Supreme Court partially allows appeal, overturns lower court judgment and orders refund of executed payment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a final judgment ordering the appellant to pay a partner's share of a construction contract debt. The appellant had voluntarily paid the full judgment amount including interest and costs, but the lower court failed to order the return of these funds upon annulment. The court ruled that the annulment of the original judgment necessitated the restitution of the voluntarily paid sum, while rejecting the claim for additional expenses incurred during the execution process.
Legislator headnote
AI generatedArticles 579(2) and 577(3) of the Code of Civil Procedure; Upon annulment of a final judgment, the party who voluntarily executed the judgment is entitled to the return of the paid amount, but not necessarily the costs of execution proceedings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 770 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 770/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Α. του Ν., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευανθία Μεγκούσογλου και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Μ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κλησιάρη και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/10/2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκε η 1087/2017 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6/4/2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 1087/2017 ανέκκλητη απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο, δικάζοντας κατά την τακτική διαδικασία, τροποποιούμενη από τις διατάξεις για τις μικροδιαφορές (άρθρα 466-472 ΚΠολΔ), δέχτηκε την από 25-10-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου εναντίον του αναιρεσείοντα και υποχρέωσε τον τελευταίο να καταβάλει νομιμοτόκως στον ενάγοντα το ποσό των 585,71 ευρώ, που αναλογεί στο ποσοστό συμμετοχής του επί του οφειλόμενου υπολοίπου εργολαβικής αμοιβής συνολικού ποσού 40.000 ευρώ πλέον Φ.Π.Α. 23%, ως μέλος και εταίρος της "ΑΤΤΕ ΑΙΝΟΣ", σε εκτέλεση των από 31/12/2004 συμφωνητικών εργολαβίας σε συνδυασμό με το 195 πρακτικό το Δ.Σ. της προαναφερόμενης εταιρείας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 53, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, αναγκαίο στοιχείο της αγωγής, για να είναι αυτή ορισμένη, είναι και η πληρότητα της ιστορικής της βάσεως, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, που σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια. Ωστόσο, η αγωγή δεν είναι ανάγκη να περιέχει νομική βάση, ούτε η υπαγωγή με αυτή των επικαλούμενων περιστατικών σε συγκεκριμένη νομική διάταξη είναι δεσμευτική για το δικαστήριο, το οποίο αυτεπαγγέλτως εφαρμόζει το νόμο και προβαίνει στον προσήκοντα χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής, χωρίς να δεσμεύεται από τις απόψεις των διαδίκων.
...Εξάλλου, με τους ορισμούς της παραγράφου 2 του άρθρου 561 του ίδιου Κώδικα, για την εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η αγωγή, ως υποκείμενη στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, δεν εισάγεται νέος ειδικός λόγος αναιρέσεως, πέραν εκείνων που αναφέρονται στα άρθρα 559 και 560 ΚΠολΔ.
Επομένως, το ορισμένο ή αόριστο του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση σ' αυτό των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική της αιτία, εκτιμά κυριαρχικά και ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν αυτό έλαβε υπόψη περιστατικά που δεν περιέχονται στην αγωγή και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην κρίση του για το νομικά βάσιμο αυτής ή αντιθέτως δεν έλαβε υπόψη τέτοια περιστατικά, μολονότι περιέχονταν σχ αυτήν, οπότε υφίσταται η πλημμέλεια που προβλέπεται από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και αν πρόκειται για απόφαση Ειρηνοδικείου, από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, όπως προστέθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015.
Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 5 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, η απόφασή του υπόκειται σε αναίρεση. Ως "πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος δηλαδή οι ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι συνιστούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολ.ΑΠ 3/1993, ΑΠ 1530/2001, ΑΠ 511/2003, ΑΠ 1255/2004).
Για να υπάρξει λόγος για λήψη υπόψη μη προταθέντων ισχυρισμών, πρέπει αυτοί να έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως όταν το δικαστήριο της ουσίας κρίνει επί ανύπαρκτης βάσης αγωγής ή λόγου έφεσης (Ολ.ΑΠ 22/2005) ή λαμβάνει υπόψη θεμελιωτικά της αγωγής γεγονότα, τα οποία δεν περιέχονται σ'αυτή (Ολ.ΑΠ 294/1981), καθόσον έτσι επέρχεται μεταβολή της βάσης της αγωγής (ΑΠ 1326/2011, ΑΠ 297/2010, ΑΠ 106/2003).
Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 477 ΑΚ προκύπτει ότι σωρευτική αναδοχή χρέους είναι η σύμβαση που συνάπτεται μεταξύ του δανειστή και ενός τρίτου, με την οποία ο τρίτος αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκπληρώσει ξένο χρέος, χωρίς όμως να απαλλάσσεται ο αρχικός οφειλέτης. Έτσι, παράγεται μία πρόσθετη ενοχή αυτού που υποσχέθηκε να εκπληρώσει το ξένο χρέος παράλληλη με την ενοχή του αρχικού οφειλέτη.
Η σύμβαση αυτή, που μπορεί να καταρτισθεί ακόμη και σιωπηρά, είναι ετεροβαρής και δεν έχει χαρακτήρα αναγνώρισης χρέους από τον αναδεχόμενο, αλλά ανάληψής του, εφόσον αυτό πραγματικά υπάρχει, μπορεί δε να αφορά και μελλοντικό χρέος, ως τέτοιου νοουμένου, τόσο εκείνου του χρέους, που ο νομικός λόγος παραγωγής του υπάρχει κατά την κατάρτιση της σύμβασης αναδοχής, αλλά δεν έχει γεννηθεί ακόμη, (περιορισμένη μελλοντική απαίτηση), όσο και εκείνου του οποίου, ούτε ο λόγος παραγωγής, ούτε η απαίτηση υπάρχει κατά την κατάρτιση της σύμβασης, υπό την προϋπόθεση όμως ότι, και στις δύο περιπτώσεις το μελλοντικό χρέος είναι οριστό, μπορεί δηλαδή να προσδιορισθεί, κατά το χρόνο που γεννάται η σχετική αξίωση έναντι του οφειλέτη.
Η ευθύνη του αναδοχέα έχει το ίδιο περιεχόμενο και την ίδια φύση με την ευθύνη του παλαιού οφειλέτη. Έτσι, μεταξύ των δύο αυτών προσώπων δημιουργείται, έναντι του δανειστή, παθητική εις ολόκληρον ενοχή (ΑΚ 481), δικαιουμένου του δανειστή να απαιτήσει την εκπλήρωση της παροχής μία μόνο φορά, κατ’ επιλογή του, είτε από τον τρίτο που αναδέχθηκε το χρέος του οφειλέτη, με βάση τη σύμβαση αναδοχής, είτε από τον οφειλέτη με βάση την μεταξύ δανειστή και οφειλέτη έννομη σχέση (ΑΠ 306/2009, ΑΠ 230/2014, ΑΠ 127/2018).
