Legislator Case Law & Legislation
770/2015 AI generated

Supreme Court annuls lower court decision for insufficient reasoning on Article 559 of Civil Procedure Code.

Case Number 770/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the First Instance Court of Athens' decision due to inadequate reasoning regarding the width of parking access. The lower court inconsistently claimed the defendants could not separate the parking area while simultaneously accepting their construction of a dividing wall. The Court found this contradiction violated Article 559 of the Civil Procedure Code because the reasoning failed to explain how the specific legal rule applied to the facts.

Legislator headnote

AI generated

Article 559 of the Civil Procedure Code; Article 559 of the Civil Procedure Code: A judgment lacks legal basis when the factual premises supporting the application of substantive law are not sufficiently stated in the reasoning, creating doubts about whether the correct legal rule was applied.

Keywords

AI generated
Article 559 Civil Procedure Code insufficient reasoning horizontal ownership parking access width annulment of judgment contradictory findings substantive law application

Cited Legislation

AI generated
Article 559 No. 19 of the Code of Civil Procedure
Articles 1002, 1117 of the Civil Code
Articles 1, 2, 3, 4, 5 and 13 of Law 3741/1929

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 24/1992
Supreme Court 1852/2007

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 770 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 770/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Μαρία Χυτήρογλου και Ειρήνη Καλού, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Απριλίου 2015, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Κ. του Δ. και 2) Ε. Χ. του Χ., συζ. Ν. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Στεφάνου.

Της αναιρεσίβλητης: Α. Τ. του Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δροσιά Μπάκου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-12-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1572/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3175/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-7-2014 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Καλαματιανός διάβασε την από 12-12-2014 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Δημητρούλας Υφαντή, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή κατά ένα μέρος του εβδόμου λόγου της αίτησης αναίρεσης, την απόρριψη των λοιπών και την αναίρεση της υπ' αριθμ. 3175/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 24/1992, ΑΠ 1852/2007).

Από δε τις διατάξεις των άρθρων 1002, 1117 Α.Κ., 1, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5 και 13 του ν. 3741/1929 προκύπτει, ότι επί ιδιοκτησίας κατ' ορόφους (οριζόντιας ιδιοκτησίας) δημιουργείται χωριστή κυριότητα επί ορόφου ή διαμερίσματος ορόφου και αναγκαστική συγκυριότητα, που αποκτάται αυτοδικαίως, κατ' ανάλογη μερίδα, επί εδάφους και επί των μερών της οικοδομής, που χρησιμεύουν στην κοινή χρήση όλων των οροφοκτητών.

Οι ως άνω βασικές αρχές του θεσμού της οριζόντιας ιδιοκτησίας προκύπτουν σαφώς οπό τις παραπάνω διατάξεις, οι οποίες όμως δεν προσδιορίζουν επαρκώς την έννοια του "ορόφου" και "διαμερίσματος ορόφου". Από το πνεύμα, εντούτοις, των διατάξεων για την οροφοκτησία, και ιδίως από το σκοπό τους, που, όπως προκύπτει και από την εισηγητική έκθεση του ν. 3741/1929, είναι η ευχερέστερη κάλυψη των στεγαστικών αναγκών των πολιτών και η καθ' ύψος επέκταση των πόλεων, καθώς και από τα ερμηνευτικά πορίσματα εκ της κοινής πείρας και από τις σχετικές διατάξεις της πολεοδομικής νομοθεσίας (άρθρο 11 του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού των ετών 1929, 1955 και 1973) συνάγεται, ότι όροφος ή διαμέρισμα ορόφου είναι το αναποχώριστο τμήμα της οικοδομής ή του ορόφου, μετά των συστατικών του και του εντός αυτού (κυβικού) χώρου, που περικλείεται τεχνικώς από κάτω, από τα πλάγια και από πάνω, με τοίχους ή άλλα οικοδομικά στοιχεία, ώστε να διαχωρίζεται σαφώς από τα λοιπά (διαιρετά ή αδιαίρετα) τμήματα της οικοδομής και να έχει αναχθεί σε συγκεκριμένο και ανεξάρτητο τμήμα αυτής, που είναι κατάλληλο προς χωριστή και αυτοτελή οικιστική εν γένει χρήση.

Μόνο οι όροφοι και τα διαμερίσματα ορόφων, με την παραπάνω έννοια, καθώς και τα εξομοιούμενα από το νόμο με ορόφους υπόγεια και δωμάτια κάτω από την στέγη (άρθρα 1002 εδ. Β' ΑΚ και 1 παρ. 2 του ν. 3741/1929) μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο οριζόντιας ιδιοκτησίας. Επομένως δεν είναι δυνατό να συσταθεί διαιρεμένη ιδιοκτησία επί ανοικτού χώρου, εκτός αν προβλέπεται στην συστατική της οροφοκτησίας πράξη ή σε μεταγενέστερη συμφωνία όλων των οροφοκτητών, που έχει μεταγραφεί νόμιμα, ότι ο χώρος αυτός πρόκειται να οικοδομηθεί, οπότε η σύσταση διαιρεμένης ιδιοκτησίας αναφέρεται ατούς μελλοντικούς ορόφους ή διαμερίσματα και τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της κατασκευής τους (άρθρο 201 ΑΚ).

Εξάλλου, αν ληφθεί υπόψη, ότι η θεσπιζόμενη με τα άρθρα 1002 ΑΚ και 1 του ν. 3741/1929 αποκλειστική (χωριστή) κυριότητα επί ορόφου ή διαμερίσματος ορόφου αποτελεί την εξαίρεση του κανόνα "surerficies solo cedit", που έχει περιληφθεί στο άρθρο 1001 εδ. Α' του ΑΚ οποιοδήποτε μέρος του όλου ακινήτου, που δεν ορίστηκε ή δεν ορίστηκε έγκυρα, με το συστατικό της οροφοκτησίας τίτλο, ότι αποτελεί αντικείμενο της αποκλειστικής κυριότητας κάποιου συνιδιοκτήτη, υπάγεται αυτοδικαίως από το νόμο, κατ' εφαρμογή του ανωτέρω κανόνα, στα αντικείμενα της αναγκαστικής συγκυριότητας επί του εδάφους και θεωρείται γι' αυτό κοινόκτητο και κοινόχρηστο μέρος του ακινήτου.

Περαιτέρω, τα άρθρα 22 παρ. 9 και 32 παρ. 4 του ν.δ/τος 8/1973 "περί Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού", όπως αντικαταστάθηκαν από τις παραγράφους 22 και 33 του άρθρου 1 του ν.δ/τος 205/1974, πρόβλεψαν για πρώτη φορά την κατασκευή της οικοδομής επί υποστηλωμάτων (PILOTIS) για τη δημιουργία στο ισόγειο ανοικτού στεγασμένου χώρου, που αφήνεται εξ ολοκλήρου κενός και χρησιμεύει για την στάθμευση αυτοκινήτων.

Ο κενός αυτός χώρος του ισογείου, που ονομάσθηκε πιλοτή και αναφέρεται σε μεταγενέστερα νομοθετήματα ως "PILOTIS" (άρθρο 1 παρ. 5 περ. γ' του ν. 960/1979, όπως αντικαταστάθηκε με το ν. 1221/1981, 7 παρ. 1 περ. Α' και 9 παρ. 10 ΓΟΚ/1985), είναι εξ ορισμού ανοικτός και συνεπώς ισχύουν γι' αυτόν όσα αναφέρθηκαν παραπάνω. Δηλαδή η συμφωνία των οροφοκτητών να συστήσουν, σε τμήματα της πιλοτής, που θα παραμείνουν ανοικτά, αυτοτελείς (διαιρεμένες) ιδιοκτησίες θα είναι άκυρη, ως αντικείμενη στις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις, που καθορίζουν τις θεμελιακές αρχές του θεσμού της οριζόντιας ιδιοκτησίας (άρθρο 174 ΑΚ) και συνακόλουθα τα τμήματα αυτά είναι κοινόχρηστα και κοινόκτητα.

