Legislator Case Law & Legislation
770/2007 AI generated

Supreme Court quashes appeal judgment for contradictory reasoning on lease termination and remands case.

Case Number 770/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece annulled the Thessaloniki Court of Appeal's judgment due to contradictory reasoning regarding the early termination of commercial leases. The lower court first claimed the parties' intent was ambiguous and required interpretation, then abruptly concluded that the true intent was merely delivery of keys without contract termination. This inconsistency prevented the court from verifying if the legal conditions for early termination were met. Consequently, the appeal was allowed, the judgment was quashed, and the case was remanded for retrial with a new panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 19 K.Pol.D; Art. 580 para. 3 K.Pol.D: An appeal is admissible when a judgment lacks legal basis due to contradictory or insufficient reasoning on facts crucial to the outcome, requiring the case to be remanded for retrial.

Keywords

AI generated
contradictory reasoning insufficient justification early lease termination commercial tenancy remand for retrial legal basis appellate review

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 19 K.Pol.D
Art. 580 para. 3 K.Pol.D
Art. 176 K.Pol.D
Art. 183 K.Pol.D
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 770 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 770/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "....Ο.Ε.", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παραμυθιώτη, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Αναγνωστάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αριθμό έκθ. κατάθεσης 23603/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9871/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 2546/2001 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης και μετά από αναίρεση η 503/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο, το οποίο στη συνέχεια εξέδωσε την 89/2006 οριστική απόφαση. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29 Μαΐου 2006 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Παπαθεοδώρου, ανέγνωσε την από 5 Ιανουαρίου 2007 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στην σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτου Ελένης Μαραμαθά, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, Έλλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Με το από 1-4-1995 ιδιωτικό συμφωνητικό ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εκμίσθωσε στην εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα ομόρρυθμη εταιρεία το ισόγειο κατάστημα της δεύτερης οικοδομής, στην είσοδο του χωριού ..., στη ..., εμβαδού 219,53 τ.μ., με υπόγειο αντίστοιχου εμβαδού, για χρονικό διάστημα οκτώ (8) ετών.

Επίσης με το από 7-3-1996 ιδιωτικό συμφωνητικό ο ενάγων εκμίσθωσε στην άνω εναγομένη το ισόγειο κατάστημα και της πρώτης κατά σειρά οικοδομής, εμβαδού 213, 84 τ.μ., με υπόγειο εμβαδού 212, 88 τ.μ. για το χρονικό διάστημα από 1-4-1996 μέχρι 30-4-2003. Τα άνω μίσθια χρησιμοποιήθηκαν για γραφείο αντιπροσωπειών, εισαγωγών, εμπορίας και ως χώρος αποθήκευσης φίλτρων και ανταλλακτικών αυτοκινήτων, τα δε συμφωνηθέντα μηνιαία μισθώματα καθορίσθηκαν στο ποσό των 340.000 δραχμών για το κάθε μίσθιο μέχρι την 30-4-1998, από την 1-5-1998 δε αυξήθηκε στο ποσό των 374.000 δραχμών πλέον χαρτοσήμου.

Η εναγόμενη μισθώτρια εταιρία έκανε ανενόχλητη χρήση των άνω μισθίων χώρων, μέχρι την 22-2-2000, οπότε και εγκατέλειψε τα μίσθια για να εγκαταστήσει την επιχείρησή της σε παρακείμενη νεόδμητη οικοδομή, την ανέγερση της οποίας είχε ήδη αρχίσει επί ιδιόκτητου οικοπέδου της εμβαδού 2.800 τ.μ. από τις αρχές του έτους 1999.

Προς τούτο οι διάδικοι υπέγραψαν και το από 22-2-2000 πρωτόκολλο παράδοσης των κλειδιών των ανωτέρω μισθίων χώρων, στο οποίο κατ΄ αρχήν δηλώθηκε ότι οι μίσθιοι χώροι παραδόθηκαν "πλήρως εκκενωμένοι" και σημειώθηκε ότι: ο ... παρέλαβε τα κλειδιά των μισθίων με "πάσα επιφύλαξη". Από το περιεχόμενο του όρου αυτού προκύπτει ότι τα συμβληθέντα διάδικα μέρη ασαφώς εξέφρασαν τη βούλησή τους, η οποία και χρήζει ερμηνείας.

Ενόψει αυτών, λαμβανομένων υπόψη της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, αλλά και του σκοπού στον οποίο απέβλεψαν τα διάδικα μέρη, το δικαστήριο κρίνει ότι τα διάδικα μέρη συμφώνησαν με το ανωτέρω πρωτόκολλο παράδοσης των κλειδιών, λόγω της πρόωρης αποχώρησης της εναγομένης από τα μίσθια για τον άνω λόγο (μεταστέγαση της επιχείρησής της σε ιδιόκτητο ακίνητο), απλώς και μόνο την παράδοση των μισθίων στον εκμισθωτή και όχι την πρόωρη λύση των συμβάσεων μισθώσεως, προκειμένου να καταστεί δυνατή η εκμίσθωση των μισθίων χώρων σε τρίτους ενδιαφερόμενους και συνακόλουθα η απαλλαγή της μισθώτριας από την υποχρέωση καταβολής του συμφωνημένου μισθώματος από της επανεκμισθώσεως των μισθίων σε τρίτο και μετέπειτα και όχι την πρόωρη λύση των επιδίκων συμβάσεων μισθώσεως όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη.

Το ότι αυτή ήταν η αληθής βούληση των συμβαλλομένων μερών πρόδηλα προκύπτει από το περιεχόμενο του άνω πρωτοκόλλου, αφού αυτοί αν ήθελαν την πρόωρη λύση των επιδίκων συμβάσεων μισθώσεως θα το όριζαν ρητά σ΄ αυτό και δεν θα ανέγραφαν μόνο τα παραπάνω με τον όρο με "πάσα επιφύλαξη". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, κατά παραδοχή της έφεσης του αναιρεσιβλήτου εκμισθωτή, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που αποφάνθηκε τα αντίθετα, περί πρόωρης δηλαδή συναινετικής λύσης των μισθώσεων και δέχθηκε κατ΄ ουσίαν την αγωγή του περί καταβολής των μισθωμάτων του αναφερόμενου χρονικού διαστήματος Έτσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το κρίσιμο ζήτημα της επέλευσης ή μη πρόωρης συναινετικής λύσης των επίδικων μισθώσεων.

Ειδικότερα, ενώ με βάση τα διαλαμβανόμενα στο από 22-2-2000 πρωτόκολλο παράδοσης των κλειδιών των μισθίων χώρων, ότι δηλαδή "οι μίσθιοι χώροι παραδόθηκαν πλήρως εκκενωμένοι" και "ο εκμισθωτής παρέλαβε τα κλειδιά των μισθίων με πάσα επιφύλαξη" δέχεται αρχικά ότι "τα συμβληθέντα διάδικα μέρη ασαφώς εξέφρασαν τη βούλησή τους, η οποία και χρήζει ερμηνείας" στη συνέχεια δέχεται ότι "η αληθής βούληση των συμβαλλομένων μερών πρόδηλα προκύπτει από το περιεχόμενο του άνω πρωτοκόλλου".

Έτσι, όμως καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος του ως άνω κρίσιμου ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συνεπώς ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Κατόπιν όλων αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ).

Τέλος, ο αναιρεσίβλητος, πρέπει να καταδικαστεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 89/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε επτακόσια είκοσι (720) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαρτίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 4 Απριλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