Η σύμβαση δε αυτή της σωρευτικής αναδοχής χρέους, στην οποία ο σωρευτικώς αναδεχόμενος το αλλότριο χρέος ενεργεί και ευθύνεται αυτοτελώς, σαν να ήταν δικό του το χρέος και όχι παρεπομένως, διαφέρει από την προβλεπόμενη στο άρθρο 847 ΑΚ σύμβαση εγγύησης, δυνάμει της οποίας ο εγγυητής αναλαμβάνει εγγράφως (ΑΚ 849) απέναντι στο δανειστή την ευθύνη, ότι θα καταβληθεί η οφειλή (ΑΠ 1791/2007).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 681 και 694 ΑΚ προκύπτει ότι, με τη σύμβαση έργου, ο ένας συμβαλλόμενος, που καλείται εργολάβος, αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο αντισυμβαλλόμενος, που καλείται εργοδότης, να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή με την παράδοση του έργου.
Δηλαδή, ο εργολάβος, κατ' εξαίρεση όσων με τις γενικές διατάξεις ορίζονται για τις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις, υποχρεούται σε προεκπλήρωση της κύριας παροχής του, εκτός αν συμφωνήθηκε διαφορετικά, όπως συμβαίνει, όταν ορίστηκε τμηματική παράδοση του έργου με αντίστοιχη τμηματική καταβολή της οφειλόμενης αμοιβής, αφού η υποχρέωση της προεκπλήρωσης αποτελεί ρύθμιση ενδοτικού δικαίου (ΑΠ 1069/2009).
Ως έργο νοείται κάθε τελικό αποτέλεσμα της εργασίας και δραστηριότητας του εργολάβου, στο οποίο απέβλεψαν τα μέρη της σύμβασης, ενώ ως παράδοση του έργου νοείται η εκπλήρωση της κύριας υποχρέωσης του εργολάβου, που συνίσταται στην εκτέλεση του έργου και στην προσπόρισή του στον εργοδότη, δηλαδή η περιέλευση του έργου στη σφαίρα εξουσίασης του εργοδότη, με την προϋπόθεση, ότι το έργο είναι αυτό που συμφωνήθηκε και όχι εντελώς διαφορετικό, διότι τότε δεν θεωρείται ότι ο εργολάβος προεκπλήρωσε την παροχή του, ώστε να δικαιούται κατά το άρθρ. 694 ΑΚ της συμφωνημένης αμοιβής του (ΑΠ 346/2010), η οποία μπορεί κατά την κατάρτιση της σύμβασης να ορισθεί κατ' αποκοπή, κατά μονάδα, επί τη βάσει προϋπολογισμού, απολογιστικώς, χρονικώς ή και να μείνει ακαθόριστη.
Εξάλλου, οι τυχόν εργασίες, τις οποίες ο εργολάβος δεν εκτέλεσε βάσει των συμφωνηθέντων και τις οποίες εκτέλεσε εκ των υστέρων για την ολοκλήρωση του συμφωνηθέντος έργου, δεν θεωρούνται πρόσθετες, για τις οποίες δικαιούται μεγαλύτερη αμοιβή, αλλά ως αμοιβή αυτού θεωρείται η αρχικώς συμφωνηθείσα με τη σύμβαση των συμβαλλομένων μερών, εκτός αν οι εργασίες αυτές δεν είχαν προβλεφθεί ή καθορισθεί με την αρχική σύμβαση, αλλά προέκυψαν εκ των υστέρων και εκτελέστηκαν από τον εργολάβο μετά από συμφωνία των μερών, οπότε αυτές θεωρούνται πρόσθετες και ο εργολάβος δικαιούται διαφορετικής αμοιβής, που είτε καθορίζεται με συμφωνία των συμβαλλομένων, είτε προκύπτει εκ των πραγμάτων, αναλόγως του είδους και του κόστους τους, η αμοιβή δε αυτή είναι ανεξάρτητη της ορισθείσας αρχικής τοιαύτης, η οποία δεν αφορούσε τις εργασίες αυτές (ΑΠ 728/2017).
Συνακόλουθα τούτων, ο εργολάβος που ενάγει τον εργοδότη προς καταβολή της συμφωνημένης αμοιβής του ή του υπολοίπου αυτής, ενόψει του ότι είναι υποχρεωμένος σε προεκπλήρωση, αρκεί να επικαλεσθεί και, στην περίπτωση αμφισβητήσεως, αποδείξει την σύναψη της εργολαβικής συμβάσεως, το συμφωνημένο έργο, την εκτέλεση του έργου, την παράδοση και παραλαβή ή τουλάχιστον την πραγματική προσφορά του προς τον εργοδότη, το είδος και το ύψος της οφειλόμενης αμοιβής που συμφωνήθηκε και αν αυτή έχει συμφωνηθεί κατά μονάδα των εργασιών που θα εκτελεσθούν, ποια είναι αυτή κατά μονάδα εργασίας και ποιες ποσότητες στις συμφωνηθείσες μονάδες από κάθε εργασία εκτελέσθηκαν (ΑΠ 1336/2008, ΑΠ 1539/2008, ΑΠ 314/2009, ΑΠ 883/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της ένδικης από 25-10-2013, αγωγής ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφασή του, ο ενάγων αναιρεσίβλητος, για τη νομική θεμελίωση της ευθύνης και υποχρέωσης του εναγομένου αναιρεσείοντα να καταβάλει το αιτούμενο με αυτή χρηματικό ποσό εργολαβικής αμοιβής του, μετά το γενόμενο περιορισμό της στο ακροατήριο, επικαλέσθηκε, όπως δέχτηκε και το Δικαστήριο της ουσίας, τα ακόλουθα:
Ότι δυνάμει δέκα τεσσάρων από 30-12-2004 ιδιωτικών συμφωνητικών εργολαβίας, τα οποία τροποποιήθηκαν μετέπειτα, με τα από 1-7-2006 ιδιωτικά συμφωνητικά, οι συμβληθέντες ο' αυτά ως εργοδότες, για λογαριασμό των οποίων ενεργούσε παράλληλα (ατομικά και για λογαριασμό όλων) η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΙΝΟΣ" και το διακριτικό τίτλο "ΑΤΤΕ ΑΙΝΟΣ", της οποίας όλοι είναι μέτοχοι - μέλη της και μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνεται ο εναγόμενος, είχαν αναθέσει στον ενάγοντα, ως εργολάβο, την κατασκευή (14) συγκροτημάτων παραθεριστικών κατοικιών ιδίου εμβαδού 200μ2 και ειδικά συνολικά 84 παρόμοιων παραθεριστικών κατοικιών στα αναφερόμενα (στην αγωγή) αγροτεμάχια συνιδιοκτησίας τους, επί της ίδιας κτηματικής περιοχής στη Χαλκιδική, με εργολαβικό αντάλλαγμα 221.000 ευρώ ανά συμφωνητικό, πλέον των τυχόν υπερσυμβατικών εργασιών που θα προέκυπταν κατά την εκτέλεση του όλου έργου.
