Supreme Court dismisses appeal, remands case to Court of Appeal to decide on admissibility of lawsuit.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the first-instance judgment regarding the admissibility of the lawsuit. The Court found that the lower court's decision on admissibility was final and could not be reviewed in the appeal. Consequently, the Court remanded the case to the Court of Appeal to decide on the admissibility of the lawsuit.
Legislator headnote
AI generatedArt. 580 para. 3 lit. a' of the Code of Civil Procedure; Art. 1 para. 3 of Law 4335/2015: When the Supreme Court annuls a judgment for reasons other than those specified in paras. 1 and 2, it may retain the case and try it itself if no further clarification is needed, thereby reviving the pending appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 770 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 770/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Οργανισμός Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου Α.Ε."(ΟΠΑΠ Α.Ε.) που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου, που κατέθεσε προτάσεις
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Θ. Α., 2)Ν. Α., 3)Κ. Α., 4)Α. Α., 5)Δ. Α., 6)Ε. Α., 7)Μ. Α., 8)Σ. Α., 9)Χ. Α., 10)Μ. Α., 11)Θ. Α., 12)Μ. Α., 13)Χ. Α., 14)Κ. Α., 15)Π. Α., 16)Β. Α., 17)Ε. Α., 18)Χ. Α., 19)Ι. Α., 20)Α. Α., 21)Δ. Α., 22)Ι. Α., 23)Α. Α., 24)Ι. Α., 25)Δ. Α., 26)Μ.- Ε. Α., 27)Σ. Α., 28)Μ. - Θ. Β., 29)Ε. Β., 30)Ε. - Μ. Β., 31)Ρ. Β., 32)Π. Β., 33)Μ. Β., 34)Β. Β., 35)Η. Β., 36)Α. Β., 37)Χ. Β., 38)Γ. Β., 39)Θ. Β., 40)Ε. Β., 41)Ε. Β., 42)Δ. Β., 43)Π.
Β., 44)Ε. Β., 45)Σ. Β., 46)Α. Γ., 47)Γ. Γ., 48)Δ. Γ., 49)Σ. Γ., 50)Ι. Γ., 51)Γ. Γ., 52)Μ. Γ., 53)Δ. Γ., 54)Δ. Γ., 55)Θ. Γ., 56)Δ. Γ., 57)Χ. Γ., 58)Α. Γ., 59)Ε. Γ., 60)Δ. Γ., 61)Β. Γ., 62)Π. Γ., 63)Λ. - Μ. Δ., 64)Ε. Δ., 65)Ν. Δ., 66)Μ. Δ., 67)Α. Δ., 68)Κ. Δ., 69)Μ. Δ., 70)Α. Δ., 71)Α. Ε., 72)Θ. Ζ., 73)Ν. Ζ., 74)Μ. Ζ., 75)Ν. Ζ., 76)Χ. Ζ., 77)Χ. Ζ., 78)Ε. Ζ. - Α., χήρας Ι. Ζ., ενεργούσης ατομικώς και για λογαριασμό των ανήλικων τέκνων της Α.
Ζ. του Ι. και Π. Ζ. του Ι., κατοίκων ..., 79)Ζ. Ζ., 80)Α. Ζ., 81)Ά. Ζ., 82)Θ. Η., 83)Μ. Η., 84)Χ. Θ., 85)Ε. Θ., 86)Π. Θ., 87)Β. Θ., 88)Ε. Κ., 89)Ε. Κ., 90)Π. Κ., 91)Β. Κ., 92)Ε. Κ., Δ. Κ., Β. Κ. και Ε. Κ., ως νόμιμων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Ι. Κ., 93)Φ. Κ., 94)Α. Κ., 95)Β. Κ., 96)Δ. Κ., 97)Λ. Κ., 98)Κ. Κ., 99)Β. Κ., 100)Γ. Κ., 101)Ι. Κ., 102)Σ. Κ., 103)Ε. Κ., 104)Κ. Κ., 105)Ε. Κ., 106)Α. Κ., 107)Α. Κ., 108)Δ. Κ., 109)Δ.
Κ., 110)Α. Κ., 111)Η. Κ., 112)Φ. Κ., 113)Ε. Λ. - Π., 114)Ε. Λ. - Τ., 115)Α. Λ., 116)Π. Λ., 117)Σ. Λ., 118)Β. Λ., 119)Μ. Λ., 120)Π. Μ., 121)Γ. Π., 122)α)Σ. Σ. - Μ., χήρας Σ. Ε., β)Ι. Σ. του Ε., γ)Μ. - Θ. Σ. του Ε., 123)Ε. Τ., 124)Π. Κ., 125)Ι. Μ., 126)Β. Μ., 127)Χ. Μ., 128)Θ. Σ., κατοίκων, (ως εκ της εργασίας τους) .... Ο 124ος (Π. Κ.) δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, οι 1η έως 15ος εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Νικόλαο Σωτηρακόπουλο και Αριστείδη Καζάκο και οι λοιποί (πλην του 121ου και 128ου) εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σωτηρακόπουλο, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και δήλωσε τα ακόλουθα:
α)ο 121ος απεβίωσε και κληρονομήθηκε από την Μ. Μ., χήρα Γ. Π., η οποία συνεχίζει τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπείται από τον ίδιο, β)ο 128ος επίσης απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τους Α. Σ., χήρα Θ. Σ., Σ. Σ. και Ε. Σ., οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο, και γ)για την 71η έχει επέλθει μεταβολή στο ονοματεπώνυμο της σε "Θ.