Αν, όμως, προβλέπεται στην άνω συμφωνία, ότι στα πιο πάνω τμήματα της πιλοτής θα κατασκευαστούν κλειστοί χώροι, δημιουργούνται έγκυρα διαιρεμένες ιδιοκτησίες στους περίκλειστους χώρους, που θα κατασκευασθούν, παρά το γεγονός, ότι η κατασκευή τους επάγεται τυχόν υπέρβαση του ορίου κάλυψης η του συντελεστή δόμησης και είναι πάντως αντίθετη προς τις ανωτέρω διατάξεις του ΓΟΚ/1973, που ορίζουν, ότι ο χώρος της πιλοτής αφήνεται εξ ολοκλήρου κενός, αφού η παραβίαση των διατάξεων αυτών συνεπάγεται μόνο διοικητικές κυρώσεις και δεν θίγει το κύρος της μεταξύ των οροφοκτητών συμφωνίας (Ολ.ΑΠ 583/1983).

Η δε προεκτεθείσα έννοια των διατάξεων, για την οροφοκτησία, δεν είναι αντίθετη, αλλά επιβεβαιώνεται ουσιαστικά από τις ειδικές ρυθμίσεις των ν. 960/1979 και 1221/1981 για τις θέσεις σταθμεύσεως αυτοκινήτων. Πράγματι, οι διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 5 εδ. α' και β' του ν. 960/1979, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 1 του ν. 1221/1981, προβλέπουν, ότι, προκειμένου για θέσεις σταθμεύσεως αυτοκινήτων που βρίσκονται σε στεγασμένους χώρους κτιρίου, το οποίο έχει υπαχθεί στο σύστημα της διαιρεμένης ιδιοκτησίας, κάθε θέση σταθμεύσεως αποτελεί διαιρεμένη ιδιοκτησία, της οποίας επιτρέπεται η αυτοτελής μεταβίβαση και σε τρίτους, που δεν έχουν σχέση με το κτίριο.

Με τις διατάξεις αυτές, δηλαδή, αναγνωρίζεται χωριστή κυριότητα και επί των θέσεων σταθμεύσεως αυτοκινήτων, που δεν είναι περίκλειστοι, αλλ' απλώς στεγασμένοι, κατ' εξαίρεση του κανόνα, ότι αντικείμενο διαιρεμένης ιδιοκτησίας αποτελούν μόνον οι κλειστοί χώροι ορόφων ή διαμερισμάτων. Ειδικά όμως για την πιλοτή, το τελευταίο εδάφιο γ' της παρ. 5 του άνω άρθρου ορίζει, ότι "αι τυχόν δημιουργούμενοι θέσεις σταθμεύσεως εις τον ελεύθερον ισόγειον χώρον του κτιρίου, όταν τούτο κατασκευάζεται επί υποστυλωμάτων (PILOTIS) κατά τις ισχύουσες διατάξεις, δεν δύνανται να αποτελέσουν διηρημένας ιδιοκτησίας".

Οι παραπάνω νεότερες ρυθμίσεις και ιδίως αυτές των εδαφίων α' και β' καθώς και εκείνη του εδαφίου γ' θα ήταν ασφαλώς περιττές, αν ήταν δυνατόν, με βάση τις ισχύουσες μέχρι τότε διατάξεις, να συσταθεί οριζόντια ιδιοκτησία επί ορισμένων ανοικτών χώρων του κοινού ακινήτου για να χρησιμοποιηθούν ως θέσεις σταθμεύσεως αυτοκινήτων.

Έτσι, ενόψει αυτών, γίνεται φανερό, ότι τα μεν κλειστά τμήματα της πιλοτής και οι περίκλειστες θέσεις σταθμεύσεως αυτοκινήτων μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο διαιρεμένης ιδιοκτησίας και να μεταβιβαστούν αυτοτελώς και σε τρίτους, που δεν έχουν σχέση με την πολυώροφη οικοδομή, τα δε ανοικτά τμήματα της πιλοτής και οι ανοικτές θέσεις σταθμεύσεως αυτοκινήτων στον "ελεύθερο ισόγειο χώρο" της πιλοτής δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο διαιρεμένης ιδιοκτησίας.

Συνεπώς οι ανοικτοί αυτοί χώροι της πιλοτής ανήκουν στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη της οικοδομής, επί των οποίων μπορεί μόνο να παραχωρηθεί με τη συστατική της οροφοκτησίας δικαιοπραξία, ή με μεταγενέστερη συμφωνία μεταξύ όλων των συνιδιοκτητών, δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης σε ιδιοκτήτες ορόφων ή διαμερισμάτων της ίδιας οικοδομής και όχι και σε τρίτους (άρθ. 4 παρ. 1 και 13 ν. 3741/ 1929, Ολ.ΑΠ 23/2000, ΑΠ 333/2002, ΑΠ 1703/2011, ΑΠ 1493/2005).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 3 του ν. 3741/1929: "ο ιδιοκτήτης κάθε ορόφου ή μέρους αυτού έχει πάντα τα εις τον κύριο ανήκοντα δικαιώματα, εφόσον η άσκησις αυτών δεν παραβλάπτει την χρήσιν των άλλων ιδιοκτητών. Υπό τους όρους αυτούς δύναται να επιχειρήσει μεταβολάς ή προσθήκας και επί των αδιαιρέτως κοινών μερών του οικοδομήματος".

Με την τελευταία διάταξη γίνεται γνήσια παραπομπή στις γενικές διατάξεις που ρυθμίζουν το περιεχόμενο της κυριότητας, άρα και στο άρθρο 1000 του ΑΚ, που ορίζει ότι ο κύριος του πράγματος μπορεί, εφόσον δεν προσκρούει στο νόμο ή σε δικαιώματα τρίτων, να διαθέσει κατ' αρέσκεια και να αποκρούσει κάθε ενέργεια άλλου πάνω σε αυτό.

Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι η ενάσκηση του δικαιώματος κάθε συνιδιοκτήτη για απόλυτη χρήση της αυτοτελούς ιδιοκτησίας του πρέπει να γίνεται κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μη βλάπτονται τα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών που απορρέουν είτε από τη δική τους αποκλειστική κυριότητα σε όροφο ή διαμέρισμα ορόφου, είτε από την αναγκαία συγκυριότητά τους σε κοινόχρηστα μέρη της οικοδομής (άρθρα 1117 ΑΚ και 2 του ν. 3741/1929).

Πότε επέρχεται βλάβη στους λοιπούς συνιδιοκτήτες είναι ζήτημα πραγματικό και κρίνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ανάλογα με τις ιδιαίτερες συνθήκες της οροφοκτησίας, τις ανάγκες των επιμέρους διαιρετών ιδιοκτησιών, τη δυνατότητα χρήσεως των κοινών μερών και το σκοπό που εξυπηρετούν τα κοινά μέρη στην όλη ιδιοκτησία της οροφοκτησίας, λαμβανομένων πάντοτε υπόψη και των απαιτήσεων της καλής πίστης και των χρηστών ηθών (ΑΠ 1369/05, ΑΠ 36/2005, ΑΠ 1044/2011).

Από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει επίσης ότι οι συνιδιοκτήτες κοινής οικοδομής που υπήχθησαν στο καθεστώς αυτού του νόμου, μπορούν ελεύθερα να ρυθμίσουν με σύμβαση, η οποία καταρτίζεται με σύμπραξη όλων και περιβάλλεται συστατικά τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, δυναμένη να συμπεριληφθεί στην αρχική συστατική πράξη της οριζόντιας ιδιοκτησίας ή σε ιδιαίτερο συμβολαιογραφικό έγγραφο και η οποία μεταγράφεται, καταχωριζόμενη στο περιθώριο του τίτλου της ιδιοκτησίας, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους, τόσο ως προς τα αναγκαίως αδιαίρετα πράγματα όσο και ως προς τις διαιρημένες (οριζόντιες) ιδιοκτησίες τους επί ορόφων ή διαμερισμάτων.