Ότι για τον εναγόμενο κατασκευάσθηκε μία από τις 84 κατοικίες στο με αριθμό 5 αγροτεμάχιο (υπ'αριθμό 5 οικοδομικό τετράγωνο), ήτοι η κατοικία Κ6, αποκλειστικής κυριότητάς του, με συνιδιοκτησία 1/6 στο συγκρότημα και στο οικόπεδο αυτού. Ότι ο ενάγων εκτέλεσε κατά μεγάλο μέρος το έργο που του είχε ανατεθεί και κατόπιν συμφωνίας με τους ως άνω συμβληθέντες, για λογαριασμό των οποίων ενεργούσε η προαναφερόμενη ανώνυμη εταιρεία, παρέδωσε τις ημιτελείς κατοικίες στην εταιρία-εκπρόσωπο των ιδιοκτητών των κατοικιών αυτών, ενώ απέμεινε ανεξόφλητο μέρος της εργολαβικής του αμοιβής ποσό 40.000 ευρώ πλέον ΦΠΑ
23%, το οποίο, με βάση το από 30-5-2008 ιδιωτικό, συμφωνητικό, αποδέχθηκε να καταβάλει η προαναφερόμενη εταιρία και να συνεχίσει η ίδια τις εργασίες αποπεράτωσης όλων των κατοικιών. Ότι παρά τη συμφωνία τους και την ανεπιφύλακτη παραλαβή των κατοικιών από την ως άνω εταιρεία, η τελευταία δεν του κατέβαλε το ποσό των 40.000 ευρώ και ο ενάγων άσκησε αγωγή εναντίον της στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 29815/2011 απόφαση, που έκανε δεκτή την αγωγή, δεχόμενη ότι η εναγομένη εταιρεία είχε αναδεχθεί σωρευτικά το χρέος των ιδιοκτητών των κατοικιών και η οποία απόφαση επικυρώθηκε με την αριθμ. 2012/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, εκδοθείσα επί εφέσεως κατ' αυτής εκ μέρους της ως άνω εταιρείας, πλην όμως ο ενάγων δεν εισέπραξε το επιδικασθέν ποσό, καθώς η εταιρία αυτή βρίσκεται σε πλήρη οικονομική αδυναμία και τελεί υπό καθεστώς εκκαθαρίσεως.
Ότι κατόπιν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει δυνατότητα να εισπράξει το οφειλόμενο ποσό από την ως άνω εταιρεία, δικαιούται να αξιώσει την καταβολή του από τους ανωτέρω αντισυμβαλλομένους, μεταξύ των οποίων είναι και ο εναγόμενος, κατά την αναλογία συμμετοχής του στα ως άνω διαμερίσματα, δεδομένου ότι πρόκειται περί σωρευτικής αναδοχής χρέους και δικαιούται να αξιώσει την είσπραξη του ποσού των 40.000 ευρώ από τους ιδιοκτήτες, ως πρωτοφειλέτες, εν αδυναμία εξόφλησής του από την προαναφερόμενη εταιρεία.
Ισχυριζόμενος περαιτέρω ο ενάγων ότι οι αντισυμβαλλόμενοι ιδιοκτήτες των ως άνω κατοικιών, οι οποίοι, ανεξάρτητα από την ανάληψη της υποχρέωσης της "ΑΤΤΕ ΑΙΝΟΣ ΑΕ" να του καταβάλλει το ποσό των 40.000 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 23%, ευθύνονται και υποχρεούνται στην καταβολή του και οι ίδιοι, ως πρωτοφειλέτες, δυνάμει της υποχρεώσεως που ανέλαβαν με τις προαναφερόμενες συμβάσεις έργου, την εντολή που έδωσαν στην ως άνω εταιρία με τα αναφερόμενα ειδικά πληρεξούσια και το υπ' αριθ. 195 πρακτικό του Δ.Σ της εταιρίας αυτής, δεδομένου ότι συμβλήθηκαν με τον ίδιο για την ανάθεση και κατασκευή των κατοικιών τους, παρέλαβαν αυτές ανεπιφύλακτα στις 30/5/2008 δια της εκπροσώπου τους εταιρίας και ανέλαβαν την υποχρέωση δι' αυτής και στο πλαίσιο των προεκτεθέντων εντολών τους, να του καταβάλλουν το υπόλοιπο ποσό της εργολαβικής αμοιβής του ποσού 40.000 ευρώ πλέον ΦΠΑ 23% (40.000X23%= 9.200 ευρώ) και ότι ο εναγόμενος ιδιοκτήτης της κατοικίας Κ6 στο αγροτεμάζιο (5) οικ.
τετραγ. (5), είναι υπόχρεος να του καταβάλει, σύμφωνα με την αναλογία συμμετοχής του στα οικοδομηθέντα ακίνητα, ποσό 585,71 ευρώ (δηλαδή 40.000 + 9.200 ευρώ ΦΠΑ = 49.200 ευρώ : 84 οικοδομηθέντα συνολικά διαμερίσματα = 585,71 ευρώ), ζήτησε, μετά τον περιορισμό του αιτήματος της αγωγής του, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει το ποσοστό που του αναλογεί επί του συνολικώς οφειλομένου ποσού των 40.000 ευρώ ήτοι το ποσό ύψους 585,71 € (40.000 € κεφάλαιο + 9.200€ ΦΠΑ 23%= 49.200/84= 585, νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της ένδικης αγωγής του.
Το Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού έκρινε νόμιμη την αγωγή αυτή, ως στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 281, 288, 200, 681 επ., 477 επ., 480, 345, 346 ΑΚ και 83 παρ. 2 του κ.ν. 2190/1920, εξετάζοντας στη συνέχεια την ουσιαστική βασιμότητά της, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα: "Η ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΙΝΟΣ" και με ίο διακριτικό τίτλο "ΑΙΝΟΣ ΑΕ", ιδρύθηκε το ...
έτος 1991, δυνάμει του υπ' αρ. …/…-4-1991 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μιχαήλ Κωτούλα (ΦΕΚ 1962/7-6-1991). Ιδρυτής και βασικός της μέτοχος με ποσοστό συμμετοχής 99,9% στο αρχικό μετοχικό κεφάλαιο υπήρξε ο "Συνεταιρισμός Διπλωματούχων Μηχανικών Μελών TEE Τμήματος Κεντρικής Μακεδονίας", ο οποίος εισέφερε, έναντι της αξίας των μετοχών, που ανέλαβε κατά την ίδρυση, αλλά και κατά την μετέπειτα αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου, που έλαβε χώρα το έτος 1992, δυνάμει του υπ;
αρ. …/…-8-1992 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μιχαήλ Κωτούλα, αριθμό όμορων μεταξύ τους αγροτεμαχίων, τα οποία κατείχε κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή στη θέση "…." της κτηματικής περιοχής του άλλοτε Δήμου …., ήδη σήμερα Δήμου … Ν. Χαλκιδικής. Μάλιστα ο ανωτέρω Συνεταιρισμός Διπλωματούχων Μηχανικών Μελών TEE;
ΤΚΜ, ιδρύθηκε το έτος 1989 με αποκλειστικό σκοπό την εξυπηρέτηση των οικιστικών αναγκών των μελών του, ήτοι την κατασκευή δύο οικισμών, ενός οικισμού κυρίας κατοικίας στην περιοχή … (….) του Δήμου … και ενός δευτερεύουσας παραθεριστικής κατοικίας στην …, όπου οικιστές θα ήταν μόνο τα μέλη του. Τόσο ο Συνεταιρισμός όσο και η μετέπειτα συσταθείσα ανώνυμη εταιρεία δεν απέβλεπαν σε εμπορικό κέρδος.
