Supreme Court dismisses appeal on construction contract damages, ruling no legal interest exists and lower court applied correct law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the appellate court's judgment awarding damages to the hotel company. The appellants argued the lower court ignored specific facts regarding construction defects and misapplied laws governing the supervising engineer's liability. The court rejected these claims, finding the appellants lacked legal interest to appeal and that the lower court correctly applied the relevant statutory provisions to the contract for work.
Legislator headnote
AI generatedArt. 556 para. 2, Art. 68, Art. 73, Art. 559 no. 8, Art. 690 AC; An appeal is inadmissible if the appellant fails to demonstrate legal interest, and the lower court's application of contract for work laws regarding supervising engineers is correct when liability for defects is claimed.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 770 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 770/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Δ. Ρ. του Κ., και 2Ε. συζ. Δ. Ρ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Γκουτίδη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "MESSINA RESORT HOTEL Ανώνυμος Ξενοδοχειακή - Τουριστική και Εμπορική Εταιρεία" και τον διακριτικό τίτλο MESSINA RESORT HOTEL S.A (πρώην "…"), που εδρεύει στο … του Δήμου …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σαραντόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις α) από 25-5-2000 αγωγή αποζημίωσης της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "…" και β) από 20-11-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "MESSINA RESORT HOTEL Ανώνυμος Ξενοδοχειακή - Τουριστική και Εμπορική Εταιρεία" που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κυπαρισσίας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 42/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 69/2012 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10 Οκτωβρίου 2012 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Χαμηλοθώρης, ανέγνωσε τις από 10 Σεπτεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 556 παρ.2 ΚΠολΔ, αναίρεση δικαιούται να ασκήσει και ο νικήσας διάδικος εφόσον έχει προς τούτο έννομο συμφέρον, τη συνδρομή του οποίου πρέπει ρητά και κατά συγκεκριμένο τρόπο να επικαλείται στο αναιρετήριο. Η ύπαρξη δε εννόμου συμφέροντος κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ και η έλλειψη του, που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δικής, κατ' άρθρο 73 ΚΠολΔ, συνεπάγεται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης, ως απαράδεκτης (ΑΠ 133/2013, ΑΠ 339/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία εκδόθηκε επί της από 12.1.2010 έφεσης της αναιρεσίβλητης και της από 2.3.2010 έφεσης των αναιρεσειόντων κατά της οριστικής απόφασης 42/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας, με την οποία επιδικάστηκε στην ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "…." το ποσό των 469.376,39 ευρώ, ως υπόλοιπο της εργολαβικής αμοιβής της από τη σύμβαση έργου μεταξύ αυτής, ως εργολάβου, και της αναιρεσίβλητης, ως εργοδότριας, για την κατασκευή ξενοδοχειακού συγκροτήματος στο Καλό Νερό Κυπαρισσίας, την οποία (σύμβαση) κατήγγειλε η τελευταία, και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση της εν λόγω ομόρρυθμης εταιρίας, με την ιδιότητα αυτής ως εργολάβου και των αναιρεσειόντων, ως επιβλεπόντων μηχανικών, να καταβάλουν στην αναιρεσίβλητη εργοδότρια το ποσό των 162.232,29 ευρώ, ως αποζημίωση για την αποκατάσταση ελλείψεων του εκτελεσθέντος έργου, α) απορρίφθηκε η πρώτη έφεση, ως προς την πιο πάνω καταψηφιστική σε βάρος της αναιρεσίβλητης διάταξη της πρωτόδικης απόφασης, έγινε εν μέρει δεκτή, ως προς το κεφάλαιο της αποζημίωσης και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση της εργολήπτριας εταιρίας … και του πρώτου αναιρεσείοντος, ως επιβλέποντος μηχανικού, για καταβολή στην αναιρεσίβλητη εργοδότρια του ποσού των 226.323,30 ευρώ και β) έγινε δεκτή η δεύτερη έφεση, ως προς τη δεύτερη αναιρεσείουσα, και απορρίφθηκε, ως προς αυτή, η αγωγή της αναιρεσίβλητης.