Οι περιορισμοί της κυριότητας που απορρέουν από μια τέτοια σύμβαση, όπως είναι και η απαγόρευση συγκεκριμένης χρήσης στη χωριστή ιδιοκτησία, έχουν, κατά τη ρητή επιταγή του άρθρου 13 παρ. 3 του πιο πάνω νόμου, το χαρακτήρα δουλείας και δεσμεύουν τους καθολικούς και ειδικούς διαδόχους αυτών που συνήψαν τον κανονισμό ή προσχώρησαν σ' αυτόν χωρίς να είναι αναγκαίο να χρησιμοποιηθούν πανηγυρικές εκφράσεις για να δηλωθεί η προσχώρηση μεταγενέστερα στον ίδιο κανονισμό και άλλων ιδιοκτητών, εφόσον αρκεί η μεταγραφή του συμβολαιογραφικού εγγράφου των μετέπειτα καθισταμένων ιδιοκτητών στο περιθώριο της μεταγραφής του τίτλου ιδιοκτησίας του μεταβιβαζόμενου διαμερίσματος.

Εξάλλου, από τις ίδιες διατάξεις, σαφώς προκύπτει ότι αν δεν υπάρχει ειδική συμφωνία μεταξύ όλων των συνιδιοκτητών αναφορικά με τον τρόπο χρήσεως των διαιρετών ιδιοκτησιών, καθένας από τους συνιδιοκτήτες έχει όλα τα δικαιώματα που ανήκουν στον κύριο, μεταξύ των οποίων και η επιλογή της χρήσης της χωριστής ιδιοκτησίας, εφόσον η άσκηση αυτών δεν βλάπτει τα δικαιώματα των άλλων ιδιοκτητών ή δεν μειώνει την ασφάλεια αυτών ή του οικοδομήματος, (ΑΠ 36/2005).

Έτσι, απαγορεύεται στον κύριο να ενεργεί εργασίες στη χωριστή ιδιοκτησία του, που μπορούν να προξενήσουν ζημίες σε άλλες χωριστές ιδιοκτησίες. Έχει δε κριθεί ότι η προσθήκη, που μεταβάλει την εξωτερική μορφή και εμφάνιση του κτιρίου, γενομένη πέραν της αρχιτεκτονικής κατασκευής, παραβλάπτει τη χρήση των άλλων οροφοκτητών και είναι ανεπίτρεπτη κατά τα άρθρα 1000 Α.Κ.

και 3 παρ. 1 του Ν. 3741/1929 (ΑΠ 36/2005, ΑΠ 1234/1993, ΑΠ 1177/ 1986). Με τον κανονισμό εξάλλου έγκυρα καθιερώνονται περιορισμοί και απαγορεύσεις στη χρήση τόσο των κοινών μερών της οικοδομής όσο και των χωριστών ιδιοκτησιών και πέραν των αναφερομένων στα άρθρα 3 § 2 και 5 στοιχ. α' του ν. 3741/1929. Αν δε με κάποιο όρο του κανονισμού απαγορεύεται σε συνιδιοκτήτη η ενέργεια μεταβολών ή ορισμένη χρήση των ως άνω πραγμάτων, η απαγόρευση ισχύει και αν δεν παραβλάπτεται η χρήση των άλλων και όταν δεν θίγονται τα δικαιώματα των συνιδιοκτητών, ή δεν μειώνεται η ασφάλεια των ιδιοκτησιών τους ή του όλου οικοδομήματος ή δεν μεταβάλλεται ο συνήθης προορισμός τους.

Στην περίπτωση αυτή δεν απαιτείται η έρευνα αν συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις του νόμου, για να κριθεί αν έλαβε χώρα ανεπίτρεπτη, ως αντικείμενη στον κανονισμό ενέργεια του συνιδιοκτήτου (ΑΠ 306/2004, ΑΠ 622/1990, ΑΠ 1184/ 1986, ΑΠ 1176/1986). Περαιτέρω, ο ιδιοκτήτης που προσβάλλεται στις εξουσίες του που απορρέουν από την κυριότητά του στη χωριστή ιδιοκτησία του ή στη συγκυριότητά του στα κοινά μέρη της οικοδομής από κάποιο συνιδιοκτήτη, αλλά και όταν κάποιος συνιδιοκτήτης του παραβιάζει τον κανονισμό που περιέχει απαγορεύσεις, δικαιούται να στραφεί κατά του συνιδιοκτήτη που προσβάλλει τις εξουσίες του και παραβαίνει τις απαγορευτικές διατάξεις του κανονισμού και να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση (ΑΠ 602/2001 ΕλΔ 2002. 154, ΑΠ 482/1998 ΕλΔ 39.1606).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 18.12.2010 και με αριθμ. 7224/2010 εκθ. καταθ. αγωγή της η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εξέθεσε ότι τυγχάνει αποκλειστική κυρία του υπό στοιχεία Ρ-1 κλειστού χώρου στάθμευσης κειμένου στην πυλωτή της εις αυτή περιγραφόμενης και υπό καθεστώς οριζοντίου ιδιοκτησίας υπαχθείσης πολυωρόφου οικοδομής, γενόμενη τοιαύτη παραγώγως δι' αγοράς και γονικής παροχής παρ' αληθών κυρίων δυνάμει των εις αυτή αναφερομένων πωλητηρίου συμβολαίου και συμβολαίων γονικής παροχής, νομίμως έκτοτε μεταγραφέντων.

Ότι, οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες τυγχάνουν συγκύριοι κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος των εις αυτή λεπτομερώς κατά θέση, όρια και επιφάνεια και εις τον αυτό κλειστό χώρο της άνω πυλωτής περιγραφομένων υπό στοιχεία Ρ-2 και Ρ-3 ομόρων χώρων (θέσεων) στάθμευσης και ότι κατά παράβαση των διατάξεων του διέποντος την λειτουργία της άνω πολυορώφου οικοδομής Κανονισμού και άνευ αδείας της αρμοδίας αρχής προέβησαν ούτοι κατά το έτος 2001 στην κατασκευή επιχρισμένου δομικού τοίχου εξ οπτοπλινθοδομής δια του οποίου διαχωρίζονται οι ανήκουσες σ' αυτούς θέσεις στάθμευσης από τη δική της και εις την διαμόρφωση τούτων σε ενιαίο κλειστό χώρο της πιλοτής, με αποτέλεσμα τη μείωση της επιφανείας της ανηκούσης σ' αυτή ως άνω οριζοντίου ιδιοκτησίας, η οποία δια της κατασκευής του ως άνω διαχωριστικού τοίχου καθίσταται μικρότερη της υπό των αναφερομένων Υπουργικών Αποφάσεων απαιτουμένης και την αποστέρηση αυτής από τον αναγκαίο φωτισμό και αερισμό.

Τέλος εξέθεσε η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες κατά παράβαση των όρων του Κανονισμού και της συστατικής της οροφοκτησίας πράξεως προέβησαν αυθαιρέτως στην κατασκευή σιδηράς γκαραζόπορτας στην είσοδο του χώρου τον οποίο καταλαμβάνουν οι ανήκουσες σ' αυτούς θέσεις στάθμευσης, με αποτέλεσμα να αλλοιώνεται η πρόσοψη του όλου κτιρίου.

Κατ' ακολουθία του ιστορικού αυτού ζήτησε αυτή (ενάγουσα) να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι κατά παράβαση των διατάξεων της συστατικής της οροφοκτησίας πράξεως και του οικείου Κανονισμού αυτής προέβησαν στις ανωτέρω αυθαίρετες κατασκευές και να υποχρεωθούν ούτοι να επαναφέρουν τα πράγματα στην πρότερά τους κατάσταση, με την καθαίρεση του διαχωριστικού τοίχου, την αποκομιδή των άχρηστων υλικών και την αφαίρεση της γκαραζόπορτας, άλλως να επιτραπεί σ' αυτή να προβεί στις προς τούτο επιβαλλόμενες ενέργειες με δαπάνες των εναγομένων.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η απόφαση, υπ' αριθ. 1572/2012 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάζοντας κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 17 παρ. 2 και 647 επ. ΚΠολΔ, η οποία απέρριψε αυτή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, κατά παραδοχή της προβληθείσας ενστάσεως των τότε εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Επί εφέσεως της αναιρεσίβλητης εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 3175/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η έφεση καθώς και η αγωγή της αναιρεσίβλητης. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων. "Με την υπ' αριθμ. .../1993 πράξη συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας και Κανονισμού Πολυκατοικίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Αλεξάνδρας Μοναστηριώτου - Γούβαλη, νομίμως έκτοτε μεταγραφείσα, οι Α.

