Supreme Court allows appeal against lower court's failure to order proof of a non-resident's non-collateral cohabitation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision, which had accepted a lawsuit without ordering proof regarding a specific factual issue. The appellant argued that the lower court incorrectly accepted as true that the defendant's mother-in-law was not a collateral cohabitant without requiring evidence. The Court ruled that the lower court erred by accepting this negative fact without a judicial order for proof, thereby remanding the case for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 440 and 128 of the Code of Civil Procedure; A lower court must order proof when accepting a negative fact regarding collateral cohabitation without a judicial mandate, as such facts cannot be accepted as true without evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 770 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 770/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. ....., 2. ...... και 3. ......, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Παπαδάκη.
Του αναιρεσίβλητου: ........., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Μήτση.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-6-1993 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3096/1995, 10104/1996 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2658/1999 προδικαστική, 5715/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των δύο τελευταίων αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19-3-2004 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Παπαηλιού ανέγνωσε την από 24-10-2006 έκθεσή του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Γεωργίου Καπερώνη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 128 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ, αν ο παραλήπτης δεν βρίσκεται στην κατοικία του, το έγγραφο παραδίδεται σε έναν από τους συγγενείς ή υπηρέτες που συνοικούν μαζί του? αν απουσιάζουν ή δεν υπάρχουν και αυτοί, η παράδοση γίνεται σε έναν από τους άλλους συνοίκους που έχουν συνείδηση των πράξεών τους και δεν συμμετέχουν και δεν συμμετέχουν στη δίκη ως αντίδικοι του ενδιαφερομένου.
Σύνοικοι θεωρούνται εκείνοι που διαμένουν στο ίδιο διαμέρισμα, οι θυρωροί πολυκατοικιών και τα μέλη της οικογένειάς τους που συνοικούν μαζί τους, οι διευθυντές ξενοδοχείων και οικοτροφείων, καθώς και το υπηρετικό και υπαλληλικό προσωπικό τους, όχι όμως οι ένοικοι άλλου διαμερίσματος ή δωματίου της ίδιας κατοικίας.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 440 ΚΠολΔ, τα έγγραφα που αναφέρονται στα άρθρα 438 και 439 για τη σύσταση ή τη βεβαίωση δικαιοπραξίας αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτά, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο? επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη.
Η ανταπόδειξη, προ της καταργήσεως της προδικαστικής απόφασης με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν.2915/2001, έπρεπε να γίνει με την έκδοση περί αποδείξεως απόφασης και την επιβολή σε βάρος εκείνου που αμφισβητεί γεγονός που αποτελεί κατά τα ανωτέρω, πλήρη απόδειξη με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο και με μάρτυρες, ως εκ της φύσεως του αποδεικτέου.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε προ της τροποποίησής της με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν.2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά. Στην προκείμενη περίπτωση με τον από το άρθρο 559 αριθμ. 10 περ.
β' ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις δέχθηκαν πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς να διατάξουν απόδειξη γι' αυτά. Από τη θεώρηση των προσβαλλομένων 2658/1999 προδικαστικής απόφασης του Εφετείου Αθηνών και 5715/2003 οριστικής απόφασης του ίδιου δικαστηρίου, ως και των προτάσεων της πρώτης και της μετ' απόδειξης συζήτησης των διαδίκων ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, προκύπτουν τα ακόλουθα:
Με τις προτάσεις τους της πρώτης συζητήσεως ενώπιον του Εφετείου οι αναιρεσείουσες - εφεσίβλητες πρότειναν την ένσταση της εκπροθέσμου ασκήσεως της εφέσεως του αναιρεσίβλητου - εκκαλούντος κατά της 10104/1996 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την αγωγή του. Ο αναιρεσίβλητος - εκκαλών προς απόκρουση της άνω ενστάσεως πρόβαλε την αντένσταση ότι η υπ αριθμ. .....
έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Πειραιώς ...., από την οποία προέκυπτε η επίδοση στον αναιρεσίβλητο της πρωτόδικης απόφασης και άρχισε να τρέχει η προθεσμία προς άσκηση εφέσεως κατ' αυτής, ήταν άκυρη, διότι ναι μεν η επίδοση έγινε στη μόνιμη κατοικία του στην οδό ... αριθμ. ... στην ...., πλην όμως η παραλαβούσα την απόφαση Γ1, πεθερά του, δεν ήταν σύνοικος, όπως βεβαιωνόταν στην έκθεση επίδοσης, αλλά ότι τυχαίως βρέθηκε στην κατοικία του.
Η εκδοθείσα 2658/1999 προδικαστική απόφαση του Εφετείου, η οποία εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση λόγω ερημοδικίας του ενάγοντος και έταξε θέματα αποδείξεως σε βάρος των διαδίκων, επί της υποθέσεως, απέρριψε την ένσταση εκπροθέσμου ασκήσεως της εφέσεως με την εξής αιτιολογία "Η έφεση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε ερήμην του ενάγοντος κατά την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί νόμιμα με εμπρόθεσμη κατάθεση του σχετικού δικογράφου στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (άρθρα 495 επ., 516 επ.
ΚΠολΔ), αφού ασκείται προ πάσης επιδόσεως, δεδομένου ότι η πεθερά του Γ1 δεν ήταν σύνοικος του εκκαλούντος και αντίθετα διέμενε επί της οδού ..... της ......
Συνεπώς είναι τυπικά παραδεκτή". Περαιτέρω η 5715/2003 οριστική απόφαση του Εφετείου, απέρριψε σιωπηρά το αίτημα, που υπέβαλαν με τις μετ' απόδειξη προτάσεις τους, οι αναιρεσείουσες, για ανάκληση της προδικαστικής αποφάσεως, ως προς το ως άνω ζήτημα, και έκανε δεκτή την αγωγή του αναιρεσίβλητου, κατά την επικουρική της βάση. Έτσι το Εφετείο με τις προσβαλλόμενες αποφάσεις του παρά το νόμο δέχθηκε ως αληθινό γεγονός ότι η πεθερά του αναιρεσίβλητου δεν ήταν σύνοικός του, χωρίς να διατάσει επ' αυτού απόδειξη. Επομένως ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος ώστε πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5715/2003 οριστική απόφαση και την συμπροσβαλλόμενη 2658/1999 προδικαστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν τις αποφάσεις που αναιρέθηκαν. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 15 Απριλίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