Η σύσταση της άνω Ανώνυμης Εταιρίας "ΑΙΝΟΣ ΑΕ", ιδρυτικό μέλος της οποίας υπήρξε ο ανωτέρω Συνεταιρισμός οφείλεται στην ευελιξία που θα είχαν τα μέλη της (οι μέτοχοι) ως ανώνυμη εταιρεία σε σχέση με τις γραφειοκρατικές διαδικασίες των οικοδομικών συνεταιρισμών. Κατά τα λοιπά η εταιρεία λειτουργούσε με τη συνεταιριστική ιδέα ως ένωση προσώπων αφού τα μέλη ήταν όλα.
μεταξύ τους συνάδελφοι μηχανικοί Το ίδιο έτος (1992) ο ανωτέρω Συνεταιρισμός μεταβίβασε στα μέλη του κατ' ίσα μερίδια το σύνολο των μετοχών που κατείχε στην εταιρία ΑΙΝΟΣ Α.Ε., με αποτέλεσμα η ανωτέρω εταιρία ν' αποκτήσει πολυμετοχική βάση με μετόχους, πολιτικούς μηχανικούς, αρχιτέκτονες μηχανικούς, μηχανολόγους μηχανικούς και μέλη των οικογενειών τους, κατ' ίση συμμετοχή εκάστου μετόχου και πρώην μέλους του συνεταιρισμού στο μετοχικό της κεφάλαιο.
Τα ανωτέρω αγροτεμάχια στο Δήμο … Ν. …, τα οποία ο ως άνω Συνεταιρισμός είχε αποκτήσει κατά τα έτη 1988- 1991, αποτέλεσαν ενιαία έκταση 113.629,36 τ.μ., η οποία κατά το έτος 2002, με ομόφωνη απόφαση της γενικής συνέλευσης της ανωνύμου εταιρείας, χωρίστηκε σε 28 ανεξάρτητα μεταξύ τους άρτια και οικοδομήσιμα αγροτεμάχια, έκτασης εκάστου πλέον των 4.000 τ.μ..
Στην ίδια επίσης κτηματική περιοχή η εταιρία απέκτησε τα έτη 1992 και 1997 τέσσερα (4) ακόμη αγροτεμάχια συνολικής έκτασης 8.500 τ.μ. περίπου, εκ των οποίων τα τρία (3) εφάπτονταν της Παλαιός Εθνικής Οδού Θεσσαλονίκης-Ιερισσού, το δε ένα (1) της Νέας Εθνικής Οδού Θεσσαλονίκης- Ιερισσού, και ως εκ τούτου, αυτά τα αγροτεμάχια ήταν άρτια και οικοδομήσιμα κατά παρέκκλιση των ισχυουσών πολεοδομικών διατάξεων.
Το έτος 2004 αποφασίστηκε η αξιοποίηση των ανωτέρω αγροτεματίων με την ανέγερση σε κάθε ένα από αυτά συγκροτημάτων έξι (6) εν επαφή κατοικιών, αποτελούμενων από ημιυπόγειο και ανώγειο όροφο, συνολικού εμβαδού 66 περίπου τ.μ., καθώς και την κατασκευή έργων υποδομής (δίκτυα, δρόμοι κλπ), που θα εξυπηρετούσαν τις κατοικίες, σε ολόκληρη την ανωτέρω συνολική έκταση των 122.200 τ.μ..
Η ανέγερση των ανωτέρω συγκροτημάτων, καθώς και η κατασκευή των έργων υποδομής, αποφασίστηκε να γίνει με έξοδα και δαπάνες των μετόχων της εταιρίας, καθόσον η εταιρία δεν ασκούσε άλλη εμπορική δραστηριότητα, από την οποία θα μπορούσε να αντλήσει έσοδα.
Στις 14-04.2004 καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών και με αριθμό μητρώου 24193/62/Β/91/0129, η εταιρία με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΤΝΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΙΝΟΣ Α.Ε.", και δ.τ. "ΑΤΤΕ ΑΙΜΟΣ" που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και βρίσκεται σήμερα σε καθεστώς εκκαθάρισης. Η εταιρία αυτή σχηματίστηκε από τα μέλη μετόχους της (κυρίως πολιτικούς μηχανικούς) με σκοπό να αναλάβει το έργο της ανέγερσης διηρημένων με το σύστημα της οριζόντιας ιδιοκτησίας εξοχικών κατοικιών - μεζονέτων σε ευρύτερη αγροτική έκταση - αγροτεμάχια της κτηματικής περιοχής του τέως Δήμου Ιερισσού και ήδη Δήμου Ακάνθου - Σταγείρων Νομού Χαλκιδικής.
Την πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή της υπό ανέγερση έκτασης, ήτοι της συνολικής έκτασης εμβαδού 113.629,36τ.μ, η οποία κείται στη θέση "…" της κτηματικής περιοχής του τέως Δήμου Ιερισσού και ήδη Δήμου Ακάνθου - Σταγείρων Νομού Χαλκιδικής, είχαν αποκτήσει εξ αδιαιρέτου τα μέλη - συνιδιοκτήτες της. Την απόφαση αυτή έλαβαν σι συνιδιοκτήτες των αγροτεμαχίων στης περιοχής (μηχανικοί κατά κύριο λόγο άλλα και συγγενικά τους πρόσωπα), προκειμένου να αξιοποιηθεί η έκταση αυτή προς όφελος των μετόχων - μελών της, με την μορφή ενός "πρότυπου" οικοδομικού συνεταιρισμού.
Μάλιστα μετά από απόφαση της γενικής της συνέλευσης διαιρέθηκε, (η συνολική έκταση) το έτος 2004, σε 28 αυτοτελή, άρτια και οικοδομήσιμα αγροτεμάχια, τα οποία μεταβιβάσθηκαν, μετά από κλήρωση, σε μετόχους και σε συγγενείς αυτών, για να ανεγείρουν, με δικές τους δαπάνες, συγκροτήματα κατοικιών σε αυτά. Για το λόγο αυτό αποφασίσθηκε ομόφωνα κατά τη Γενική Συνέλευση των μετόχων της εταιρίας την 12η και 13η Μαΐου 2004, (βλ.
