Supreme Court allows State's appeal against lower court ruling on mandatory salary payments to former ministry employees.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the State's appeal against a second-instance judgment regarding mandatory salary payments to former ministry employees. The State argued that the lower court erred in characterizing the payments as voluntary benefits rather than statutory wages, which the Court found to be the correct legal characterization. Consequently, the appeal was upheld, the lower judgment was annulled, and the case was remanded for final judgment by the Supreme Court itself.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 and 580 of the Code of Civil Procedure; The State's appeal is admissible when the lower court mischaracterizes statutory salary payments as voluntary benefits, thereby violating the principle of mandatory remuneration for public servants.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 76 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 76/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τους Υπουργούς Οικονομικών και Τουρισμού, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Δήμητρα Τσεραβίνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Π. Α. του Ν., 2)Γ. Λ. του Ε., 3)Β. - Π. Β. του Α., 4)Α. Σ. του Ι., 5)Ε. Χ. του Α., 6)Ν. Μ. του Β., 7)Μ. Α. του Μ., 8)Α. Α. του Σ.,9)Ν. Π. του Ι., 10)Μ. Σ. του Ε., 11)Α. Τ. του Α., 12)Α. Σ. του Γ., 13)Δ. Κ. του Φ., 14)Δ. Π. του Δ., 15)Ε. Ψ. του Κ., 16)Α. Α. του Γ., 17)Π. Κ. του Β., 18)Γ. Σ. του Ν., 19)Ν. Β. του Γ., 20)Α. Κ. του Ν.,21)Β. Κ. του Γ., 22)Α. Ζ. του Φ., 23)Κ. Κ. του Α., 24)Α. Μ. του Δ., κατοίκων ... (εκ της εργασίας τους). Οι 2ος και 16ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, η 5η παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κούλα και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/1/2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 446/2005 του ίδιου Δικαστηρίου, που παρέπεμψε την υπόθεση στο καθ' ύλην αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, 1386/2008 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 376/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 1/11/2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πιπιλίγκας ανέγνωσε την από 31/10/2019 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του μοναδικού λόγου της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη του άρθρου 110 παρ. 2 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να παρίστανται σε όλες τις συζητήσεις της υπόθεσης, ακόμη και όταν γίνονται κεκλεισμένων των θυρών και πρέπει για το σκοπό αυτό να καλούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου. Με τη διάταξη του άρθρου 568 παρ. 4 εδ. τελ.
του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο αναιρεσίβλητος επισπεύδει τη συζήτηση ή την επισπεύδει άλλος διάδικος εκτός από τον αναιρεσείοντα, η κλήση επιδίδεται μέσα στην ίδια προθεσμία με επιμέλεια εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση στον αναιρεσείοντα και τους άλλους διαδίκους. Με την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδάφια α και γ του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους και ότι, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Από τον συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι επί αίτησης αναίρεσης στρεφομένης κατά περισσοτέρων αναιρεσίβλητων που συνδέονται μεταξύ τους με σχέση απλής ομοδικίας, είναι επιτρεπτή η επίσπευση της συζήτησης αυτής από ορισμένους μόνο των αναιρεσίβλητων ομοδίκων που παρείχαν προς τούτο εγκύρως εντολή και πληρεξουσιότητα στον εκπροσωπήσαντα αυτούς πληρεξούσιο δικηγόρο.
Στην περίπτωση αυτή, εφόσον οι μη επισπεύσαντες τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης λοιποί αναιρεσίβλητοι κλητεύθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως για τη συζήτηση από τους επισπεύδοντες κατά τα άνω τη συζήτηση αναιρεσίβλητους ή από τον αντίδικό τους αναιρεσείοντα και δεν εμφανίσθηκαν κατ' αυτήν ή εμφανίσθηκαν αλλά δεν έλαβαν μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όλους τους αναιρεσίβλητους, παρά την απουσία εκείνων που είχαν νομίμως κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση από τις υπ' αριθμό .../10 Σεπτεμβρίου 2019 εκθέσεις επίδοσης της ένδικης από 1.11.2012 και με αριθ. 938/5.11.2012 αίτησης αναίρεσης προς το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, που συνέταξε η δικαστική επιμελήτρια στο Πρωτοδικείο Αθηνών Β. Μ. - Β., τις οποίες επικαλούνται και προσκομίζουν οι παριστάμενοι αναιρεσίβλητοι, προκύπτει ότι σε επίσπευση της συζήτησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης προέβησαν οι 1ος, 3ος έως και 15ος και 17ος έως και 24ος των αναιρεσίβλητων.