Α." αντί του "Ε. Α.". Του προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ των αναιρεσιβλήτων: Σύλλογος Συνταξιούχων και πρώην Υπαλλήλων Ο.Π.Α.Π. που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Παραστάθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπος του και διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο του τον Αριστείδη Καζάκο, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/6/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Περιστερίου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 130/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 3852/2013 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία με την από 1/9/2014 αίτησή της.
Ο προσθέτως παρεμβαίνων σύλλογος με την από 25/2/2016 πρόσθετη παρέμβαση του ζήτησε όσα αναφέρονται σ’ αυτή.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Κοκοτίνη ανέγνωσε την από 29/9/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων και ο πληρεξούσιος του προσθέτως παρεμβαίνοντος την απόρριψή της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του. Επιπροσθέτως ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων προέβαλε ένσταση δεδικασμένου.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1,2 και 4 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει σ’ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπάγγελτα ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο ίδιος από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησης ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος την επέσπευσε, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους, καταρχήν, τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με νέα κλήση, εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε, κατά το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, που πρόσθεσε δεύτερο εδάφιο στην παράγραφο 3 του άρθρου 576 Κ.Πολ.Δ.
και εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 98 του ίδιου νόμου, και στις εκκρεμείς υποθέσεις, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί παραδεκτά ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν νόμιμα κλητευθεί, ενώ κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 182/2016, 968/2015).
Ειδικά αν ο μη εμφανισθείς διάδικος είναι αναιρεσίβλητος και δεν προκύπτει ότι τη συζήτηση επισπεύδει αυτός, για το παραδεκτό της συζήτησης δεν αρκεί η επίδοση προς αυτόν μόνο της κλήσης για συζήτηση, αλλά απαιτείται να του επιδοθεί και αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσδιορίσθηκε για συζήτηση ενώπιον του Β2 Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου κατά τη δικάσιμο της 13-10-2015, οπότε αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 8-3-2016 και από την τελευταία για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (22-11-2016).
Κατ’ αυτή, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από το οικείο πινάκιο και όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, ο αναιρεσίβλητος Π. Κ. (με αύξοντα ... στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης) δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο με οποιoδήποτε νόμιμο τρόπο.
Όμως, από την ... /20-7-2015 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ν. Γ., που προσκομίζουν και επικαλούνται οι παριστάμενοι αναιρεσίβλητοι, προκύπτει ότι ο προσδιορισμός δικασίμου για την ως άνω αρχική δικάσιμο έγινε με την επιμέλεια των αναιρεσιβλήτων, στους οποίους συμπεριλαμβανόταν και ο Π.
Κ.. Επομένως, εφόσον δεν απαιτείται νέα κλήση αυτού για τη σημερινή δικάσιμο (άρθρα 575 εδ. β’ και 226 παρ. 4 εδ. δ’ Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν και αυτός παρών.
2. Kατά το άρθρο 62 εδ. α’ Κ.Πολ.Δ., όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, που ως διαδικαστική προϋπόθεση εξετάζεται κατά το άρθρο 73 Κ.Πολ.Δ. αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, παύει να υπάρχει για το φυσικό πρόσωπο με το θάνατό του (άρθρο 35 ΑΚ). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 313 παρ. 1 εδ. δ’ Κ.Πολ.Δ., η απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη διεξαχθείσα κατά ανύπαρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και αυτό που απεβίωσε, δεν έχει υπόσταση και ρητά χαρακτηρίζεται και αυτή ως ανύπαρκτη. Περαιτέρω, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι διαδικαστική πράξη, που ασκήθηκε στο όνομα προαποβιώσαντος προσώπου, είναι απαράδεκτη και πρέπει αυτή να ασκηθεί από τους κληρονόμους του, όπως για την αναίρεση ορίζεται ειδικότερα στο άρθρο 558 Κ.Πολ.Δ.
Συνεπώς, η αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε στο όνομα διαδίκου ήδη αποβιώσαντος κατά την άσκησή της είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη για έλλειψη αναγκαίας διαδικαστικής προϋπόθεσης, δηλαδή του ίδιου του υποκειμένου της διαδικαστικής πράξης (ΑΠ 1611/2011, 1641/2006). Στην συγκεκριμένη περίπτωση, προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας ότι κατά τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης εμφανίσθηκε στο ακροατήριο ο δικηγόρος Αθηνών Νικόλαος Σωτηρακόπουλος και δήλωσε ότι ο 121ος αναιρεσίβλητος Γ.
Π. απεβίωσε και κατέλιπε ως κληρονόμο του τη σύζυγό του Μ. Μ., η οποία συνεχίζει τη δίκη και την οποία εκπροσωπεί. Επίσης, δήλωσε ότι ο 128ος αναιρεσίβλητος Θ. Σ. απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τους μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, δηλαδή τη σύζυγό του Α. Σ. και τα τέκνα του Σ. Σ. και Ε. Σ., οι οποίοι συνεχίζουν τη δίκη και τους οποίους εκπροσωπεί.
Όμως, από τα έγγραφα που προσκομίζουν οι ανωτέρω κληρονόμοι των αρχικών εναγόντων Γ. Π. και Θ. Σ. προκύπτει ότι αυτοί απεβίωσαν στις 26-3-2006 και 22-3-2007 αντίστοιχα (βλ τα προσκομιζόμενα αντίγραφα της υπ’ αριθμ. .../2006 ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξίαρχου του Δήμου Αθηναίων και της υπ’ αριθμ. ...2007 ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξίαρχου του Δήμου ...), δηλαδή σε χρόνο κατά πολύ προγενέστερο και αυτής της άσκησης της ένδικης, από 30-6-2008, αγωγής, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Ειρηνοδικείου Περιστερίου την 1-7-2008, η οποία ασκήθηκε και υπ’ αυτών.