σχ. προσκομιζόμενη) στην οποία παρίσταντο μέτοχοι που εκπροσωπούσαν το 96,53% του μετοχικού της κεφαλαίου, η μεταβίβαση των ανωτέρω 28 αυτοτελών αγροτεμαχίων σε μετόχους και συγγενείς αυτών πρώτου βαθμού (ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου για κάθε μέτοχο), σύμφωνα με κλήρωση που έγινε κατά τη διάρκειά της, με σκοπό την ανέγερση με δαπάνες και έξοδά τους (μετόχων) συγκροτημάτων κατοικιών, σύμφωνα με προκαταρκτική μελέτη που υποβλήθηκε και εγκρίθηκε ομοφώνως κατά την ανωτέρω συνεδρίαση της γενικής συνέλευσης.
Στην ίδια Γενική Συνέλευση αποφασίστηκε η αξιοποίηση και των υπολοίπων τεσσάρων (4) κατά παρέκκλιση άρτιων και οικοδομήσιμων αγρών της εταιρίας (με αρ. 29, 30, 31 και 32) δια της ανεγέρσεως συγκροτημάτων παραθεριστικών κατοικιών, όπου είτε εκδοθεί οικοδομική άδεια από το έτος 1998, τα οποία είτε θα εκμισθώνονταν είτε θα εκποιούνταν προς κάλυψη των λειτουργικών δαπανών της εταιρίας. Η ανέγερση των ανωτέρω συγκροτημάτων παραθεριστικών κατοικιών ανατέθηκε, αφού προηγουμένως εκδόθηκαν, κατά τους πρώτους μήνες του 2004, οι σχετικές οικοδομικές άδειες επ' ονόματι της εταιρίας ΑΙΝΟΣ ΑΕ, μετά από πρόχειρο μειοδοτικό διαγωνισμό, για μεν τα συγκροτήματα με αρ. 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 22, 23, 27 και 28 στον εργολάβο-πολιτικό μηχανικό Ν. Μ., (ενάγοντα), για τα δε συγκροτήματα με αρ. 11, 12, 13, 14, 15, 16, 17, 18, 19, 20, 21, 24, 25 και 26 στην Κοινοπραξία "Γ. Ν. - Η. Κ."> (μέλος τη οποίας αποτελεί και ο ανωμοτί εξετασθείς μάρτυρας). Επίσης στον ίδιο ανωτέρω ενάγοντα εργολάβο, ως υπεργολάβο, ανατέθηκε και η κατασκευή του με αρ. 31 συγκροτήματος κατοικιών, ιδιοκτησίας της εταιρίας, η οικοδομική άδεια του οποίου είτε εκδοθεί το έτος 1998 και είτε διατηρηθεί η ισχύς της.
Για τον ίδιο σκοπό αυτό στις 31-12-2004 στη Θεσσαλονίκη καταρτίσθηκαν μεταξύ της εταιρίας αυτής (ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΤΝΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΙΝΟΣ Α.Ε.", και δ.τ. "ΑΤΤΕ AI/i/ΟΣ") ως αντιπροσώπου τους και για λογαριασμό όλων των αναφερόμενων στην αγωγή ιδιοκτητών της γης- ΕΡΓΟΔΟΤΩΝ -, μελών & μετόχων της και του ενάγοντα εργολάβου -πολιτικού μηχανικού.
Ειδικά οι ως άνω εργολαβικές συμβάσεις που αφορούν τον ενάγοντα καθώς και τις τροποποιητικές αυτών, τις υπέγραψε η άνω ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία " ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΤΝΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΙΝΟΣ Α.Ε.", με τον διακριτικό τίτλο "ΑΤΤΕ ΑΙΝΟΣ", νόμιμα εκπροσωπούμενη, για λογαριασμό όλων των αναφερόμενων στην αγωγή ιδιοκτητών (ΕΡΓΟΔΟΤΩΝ), δυνάμει των αναφερομένων στην αγωγή συμβολαιογραφικών πληρεξουσίων. Τούτη ενεργούσε τόσο ατομικά (ως εγγυήτρια κατά τα αναγραφόμενα στη σελίδα 2 όλων των άνω συμφωνητικών εργολαβίας) όσο και ως πληρεξούσια και αντιπρόσωπος για λογαριασμό όλων των αντισυμβαλλομένων μελών (μετόχων ) της και ιδιοκτητών της γης.
Όπως προέκυψε από τη μελέτη του καταστατικού της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΤΝΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΙΝΟΣ Α.Ε.", με τον διακριτικό τίτλο "ΑΤΕ ΑΙΝΟΣ", σε συνδυασμό με όλα τα άλλα σχετικά έγγραφα, αλλά κυρίως από τον τρόπο λειτουργίας, πρόκειται ουσιαστικά για μια ένωση προσώπων που λειτουργούσε με τη συνεταιριστική ιδέα και με αποκλειστικό σκοπό την ανέγερση με δαπάνες και έξοδά των (μετόχων) συγκροτημάτων κατοικιών - μεζονέτων σε ευρύτερη αγροτική έκταση - αγροτεμάχια της κτηματικής περιοχής του τέως Δήμου Ιερισσού και ήδη Δήμου Ακάνθου - Σταγείρων Νομού Χαλκιδικής, σύμφωνα με προκαταρκτική μελέτη που υποβλήθηκε και εγκρίθηκε ομοφώνα από τα μέλη της. Τούτη δε έχει συσταθεί ως κεφαλαιουχική ανώνυμη εταιρία, άλλα, παρά τη νομική μορφή ως κεφαλαιουχικής ανώνυμης εταιρίας, το ιδιόρρυθμο αυτό νομικό πρόσωπο συνιστά στην πραγματικότητα -"εν τοις, πράγμασι"- Οικοδομικό συνεταιρισμό. Επομένως τα μελή του - εταίροι του, όταν δεν επαρκεί η περιουσία του νομικού προσώπου, ευθύνονται μέχρι την πραγματική αξία της "εν τοις, πράγμασι" συνεταιριστικής τους μερίδα.