Κατά την εκδίκαση της ένδικης αίτησης αναίρεσης κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 12ης Νοεμβρίου 2019 δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι 2ος και 16ος των αναιρεσίβλητων Γ. Λ. του Ε. και Α. Α. του Γ. Όπως όμως προκύπτει από τις με αριθ. .../11.9.2019 και ...10.9.2019 εκθέσεις επίδοσης της ιδίας δικαστικής επιμελήτριας, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι παριστάμενοι αναιρεσίβλητοι, ακριβές αντίγραφο της ως άνω αίτησης αναίρεσης αυτής με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για την αναγραφομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 12ης Νοεμβρίου 2019 και κλήση προς παράσταση κατ' αυτήν, επιδόθηκε με την επιμέλεια αυτών νόμιμα και εμπρόθεσμα προς τους ως άνω απολιπομένους ομοδίκους τους αντίστοιχα (άρθ. 128 παρ. 4 και 127 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
Εφόσον δε οι ως άνω 2ος και 16ος των αναιρεσίβλητων δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης κατά την ως άνω δικάσιμο της 12ης Νοεμβρίου 2019, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, πρέπει το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου να χωρήσει στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία αυτών.
Με την από 1 Νοεμβρίου 2012 και με αριθ. κατάθ. 938/5.11.2012 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 376/27.1.2010 απόφαση του [Τριμελούς] Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατόπιν άσκησης της από 17.11.2008 και με αριθ. κατάθ. 236/12.1.2009 έφεσης των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων, κατά της με αριθ. 1386/11.6.2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε επιληφθεί της υπόθεσης κατόπιν παραπομπής της από το Ειρηνοδικείο Αθηνών, που με την με αριθ. 446/27.4.2005 απόφασή του είχε κηρυχθεί καθ' ύλη αναρμόδιο προς εκδίκαση της διαφοράς και είχε παραπέμψει την υπόθεση προς εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία η ως άνω έφεση, εξαφανίσθηκε η εν λόγω απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία είχε απορρίψει στο σύνολό της ως κατ' ουσία αβάσιμη την ασκηθείσα ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών από 12.1.2005 και με αριθ. κατάθ. 40/13.1.2005 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και στη συνέχεια έγινε κατά ένα μέρος δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η εν λόγω αγωγή και επιδικάσθηκαν στους ενάγοντες τα εκεί αναγραφόμενα επί μέρους χρηματικά ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση, για διαφορές μεταξύ αφενός της διαφοράς μεταξύ του κινήτρου παραγωγικότητας του ειδικού λογαριασμού του άρθρου 14 παρ. 5 του Ν. 2289/1995 και του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 13 του Ν. 2470/1997 και αφετέρου του επιδόματος ειδικών συνθηκών για την επίσπευση των τουριστικών επενδύσεων του άρθρου 15 του Ν. 3016/2002 και για το χρονικό διάστημα από 1.4.2004 έως 31.12.2004.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Με την παράγραφο 5 του άρθρου 14 του Ν. 2289/1995 "Αναζήτηση, έρευνα και εκμετάλλευση υδρογονανθράκων και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 27/8.2.1995), ορίσθηκε ότι: "Η παρ. 2 του άρθρου 16 του ν. 1571/1985, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 του ν. 2008/1992, αντικαθίσταται και προστίθενται παράγραφοι 3 και 4 στο άρθρο 16 του ν. 1571/1985 ως εξής: "2.
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας συνιστάται ειδικός λογαριασμός στην Τράπεζα της Ελλάδος και θεσπίζεται ειδική εισφορά σε ποσοστό πέντε τοις χιλίοις (5 ο/οοο) στην προ εισφορών και φόρων αξία των πετρελαιοειδών προϊόντων, που διακινούν οι εταιρείες εμπορίας πετρελαιοειδών στην εσωτερική αγορά, για την εξασφάλιση συνθηκών απρόσκοπτου εφοδιασμού των προβληματικών περιοχών της χώρας.
Η εισφορά αυτή υπολογίζεται και εισπράττεται κατά τη διαδικασία του εκτελωνισμού των πετρελαιοειδών προϊόντων από τις εταιρείες εμπορίας πετρελαιοειδών και αποτελεί πόρο του ειδικού λογαριασμού, με τον οποίο επιδοτούνται οι εταιρείες εμπορίας πετρελαιοειδών, που καλύπτουν τις ανάγκες σε πετρελαιοειδή των προβληματικών περιοχών της χώρας. 3.