και Σ. Κ., τυγχάνοντες συγκύριοι του παρά τη θέσει "..." του Δήμου ... και επί της συμβολής των οδών ... και ... αριθμ. 28 κειμένου οικοπέδου, εμφαινομένου υπό τα αλφαβητικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Α στο από μηνός Μαρτίου 1990 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ. Μ., υπήγαγαν αυτό και την μέλλουσα να ανεγερθεί επ' αυτού πολυώροφη οικοδομή υπό το καθεστώς οριζοντίου ιδιοκτησίας κατά την έννοια των διατάξεων του νόμου 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 του Α.Κ.

και προέβησαν στον καθορισμό των επί μέρους αυτοτελών οριζοντίων ιδιοκτησιών και του αναλογούντος σ' αυτές ποσοστού συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου και των κοινοχρήστων και των κοινοκτήτων μερών αυτού καθώς και στην ρύθμιση των μεταξύ συνιδιοκτητών σχέσεων. Με την ως άνω συστατική πράξη ορίστηκε μεταξύ άλλων ότι η μέλλουσα να ανεγερθεί πολυκατοικία θα αποτελείται από υπόγειο, πιλοτή, πρώτο, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο πάνω από την πιλοτή ορόφους και δώμα, ειδικότερα δε ότι η πιλοτή, όπως αποτυπώνεται στο από μηνός Δεκεμβρίου 1992 σχεδιάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Μ.

Μ., περιλαμβάνει εκτός από την είσοδο της πολυκατοικίας, το κλιμακοστάσιο, το φρέαρ του ανελκυστήρος και τα κοινόκτητα τμήματα αυτής και τρεις κλειστούς χώρους στάθμευσης αυτοκινήτων ως οριζόντιες ιδιοκτησίες και δύο θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτων, που θα είναι κοινόκτητες, αλλά όχι κοινόχρηστες και οι οποίες εμφαίνονται στο ως άνω σχεδιάγραμμα κατόψεως του προαναφερομένου πολιτικού μηχανικού οι τρεις πρώτες υπό τα στοιχεία Ρ-1, Ρ2 και Ρ3 οι δε λοιπές υπό τα στοιχεία Ρ4 και Ρ5.

Η περιεχόμενη στην ως άνω συστατική πράξη πρόβλεψη δημιουργίας στο χώρο της πιλοτής των προαναφερομένων τριών κλειστών χώρων στάθμευσης προκειμένου να αποτελέσουν αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες ήτο σύμφωνη με τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 22 παρ. α' και 32 παρ. 4 του ΝΔ 205/1974, 1 παρ. 5 περ. γ' του Ν. 960/1979, όπως αντικαταστάθηκε με τον Ν. 1221/1981, 7 παρ. 1 περ.

Α' και 9 παρ. 10 του ΓΟΚ 1985 κατά τις οποίες εάν με συμφωνία των συνιδιοκτητών προβλέπεται η δημιουργία κλειστών χώρων στην πιλοτή δημιουργούνται εγκύρως διηρημένες ιδιοκτησίες στους περίκλειστους χώρους, που θα κατασκευαστούν, παρά το γεγονός ότι η κατασκευή τους επάγεται ενδεχομένως υπέρβαση του ορίου καλύψεως ή του συντελεστή δομήσεως και είναι αντίθετη με τις διατάξεις του ΓΟΚ, αφού η παραβίαση των διατάξεων αυτών συνεπάγεται μόνο διοικητικές κυρώσεις και δεν θίγει το κύρος της μεταξύ των οροφοκτητών συμφωνίας.

Εξάλλου, με τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 3, 4, 5 και 6 του ως άνω Κανονισμού ορίστηκε μεταξύ των άλλων ότι οι συγκύριοι οριζοντίου ιδιοκτησίας δεν έχουν δικαίωμα διαχωρισμού της κατά τρόπο ώστε να δημιουργηθούν από το διαχωρισμό περισσότερες οριζόντιες ιδιοκτησίες, ότι ο ιδιοκτήτης δύο ή περισσοτέρων γειτονικών στον ίδιο όροφο οριζοντίων ιδιοκτησιών δικαιούται να τις χρησιμοποιεί ενιαία ή και να τις ενώνει σε μία ενιαία οριζόντια ιδιοκτησία με τον περιορισμό να μη επηρεάζεται η λειτουργία ή χρησιμοποίηση ή η στατική ικανότητα και γενικά η ασφάλεια του κτιρίου ή κάποιας οριζόντιας ιδιοκτησίας, ότι ο κύριος οριζόντιας ιδιοκτησίας δικαιούται να μεταρρυθμίζει εσωτερικά την ιδιοκτησία κατά την κρίση του, αλλά μόνο μετά γνωμάτευση αρχιτέκτονα ή άλλου ειδήμονα πτυχιούχου μηχανικού και μετά από άδεια της δημόσιας αρχής και υπό τον όρο ότι τα έργα αυτά δεν θίγουν την ασφάλεια και στερεότητα της οικοδομής και τέλος ότι ο κύριος διηρημένης ιδιοκτησίας έχει ως προς αυτή όλα τα δικαιώματα προσωπικά ή εμπράγματα που ανήκουν στον αποκλειστικό κύριο, νομέα και κάτοχο του ακινήτου, εφόσον η άσκησή τους δεν παραβαίνει το νόμο και τον παρόντα Κανονισμό και δεν εμποδίζει την άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων των άλλων ιδιοκτητών, όπως επίσης (παρ. 7 ιδίου άρθρου) ότι απαγορεύεται σε κάθε συνιδιοκτήτη η μεταρρύθμιση ή μεταβολή ή επισκευή εξωτερικά της προσόψεως της ιδιοκτησίας του και γενικά κάθε μεταβολή της εξωτερικής εμφανίσεως της πολυκατοικίας.

Περαιτέρω, από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχτηκε ότι η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα τυγχάνει κυρία μεταξύ των άλλων και του ως άνω υπό στοιχεία Ρ-1 κλειστού χώρου σταθμεύσεως της πιλοτής, γενομένη τοιαύτη με παράγωγο τρόπο, κατά μεν το 1/2 εξ' αδιαιρέτου με αγορά από τους προαναφερόμενους συνιδιοκτήτες του άνω οικοπέδου δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1995 πωλητηρίου συμβολαίου της συμ/φου Πειραιώς Άννας Κανακίδου, νομίμως έκτοτε μεταγραφέντος, κατά δε το έτερο 1/2 εξ' αδιαιρέτου λόγω γονικής παροχής των γονέων της, που έγινε διαδοχικώς δυνάμει των υπ' αριθμ. .../1997 και .../2000 συμβολαίων της αυτής ως άνω συμβολαιογράφου, νομίμως έκτοτε μεταγραφέντων.

Η κατά τον προεκτεθέντα τρόπο περιελθούσα στην κυριότητα της εναγούσης ως άνω θέση στάθμευσης, εμφαινομένη υπό τα στοιχεία Ρ1 στο από μηνός Δεκεμβρίου 1992 σχεδιάγραμμα κάτοψης πιλοτής του πολιτικού μηχανικού Μ. Μ., έχει επιφάνεια 15 τ.μ., όγκο ιδιόκτητο 45 κ.μ., συνολικό όγκο 45 κ.μ. και ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου επί του όλου οικοπέδου ανερχόμενο σε 1/1000, που αναλογεί σε 0,30 εκ.