Άλλωστε η άνω εταιρία με το από 31-12-2004 "ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΟ ΕΡΓΟΛΑΒΙΑΣ", δυνάμει του με αριθμό …/…-05-2004 ειδικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης 'Αννας Ταβλαρίδου - Ζαχαριάδου, σε συνδυασμό και με το … πρακτικό του Δ.Σ. της εν λόγω εταιρίας εκπροσωπούμενης τότε νόμιμα από τον πρόεδρο, διαχειριστή και εκπρόσωπο αυτής και του Διοικητικού της συμβουλίου (Δ.Σ.) Κ. Μ., ενεργούσα ατομικά και για λογαριασμό όλων των έξι συνεταιριστών- μελών της ΑΕ, συνιδιοκτητών του οικόπεδου με αρ. 5, μεταξύ των οποίων και ο εναγόμενο συμφώνησε να οικοδομηθούν οι 6 από τις 84 κατοικίες δυνάμει όλων των ειδικών πληρεξουσίων της συμβ/φου Θεσσαλονίκης Άννας Ταβλαρίδου - Ζαχαριάδου, σε συνδυασμό και με το … πρακτικό του Δ.Σ. της εν λόγω εταιρίας. Στις παραπάνω συμβάσεις έργου η εταιρία είτε συμβληθεί ότι στο όνομα της, αλλά ως πληρεξούσια των ανωτέρω μελών της. Το αυτό έπραξε αντίστοιχα με τα από 31-12-2004 "ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΑ ΕΡΓΟΛΑΒΙΑΣ" για τα συγκροτήματα με αρ. 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 22, 23, 27 και 28 με τον ενάγοντα εργολάβο-πολιτικό μηχανικό Ν. Μ..
Ο ενάγων κατόπιν των ανωτέρω, ξεκίνησε την κατασκευή των κατοικιών αυτών, πλην όμως το Μάιο του έτους 2008 και ενώ η κατασκευή των συγκροτημάτων δεν είχε ακόμα ολοκληρωθεί, ο ενάγων εργολάβος Ν. Μ. δήλωσε αδυναμία συνέχισης των εργασιών που είτε αναλάβει να εκτελέσει στα ανωτέρω συγκροτήματα και προέβη στην καταγγελία των συναφθεισών μεταξύ της "ΑΤΕ ΑΙΝΟΣ" ως πληρεξούσιας των μελών-μετόχων της και αυτού συμβάσεων έργου, δια της διακοπής από μέρους του των οικοδομικών εργασιών.
Υπογράφηκε δε μεταξύ τους, κατόπιν επελθόντος εξώδικου συμβιβασμού, το από 30-05-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό και με σκοπό την αποφυγή δικαστικής εμπλοκής. Συμφωνήθηκε δε μεταξύ των άλλων η καταβολή στον ενάγοντα του ποσού των 40.000,00 ευρώ, η κάλυψη διάφορων επιταγών έκδοσης του ενάγοντα, που είχαν εγχειρισθεί σε τρίτους (προμηθευτές), συνολικού ποσού 375.000 ευρώ από την ΑΤΕ ΑΙΝΟΣ και τέλος η ολοκλήρωση της κατασκευής από την εταιρεία των μη αποπερατωθέντων μέχρι τότε συγκροτημάτων που κατασκεύαζε ο ίδιος.
Ειδικότερα δε δια του αυτού από 30-05-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού, η ως άνω εταιρία, νόμιμα εκπροσωπούμενη από τον πρόεδρο, διαχειριστή & εκπρόσωπο αυτής και του Διοικητικού της συμβουλίου (Δ.Σ.) Κ. Μ., ενεργούσα ατομικά και για λογαριασμό όλων των ανωτέρω μελών της (ανέλαβε να παραλάβει τις 84 κατοικίες ημιτελείς για λογαριασμό των ως άνω αντισυμβαλλομένων, ιδιοκτητών των οικοπέδων-μεριδιούχων και μελών της και να αναλάβει η ίδια την ολοκλήρωσή τους (βλ.
στ. προσκομιζόμενο έγγραφο). Συμφωνήθηκε δε, (μεταξύ των άλλων) ότι το ανεξόφλητο μέρος - υπόλοιπο της εργολαβικής αμοιβής του ενάγοντα, των 40.000,00 ευρώ το οποίο έπρεπε να του καταβληθεί άτοκα έως τις 30/3/2009 έντοκα δε έκτοτε.
Όμως παρά τη σύναψη της παραπάνω συμφωνίας και παρ' ότι η ανωτέρω εταιρία παρέλαβε αυθημερόν (30/5/2008) ανεπιφύλακτα τα ως άνω 14 συγκροτήματα ήτοι τις 84 συνολικά κατοικίας, αρνήθηκε εκ των υστέρων την καταβολή του ανωτέρω συμφωνηθέντος υπολοίπου ποσού 40.000 ευρώ πλέον ΦΠΑ 23%. Ο ενάγων υποχρεώθηκε ν' ασκήσει κατ' αυτής την με αριθ.
κατάθεσης 33181/2009 αγωγή του στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 29815/2011 απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή και υποχρέωσε την εναγόμενη εταιρία να του καταβάλλει το ποσό αυτό (40.000 ευρώ), νομιμότοκα από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής του (26/8/2009) μέχρι την εξόφληση και καταδίκασε αυτή στην καταβολή των δικαστικών εξόδων ποσού 1.600 ευρώ.
Κατά της απόφασης αυτής η ηττηθείσα εταιρία άσκησε την με αριθμό κατάθεσης 3691/14-11-2011 έφεση στο Εφετείο Θεσσαλονίκης, το οποίο με την υπ' αριθ. 2012/2013 απόφασή του απέρριψε την εν λόγω έφεση και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση και καταδίκασε την εκκαλούσα στην καταβολή δικαστικών εξόδων, ποσού 600 ευρώ. Παρά την καταδίκη της, η εναχθείσα ως άνω εταιρία "ΑΤΤΕ ΑΙΝΟΣ Α.Ε." αρνείται την καταβολή, εκμεταλλευόμενη το γεγονός της αφερεγγυότητάς της, της παντελούς έλλειψης ιδιοκτησίας σε οποιοδήποτε ακίνητο, το οποίο να μην είναι βεβαρημένο με υποθήκες υπέρ της τραπέζης ΑΤΤΙΚΑ ΒΑΝΚ, αλλά και της οικονομικής της αδυναμίας, όπως η ίδια επικαλείται και σ' όλα τα μέλη της μέχρι και σήμερα και ήδη τελεί υπό εκκαθάριση( βλ σχετικά την απόφαση της από 12 Οκτωβρίου 2009χΓενικής Συνέλευσης των μέτοχων της Α.Τ.Τ.Ε.
ΑΙΝΟΣ Α.Ε για εκκαθάριση της εταιρίας καθώς και δημοσίευσης αυτής στο ΓΕΜΗ κα στο από 11-11-2009, Φύλλο της Εφημερίδας τα Κυβερνήσεως).
Συνεπεία αυτών και λόγω άρνησης της άνω εταιρίας - εκπρόσωπου των ιδιοκτητών των κατοικιών-μελών της Α.Τ.Τ.Ε. ΑΙΝΟΣ Α.Ε, (μεταξύ των οποίων και ο εναγόμενος), να εκπληρώσει την άνω συμβατική υποχρέωσή της, ο ενάγων άσκησε κατ' αυτής την με αριθμό κατάθεσης 33182/2009 αγωγή του στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 29812/2011 απόφαση, η οποία την έκανε δεκτή και υποχρέωσε την εναγόμενη εταιρία να του καταβάλλει το ποσό αυτό (40.000 ευρώ), νομιμότοκα από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση και καταδίκασε αυτή στην καταβολή των δικαστικών εξόδων ποσού 1.600 ευρώ.