Στη συνέχεια, στο όνομα αυτών, ασκήθηκε και η από 23-10-2009 έφεση, ενώ κατ’ αυτών ασκήθηκε η από 13-7-2010 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας και κατά της πρωτόδικης απόφασης 130/2009 του Ειρηνοδικείου Περιστερίου, η οποία στη συνέχεια επικυρώθηκε με την 3852/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Συνεπώς ως προς τους ως άνω αναιρεσίβλητους, που απεβίωσαν πριν την άσκηση της ως άνω αγωγής, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, η δε δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου των κληρονόμων αυτών, που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά του δικαστηρίου τούτου, για βίαιη διακοπή της δίκης και συνέχισή της εκ μέρους αυτών, στερείται εννόμων συνεπειών. 3.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ κατά το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου και στις περιπτώσεις του άρθρου 98 η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.
Στο άρθρο 104 εδάφιο τελευταίο Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ότι το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Περαιτέρω, το άρθρο 665 παρ. 2 εδάφιο τελευταίο ΚΠολΔ, το οποίο όριζε ότι ‘ ‘ Κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή’ ‘ , καταργήθηκε σιωπηρά με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (Α’ 87), με το οποίο ορίζεται ότι αντικαθίσταται το βιβλίο τέταρτο (άρθρα 591-681Δ’ ) του Κ.Πολ.Δ.
και παρατίθενται ως νέες διατάξεις τα άρθρα 591-645. Εξάλλου, το άρθρο ένατο του ως άνω κεφαλαίου του ν. 4335/2015, με τον τίτλο ‘ ‘ μεταβατικές και άλλες διατάξεις’ ‘ ορίζει στην μεν παράγραφο 2 ότι ‘ ‘ Οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591-645 εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα και αγωγές’ ‘ , στη δε παράγραφο 4 ότι ‘ ‘ Κατά τα λοιπά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις, η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από 1-1-2016’ ‘ .
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 12 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ, ‘ ‘ Στις δίκες που κατά την εισαγωγή του Κ.Πολ.Δ. είναι εκκρεμείς στον πρώτο βαθμό, οι διαδικαστικές πράξεις ρυθμίζονται από τις διατάξεις του, όσες όμως είχαν ενεργηθεί πριν από την εισαγωγή του, ρυθμίζονται από το προγενέστερο δίκαιο’ ‘ , ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 24 παρ.1 του Εισ.Ν.ΚΠολΔ ‘ ‘ Το παραδεκτό των ενδίκων μέσων, το επιτρεπτό των προβαλλόμενων λόγων και ο χρόνος της άσκησης κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο που δημοσιεύεται η απόφαση.
Στα ένδικα μέσα που είχαν ασκηθεί κατά την εισαγωγή του Κ.Πολ.Δ. εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 12’ ‘ . Από το συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων προκύπτει ότι η πληρεξουσιότητα που χορηγείται μετά την 1-1-2016 σε δικηγόρο για την εκπροσώπηση κάποιου διαδίκου ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται πλέον μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση και όχι με ιδιωτικό έγγραφο, όπως γινόταν υπό την ισχύ της διάταξης του άρθρου 665 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., που έπαυσε να ισχύει από 1-1-2016.
Η έλλειψη της πληρεξουσιότητας, εξεταζόμενη και αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια τη μη προσήκουσα παράσταση του διαδίκου κατά τη συζήτηση της υποθέσεως (Ολ ΑΠ 13/2008). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2, 568 παρ. 1, 498 παρ. 1 και 621 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., όπως το τελευταίο ισχύει μετά την έναρξη ισχύος του ν. νόμου 4335/2015, συνάγεται ότι ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ο μη εμφανισθείς αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και σε καταφατική περίπτωση να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του.
Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο, αλλά εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σωτηρακόπουλο και επί πλέον οι δέκα πέντε πρώτοι από αυτούς και με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Άρι Καζάκο, στους οποίους, με εξουσιοδότηση, χορήγησαν πληρεξουσιότητα για να τους εκπροσωπήσουν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.
Όμως, η εν λόγω πληρεξουσιότητα, που δόθηκε μετά την 1-1-2016 από τους αναιρεσίβλητους με αριθμό στην αίτηση αναίρεσης …, δεν είναι νόμιμη, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, με συνέπεια οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι να θεωρούνται δικονομικά απόντες. Επομένως, πρέπει η υπόθεση να συζητηθεί σαν να ήταν και αυτοί παρόντες, εφόσον, όπως προεκτέθηκε, οι ίδιοι οι αναιρεσίβλητοι έχουν επισπεύσει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για την αρχική δικάσιμο της 13-10-2015 και δεν απαιτείται νέα κλήτευση αυτών για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας μετ’ αναβολή δικάσιμο.
4. Επειδή, η διάταξη του άρθρου 622 ΚΠολΔ, που ισχύει από 1-1-2016, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, στην οποία ενσωματώθηκε το προϊσχύσαν άρθρο 669 του ίδιου Κώδικα, ορίζει, κατά παρέκκλιση του άρθρου 80 Κ.Πολ.Δ., ότι ‘ ‘ Στις διαφορές που αναφέρονται στο προηγούμενο άρθρο (εργατικές διαφορές) αναγνωρισμένα επαγγελματικά σωματεία εργαζομένων ή εργοδοτών, αναγνωρισμένες ενώσεις τους ή επιμελητήρια έχουν το δικαίωμα: 1) να ασκούν υπέρ των μελών τους τα δικαιώματα που απορρέουν από συλλογική σύμβαση ή άλλες διατάξεις που εξομοιώνονται προς διατάξεις συλλογικής σύμβασης, εκτός αν τα μέλη έχουν ρητώς εκδηλώσει την αντίθεσή τους.
