Legislator Case Law & Legislation
770/2016 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for late submission of additional appeal arguments.

Case Number 770/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against a labor court decision regarding an employment dispute. The appellant failed to meet procedural requirements by submitting additional grounds for appeal less than thirty days before the hearing. Consequently, the court rejected the appeal and ordered the appellant to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Article 569(2) of the Code of Civil Procedure; Article 568(2), 3 and Article 570(3) of the Code of Civil Procedure: Additional grounds for cassation must be submitted in writing at least thirty full days before the hearing and served on the respondent within the same period, failing which the appeal is inadmissible.

Keywords

AI generated
additional grounds for cassation Code of Civil Procedure procedural admissibility thirty days rule service of documents labor dispute cassation appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 569(2) of the Code of Civil Procedure
Article 568(2) of the Code of Civil Procedure
Article 568(3) of the Code of Civil Procedure
Article 570(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 770 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 770/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του την 1η Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Κοινοπραξίας με την επωνυμία "... Α.Ε." που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Πίκουλα και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Μ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Χρυσάνθη Υφαντή και Αντώνιο Παππά και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-12-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 75/2011 του ίδιου δικαστηρίου και 133/2013 του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-11-2013 αίτησή της και τους από 9-10-2015 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου ανέγνωσε την από 5-2-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αίτησης, όπως διαμορφώθηκε με τους από 9-10-2015 πρόσθετους λόγους της.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. "Οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση.

Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου, αν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση... Τα ίδια εφαρμόζονται και όταν τη συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσίβλητος ή άλλος διάδικος εκτός από τον αναιρεσείοντα".

Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 568 παρ. 2, 3 και 570 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι για την παραδεκτή άσκηση των πρόσθετων λόγων αναίρεσης προσαπαιτείται η αθροιστική πλήρωση δύο προϋποθέσεων, ήτοι η κατάθεση του δικογράφου αυτών στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης και η επίδοση του δικογράφου αυτών στην ίδια ως άνω προθεσμία πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης.

Ως ημέρα συζήτησης της αναίρεσης νοείται εκείνη που κατά το άρθρο 568 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. ορίζεται αρμοδίως, δηλαδή η αρχική και όχι η μεταγενέστερη που ορίζεται μετ’ αναβολή από την αρχική δικάσιμο ή μετά από ματαίωση ή κήρυξη απαράδεκτης της συζήτησης. Η παράλειψη της κατάθεσης του δικογράφου των πρόσθετων λόγων πριν από την τριακονθήμερη αυτή προθεσμία ή της επίδοσής του πριν από αυτή σε περίπτωση εμπρόθεσμης κατάθεσης, συνεπάγεται το απαράδεκτο αυτών, με άμεση συνέπεια την απόρριψή τους κατ’ αυτεπάγγελτη έρευνα σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ.

που εφαρμόζονται αναλογικά και για τους πρόσθετους λόγους και που ορίζουν ότι το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως (Ολ. Α.Π. 143/1984, Α.Π. 949/2015). Στην προκειμένη περίπτωση φέρεται για συζήτηση η από 7-11-2013 αίτηση αναίρεσης της 133/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου και οι από 9-10-2015 πρόσθετοι λόγοι αυτής.

Το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 9-10-2015 (βλ. την 111/9-10-2015 πράξη κατάθεσης προσθέτων λόγων του αρμοδίου γραμματέα του Αρείου Πάγου που υπάρχει κάτω από το δικόγραφο αυτό), ενώ η αρχική δικάσιμος της υπόθεσης ορίσθηκε αρμοδίως για τις 16-2-2016 (βλ. την από 13-5-2015 πράξη του προέδρου του Β1 πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου που υπάρχει κάτω από το δικόγραφο της αναίρεσης).

Συνεπώς το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων κατατέθηκε εμπρόθεσμα, ήτοι τριάντα και πλέον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης. Όμως από την έρευνα του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει η τήρηση της έτερης αθροιστικώς προσαπατούμενης κατά νόμο για το παραδεκτό της ασκήσεως των πρόσθετων λόγων προϋπόθεσης, ήτοι της επίδοσης αυτών πριν από την ίδια προθεσμία στην αναιρεσίβλητη, ελλείψει οποιασδήποτε σχετικής εκθέσεως επιδόσεώς των.

Ούτε άλλωστε γίνεται οποιαδήποτε περί αυτού επίκληση στις από 4-11-2016 έγγραφες προτάσεις της αναιρεσείουσας ή στις από 1-11-2016 έγγραφες προτάσεις της αναιρεσίβλητης. Συνακόλουθα, εφόσον δεν αποδείχθηκε επίδοση των πρόσθετων λόγων αναίρεσης μέσα στην ανωτέρω προθεσμία των τριάντα τουλάχιστον πλήρων ημερών πριν από την ορισθείσα για τις 16-2-2016 αρχική δικάσιμο, αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι κατ’ αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου.