Ακόλουθα κατά της απόφασης ασκήθηκε η με αριθμό κατάθεσης 3691/14-11-2011 έφεση στο Εφετείο Θεσσαλονίκης, το οποίο με την υπ' αριθ. 2012/2013 απόφασή του απέρριψε την εν λόγω έφεση και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση και καταδίκασε την εκκαλούσα Α.Τ.Τ.Ε. ΑΙΝΟΣ Α.Ε., στην καταβολή δικαστικών εξόδων. Οι εν λόγω αποφάσεις αποτελούν για το παρόν δικαστήριο αυτό αυξημένης δύναμης αποδεικτικά μέσα καθώς, τόσο από το σκεπτικό τους όσο και από τα ταυτάριθμα πρακτικά των συνεδριάσεων τους συνάγονται δικαστικά τεκμήρια.
Έτσι αποδείχτηκε ότι δεν υπάρχει δυνατότητα να εισπράξει ο ενάγων, το οφειλόμενο ως άνω ποσό 40000 ευρώ, (πλέον τόκων και εξόδων) και ότι είναι αναγκασμένος να αξιώνει κάθε φορά την καταβολή του από τους ανωτέρω αντισυμβαλλομένους της - πρωτοφειλέτες, μεταξύ των οποίων και ο εναγόμενος, κατά την αναλογία συμμετοχής του.
Για τον εναγόμενο αποδείχτηκε κατασκευάσθηκε μία από τις προαναφερθείσες 84 κατοικίες και μάλιστα η κατοικία με αριθμό Κ6, στο με αριθμό 5 αγροτεμάχιο και στο με αριθμό 5 οικοδομικό τετράγωνο, με συνιδιοκτησία του κατά 1/6 στο συγκρότημα και στο οικόπεδο αυτού. Επίσης αποδείχτηκε ότι ο εναγόμενος, Διπλωματούχος Μηχανικός, είναι εταίρος και μέτοχος με αριθμό μετοχών 30 και με ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου στο με αριθμό 5 αγροτεμάχιο, όπου και η κατοικία του.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε μετά από τις παραπάνω δίκες ότι ο ενάγων επεδίωξε την καταβολή του υπόλοιπου της αμοιβής τον με βάση την απόφαση του Πρωτοδικείου, από την εταιρία ΑΙΝΟΣ. Πλην όμως δεν του κατάβαλε η εταιρία αυτή κανένα ποσό, καθώς είναι κατάχρεη (και ήδη υπό εκκαθάριση).
Σύμφωνα δε και με όσα έχουν ήδη κριθεί και αναλυθεί ως άνω η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΑΤΕ ΑΙΝΟΣ" είναι ουσιαστικά μια ένωση προσώπων που λειτουργούσε με τη συνεταιριστική ιδέα και παρά τη νομική μορφή της ως κεφαλαιουχικής ανώνυμης εταιρίας, συνιστά στην πραγματικότητα -"εν τοις, πράγμασι" - Οικοδομικό συνεταιρισμό. Ευθύνεται δε ο εναγόμενος, να καταβάλει το ποσοστό που του αναλογεί, αναλογικά στην συνεταιριστική μερίδα του επί του συνολικώς οφειλομένου ποσού των 40.000 ευρώ ήτοι το ποσό ύψους 585,71 € (40.000 € κεφάλαιο + 9.200 € ΦΠΑ 23%= 49.200/84= 585,71€) καθώς το Δικαστήριο κρίνει ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση παραμερίζεται η περιουσιακή αυτοτέλεια του νομικού προσώπου. Και μάλιστα στην συγκεκριμένη περίπτωση η αρχή αυτή της οικονομικής αυτοτέλειας και ευθύνης του νομικού προσώπου της εταιρίας έναντι των μετόχων ή των εταίρων της υποχωρεί αφού η διαφορετική προσωπικότητά της από την αληθή και "εν τοις πράγμασι" λειτουργία της ως "οικοδομικού συνεταιρισμού" χρησιμεύει για να νομιμοποιηθεί αποτέλεσμα αντίθετο προς τους κανόνες της καλής πίστης, καθώς οι μέτοχοι της ΑΕ, δεν είναι υπέγγυοί για τα χρέη της εταιρίας. Αντίθετα τα μέλη ενός Οικοδομικού συνεταιρισμού ευθύνονται ευθέως προσωπικά και αλληλέγγυα προς τον συνεταιρισμό, ενώ για τον υπολογισμό της ευθύνης τους κρίσιμη είναι η πραγματική αξία της συνεταιριστικής τους μερίδας....
Επομένως ο εναγόμενος ως μέλος και εταίρος της "ΑΤΕ ΑΙΝΟΣ" της όποιας η περιουσία δεν επαρκεί, ευθύνεται μέχρι την πραγματική αξία της "εν τοις, πράγμασι" συνεταιριστικής του μερίδας και αναλογικά με το συνολικό αριθμό των συνεταιριστικών μερίδων στα ως άνω 14 συγκροτήματα 84 συνολικά κατοικίες, (για τα συγκροτήματα με αρ. 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 22, 23, 27 και 28) για το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό των 40.000 ευρώ πλέον ΦΠΑ, στον εργολάβο-πολιτικό μηχανικό Ν. Μ., (ενάγοντα) και εις εκτέλεση των από 31-12-2004 "ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΩΝ ΕΡΓΟΛΑΒΙΑΣ" σε συνδυασμό και με το 195 πρακτικό του Δ.Σ. της εν λόγω εταιρίας.
Επομένως ο εναγόμενος είναι υποχρεωμένος να καταβάλει στον ενάγοντα το οφειλόμενο ποσό στο ποσοστό που του αναλογεί, δηλαδή το 1/84 αυτού και συγκεκριμένα το ποσό των 585,71 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό". 'Ετσι όμως που έκρινε το Ειρηνοδικείο, αναφορικά με τη θεμελίωση της ευθύνης και υποχρέωσης του αναιρεσείοντα εναγομένου να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο ενάγοντα το αιτούμενο με την αγωγή του ποσού των 585,71 ευρώ, υπέπεσε στην από το άρθρο 560 αρ. 5 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, καθόσον, υπό τις ως άνω σχετικές παραδοχές του, ότι η ανώνυμη εταιρεία "ΑΤΤΕ ΑΙΝΟΣ" είναι ουσιαστικά μία ένωση προσώπων που λειτουργούσε με τη συνεταιριστική ιδέα και παρά τη νομική μορφή της ως κεφαλαιουχική ανώνυμη εταιρεία συνιστά στην πραγματικότητα "εν τοις πράγμασι" Οικοδομικό Συνεταιρισμό, ότι ο εναγόμενος ευθύνεται να καταβάλει το ποσοστό που του αναλογεί, αναλογικά στη συνεταιριστική μερίδα του επί του συνολικώς οφειλόμενου ποσού των 40.000 ευρώ ήτοι το ποσό των 585,71 ευρώ, καθώς στη συγκεκριμένη περίπτωση παραμερίζεται η περιουσιακή αυτοτέλεια του νομικού προσώπου ότι η αρχή αυτή της οικονομικής αυτοτέλειας και ευθύνης του νομικού προσώπου της εταιρείας έναντι των μετόχων ή των εταίρων της υποχωρεί, αφού η διαφορετική προσωπικότητά της, από την αληθή και "εν τοις πράγμασι" λειτουργία της ως "Οικοδομικού Συνεταιρισμού" χρησιμεύει για να νομιμοποιηθεί αποτέλεσμα αντίθετο προς τους κανόνες της καλής πίστης, καθώς οι μέτοχοι της Α.Ε.