έχουν πάντως το δικαίωμα να παρέμβουν, 2) να παρέμβουν μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης υπέρ διαδίκου, εφόσον είναι μέλος τους ή μέλος κάποιας από τις οργανώσεις που αποτελούν την ένωση, 3) να παρέμβουν σε κάθε δίκη που αφορά την ερμηνεία ή την εφαρμογή συλλογικής σύμβασης εργασίας στην οποία μετέχουν ή διάταξης που εξομοιώνεται προς τις διατάξεις τέτοιας συλλογικής σύμβασης, για την προστασία του συλλογικού συμφέροντος που παρουσιάζει η έκβαση της δίκης’ ‘ .
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1 και 7 του ν. 1264/1982 ‘ ‘ για τον εκδημοκρατισμό του συνδικαλιστικού κινήματος και την κατοχύρωση των συνδικαλιστικών ελευθεριών των εργαζομένων’ ‘ , προκύπτει ότι μέλη συνδικαλιστικών οργανώσεων μπορούν να καταστούν μόνο εργαζόμενοι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου και όχι συνταξιούχοι.
Κατά συνέπεια, στη διαδικασία αυτή μπορεί να ασκηθεί πρόσθετη παρέμβαση από τον προσθέτως παρεμβαίνοντα ‘ ‘ Σύλλογο Συνταξιούχων και πρώην Υπαλλήλων του ΟΠΑΠ’ ‘ , που δεν αποτελεί συνδικαλιστική οργάνωση, μόνο με βάση τη γενική διάταξη του άρθρου 80 Κ.Πολ.Δ., η οποία ορίζει ότι ‘ ‘ αν σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει το διάδικο αυτόν’ ‘ .
Από τη διάταξη αυτή και το συνδυασμό της με τη διάταξη του άρθρου 68 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, το οποίο πρέπει να προσδιορίζεται στο δικόγραφο της παρέμβασης, κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 81 παρ. 1 εδ. β’ Κ.Πολ.Δ..
Έννομο συμφέρον προς παρέμβαση υφίσταται όταν με αυτή μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης. Πρέπει, όμως, είτε αυτά να απειλούνται από τη δεσμευτικότητα ή την εκτελεστότητα της απόφασης που θα εκδοθεί, είτε να υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της.
Έτσι, για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης, δεν αρκεί η επίκληση από τον προσθέτως παρεμβαίνοντα γενικότερων ηθικών ή κοινωνικών συμφερόντων, αλλά απαιτείται η έκβαση της δίκης, στην οποία παρεμβαίνει, να θίγει από την άποψη του πραγματικού και νομικού ζητήματος τα έννομα συμφέροντά του (Ολ ΑΠ 14/2008, 5/2003, 9/1998, ΑΠ 711/2015, 1040/2009).
Επομένως, τέτοιο έννομο συμφέρον δεν υφίσταται για την ένωση ορισμένων επαγγελματιών, από το ότι σε δίκη μέλους της με τρίτο έχει ανακύψει ζήτημα που μπορεί να επηρεάσει τα οικονομικά συμφέροντα των μελών της, η προστασία των οποίων αποτελεί το σκοπό της ένωσης, λόγω υφιστάμενης ή μέλλουσας όμοιας διαφοράς άλλου μέλους της με τρίτο (Ολ ΑΠ 9/1998).
Στην προκείμενη περίπτωση το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου παρεμβαίνει προσθέτως υπέρ των αναιρεσιβλήτων με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου στις 26-2-2016 και την οποία επέδωσε στην αναιρεσείουσα (βλ. την ...3-3-2016 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Ν.
Τ.) το σωματείο με την επωνυμία ‘ ‘ Σύλλογος Συνταξιούχων και πρώην υπαλλήλων ΟΠΑΠ’ ‘ . Για τη θεμελίωση του εννόμου συμφέροντός του ο παρεμβαίνων Σύλλογος επικαλείται ότι οι αναιρεσίβλητοι - υπέρ ων η πρόσθετη παρέμβαση είναι, μετά την αποχώρησή τους από την αναιρεσείουσα εταιρεία, μέλη του, τα οποία, με την υποστηριζόμενη από την αναιρεσείουσα άποψη, επηρεάζονται άμεσα και ευθέως στα έννομα συμφέροντά τους, όχι μόνο σε σχέση με το αγωγικό αίτημα, αλλά και σε σχέση με το ύψος των συντάξιμων αποδοχών τους.
Τα περιστατικά αυτά, που επικαλείται ο προσθέτως παρεμβαίνων, δεν συγκροτούν το αναγκαίο έννομο συμφέρον στο πρόσωπό του για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης, αφού η έκδοση αρνητικής για τους αναιρεσίβλητους απόφασης δεν πρόκειται να θίξει δικαίωμά του και να επηρεάσει νομικά κατά οποιοδήποτε δυσμενή τρόπο τη θέση του παρεμβαίνοντος, Επομένως, η υπό κρίση πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. 5.
Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 435/1976 και το άρθρο 4 του ν. 2874/2000, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του ν. 3385/2005 και ήδη αντικαταστάθηκε με το άρθρο 74 παρ. 10 του ν 3863/2010, οι μισθωτοί που απασχολούνται πέρα από τα επιτρεπόμενα για κάθε κατηγορία ανώτατα χρονικά όρια διάρκειας της ημερήσιας εργασίας δικαιούνται επιπλέον αμοιβή για κάθε ώρα τέτοιας απασχολήσεως, που είναι ίση προς το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο, προσαυξημένο κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 ποσοστά.
Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, ως καταβαλλόμενο ωρομίσθιο νοείται το τμήμα του μισθού ή του ημερομισθίου, το οποίο αναλογεί σε κάθε ώρα απασχολήσεως, κατά τις ημέρες απασχολήσεως σε υπερεργασία ή σε υπερωριακή εργασία, με βάση τις συμφωνίες ή τις διατάξεις που κατά το χρόνο αυτό ισχύουν. Δεν ερευνάται, δηλαδή, το ύψος των τακτικών αποδοχών του εργαζομένου (μισθωτού) υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως.
Ενδιαφέρει μόνο το κατά τον κρίσιμο χρόνο οφειλόμενο και καταβαλλόμενο ωρομίσθιο, στο οποίο δεν περιλαμβάνονται πρόσθετες τακτικές παροχές, που δεν καταβάλλονται κατά το χρόνο που ο εργαζόμενος παρέχει υπερεργασία ή υπερωριακή εργασία (Ολ ΑΠ 3, 4 και 5/1999, 1139/1974). Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649 και 653 ΑΚ, 1 της κυρωθείσας με το ν.3248/1955 με αριθμ. 95/1949 Διεθνούς Σύμβασης ‘ ‘ περί προστασίας του ημερομισθίου’ ‘ , προκύπτει ότι ως μισθός στη σύμβαση εργασίας θεωρείται κάθε παροχή, την οποία σύμφωνα με το νόμο ή με βάση τη σύμβαση καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο, ως αντάλλαγμα της εργασίας του, δηλαδή όχι μόνο η κύρια παροχή (βασικός μισθός) αλλά και κάθε άλλη πρόσθετη παροχή που καταβάλλεται ως αντάλλαγμα της εργασίας.
Εφόσον παρέχονται τακτικά και σταθερά περιλαμβάνονται στις ‘ ‘ τακτικές αποδοχές’ ‘ , μεταξύ άλλων, η αμοιβή για υπερεργασία και για νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, καθώς και οι προσαυξήσεις για παροχή εργασίας κατά τη νύκτα, τις Κυριακές και τις αργίες, το οικονομικό κίνητρο προς αύξηση της παραγωγικότητας (ΑΠ 379/2006, 130/1989) και γενικά κάθε προσαύξηση του βασικού μισθού ή ημερομισθίου (Ολ ΑΠ 16/2011, 5/2011, ΑΠ 274/2015).
Κριτήριο για την υπαγωγή μιας παροχής στην έννοια των τακτικών αποδοχών αποτελεί η σταθερή καταβολή της έστω και μία φορά το έτος και η αντιστοιχία της σε εργασία που προηγήθηκε, δηλαδή η παροχή να αποτελεί αντάλλαγμα παροχής τακτικών υπηρεσιών.
Συνεπώς, η έννοια των τακτικών αποδοχών δεν προσφέρεται ως βάση για να εξευρεθεί το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο, διότι διαφορετικά θα καταλήγαμε σε φαύλο κύκλο και θα υπολογίζαμε προσαυξήσεις επί προσαυξήσεων, καθόσον για παράδειγμα τα επιδόματα εορτών και άδειας θα προσαύξαναν το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο, το οποίο ακολούθως θα προσαύξανε πάλι τις τακτικές αποδοχές, δηλαδή το επίδομα εορτών και άδειας.
Εξάλλου, για την εξεύρεση του οφειλόμενου πριμ παραγωγικότητας συνυπολογίζεται και η πραγματοποιηθείσα εκ μέρους του μισθωτού κατά τη διάρκεια του έτους υπερωριακή απασχόληση. Η εν λόγω παροχή έχει τον ίδιο χαρακτήρα με τα δώρα εορτών και το επίδομα άδειας, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι δεν υπολογίζεται προκειμένου να εξευρεθεί το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο για τον υπολογισμό των αποδοχών της υπερεργασίας ή των υπερωριών.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 29 της από 5-7-1994 Επιχειρησιακής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας ‘ ‘ Για τους όρους αμοιβής και εργασίας του Προσωπικού της ΟΠΑΠ ΑΕ’ ‘ , ‘ ‘ Για τους διαγωνισμούς ΠΡΟ-ΠΟ, ΛΟΤΤΟ και ΠΡΟΤΟ καταβάλλεται στο προσωπικό του ΟΠΑΠ τον πρώτο μήνα του επόμενου χρόνου εφάπαξ πριμ παραγωγικότητας ίσο με τα 2/3 των μηνιαίων τακτικών αποδοχών, όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί στις 31/12 του προηγούμενου χρόνου της καταβολής, επί του οποίου υπολογίζεται ποσοστό 5% για κάθε εβδομάδα διεξαγωγής διαγωνισμών, προσαυξανόμενων (των εβδομάδων) κατά 50 %’ ‘ .
Στη συνέχεια, ο ίδιος όρος περιελήφθη και στην από 5-11-1997 ΕΣΣΕ, καθώς και στις επόμενες, οι οποίες περιέλαβαν πανομοιότυπους όρους, όμως τα άνω ποσοστά αυξήθηκαν διαδοχικά με μεταγενέστερες συλλογικές συμβάσεις εργασίας για να φθάσουν, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα των ετών 2005- 2007, το μεν ποσοστό προσαύξησης των 2/3 των τακτικών αποδοχών στο 8% (από 1-1-2003 ΕΣΣΕ), το δε ποσοστό προσαύξησης των εβδομάδων διεξαγωγής διαγωνισμών στις 100 εβδομάδες (από 3-12-2004 και 5-9-2007 ΕΣΣΕ).