του μέτρου επί του όλου οικοπέδου και συνορεύει βορειοανατολικά με τον υπό στοιχεία Ρ2 χώρο στάθμευσης, βορειοδυτικά με κοινόχρηστο τμήμα πιλοτής, νοτιανατολικά με πρασιά οικοπέδου επί της οδού ... και νοτιοδυτικά με είσοδο πολυκατοικίας. Εξάλλου, και οι εναγόμενοι τυγχάνουν συγκύριοι και δη κατά το 1/2 εξ' αδιαιρέτου έκαστος τούτων μεταξύ των άλλων και των ως άνω υπό στοιχεία Ρ-2 και Ρ-3 κλειστών χώρων σταθμεύσεως της πιλοτής της ιδίας ως άνω πολυορώφου οικοδομής, γενόμενοι τοιούτοι εξ αγοράς παρά των ιδίων ως άνω οικοπεδούχων δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1999 πωλητηρίου συμβολαίου του συμ/φου Αθηνών Γεωργίου Βουδούρη, νομίμως έκτοτε μεταγραφέντος.

Και οι ανωτέρω χώροι σταθμεύσεως εμφαινόμενοι υπό τα ανωτέρω υπό στοιχεία Ρ2 και Ρ3 στο συνημμένο στην ως άνω πράξη συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα πιλοτής του ως άνω πολιτικού μηχανικού και έχοντες έκαστος εμβαδό 15 τ.μ., όγκο ιδιόκτητο 45 κ.μ., συνολικό όγκο 45 κ.μ., ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου επί του όλου οικοπέδου 1/1000, αντιστοιχούν σε 30 εκατοστά του τ.μ.

επί του όλου οικοπέδου, συνορεύουν: α) ο υπό στοιχεία Ρ-2 βορειοανατολικά με Ρ-3 κλειστό χώρο στάθμευσης αυτοκινήτων, βορειοδυτικά με κοινόχρηστο τμήμα πιλοτής, νοτιοανατολικά με πρασιά οικοπέδου προς την οδό ... και νοτιοδυτικά με τον υπό στοιχεία Ρ-1 κλειστό χώρο σταθμεύσεως και β) ο υπό στοιχεία Ρ3 βορειοανατολικά με πρασιά οικοπέδου προς την οδό ..., βορειοδυτικά με την Ρ-4 θέση στάθμευσης αυτοκινήτων της πιλοτής, νοτιοανατολικά με πρασιά οικοπέδου προς την οδό ...

και νοτιοδυτικά με τον υπό στοιχεία Ρ-2 κλειστό χώρο στάθμευσης αυτοκινήτων. Καίτοι όμως στην ανωτέρω πράξη συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας προεβλέπετο η δημιουργία των περιελθόντων στους διαδίκους ως άνω υπό στοιχεία Ρ-1, Ρ-2 και Ρ-3 τριών κλειστών χώρων στάθμευσης προκειμένου αυτοί να αποτελέσουν τρεις (3) αυτοτελείς και διακεκριμένες οριζόντιες ιδιοκτησίες, αντίστοιχη πρόβλεψη δεν υπήρχε στην για την ανέγερση της άνω πολυωρόφου οικοδομής εκδοθείσα υπ' αριθμ.

…/1991 οικοδομική άδεια της Δ/νσης Πολεοδομίας Δυτικής Αττικής, η οποία εν συνεχεία λόγω νέων εργασιών αναθεωρήθηκε με την υπ' αριθμ. …/1993 άδεια του ιδίου γραφείου για την ανέγερση τετραώροφης οικοδομής επί πιλοτής με υπόγειο, ούτε στο από μηνός Δεκεμβρίου 1992 τοπογραφικό διάγραμμα κατόψεως πιλοτής του πολιτικού μηχανικού Μ.

Μ., που προσαρτάται στο περιέχον σχετική δήλωση των ως άνω οικοπεδούχων υπ' αριθμ. .../1993 συμβόλαιο της συμ/φου Αθηνών Αλεξάνδρας Μοναστηριώτου - Γούβαλη, που καταρτίστηκε προ της συντάξεως της ως άνω πράξεως συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας και έχει έκτοτε νομίμως μεταγραφεί. Ειδικότερα, σύμφωνα με την ως άνω οικοδομική άδεια και την προαναφερομένη δήλωση των οικοπεδούχων στον κλειστό εστεγασμένο χώρο της πιλοτής της άνω οικοδομής που είναι ενιαίος, εμφαίνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα του άνω μηχανικού υπό τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Α και έχει επιφάνεια 50,10 τ.μ.

προεβλέπετο η κατασκευή δύο κλειστών χώρων σταθμεύσεως με τα στοιχεία Ρ-1 και Ρ-2, συνολικού πλάτους αμφοτέρων δια συνυπολογισμού και των εντός του ενιαίου αυτού χώρου υπαρχόντων δομικών στοιχείων (υποστηλωμάτων) 7,75 μέτρων και βάθους (μήκους) 5,85 μέτρων, με ανεξάρτητη είσοδο εκάστης τούτων από την οδό ...

πλάτους 2,50 μέτρων, στη συνέχεια όμως με την ανωτέρω υπ' αριθμ. .../ 23.7.1993 πράξη συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας της αυτής ως άνω συμβολαιογράφου Αλεξάνδρας Μοναστηριώτου μετεβλήθη, χωρίς όμως προηγουμένη σχετική οικοδομική άδεια ο αριθμός των προβλεπομένων στον ανωτέρω κλειστό χώρο της πιλοτής θέσεων στάθμευσης από δύο σε τρεις (Ρ-1, Ρ-2 και Ρ-3) χωρίς οιαδήποτε μεταβολή των προβλεπομένων γεωμετρικών στοιχείων του ενιαίου αυτού χώρου στο συνημμένο στην πράξη αυτή τοπογραφικό διάγραμμα πιλοτής του άνω μηχανικού, με μόνη τροποποίηση αφ' ενός την δημιουργία τριών θυρών εισόδου στον κλειστό χώρο σταθμεύσεως αντί των δύο που προεβλέποντο στην οικοδομική άδεια, χωρίς όμως την παρεμβολή τοίχων πληρώσεως ή άλλων δομικών στοιχείων μεταξύ των θέσεων στάθμευσης και αφ' ετέρου την μεταβολή των εσωτερικών διαστάσεων αυτών αναλόγως της περιοχής μέτρησης κατά 12 έως 8 εκατοστά του πλάτους και 45 έως 42 εκατοστά του βάθους.

Αποδείχτηκε επίσης ότι πέραν της περιελθούσης σ' αυτούς ως άνω υπ' αριθμ. Ρ-1 θέσεως σταθμεύσεως με το ίδιο ως άνω υπ' αριθμ. .../1995 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πειραιώς Άννας Κανακίδου η ενάγουσα και οι γονείς της Ν. Τ. και Φ. συζ. Ν. Τ. απέκτησαν κατά συγκυριότητα και δη κατά το 1/2 η πρώτη και κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου έκαστος των λοιπών και το υπό στοιχεία Γ-1 διαμέρισμα του τρίτου ορόφου της άνω οικοδομής, στο οποίο όμως οι μεν γονείς της οι οποίοι το επεσκέπτοντο κατ' αραιά και μόνο χρονικά διαστήματα ουδέποτε έκτοτε κατοίκησαν, η δε ενάγουσα διέμεινε σ' αυτό μετά τον γάμο της για χρονικό διάστημα ολίγων μόνο μηνών και συγκεκριμένα από το τέλος του έτους 2003, και μέχρι του μηνός Φεβρουαρίου 2004.

Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχτηκε ότι περί τις αρχές του έτους 2001 οι εναγόμενοι καίτοι εγνώριζαν ότι ούτε από την άδεια οικοδομής ούτε από την πράξη συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας προεβλέπετο ο διαχωρισμός του προαναφερομένου ενιαίου κλειστού χώρου στάθμευσης αυτοκινήτου και ως εκ τούτου δεν είχαν την προς τούτο κατά τον νόμο και τον ως άνω Κανονισμό δυνατότητα, χωρίς προηγουμένη ενημέρωση της εναγούσης και των γονέων της και οπωσδήποτε χωρίς την συναίνεση αυτών, απεφάσισαν την κατασκευή διαχωριστικού τοίχου μεταξύ των υπό στοιχεία Ρ-1 και Ρ-2 θέσεων στάθμευσης, προκειμένου να διαχωρίσουν τις ανήκουσες σ' αυτούς ως άνω υπό στοιχεία Ρ-2 και Ρ-3 θέσεις σταθμεύσεως από εκείνη της εναγούσης και με την προοπτική κατασκευής στο μέλλον ρολών στην είσοδό τους να καταστήσουν αυτές περίκλειστες.