Από τις διατάξεις των άρθρων 656 Α.Κ., 1 και 5 παρ. 1 του v. 2112/1920 σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 5 και 7 του ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου έχει το χαρακτήρα μονομερούς αναιτιώδους δικαιοπραξίας και χωρεί ελεύθερα, εκτός αν περιοριστεί με συμφωνία των μερών ή με διάταξη νόμου.

Η άσκηση όμως του σχετικού δικαιώματος, είτε του εργοδότη είτε του εργαζομένου, δεν είναι απεριόριστη και ανέλεγκτη αλλά υπόκειται στους περιορισμούς που προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ., της οποίας η παράβαση επάγεται απόλυτη ακυρότητα της καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης, που θεωρείται σαν να μην έγινε σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 174 και 180 του Α.Κ.

Στην περίπτωση αυτή ο καταγγέλλων εργοδότης που αρνείται να δεχθεί τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του εργαζομένου καθίσταται υπερήμερος και υποχρεούται να εκπληρώσει τα οριζόμενα από τις διατάξεις των άρθρων 349, 350 και 656 του Α.Κ. Ειδικώς κατά τη διάταξη του άρθρου 656 εδ. α’ Α.Κ., όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 61 ν. 4139/2013 (ΦΕΚ Α’ 74/20-3-2013) και σύμφωνα με το άρθρο 98 παρ. 1 του αυτού νόμου (διόρθωση σφαλμάτων ΦΕΚ Α’ 92/19-4-2013) καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις "Αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει την πραγματική απασχόλησή του, καθώς και το μισθό για το διάστημα που δεν απασχολήθηκε".

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, σε αντίθεση με τα μέχρι τότε κρατούντα (Ολ. Α.Π. 9/2011), επί υπερημερίας του εργοδότη ως προς την αποδοχή της εργασίας, περίπτωση που συντρέχει μεταξύ άλλων και επί δικαστικής αναγνωρίσεως της ακυρότητας προηγηθείσας καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, ο εργαζόμενος αποκτά άμεσο δικαίωμα να απαιτήσει την πραγματική του απασχόληση, χωρίς να χρειάζεται να επικαλεσθεί και αποδείξει, εφόσον ασκεί το εν λόγω δικαίωμα δικαστικώς, πρόσθετα περιστατικά τα οποία σε συγκεκριμένη υπόθεση καθιστούν καταχρηστική ή προσβλητική την άρνηση του εργοδότη να αποδέχεται την εργασία του μετά την απαγγελία της ακυρότητας (βλ.

μειοψ. Ολ. Α.Π. 9/2011). Στην προκειμένη περίπτωση με την από 6-12-2010 αγωγή της η ήδη αναιρεσίβλητη, επικαλούμενη άκυρη καταγγελία της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου εκ μέρους της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εργοδότριας, ζήτησε μεταξύ άλλων να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας και να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία της.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε σε δεύτερο βαθμό η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγιναν δεκτά, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου την 1-12-1995 από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε.", στη θέση της οποίας υπεισήλθε την 21-10-2004 η εναγομένη κοινοπραξία, προκειμένου να παρέχει την εργασία της ως σερβιτόρα στο εστιατόριο του καζίνο που διατηρεί στο ....

Την 22-4-1996 προήχθη στη θέση της αρχιτραπεζοκόμου (restaurant captain), αναλαμβάνοντας καθήκοντα επόπτριας σερβιτόρων τραπεζιών, παρέχοντας την εργασία της με την παραπάνω ειδικότητα στις εκάστοτε θέσεις που την τοποθετούσε η εναγομένη, κατά δε το διάστημα από 29-1-2010 έως την 9-9-2010 απασχολείτο ως "restaurant captain" στο εστιατόριο του ξενοδοχείου, επιβλέποντας και συντονίζοντας τους σερβιτόρους που υπάγονταν στο τμήμα ευθύνης της, για την εύρυθμη λειτουργία του οποίου ήταν αποκλειστικά υπεύθυνη, αποσπάσασα θετικά σχόλια και ευμενείς αξιολογήσεις εκ μέρους των διευθυντικών οργάνων της εναγομένης.

Την 9-9-2010 η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της ενάγουσας, η οποία ήταν 43 ετών. Τα γεγονότα που επικαλείται η εναγομένη, αναγόμενα στη συμπεριφορά της ενάγουσας και ειδικότερα στο ότι δείπνησε στο γραφείο προϊσταμένων με άλλους προϊστάμενους, κάνοντας κατανάλωση ποτών και φαγητών, ανεξάρτητα από τη μη βασιμότητά τους, δεν επιδρούν ως προς αυτό το σημείο στο κύρος της καταγγελίας.