Ενόψει των ανωτέρω, ο τρόπος υπολογισμού του δικαιούμενου από τους τακτικούς υπαλλήλους της αναιρεσείουσας πριμ παραγωγικότητας κατά την επίδικη περίοδο ακολουθούσε τον εξής τύπο: 2/3 των τακτικών αποδοχών Δεκεμβρίου προηγούμενου έτους + (2/3 τακτικών αποδοχών x 8% x 100 εβδομάδες) = ποσό πριμ παραγωγικότητας.
Στην από 5-9-2007 ΕΣΣΕ ‘ ‘ Για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού της ΟΠΑΠ ΑΕ’ ‘ , αναφέρεται ειδικότερα ότι: ‘ ‘ Για τον προσδιορισμό του ωρομισθίου της υπερωριακής απασχόλησης συνυπολογίζεται και το πριμ παραγωγικότητας του άρθρου 29 της παρούσας. Η διαφορά που προκύπτει από τον εν λόγω συνυπολογισμό θα καταβάλλεται κάθε έτος μετά τον υπολογισμό και την απόδοση του πριμ’ ‘ .
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2014, 2/2013).
Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης για να είναι ορισμένος, σε περίπτωση που κρίθηκε κατ’ ουσία η υπόθεση, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, β) οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το βάσιμο ή μη της αγωγής, ένστασης κλπ, γ) η έννομη συνέπεια που με βάση αυτές διαγνώσθηκε και δ) το νομικό σφάλμα της απόφασης κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
Αντίθετα, δεν αποτελεί στοιχείο του ως άνω αναιρετικού λόγου η αναφορά ότι η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου προτάθηκε ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, διότι το σφάλμα αυτό προκύπτει αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση. 6. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, τα εξής ουσιώδη:
Ότι οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητοι) και για ορισμένους από τους αρχικούς ενάγοντες οι δικαιοπάροχοί τους, είναι ή υπήρξαν στο παρελθόν εργαζόμενοι της εναγομένης (ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας), συνδεόμενοι με αυτή με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου. Ότι οι μηνιαίες αποδοχές τους (μισθός, επιδόματα και πάσης φύσεως αποδοχές) καθορίζονται από ειδικές Επιχειρησιακές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, που καταρτίζουν ο νόμιμος εκπρόσωπος του σωματείου των εργαζομένων και ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης, σε συνδυασμό με τις ισχύουσες ΕΣΣΕ.
Ότι, από το έτος 1990 και εφεξής η εναγομένη εταιρεία καταβάλλει σε κάθε εργαζόμενο και στους ενάγοντες, πλην των άλλων αποδοχών, και πριμ παραγωγικότητας, το οποίο προβλέπεται από το άρθρο 29 της από 5-11-1997 ΕΣΣΕ ‘ ‘ για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού της ΟΠΑΠ ΑΕ’ ‘ , για τους διαγωνισμούς ΠΡΟΤΟ-ΛΟΤΤΟ-ΠΡΟΠΟ, το οποίο ισούται με τα 2/3 των μηνιαίων αποδοχών του κάθε εργαζόμενου, όπως οι αποδοχές αυτές είχαν διαμορφωθεί την 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους και επί του οποίου υπολογίζεται ποσοστό 5% για κάθε εβδομάδα διεξαγωγής διαγωνισμού, προσαυξανόμενων των εβδομάδων κατά 69,24%.
Ότι το ανωτέρω πριμ παραγωγικότητας το καταβάλλει η εναγομένη στους εργαζόμενους τον Ιανουάριο του επόμενου κάθε φορά έτους. Ότι το πριμ αυτό το χορηγεί η εναγομένη στους εργαζόμενους της συνεχώς από το έτος 1990 έως σήμερα, υπόκειται δε αυτό στις νόμιμες κρατήσεις υπέρ του φορέα ασφάλισης των εργαζομένων (ΙΚΑ) και υπολογίζεται, επίσης, στις τακτικές μηνιαίες αποδοχές τους, προκειμένου να υπολογισθεί η νόμιμη αποζημίωσή τους κατά την συνταξιοδότησή τους.
Ότι, επομένως, το ανωτέρω πριμ θα έπρεπε να συνυπολογίζεται στις τακτικές μηνιαίες αποδοχές των εναγόντων, ώστε να εξευρίσκεται το ωρομίσθιό τους και εντεύθεν η νόμιμη αποζημίωσή τους για την υπερωριακή τους απασχόληση. Ότι η εναγομένη εταιρεία δεν συνυπολόγιζε στις τακτικές μηνιαίες αποδοχές των εναγόντων το ανωτέρω πριμ παραγωγικότητας που τους χορηγούσε, ώστε να υπολογίζεται σωστά το νόμιμο ωρομίσθιό τους και εντεύθεν η αποζημίωσή τους για την υπερωριακή απασχόλησή τους, καθώς και για την εργασία τους κατά Κυριακές, με αποτέλεσμα η αποζημίωσή τους αυτή να υπολείπεται της νόμιμης, όπως υπολείπονταν και οι αποδοχές αδείας, τα δώρα εορτών κλπ.
Ότι για το λόγο αυτό οι ενάγοντες άσκησαν κατά της εναγομένης αγωγές, με τις οποίες ζητούσαν να τους καταβληθεί η διαφορά της αποζημίωσης για την πραγματοποιηθείσα απ’ αυτούς υπερωριακή απασχόλησή τους κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1998 και εφεξής, με τον συνυπολογισμό του πριμ παραγωγικότητας στις τακτικές μηνιαίες αποδοχές τους.