Προς τούτο με το από 23.2.2001 ιδιωτικό συμφωνητικό, που καταρτίστηκε μεταξύ αφ' ενός του εργολάβου οικοδομών Σ. Β. και αφ' ετέρου της δευτέρας των εναγομένων, η οποία εφέρετο σ' αυτό ότι ενεργεί ατομικώς και ως πληρεξούσια του πατρός της εναγούσης Ν. Τ., ο οποίος σημειωτέον κατά τον χρόνο εκείνο ενοσηλεύετο στο νοσοκομείο λόγω σοβαράς ασθενείας, εκ της οποίας, μετά πάροδο ολίγων μηνών απεβίωσε, ανατέθηκε από τη δευτέρα στον πρώτο η κατασκευή διαχωριστικού εξ' οπτοπλίνθων πλάτους 10 εκατοστών τοίχου μεταξύ των υπό στοιχεία ΑΙ και Α2 θέσεων στάθμευσης αντί του ποσού των 220.000 δραχμών, χωρίς όμως προσδιορισμό στο συμφωνητικό αυτό του ακριβούς σημείου κατασκευής τούτου, του όγκου αυτού και των διαστάσεων των μετά τον διαχωρισμό αυτό διαμορφουμένων επί μέρους χώρων σταθμεύσεως, όπως τούτο επεβάλλετο, προκειμένου να διασφαλιστούν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των ιδιοκτητών των επί μέρους θέσεων σταθμεύσεως, εφόσον δεν υπήρχε διαγράμμιση αυτών επί του δαπέδου.

Έτσι, στα πλαίσια της δοθείσης σ' αυτόν ως άνω εντολής, ο ανωτέρω εργολάβος, αφού αφήρεσε προηγουμένως από το συνολικό πλάτος του προαναφερομένου ενιαίου κλειστού χώρου το πάχος του τοίχου, μεταξύ των υπό στοιχεία ΑΙ και Α2 θέσεων στάθμευσης καθώς επίσης και το πλάτος του, κατά την δήλωση των εναγομένων, μεταξύ των Ρ-2 και Ρ-3 θέσεων μέλλοντος να κατασκευαστεί τοίχου, διήρεσε ακολούθως δια του τρία, που ήταν ο αριθμός των θέσεων, το εναπομένον υπόλοιπο και καθόρισε το σημείο της εισόδου του ενιαίου χώρου από το οποίο θα εκκινούσε και αυτό στο οποίο θα κατάληγε ο μεταξύ των θέσεων Ρ-1 και Ρ-2 διαχωριστικός τοίχος, στην ανέγερση του οποίου και ακολούθως προέβη.

Με την κατασκευή του άνω διαχωριστικού τοίχου το άνοιγμα (πλάτος) της εισόδου της θέσεως στάθμευσης της εναγούσης περιορίστηκε από τα 2,25 μέτρα, που σύμφωνα με τις διατάξεις της ΥΑ 98728/7722 (ΦΕΚ 167Δ/2.3.1993) και το Π.Δ. 111/2004 έπρεπε να έχει προκειμένου να είναι ασφαλής η είσοδος στο κλειστό χώρο αυτής στα 2,04 μέτρα, με συνέπεια να καθίσταται δυσχερής η προσπέλαση δι' αυτοκινήτου στη θέση αυτής και η εντός του χώρου αυτής πραγματοποίηση των αναγκαίων ελιγμών εισόδου και εξόδου εξ' αυτής και η επιβίβαση και αποβίβαση των επιβατών εκ του αυτοκινήτου.

Τούτο δε διότι καίτοι στο προσηρτημένο στην πράξη συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα κατόψεως της πιλοτής προεβλέπετο ότι το πλάτος της εισόδου στη Ρ-1 θέση στάθμευσης θα ανήρχετο σε 2,15 μέτρα, ήτοι θα ήτο κατά 11 εκατοστά μεγαλύτερο του τελικώς διαμορφωθέντος και υπό την προϋπόθεση ότι ο όλος κλειστός χώρος θα παρέμεινε ενιαίος, χωρίς δηλαδή την κατασκευή εντός αυτού διαχωριστικού τοίχου, προκειμένου δια του τρόπου αυτού να παρέχεται στους εισερχομένους σ' αυτόν η δυνατότητα πραγματοποιήσεως των αναγκαίων ελιγμών εισόδου και εξόδου εξ' αυτού, τελικώς με την κατασκευή του ως άνω διαχωριστικού τοίχου, το πλάτος της εισόδου της θέσης στάθμευσης της εναγούσης περιορίστηκε στα 2,4 μέτρα, με συνέπεια να υπολείπεται αυτό του, κατά τα άνω, προς ασφαλή προσπέλαση απαιτουμένου κατά 0,21 του μέτρου, διαφορά όμως η οποία τυγχάνει σημαντική δεδομένου ότι το σύνηθες πλάτος των Ι.Χ.

αυτοκινήτων ανερχόμενο με τους πλαϊνούς καθρέπτες σε 1,85 έως 1,95 μέτρα, απαιτεί για την ασφαλή προσπέλαση και το άνοιγμα των θυρών επί πλέον χώρο από κάθε πλευρά του αυτοκινήτου της τάξεως τουλάχιστο των 5 έως 10 εκατοστών του μέτρου και προσθέτως ιδιαιτέρα προς τούτο επιδεξιότητα του οδηγού. Ενώ δε με την κατασκευή του ως άνω διαχωριστικού τοίχου το πλάτος της εισόδου στο χώρο σταθμεύσεως της εναγούσης περιορίστηκε στα 2,4 μέτρα, αντιθέτως το συνολικό πλάτος πρόσβασης στον κλειστό χώρο σταθμεύσεως των εναγομένων ανήλθε στα 4,76 μέτρα, ήτοι υπερκαλύπτει τις κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις απαιτούμενο πλάτος και των δύο θέσεων σταθμεύσεως κατά 0,26 εκ.

μέτρου. Αποδείχτηκε επίσης ότι η προς τα αριστερά διεύρυνση της εισόδου της υπό στοιχεία Ρ-1 θέσεως στάθμευσης της εναγούσης δεν είναι δυνατή λόγω της υπάρξεως στο σημείο αυτό φέροντος στοιχείου, ενώ σε απόσταση 3,90 μέτρων από το τέλος αυτού υφίσταται δεύτερο φέρον στοιχείο, σε αντίθεση με τις λοιπές θέσεις στάθμευσης, με συνέπεια το καθαρό από δομικά στοιχεία και ελεύθερο πλάτος αυτής να ανέρχεται μεταξύ των ως άνω δομικών στοιχείων σε 2,57 μέτρα και μετά το τέλος του δευτέρου φέροντος στοιχείου σε 2,53 μέτρα, ενώ και η προς τα δεξιά διεύρυνση είναι αδύνατη λόγω της ύπαρξης του άνω διαχωριστικού τοίχου, με αποτέλεσμα εκ των προεκτεθέντων λόγων και ιδία εκ της κατασκευής αυτού να καθίσταται έτι περαιτέρω δυσχερής η πραγματοποίηση ελιγμών καθ' όλο το μήκος και το πλάτος της Ρ-1 θέσεως σταθμεύσεως.