Η δεύτερη όμως από τους αναιρεσείοντες, η οποία με βάση τα προεκτεθέντα νίκησε στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, εφόσον έγινε τυπικά και ουσιαστικά δεκτή η έφεσή της και αφού εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση, απορρίφθηκε, ως προς αυτή, η αγωγή της αναιρεσίβλητης, ασκεί την ένδικη αίτηση αναίρεσης, χωρίς, όπως όφειλε, να επικαλείται με τρόπο σαφή και συγκεκριμένο έννομο συμφέρον, που να δικαιολογεί την άσκηση εκ μέρους της εν λόγω αίτησης αναίρεσης.
Επομένως η ένδικη αίτηση αναίρεσης, κατά την έκταση που ασκείται από τη δεύτερη από τους αναιρεσείοντες, η οποία βρίσκεται σε απλή ομοδικία με τον πρώτο, είναι απαράδεκτη.
Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (αρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110 παρ.2 ΚΠολΔ), ιδρύεται στον το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008), δηλαδή ισχυρισμοί που διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήσαν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ( ΟλΑΠ 2/1998).
Δεν αποτελούν πράγματα οι αρνητικοί της αγωγής ισχυρισμοί ως και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 2176/2009, ΑΠ 1299/2009). Για την πληρότητα του πιο πάνω λόγου αναίρεσης, όταν προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πρέπει στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, να αναφέρεται ποια ήταν τα πράγματα αυτά που παρά το νόμο το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη, μολονότι, προτάθηκαν παραδεκτά, και ποιά επίδραση θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1632/2007).
Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 240 ΚΠολΔ, η επίκληση με τις προτάσεις που υποβάλλονται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η προσβαλλόμενης απόφαση, ισχυρισμών με γενική αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις, το κείμενο των οποίων ενσωματώνεται στις προτάσεις, ενώπιον του Εφετείου, δεν αρκεί, ούτε είναι νόμιμη, αλλά απαιτείται και σύντομη περίληψη των ισχυρισμών και αναφορά στις σελίδες των πρωτόδικων προτάσεων που τους περιέχουν (Α.Π. 1346/2012, ΑΠ 1209/2011, ΑΠ 446/2011).
Τέλος, κατά το αρθρ. 690 του ΑΚ ο εργοδότης έχει δικαίωμα αντί για αναστροφή ή μείωση, να απαιτήσει αποζημίωση για μη εκτέλεση της σύμβασης, αν οι ελλείψεις του έργου, στο εννοιολογικό περιεχόμενο των οποίων εντάσσονται τόσο τα πραγματικά ελαττώματα, ουσιώδη και επουσιώδη, όσο και η έλλειψη των συμφωνημένων ιδιοτήτων, οφείλονται σε υπαιτιότητα του εργολάβου.
Την ύπαρξη υπαιτιότητας του εργολάβου, ως προϋπόθεσης για την επιδίκαση αποζημίωσης, δεν υποχρεούται να αποδείξει ο ενάγων εργοδότης, αλλά να αποκρούσει ο εναγόμενος εργολάβος, ο οποίος οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει έλλειψη υπαιτιότητας του προς απαλλαγή του (ΑΠ 226/2012, ΑΠ 352/2011, ΑΠ 1271/2003). Στην προκειμένη περίπτωση προβάλλονται με τους δύο πρώτους λόγους αναίρεσης, εκ μέρους του πρώτου αναιρεσείοντος, οι αιτιάσεις ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8β ΚΠολΔ, διότι, α) δεν έλαβε υπόψη τους προταθέντες με τις πρωτόδικες προτάσεις του την αντίκρουση της αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης ισχυρισμούς του, τους οποίους επανέφερε ενώπιον του Εφετείου (πρώτος λόγος), β) δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα από τον πρώτο αναιρεσείοντα με τις πρωτόδικες προτάσεις του ισχυρισμό, τον οποίο επανέφερε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως λόγο έφεσης, ότι δεν τον βαρύνει υπαιτιότητα για τα πραγματικά ελαττώματα των εκτελεσθεισών εργασιών, ενόψει του ότι η παραλαβή τους εκ μέρους του έγινε με επιφύλαξη και με την αίρεση της αποκατάστασης των κατασκευαστικών ατελειών εκ μέρους της εργολήπτριας (δεύτερος λόγος).
Ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι, σύμφωνα με τις πιο πάνω νομικές σκέψεις, απαράδεκτος, διότι, ανεξαρτήτως του ότι, όπως δέχθηκε και το Εφετείο, οι ισχυρισμοί υποβλήθηκαν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την ενσωμάτωση απλώς των πρωτόδικων προτάσεων στις προτάσεις του δευτέρου βαθμού, γεγονός που δεν συνιστά νόμιμο τρόπο επαναφοράς των ισχυρισμών αυτών, δεν εκθέτει ο αναιρεσείων ποιοι ακριβώς ήσαν οι ισχυρισμοί αυτοί (πράγματα) που παρά το νόμο το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη και ποιά επίδραση θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης.
Εξάλλου είναι απαράδεκτος και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, διότι ο πιο πάνω ισχυρισμός δεν αποτελεί πράγμα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αφού τα επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα πραγματικά περιστατικά της παραλαβής των εκτελεσθεισών εργασιών με επιφύλαξη και με την αίρεση της αποκατάστασης των κατασκευαστικών ατελειών εκ μέρους της εργολήπτριας δεν συνιστούν έλλειψη υπαιτιότητας αυτού απέναντι στην αναιρεσίβλητη εργοδότρια, ως προς τις ελλείψεις του έργου, με την επίκληση και απόδειξη μόνο της οποίας εκ μέρους του εργολάβου επέρχεται απαλλαγή αυτού από την υποχρέωση του για αποζημίωση, λόγω πραγματικών ελαττωμάτων και ελλείψεων συμφωνημένων ιδιοτήτων του έργου.
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ο πρώτος αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα, εφάρμοσε στη σχέση μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης τη διάταξη του άρθρου 690 AΚ, που αναφέρεται στον εργολάβο, ιδιότητα την οποία προσέδωσε στον ίδιο, επιβλέποντα μηχανικό, ενώ παρέλειψε να εφαρμόσει τις διατάξεις του ν.δ. 17/7-16.8.1923 και του β.δ. 15/12/1923 - 21/1/1924, οι οποίες αναφέρονται στις εργασίες επίβλεψης που εκπληρώνει ο επιβλέπων μηχανικός.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, ο οποίος (κατ' ορθή εκτίμηση του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης) αρμόζει στη διάταξη του αριθ. 1του άρθρου 559 (όχι του αριθμού 19), είναι αβάσιμος, διότι με βάση το ιστορικό της αγωγής και τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, στον πρώτο αναιρεσείοντα ανατέθηκε εκ μέρους της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας η επίβλεψη του επίμαχου έργου της κατασκευής του ξενοδοχειακού συγκροτήματος, δηλαδή η συνδέουσα τα εν λόγω συμβαλλόμενα μέρη έννομη σχέση είναι σύμβαση έργου με εργοδότρια την αναιρεσίβλητη και εργολάβο τον αναιρεσείοντα, στην οποία εφαρμόζεται, όταν πρόκειται για αξίωση αποζημίωσης του εργοδότη κατά του επιβλέποντος μηχανικού για ελλείψεις του έργου, οφειλόμενες, μεταξύ άλλων, σε υπαιτιότητα του επιβλέποντος μηχανικού, όπως συμβαίνει στην ένδικη περίπτωση, η διάταξη του άρθρου 690 ΑΚ.
Περαιτέρω δεν τίθεται στην ένδικη υπόθεση, που έχει ως αντικείμενο την αποζημίωση του εργοδότη για ελλείψεις του έργου, ζήτημα εφαρμογής των πιο πάνω διατάξεων, σχετικών με τις αρμοδιότητες του επιβλέποντος μηχανικού, οι οποίες (αρμοδιότητες) δεν αποτελούν αντικείμενο αμφισβήτησης στην ένδικη διαφορά.
Ύστερα από αυτά που προεκτέθηκαν πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 4 του ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10.10.2012 αίτηση των Δ. Ρ. και Ε. Ρ. για αναίρεση της απόφασης 69/2012 του Εφετείου Καλαμάτας.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Απριλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