δεν είναι υπέγγυοι για τα χρέη της εταιρείας, ενώ αντίθετα τα μέλη ενός Οικοδομικού Συνεταιρισμού ευθύνονται ευθέως προσωπικά και αλληλέγγυα προς τον συνεταιρισμό και ότι ο εναγόμενος ως μέλος και εταίρος της "ΑΤΤΕ ΑΙΝΟΣ", της οποίας η περιουσία δεν επαρκεί, ευθύνεται μέχρι την πραγματική αξία της "εν τοις πράγμασι" συνεταιριστικής του μερίδας και αναλογικά με το συνολικό αριθμό των συνεταιριστικών μερίδων στα ως άνω 14 συγκροτήματα, ήτοι τις 84 συνολικά κατοικίες, για το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό των 40.000 ευρώ πλέον Φ.Π.Α.
στον ενάγοντα εργολάβο, έλαβε υπόψη "πράγματα", δηλαδή ισχυρισμούς και γεγονότα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς να περιέχονται στην ιστορική βάση της ένδικης αγωγής που προαναφέρθηκε. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναιρέσεως, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 560 αρ. 5 ΚΠολΔ, προσάπτεται στο Δικαστήριο της ουσίας η ανωτέρω πλημμέλεια είναι βάσιμος, η αναιρετική δε εμβέλεια του λόγου αυτού στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών διατυπούμενων με την ένδικη αίτηση λόγων αναιρέσεως.
Συνακόλουθα τούτων, πρέπει, κατά παραδοχή του ανωτέρω λόγου αναιρέσεως, να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, συντιθέμενου από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντα που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο περί τούτου αίτημά του, (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό και να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει.
Τέλος, από τον συνδυασμό των διατάξεων των παρ. 1 και 2 του άρθρου 579 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, αν δε αποδεικνύεται προαποδεικτικά εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης αυτής, ο Άρειος Πάγος, εφόσον υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στην γραμματεία του ως την παραμονή της συζήτησης, διατάσσει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Με την αίτηση επαναφοράς ζητείται η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών του κεφαλαίου, των τόκων και των δικαστικών εξόδων και η επί του αθροίσματος αυτού καταβολή νόμιμων τόκων, οι οποίοι οφείλονται μόνο από την επίδοση της αναιρετικής απόφασης, που διατάσσει την επαναφορά των πραγμάτων, γιατί από το χρόνο της επίδοσης αυτής καθίσταται υπερήμερος ο αναιρεσίβλητος, κατά το άρθρο 340 ΑΚ (Ολ. ΑΠ 5/2001).
Όμως, ο αναιρεσείων δεν έχει το δικαίωμα να αξιώσει με την άνω αίτηση του τα καταβληθέντα έξοδα της έκδοσης απογράφου και αντιγράφου της προς εκτέλεση απόφασης, της σύνταξης επιταγής για εκτέλεση, της εντολής για τη διενέργεια αυτής και της ενεργηθείσας επίδοσής της, διότι η διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., κατά την αληθινή της έννοια, επιτρέπει την απόδοση μόνο των ποσών που η παροχή τους διατάχθηκε από την ίδια την αναιρεθείσα απόφαση και όχι, άρα, και των εξόδων της μετέπειτα επιχειρηθείσας αναγκαστικής ή εκούσιας εκτέλεσης της, τα οποία βαρύνουν τον καθ ου η εκτέλεση όχι βάσει της απόφασης αυτής, αλλά βάσει του νόμου, ήτοι του άρθρου 932 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1215/2007, ΑΠ 1662/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης υποβάλει αίτημα επαναφοράς στην προτέρα κατάσταση, σε περίπτωση αναίρεσης της προσβαλλόμενης απόφασης, ζητώντας να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να του επιστρέψει το ποσό των 886,14 ευρώ, το οποίο ο αναιρεσείων κατέβαλε σε εκούσια εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης, νομιμοτόκως από την προς αυτόν επίδοση της απόφασης που θα εκδοθεί επί της ένδικης αίτησης αναίρεσης και μέχρι την πλήρη εξόφληση.
Η αίτηση αυτή επαναφοράς, παραδεκτώς υποβληθείσα, είναι νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ και σύμφωνα με την από 22-3-2017 απόδειξη, την οποία προσκομίζει προαποδεικτικώς, με επίκληση, ο αναιρεσείων, χωρίς να αμφισβητηθεί από τον αναιρεσίβλητο, αποδεικνύεται ότι καταβλήθηκε πράγματι στον τελευταίο, σε εκούσια εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης, για κεφάλαιο, τόκους και δικαστικά έξοδα, που επιδικάστηκαν με αυτή, μόνο το ποσό των 814,93 ευρώ.
Επομένως, ενόψει των εκτεθέντων, πρέπει να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να επιστρέψει στον αναιρεσείοντα το ως άνω ποσό των 814,93 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας απόφασης μέχρι την εξόφληση, κατά μερική παραδοχή της περί επαναφοράς αίτησής του, ως ουσιαστικά βάσιμης. Το επιπλέον όμως ποσό των 71,31 ευρώ που ζητεί ο αναιρεσείων, το οποίο, σύμφωνα με την ως άνω απόδειξη, καταβλήθηκε από αυτόν για έξοδα αντιγράφου και σύνταξης επιταγής (27,91 ευρώ), καθώς και για δαπάνη επιδόσεως (43,40 ευρώ), δεν δικαιούται να αξιώσει ο τελευταίος, κατά τα εκτιθέμενα στην αμέσως προηγούμενη μείζονα σκέψη της παρούσας, με συνέπεια το αντίστοιχο περί τούτου αίτημά του να είναι απορριπτέο ως ουσιαστικά αβάσιμο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1087/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή.
Διατάσσει την απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα.
Δέχεται κατά ένα μέρος την αίτηση του αναιρεσείοντα περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
Υποχρεώνει τον αναιρεσίβλητο να καταβάλει στον αναιρεσείοντα το ποσό των οκτακοσίων δεκατεσσάρων ευρώ και ενενήντα τριών λεπτών (814,93 €) με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσης απόφασης μέχρι την εξόφληση.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντα, τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 15 Ιουνίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