Παράλληλα, αποδείχτηκε ότι το μήκος όλων των θέσεων σταθμεύσεως ανέρχεται σε 6,40 μέτρα, με αποτέλεσμα το εμβαδό τους να διαμορφώνεται αντίστοιχα στα 15,884 τ.μ. για την Ρ-1 θέση, σε 16,096 τ.μ. για τη Ρ-2 θέση και στα 15,873 τ.μ. για τη Ρ-3 θέση, ακόμη και αν κατασκευαστεί μελλοντικός διαχωριστικός τοίχος μεταξύ των Ρ-2 και Ρ-3 θέσεων, το δε πλάτος εισόδου της Ρ-2 θέσεως σε 2,42 μέτρα, φθάνοντας στο εσωτερικό της μέχρι τα 2.515 μέτρα και το πλάτος της Ρ-3 θέσεως στα 2,095 μέτρα και στο εσωτερικό της στα 2,52 μέτρα, με συνέπεια οι χώροι των θέσεων αυτών (Ρ-2 και Ρ-3) να πλεονεκτούν εξ απόψεως καθαράς επιφανείας, αλλά και όγκου, που ανέρχεται για κάθε μία σε 42,64/κ.μ., της δε εναγούσης (Ρ-1) σε 41,16 κ.μ., εκείνου της τελευταίας, εφόσον οι εναγόμενοι μπορούν ευχερώς να χρησιμοποιήσουν αυτές για την είσοδο και έξοδό τους απ' αυτές και την πραγματοποίηση των προς τούτο αναγκαίων ελιγμών, εν αντιθέσει προς την ενάγουσα, που δεν έχει τη δυνατότητα αυτή λόγω της υπάρξεως του επιδίκου διαχωριστικού τοίχου και δύναται να το πράξει μόνο με την καθαίρεσή του ή την μετατόπιση αυτού κατά 0,41 εκ.

του μέτρου προς τις θέσεις στάθμευσης των εναγομένων, εφόσον δι' αυτών υπερκαλύπτεται το απαιτούμενο πλάτος εισόδου των θέσεων αυτών κατά 0,25 έως 0,28 εκ., ενώ παράλληλα προσαυξάνεται κατά τη άνω έκταση το πλάτος της εισόδου, της θέσεως σταθμεύσεως της εναγούσης. Εξάλλου, οι εναγόμενοι δεν αρκέστηκαν μόνο στην άνευ της συναινέσεως της εναγούσης κατασκευή του ανωτέρω διαχωριστικού τοίχου, αλλά επί πλέον προέβησαν στην συνέχεια και στην τοποθέτηση μεταλλικών ρολών στην προς την οδού ...

εξωτερική πλευρά των ως άνω ανηκόντων σ' αυτούς χώρων σταθμεύσεως παρότι αυτή συνιστά προσθήκη, η οποία απαγορεύεται κατά τα προεκτεθέντα από τον Κανονισμό της πολυκατοικίας και την άνω συστατική πράξη, με αποτέλεσμα εκ της προσθήκης αυτής να μεταβάλλεται η εξωτερική όψη του όλου κτιρίου και να αλλοιώνεται η αρχιτεκτονική και αισθητική εμφάνιση αυτού.

Αποδείχτηκε επίσης ότι συνέπεια των ως άνω απαγορευμένων από τον Κανονισμό της πολυκατοικίας ενεργειών των εναγομένων και ειδικότερα της κατασκευής του άνω διαχωριστικού τοίχου, η θέση στάθμευσης της εναγούσης έχει καταστεί κατ' ουσίαν μη λειτουργική, αφού αδυνατεί να χρησιμοποιήσει αυτή κατά τρόπο ασφαλή και χωρίς κίνδυνο βλάβης του αυτοκινήτου της ή των επιβαινόντων σ' αυτό, με αποτέλεσμα να παραβλάπτεται δια του τρόπου αυτού η απρόσκοπτη χρήση του δικαιώματος κυριότητάς της επί του κλειστού αυτού χώρου σταθμεύσεως καθώς και εκείνο επί των κοινοχρήστων μερών της όλης οικοδομής, όπως είναι η εξωτερική πρόσοψη και ο πρωτότοιχος αυτής.

Τέλος από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχτηκε ότι υπήρξε οιαδήποτε μορφής συμφωνία, της εναγούσης και ιδία του πατέρα της στην κατασκευή του άνω τοίχου, όπως διατείνονται οι εναγόμενοι ... Περαιτέρω από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα ευθύς ως, μετά την, κατά το έτος 2002, προσωρινή εγκατάστασή της στην άνω πολυκατοικία, έλαβε γνώση της κατασκευής του προαναφερομένου διαχωριστικού τοίχου και διεπίστωσε την αδυναμία ακωλύτου χρήσεως της ανηκούσης σ' αυτή θέσεως σταθμεύσεως, διαμαρτυρήθηκε έντονα για την κατασκευή αυτού και ζήτησε την άμεση κατεδάφισή του, πράγμα το οποίο συνέχισε και κατά τα επόμενα έτη να ζητεί, με την βεβαιότητα ότι οι εναγόμενοι, πεπεισμένοι και αυτοί ότι λόγω του κατασκευασθέντος διαχωριστικού τοίχου καθίστατο λειτουργικώς αδύνατη η χρησιμοποίηση της ανηκούσης σ' αυτή ως άνω θέσεως σταθμεύσεως θα ανταποκρίνονταν τελικώς στις υποσχέσεις τους για συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς τους και κατεδάφιση τούτου.

Όταν όμως τελικά διαπίστωσε ότι δεν προτίθενται αυτοί, παρά τις παρασχεθείσες σ' αυτήν επανειλημμένες διαβεβαιώσεις τους να το πράξουν, με την επιδοθείσα σ' αυτούς από 9.7.2010 εξώδικη δήλωσή της κάλεσε αυτούς να προβούν στην άμεση κατεδάφιση του ανωτέρω τοίχου, πράγμα το οποίο παρά ταύτα αυτοί αρνήθηκαν έκτοτε να πράξουν.

Με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, καθίσταται προφανές ότι οι ως άνω ενέργειες των εναγομένων ήτοι η κατασκευή του άνω διαχωριστικού τοίχου και η τοποθέτηση των μεταλλικών ρολών εισόδου στις θέσεις σταθμεύσεως των εναγομένων, γενόμενες χωρίς τη θέληση της εναγούσης και κατά παράβαση των διατάξεων του Κανονισμού της άνω πολυκατοικίας, τυγχάνουν αυθαίρετες, και παράνομες και ότι εξ' αυτών προσβάλλεται το δικαίωμα της ιδιοκτησίας αυτής επί της ανηκούσης σ' αυτή ως άνω θέσεως σταθμεύσεως της πιλοτής της πολυκατοικίας, καθώς και το δικαίωμα συγκυριότητάς της επί του εξωτερικού τοίχου αυτής και ότι προς άρση της προσβολής αυτής επιβάλλεται η καθαίρεση και η αφαίρεση του διαχωριστικού τοίχου και των μεταλλικών αυτών ρολών αντιστοίχως.

Δεδομένου δε περαιτέρω, ότι από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχτηκε ότι όχι μόνο δεν υπήρξε συμφωνία της εναγούσης στις ως άνω ενέργειες των εναγομένων ή οποιαδήποτε έκτοτε αδράνεια αυτής, αλλ' αντιθέτως ευθύς ως πληροφορήθηκε αυτές διαμαρτυρήθηκε κατ' επανάληψη προς αυτούς και ζήτησε την καθαίρεση των κατασκευών αυτών και επί πλέον ότι η αδυναμία της προς ακώλυτη χρήση του ανήκοντος σ' αυτήν κλειστού χώρου σταθμεύσεως επιδρά δυσμενώς στην αξία του ανήκοντος σ' αυτή και στην ιδία πολυκατοικία κειμένου ως άνω διαμερίσματός της, παρέπεται ότι η αξίωση της εναγούσης προς καθαίρεση των κατασκευών αυτών δεν δύναται λόγω της παρόδου και μόνο χρονικού διαστήματος πλέον των δέκα ετών από της κατασκευής αυτού, ως υπερβαίνουσα τα υπό της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος επιβαλλόμενα όρια, να θεωρηθεί κατά το άρθρο 281 του Α.Κ.

