΑΠ 1960/2006).

Εξάλλου, λόγος αναίρεσης ο οποίος στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, πράγμα που συμβαίνει, όταν υποστηρίζεται με αυτόν ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά γεγονότα, ενώ από την τελευταία προκύπτει το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (ΑΠ 455/2020, ΑΠ 1611/2008). Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 9γ'του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενοι ότι το Εφετείο απέρριψε την αγωγή τους για την αναγνώριση της ακυρότητας της ένδικης δημόσιας διαθήκης, χωρίς να διατάξει πραγματογνωμοσύνη για την ανικανότητα της διαθέτιδας προς σύνταξή της, παρά την παραδοχή της προσβαλλομένης ότι για την κατάφαση της ανικανότητας της διαθέτιδας απαιτούνται ιδιαίτερες επιστημονικές γνώσεις, αφήνοντας αδίκαστο το σχετικό περί διενέργειας πραγματογνωμοσύνης αίτημά τους.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού στις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης δεν υπάρχει κρίση του Εφετείου ότι απαιτούνται ιδιαίτερες επιστημονικές γνώσεις για την κατάφαση της ανικανότητας της διαθέτιδας προς σύνταξη της επίμαχης διαθήκης, η δε διενέργειά της ανήκε στη μη ελεγχόμενη αναιρετικώς κυριαρχική εξουσία του (ΑΠ 519/2013).

Γ1. Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔικ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.

Ως πράγματα νοούνται και οι λόγοι εφέσεως ή αντεφέσεως, εφόσον σ' αυτούς περιέχεται ισχυρισμός παραδεκτός νόμιμος και ορισμένος και όχι αρνητικός της αγωγής ή αλυσιτελής, στον οποίο το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να απαντήσει. Για την στήριξη δηλαδή του λόγου πρέπει να αγνοήθηκαν λόγοι εφέσεως που αφορούν σε αυτοτελείς ισχυρισμούς, ενώ δεν αποτελούν ''πράγματα'' κατά την έννοια της διάταξης αυτής ισχυρισμοί που ανάγονται στην έννοια του νόμου ή την ορθή ερμηνεία του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα, από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται με λόγο έφεσης (ΑΠ 2133/2007), ούτε αποτελούν ''πράγματα'' οι λόγοι εφέσεως με τους οποίους απλώς αμφισβητείται η βαρύτητα ή η αξιολόγηση αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 461/2004).

Τέλος δεν αποτελεί ''πράγμα'' η επίκληση αποδεικτικού μέσου ή του περιεχομένου του (ΑΠ 1137/2020, ΑΠ 913/2019). 2. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ως ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ.

ΑΠ 2/2008, Ολ. ΑΠ 42/2002). Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.

Όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το Δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αίτηση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, ΑΠ 827/2020, ΑΠ 12782/2017, ΑΠ 1708/2009). Τέλος, για την πληρότητα το προβλεπόμενου από το άρθρο 559 αριθ. 11γ' λόγου αναίρεσης, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη, ενώ αυτά προσκομίστηκαν νόμιμα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθούν υπόψη αυτεπαγγέλτως και να καθορίζεται ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με το αποδεικτικό μέσο και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα στο διατακτικό (Ολ.

ΑΠ 1093/2020, ΑΠ 345/2020, ΑΠ1185/2010, ΑΠ 333/2009). Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατ'εκτίμηση του περιεχομένου του, μέμφονται το Εφετείο ότι υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 8β'και 11γ'του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και ειδικότερα προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο α) δεν έλαβε υπόψη το δεύτερο λόγο της από 25/7/2014 έφεσής τους, ο οποίος αναφερόταν στην μη αξιολόγηση από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο του περιεχομένου της ιατρικής γνωμάτευσης του ψυχιάτρου Ι.

Κ. (αιτίαση από τον αριθμό 8β') και β) δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα την από 08/05/2017 ψυχιατρική - νευρολογική έκθεση του ίδιου ως άνω ψυχιάτρου, την οποία, το πρώτον, νόμιμα επικαλέστηκε και προσκόμισε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως οψιγενές αποδεικτικό μέσο, προς απόδειξη της πνευματικής κατάστασης της διαθέτιδας Ε.

Κ. (αιτίαση από τον αριθμό 11γ'). Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος ως προς την πρώτη αιτίαση, διότι σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, δεν αποτελεί ''πράγμα'' ο λόγος εφέσεως με τον οποίο απλώς αμφισβητείται η αξιολόγηση, από το δικαστήριο της ουσίας, αποδεικτικού μέσου και στην προκείμενη περίπτωση η ως άνω ψυχιατρική - νευρολογικής έκθεσης, σε κάθε δε περίπτωση η διαλαμβανόμενη στο λόγο αυτό αιτίαση είναι απαράδεκτη, διότι, με το πρόσχημα της αναιρετικής πιο πάνω πλημμέλειας, πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων από το Εφετείο, με επαναξιολόγηση αυτού (αποδεικτικού μέσου) που δεν επιτρέπεται, έστω και αν το δικαστήριο, με την εκτίμησή του, κατέληξε σε εσφαλμένη, κατά τους αναιρεσείοντες, για τα πράγματα κρίση (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω ως προς τη δεύτερη ως άνω αιτίαση ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων, και "από όλα τα έγγραφα που με επίκληση προσκομίζουν οι διάδικοι....", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και το παραπάνω έγγραφο, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στη δικανική του κρίση ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και το έγγραφο αυτό, ήτοι την από 08/05/2017 ψυχιατρική - νευρολογική έκθεση του ψυχιάτρου Ι.

Κ., σε κάθε δε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος ως προς την αιτίαση αυτή, λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου.

Συνεπώς ο τρίτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος. Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ εδάφ. ε' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει) και να καταδικαστούν οι τελευταίοι, λόγω της ήττας του ,στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου και βάσιμου αιτήματός τους, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό (άρθρα 176, 183 και 191§2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 05/08/2020 αίτηση για αναίρεση της 36/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιοταμείο. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Απριλίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