Όμως ο αληθής λόγος είναι ότι η καταγγελία έγινε για οικονομικοτεχνικούς λόγους (μείωση προσωπικού) αλλά, επειδή υπήρχε δέσμευση από τη συλλογική σύμβαση του έτους 2009-2010 (άρθρο 6) για τη μη μείωση προσωπικού για οικονομικοτεχνικούς λόγους, έγινε προσχηματική επίκληση αόριστων και αναληθών γεγονότων ως προς την απόδοση και τη συμπεριφορά της ενάγουσας...

Η εναγομένη είχε την ευχέρεια να απολύσει άλλα άτομα νεότερα στην ηλικία που είχαν την ίδια ειδικότητα με την ενάγουσα και οι οποίοι είχαν τις ίδιες οικογενειακές υποχρεώσεις, υστερούσαν όμως στην αρχαιότητα, την εμπειρία και την αποδοτικότητα, αλλά δεν το έπραξε εξαιτίας του γεγονότος ότι αμείβονταν με μικρότερες αποδοχές, ενώ η ενάγουσα ελάμβανε 2.425,78 ευρώ.

Συγκεκριμένα υπηρετούσαν: [Ακολουθεί παράθεση των ονοματεπωνύμων, της ηλικίας της οικογενειακής κατάστασης, του χρόνου πρόσληψης και των αποδοχών των συναδέλφων αυτών της ενάγουσας]. Η εναγομένη κατά την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας δεν τήρησε τα... αντικειμενικά στοιχεία, δηλαδή ηλικία, εμπειρία, αρχαιότητα και αποδοτικότητα, με αποτέλεσμα να είναι άκυρη ως καταχρηστική η απόλυση της ενάγουσας.

Περαιτέρω η μη απασχόληση της ενάγουσας μετά την άκυρη καταγγελία συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά της εναγομένης, δεδομένης της προαναφερθείσας οικογενειακής, κοινωνικής και οικονομικής κατάστασής της και του δικαιώματος προς εργασία, στοιχεία που αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής κατ’ ορθή εκτίμησή του...

και λαμβανομένων υπ’ όψιν των γενικώς παραδεδεγμένων επικρατουσών δυσβάσταχτων συνεπειών της μακροχρόνιας οικονομικής κρίσης, με αποτέλεσμα την αύξηση της ανεργίας και την παύση λειτουργίας επιχειρήσεων ομοειδών προς τη λειτουργία της εναγομένης, εννοουμένων ως προς όλες τις ειδικότητες του επισιτιστικού κλάδου.

Πρέπει συνεπώς η εναγομένη να υποχρεωθεί να επαναπροσλάβει την ενάγουσα με τις ίδιες συνθήκες του χρόνου απόλυσής της με απειλή χρηματικής ποινής 500 ευρώ σε βάρος της εναγομένης για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσης προς την εν λόγω διάταξη...". Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο δέχθηκε την έφεση της ενάγουσας και απέρριψε την ασκηθείσα με τις προτάσεις αντέφεση της εναγομένης κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, αφού δε κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, την δέχθηκε μερικώς ως κατ’ ουσίαν βάσιμη.

Έτσι που έκρινε το εφετείο και ειδικότερα κατά το μέρος που δέχθηκε το αγωγικό αίτημα να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της ενάγουσας με απειλή χρηματικής ποινής, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 652, 653 και 656 Α.Κ. που ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση ούτε εκείνες των άρθρων 59, 914 και 932 Α.Κ.

που δεν ήταν εφαρμοστέες ούτε στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νομίμου βάσεως με ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες επί του ζητήματος αυτού. Και τούτο διότι, μετά τη ρηθείσα τροποποίηση των διατάξεων του άρθρου 656 εδ. α’ Α.Κ., η οποία καταλαμβάνει και την παρούσα - εκκρεμή κατά την έναρξη της ισχύος της - υπόθεση, στην περίπτωση αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, η υπερημερία του εργοδότη ως προς την αποδοχή της εργασίας του εργαζομένου παρέχει πλέον στον τελευταίο άμεσο εκ του νόμου δικαίωμα να απαιτήσει την πραγματική απασχόλησή του.

Γι’ αυτό οι προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η μη απασχόληση της ενάγουσας συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά της εναγομένης συνεπεία της οποίας οφείλει η δεύτερη να επαναπροσλάβει την πρώτη, τέθηκαν ως εκ περισσού. Επομένως ο μόνος λόγος του κυρίου δικογράφου της αίτησης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι με τις ανωτέρω παραδοχές της υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Μετά από αυτά πρέπει ν’ απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της, ενόψει δε και της κατά τα προεκτεθέντα απόρριψης των πρόσθετων λόγων της, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7-11-2013 αίτηση για αναίρεση της 133/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου και τους από 9-10-2015 πρόσθετους λόγους αυτής.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