ως καταχρηστική. Κατά συνέπεια, η περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής πρωτοδίκως προταθείσα ένσταση των εναγομένων τυγχάνει κατ' ουσίαν αβάσιμη και απορριπτέα. Επομένως η αγωγή παρίσταται βάσιμη και κατ' ουσίαν ...". Από τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει, ότι αυτή δεν έχει νόμιμη βάση ούτε την απαιτούμενη αιτιολογία, διότι δεν καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις ούτε με πληρότητα και σαφήνεια το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1002, 1117 Α.Κ., 1, 3, 13 και 14 του ν. 3741/1929, τις οποίες παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Ειδικότερα, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση: 1) Ενώ δέχεται ότι με την κατασκευή του διαχωριστικού τοίχου το πλάτος εισόδου της θέσης στάθμευσης της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας περιορίσθηκε από τα 2,25 μ., που σύμφωνα με τις διατάξεις της Υ.Α. 98728/7722/ 1993 και το π.δ. 111/2004 έπρεπε να έχει, προκειμένου να είναι ασφαλής η είσοδος σ' αυτήν, στα 2,04 μ., με συνέπεια να καθίσταται δυσχερής η προσπέλαση αυτοκινήτου μέσα σ' αυτήν, η πραγματοποίηση των αναγκαίων ελιγμών εισόδου και εξόδου και η επιβίβαση και αποβίβαση των επιβατών με αποτέλεσμα το πλάτος εισόδου να περιορισθεί κατά 11 εκατοστά από το πλάτος εισόδου που προβλέπεται στο προσαρτημένο στην πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας τοπογραφικό διάγραμμα των 2,15 μ., εν τούτοις στη συνέχεια δέχεται ότι το πλάτος εισόδου στην ίδια θέση στάθμευσης της ενάγουσας περιορίσθηκε στα 2.40 μ., με συνέπεια να υπολείπεται αυτό κατά 21 εκατοστά του μέτρου του πλάτους εκείνου που οριζόταν στο διάγραμμα που συνόδευε την πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας.

Με τις ανωτέρω αντιφάσεις δεν προκύπτει τελικά ποιο είναι το πλάτος εισόδου που έπρεπε να ισχύει (ήτοι που ήταν εφικτό), ενόψει του πραγματικού συνολικού πλάτους της πρόσοψης των τριών θέσεων στάθμευσης (το οποίο δεν διευκρινίζεται εάν ταυτίζεται ή όχι με το προβλεπόμενο στο ως άνω σχεδιάγραμμα και εάν όχι ποιο είναι), ενόψει της ανάγκης ανέγερσης διαχωριστικού τοίχου μεταξύ των ιδιοκτησιών και της εγκυρότητας δημιουργίας χωριστών ιδιοκτησιών σε κλειστά τμήματα της πιλοτής, έστω και αν η κατασκευή τους συνεπάγεται υπέρβαση του ορίου κάλυψης ή του συντελεστή δόμησης και είναι αντίθετη προς τις διατάξεις του ΓΟΚ/1973.

Δηλαδή αν έπρεπε να ισχύει εκείνο των 2,25 μ., που καθιερώνεται από τις προαναφερθείσες διατάξεις της Υ.Α. και του Π.Δ., των 2,15 μ., που προκύπτει από το σχεδιάγραμμα που είναι προσαρτημένο στην εν λόγω πράξη ή, ενδεχομένως άλλο που προκύπτει από την (ενδεχομένως διαφορετική) διαμορφωθείσα πραγματική κατάσταση.

Επίσης παραμένει ασαφές ποιο είναι το πραγματικό πλάτος της εισόδου της θέσης στάθμευσης της αναιρεσίβλητης, που παρέμεινε μετά την ανέγερση του διαχωριστικού τοίχου, ήτοι αν περιορίσθηκε στα 2,04 μ., που αναφέρεται στην β' σελίδα του ένατου φύλλου, ή στα 2,4 μ., που αναφέρεται δύο φορές στην πρώτη σελίδα του δέκατου φύλλου. 2) Ενώ δέχεται ότι, αν προβλέπεται στη σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας να κατασκευασθούν σε τμήμα της πιλοτής κλειστοί χώροι στάθμευσης, έγκυρα δημιουργούνται διηρημένες ιδιοκτησίες παρά το γεγονός ότι η κατασκευή τους συνεπάγεται υπέρβαση του ορίου κάλυψης ή του συντελεστή δόμησης και είναι αντίθετη προς τις διατάξεις του ΓΟΚ/1973 και δεν θίγεται το κύρος των μεταξύ των συνιδιοκτητών συμφωνιών, δέχεται δε περαιτέρω, τόσο στη β' σελίδα του 6ου φύλλου όσο και στην α' σελίδα του 7ου φύλλου, ότι στο από Δεκεμβρίου 1992 σχεδιάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Μ.

Μ. και ειδικά στην πιλοτή περιλαμβάνονται τρεις κλειστοί χώροι στάθμευσης, που προβλέπονται από την οικεία πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, ως αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες, εν τούτοις στη συνέχεια, όλως αντιφατικά, δέχεται (9ο φύλλο σελίδα α') ότι οι εναγόμενοι δεν είχαν κατά νόμο τη δυνατότητα διαχωρισμού του ενιαίου κλειστού χώρου στάθμευσης, διότι αντίστοιχη πρόβλεψη δεν υπήρχε ούτε από την πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, ούτε από την εκδοθείσα οικοδομική άδεια (9ο φύλλο σελίδα α'), ούτε από την αναθεώρησή της (8ο φύλλο σελίδες α' και β'). 3) Στο 10ο φύλλο στην α' σελίδα αναφέρει, ότι το συνολικό πλάτος πρόσβασης στον κλειστό χώρο στάθμευσης των εναγομένων ανήλθε, μετά την κατασκευή του διαχωριστικού τοίχου από αυτούς, σε 4,76 μέτρα, υπερκαλύπτοντας το απαιτούμενο πλάτος και των δύο θέσεων κατά 0,26 μ.

Όμως, στη β' σελίδα του ίδιου φύλλου αναφέρεται ως πλάτος εισόδου της Ρ-2 θέσης σε 2,42 μ., το δε πλάτος εισόδου της Ρ-3 θέσης σε 2,095 μ., που αθροίζονται σε 4,515 μ. 4) Ενώ δέχεται ότι η αναιρεσίβλητη - ενάγουσα θα μπορεί να χρησιμοποιεί ευχερώς την Ρ-1 θέση στάθμευσης, εάν καθαιρεθεί ο επίδικος διαχωριστικός τοίχος ή εάν μετατοπισθεί αυτός κατά 0,41 μ.

προς τις θέσεις των αναιρεσειόντων, δεν αιτιολογεί ειδικά πως και γιατί προκύπτει αυτή η διαφορά, δεδομένου ότι το εμβαδόν της θέσης στάθμευσης της αναιρεσίβλητης, κατά τις παραδοχές της, ανέρχεται σε 15,884 τ.μ., έναντι 16,096 τ.μ. και 15,873 τ.μ. των θέσεων των αναιρεσειόντων, αλλά και πως δικαιολογείται η διαφορά που θα προκύψει, ως προς το συνολικό εμβαδόν της θέσης της αναιρεσίβλητης, το οποίο από 15.884 τ.μ.

θα αυξηθεί κατά (0,41 μ. Χ 6,40 μ., όσο το βάθος όλων των θέσεων, =) 2,624 τ.μ., δηλαδή θα φθάσει τα 18,508 τ.μ., σε βάρος της Ρ-2 θέσης (16,096 - 2,624). Επομένως τα όσα συναφώς υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον έβδομο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κρίνονται βάσιμα.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει, κατά παραδοχή του ως άνω λόγου αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου εκτεινόμενη στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών διατυπουμένων με την ένδικη αίτηση και αναφερομένων στο ίδιο ζήτημα λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνη που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Η αναιρεσίβλητη πρέπει να καταδικαστεί, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), τα οποία ορίζει στο ποσό των 3.000 ευρώ, ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στον καταθέσαντα (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 3175/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκασή της στο αυτό Μονομελές Εφετείο Αθηνών, αποτελούμενο από άλλο δικαστή.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Και

Διατάσσει την επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στον καταθέσαντα.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Ιουνίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