Ότι οι αγωγές αυτές έγιναν δεκτές και η εναγομένη εταιρεία στις 27-6-2006 κατέβαλε οικειοθελώς στους εργαζόμενους αυτής, μεταξύ των οποίων και στους ενάγοντες, τα ποσά που ζητούσαν ως διαφορά μεταξύ της καταβληθείσας και της νόμιμης αποζημίωσης για την υπερωριακή τους απασχόληση, έκτοτε δε συνυπολογίζει το πριμ παραγωγικότητας στις τακτικές μηνιαίες αποδοχές των εργαζομένων της κατά τον υπολογισμό της αποζημίωσής τους για υπερωριακή απασχόληση και απασχόληση κατά τις Κυριακές.
Ότι, με την ως άνω καταβολή προσαυξήθηκαν κατά μήνα οι τακτικές μηνιαίες αποδοχές των εναγόντων και συνακόλουθα και οι ετήσιες αποδοχές τους, κατά ποσό ίσο με αυτό που επιδικάσθηκε στον καθένα τους και τους κατέβαλε η εναγομένη, όπως αυτό εκτίθεται για κάθε ενάγοντα στην αγωγή. Ότι, η προσαύξηση αυτή των μηνιαίων αποδοχών των εναγόντων από το έτος 1998 έως και το έτος 2004 είχε ως επακόλουθο και την προσαύξηση του κατ’ έτος καταβαλλόμενου πριμ παραγωγικότητας, αφού αυτό είναι ποσοστό των συνολικών τακτικών μηνιαίων αποδοχών των εργαζομένων.
Ότι για το λόγο αυτό οι ενάγοντες και για ορισμένους απ’ αυτούς οι δικαιοπάροχοί τους ζήτησαν από την εναγομένη να τους καταβάλει τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ του πριμ παραγωγικότητας που αυτή τους κατέβαλε πράγματι κατά τα έτη 1998 έως 2004 και του πριμ παραγωγικότητας που θα έπρεπε να τους καταβάλει, με συνυπολογισμό της ήδη προσαυξημένης, με αυτό το ίδιο το πριμ παραγωγικότητας, αμοιβής τους για υπερωριακή εργασία και εργασία κατά Κυριακές.
Ότι ο ισχυρισμός της εναγομένης, που προτείνεται με λόγο έφεσης, ότι για την ισχύουσα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2007 έως 31-12-2007 ΕΣΣΕ προβλέφθηκε ρητά ότι για τον υπολογισμό του ωρομισθίου της υπερωριακής απασχόλησης συνυπολογίζεται το πριμ παραγωγικότητας και ότι η διαφορά που προκύπτει θα καταβάλλεται κάθε έτος μετά τον υπολογισμό και την απόδοση του πριμ και ως εκ τούτου οι αξιώσεις των εναγόντων για το έτος 2007 είναι αβάσιμες, λόγω της συμβατικής τους δέσμευσης από τον ανωτέρω όρο της συλλογικής σύμβασης εργασίας, πρέπει να απορριφθεί, διότι η ανωτέρω ρύθμιση αφορά τον υπολογισμό της διαφοράς που θα προκύψει από τον συνυπολογισμό του πριμ παραγωγικότητας, το οποίο προσδιορίζεται και καταβάλλεται τον Ιανουάριο κάθε έτους και αφορά το προηγούμενο έτος, επιμεριζόμενο κατά μήνα, στο ωρομίσθιο των εναγόντων για τον καθορισμό της αμοιβής που αναλογεί σε καθένα απ’ αυτούς ανάλογα με τις ώρες υπερωριακής τους απασχόλησης.
Ότι η εναγομένη αρνείται να καταβάλει στους ενάγοντες τη διαφορά από τον υπολογισμό του πριμ παραγωγικότητας αναδρομικά για τα έτη 2005 έως 2007 και πρέπει να γίνει δεκτή η κύρια βάση της αγωγής των εναγόντων (η επικουρική βάση αυτής, από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη). Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση της εναγομένης, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε κρίνει ομοίως.
Με την κρίση του αυτή το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα ερμήνευσε τo κανονιστικής ισχύος άρθρο 29 της από 5-7-1994 ΕΣΣΕ, που καταρτίσθηκε μεταξύ της αναιρεσείουσας και του Συλλόγου με την επωνυμία ‘ ‘ Σύλλογος Υπαλλήλων ΟΠΑΠ ΑΕ’ ‘ , όπως οι ρυθμίσεις αυτών επαναλήφθηκαν και συμπληρώθηκαν στο άρθρο 29 της από 1-1-2003 ΕΣΣΕ, 29 της από 3-12-2004 ΕΣΣΕ, 36 της από 4-11-2005 ΕΣΣΕ και 29 της από 17-7-2006 ΕΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού της ΟΠΑΠ ΑΕ, που καταρτίσθηκαν μεταξύ των ίδιων νομικών προσώπων και εσφαλμένα υπήγαγε σ’ αυτές τα περιστατικά που αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας.
Τούτο διότι επανυπολογίζει το πριμ παραγωγικότητας με βάση την επανυπολογισμένη και αναδρομικά καταβληθείσα άπαξ του έτους διαφορά αμοιβής για υπερωριακή απασχόληση και εργασία Κυριακών, η οποία (διαφορά) προέκυψε από την καταβολή του ίδιου του πριμ παραγωγικότητας, με το σκεπτικό ότι αυτό περιλαμβάνεται στις τακτικές μηνιαίες αποδοχές των εναγόντων.
Αν, όμως, το Εφετείο ορθά ερμήνευε τις ανωτέρω διατάξεις θα έπρεπε να δεχθεί ότι η καταβολή του επιδόματος παραγωγικότητας στο τέλος του έτους, που οδηγεί σε αναδρομική καταβολή αμοιβής (διαφοράς) υπερωριών κλπ, θεωρούμενη ως τμήμα των τακτικών αποδοχών, δεν μπορεί αυτή η ίδια να οδηγεί σε νέο υπολογισμό του (προσαύξηση του πριμ), στη βάση ότι η καταβληθείσα διαφορά υπερωριών κλπ κατέστη πλέον τμήμα των καταβαλλόμενων αποδοχών, καθόσον τέτοιος διπλός υπολογισμός (μία φορά κατά τον καθορισμό του ωρομισθίου και μία φορά κατά την προσαύξησή του) δεν προκύπτει από τις προαναφερόμενες διατάξεις.
Ήδη, για τον αποκλεισμό του συνυπολογισμού της άνω διαφοράς υπερωριών κλπ στην εξεύρεση του οφειλόμενου πριμ παραγωγικότητας και της εξ αυτού νέας προσαύξησης του πριμ, εισήχθη στην από 5-9-2007 ΕΣΣΕ, όπως προεκτέθηκε στην σκέψη υπ’ αριθμ. 1, ο διευκρινιστικός όρος, ότι η διαφορά υπερωριών από τον υπολογισμό του πριμ θα καταβάλλεται κατ’ έτος μετά τον υπολογισμό και την απόδοση του πριμ.
Ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο επισημαίνεται η ανωτέρω παραβίαση και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθμός 1 ΚΠολΔ, είναι κατ’ αρχήν πλήρως ορισμένος, διότι στο αναιρετήριο αναφέρονται οι συγκεκριμένες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκαν (το άρθρο 29 των από 5-7-1994, 5-11-1997, 1-1-2003 και 3-12-2004 ΕΣΣΕ, το άρθρο 36 από 4-11-2005 ΣΣΕ και το άρθρο 29 της από 17-7-2006 EΣΣE), οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και το νομικό σφάλμα στο οποίο υπέπεσε η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την ερμηνεία και εφαρμογή αυτών και όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζουν οι αναιρεσίβλητοι είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
Ο λόγος αυτός είναι και βάσιμος και πρέπει, λόγω της παραδοχής αυτού, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιο που αναφέρεται στην απόρριψη της από 13-7-2010 έφεσης της αναιρεσείουσας εταιρείας κατά της πρωτόδικης απόφασης και στα δικαστικά έξοδα. Σημειώνεται εδώ ότι ο ισχυρισμός των παρόντων αναιρεσιβλήτων, ότι από τις αναφερόμενες στις έγγραφες προτάσεις τους τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις των Ειρηνοδικείων Αθηνών και Περιστερίου παράγεται δεδικασμένο για την ένδικη αγωγή, δεν ασκεί έννομη επιρροή στα πλαίσια της παρούσας αναιρετικής δίκης, καθόσον δεν μπορεί να αποτελέσει αναιρετικό λόγο και αντικείμενο έρευνας, αφού η πρωτόδικη απόφαση είναι απόφαση Ειρηνοδικείου. 7.
Σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α’ ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, ‘ ‘ αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνηση’ ‘ .
Στην προκείμενη περίπτωση, μετά την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης αναβιώνει η εκκρεμοδικία επί της εφέσεως. Στο Εφετείο, κατόπιν εφέσεως της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας, μεταβιβάσθηκε η υπόθεση ως προς την κύρια βάση της από 30-8-2008 αγωγής, η οποία είχε γίνει δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Από τις αιτιολογίες που αναφέρθηκαν κατά την έρευνα του λόγου αναίρεσης προκύπτει ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη και συνεπώς δεν υπάρχει δικονομικά έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, αφού υπολείπεται μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση την έκταση της αναίρεσης.
Επομένως, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο και να γίνει δεκτή η έφεση, κατά παραδοχή των λόγων αυτής, που αναφέρονται στη νομική βασιμότητα της αγωγής. Κατόπιν, πρέπει να εξαφανισθεί η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ως προς το μέρος με το οποίο έγινε δεκτή η κύρια βάση της αγωγής και ως προς τη διάταξή της περί δικαστικών εξόδων.
Μετά ταύτα, πρέπει η αγωγή, η επικουρική βάση της οποίας έχει ήδη απορριφθεί αμετακλήτως, να απορριφθεί στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι και ο προσθέτως παρεμβαίνων Σύλλογος στα εν γένει δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αναίρεση ως προς τους αναιρεσίβλητους Γ. Π. και Θ. Σ..
Απορρίπτει την από 25-2-2016 πρόσθετη υπέρ των αναιρεσιβλήτων παρέμβαση.
Επιβάλλει σε βάρος του προσθέτως παρεμβαίνοντος τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας - καθ’ ης η πρόσθετη παρέμβαση, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.
Αναιρεί την 3.852/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς τα κεφάλαια που αναφέρονται στην απόρριψη της από 13-7-2010 εφέσεως και στα δικαστικά έξοδα.
Κρατεί την υπόθεση.
Δικάζει επί της από 13-7-2010 εφέσεως.
Δέχεται αυτή.
Εξαφανίζει την 130/2009 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Περιστερίου ως προς το μέρος κατά το οποίο είχε γίνει δεκτή η κύρια βάση της από 30-6-2008 αγωγής, καθώς και ως προς τη διάταξη περί δικαστικών εξόδων.
Απορρίπτει την αγωγή.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους να πληρώσουν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα αυτής, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2300) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Ιανουαρίου 2017.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Μαΐου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