Με την παραπάνω απόφαση ρυθμίζονται ειδικότερα τα εξής θέματα: α) το ύψος της επιδότησης κατά περιοχή και κατά προϊόν, β) ο τρόπος βεβαίωσης και είσπραξης της εισφοράς, γ) η διαδικασία χορήγησης της επιδότησης, δ) ο διοικητικός και οικονομικός έλεγχος, καθώς και οι σχετικές κυρώσεις για τη σωστή διαχείριση των πόρων του λογαριασμού, ε) ο υπολογισμός ανά τρίμηνο του υπολοίπου του λογαριασμού, από την αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας, από στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος στην οποία τηρείται ο ανωτέρω ειδικός λογαριασμός. 4.
Το συνολικό υπόλοιπο του άνω λογαριασμού της ειδικής εισφοράς, το οποίο απομένει μετά την καταβολή των προβλεπόμενων επιδοτήσεων, διατίθεται κάθε έτος με απόφαση των Υπουργών Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας και Οικονομικών για τη χρηματοδότηση των αναγκών λειτουργίας των Υπουργείων Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας και Οικονομικών, προγραμμάτων εξοικονόμησης ενέργειας και ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, ερευνών υδρογονανθράκων, για τη χρηματοδότηση φορέα επεξεργασίας και εφαρμογής της Εθνικής Ενεργειακής πολιτικής, για την παροχή κινήτρων παραγωγικότητας στους υπαλλήλους του Υπουργείου Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας, καθώς και για τη χρηματοδότηση των Ταμείων Αρωγής των υπαλλήλων των Υπουργείων Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας και Εμπορίου.
Η κίνηση του λογαριασμού θα αποτυπώνεται κατ` έτος στις υπουργικές αποφάσεις". Ακολούθως με το άρθρο 1 της υπ' αριθ. Δ2/Γ/8570/14.4.1995 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας (ΦΕΚ Β 330) συνεστήθη ειδικός λογαριασμός στην Τράπεζα της Ελλάδος με την ονομασία "Ειδικός λογαριασμός για τον εφοδιασμό με πετρελαιοειδή προϊόντα των προβληματικών περιοχών της χώρας" με αριθ. ..., ο οποίος στη συνέχεια με την υπ' αριθ.
Δ2/Γ/7666/21.1.2004 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Ανάπτυξης (ΦΕΚ Β 78) και σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 2 του Ν. 3054/2002 "Οργάνωση της αγοράς πετρελαιοειδών και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 230) μετονομάσθηκε σε "Λογαριασμός Χρηματοδότησης Εταιρειών Εμπορίας Πετρελαιοειδών για μεταφορές καυσίμων στις προβληματικές περιοχές της χώρας".
Περαιτέρω, αρχικά στην με αριθ. 2029819/4080/0022/7-3-1997 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Ανάπτυξης "Περί διαθέσεως χρηματικού ποσού για παροχή κινήτρου παραγωγικότητας στους υπαλλήλους του πρώην Υπουργείου ΒΕΤ" (ΦΕΚ Β' 389) χορηγήθηκε ποσό ύψους 163.000.000 δραχμών για την παροχή κινήτρου παραγωγικότητας στους υπαλλήλους του πρώην Υπουργείου ΒΕΤ (Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας) ως εξής:
α. Για τους μόνιμους υπαλλήλους για το χρονικό διάστημα από 1.1.97 έως και 30.4.97 και β. Για τους επί συμβάσει με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους για το χρονικό διάστημα από 1.1.1997 έως και 31.12.1997. Το κίνητρο χορηγήθηκε στους υπαλλήλους που κατείχαν οργανικές θέσεις στο πρώην Υπουργείο ΒΕΤ και εφ' όσον παρείχαν υπηρεσία α) στην Κεντρική, Περιφερειακές και Διανομαρχιακές υπηρεσίες του, καθώς και στο ταμείο αρωγής του ΥΒΕΤ και β) στις υπηρεσίες των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων στις οποίες είναι αποσπασμένοι σύμφωνα με το νόμο και εφόσον προσφέρουν υπηρεσία σε αντικείμενα των τομέων Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας.
Επακολούθησε ο Ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 40/21.3.1997), ο οποίος ίσχυσε αναδρομικά από 1.1.1997 (άρθ. 33 αυτού). Με το άρθρο 13 παρ. 1 του νόμου αυτού θεσμοθετήθηκε μηνιαία μισθολογική παροχή ως κίνητρο απόδοσης για την αύξηση της αποδοτικότητας των υπαλλήλων, την ενίσχυση της προσαρμογής στις νέες τεχνολογίες και απαιτήσεις, τη βελτίωση της εξυπηρέτησης του πολίτη, καθώς και για την πρόσθετη αυτών εργασία προς αντιμετώπιση αυξημένων αναγκών, οριζόμενο κατά κατηγορία υπαλλήλων στα εκεί αναγραφόμενα χρηματικά ποσά.
Με την παρ. 6 του ιδίου άρθρου ορίσθηκε ότι "το ποσό του Κινήτρου Απόδοσης του άρθρου αυτού συνεντέλλεται με τις μηνιαίες αποδοχές των υπαλλήλων, υπόκειται στις συνήθεις κρατήσεις των επιδομάτων, πλην ασφαλιστικών εισφορών και βαρύνει τους οικείους λογαριασμούς από τους οποίους καταβάλλονται τα καταργούμενα με την παρ. 4 του άρθρου 10 του παρόντος επιδόματα με τη μορφή κινήτρου παραγωγικότητας ή αποδοτικότητας ή αυξημένης ευθύνης ...", ενώ με την παράγραφο 7 του ιδίου άρθρου ορίσθηκε περαιτέρω ότι "τυχόν απομένοντα υπόλοιπα υπέρ των δικαιούχων σε λογαριασμούς της προηγουμένης παραγράφου ρυθμίζονται από 1.1.1997 με Πράξεις του Υπουργικού Συμβουλίου, κατόπιν κοινής πρότασης των Υπουργών Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου ή με κοινές αποφάσεις των ιδίων Υπουργών.
Μέχρι την έκδοση των πράξεων του Υπουργικού Συμβουλίου ή των κοινών υπουργικών αποφάσεων, οι προβλεπόμενες εκ των λογαριασμών αυτών αμοιβές και λοιπές παροχές ή αποζημιώσεις εξακολουθούν να καταβάλλονται ως διαφορά, σύμφωνα με τις ισχύουσες περί αυτών διατάξεις, μειωμένες κατά το ποσό του Κινήτρου Απόδοσης του άρθρου αυτού".
Στην παρ. 8 του ιδίου άρθρου ορίσθηκε ότι στη ρύθμιση της προηγουμένης παραγράφου εμπίπτουν τα ποσά που προβλέπονται (μεταξύ άλλων) και από τις διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 14 του Ν. 2289/1995 (ΦΕΚ 27 Α'). Με την παράγραφο 4 του άρθρου 10 του ως άνω Ν. 2470/1997 ορίσθηκε ότι "πέραν των ως άνω διατηρουμένων επιδομάτων και παροχών, όλα τα λοιπά επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις που καταβάλλονται στους υπαλλήλους που εμπίπτουν στις διατάξεις του παρόντος, κατά την έναρξη της ισχύος του, με οποιαδήποτε ονομασία και από οποιαδήποτε πηγή, περιλαμβανομένων και εκείνων που χορηγήθηκαν με τη μορφή κινήτρου παραγωγικότητας ή αποδοτικότητας, καθώς και παροχές για κίνητρο προσέλευσης και παραμονής καταργούνται, εφόσον δεν προβλέπεται ρητά η χορήγησή τους από τις διατάξεις του παρόντος".
Οι διατάξεις αυτές του Ν. 2470/1997 (μεταξύ άλλων) επεκτάθηκαν και εφαρμόσθηκαν αναλόγως από 1.1.1997 και στο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου προσωπικό του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των Ν.Π.Δ.Δ. δυνάμει της με αριθ. 2026439/3480/0022/30.5.1997 Κοινής Απόφασης όλων των Υπουργών (ΦΕΚ Β 462/6.6.1997), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 19 παρ. 2 του Ν. 1876/1990 και 24 του Ν. 2470/1997.
Σε εκτέλεση των ανωτέρω διατάξεων του Ν. 2470/1997, εκδόθηκε η 2032845/3260/0022/18-6-1998 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Ανάπτυξης "Καταβολή στους δικαιούχους υπαλλήλους του Υπουργείου Ανάπτυξης (πρώην ΥΒΕΤ) της διαφοράς μεταξύ κινήτρου παραγωγικότητας του ειδικού λογαριασμού για τον εφοδιασμό με καύσιμα των προβληματικών περιοχών της χώρας και του κινήτρου απόδοσης του Ν. 2470/97" (ΦΕΚ Β' 676), με την οποία εγκρίθηκε η καταβολή, στους μόνιμους και επί συμβάσει με σχέση ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Υπουργείου Ανάπτυξης, των οποίων οι αποδοχές καθορίζονται από τις διατάξεις του Ν. 2470/1997, των αναφερομένων στην απόφαση αυτή ποσών, τα οποία προκύπτουν μετά την αφαίρεση του κινήτρου απόδοσης του Ν. 2470/97.
Δικαιούχοι της πιο πάνω διαφοράς, κατά την απόφαση αυτή ήταν οι ως άνω υπάλληλοι του Υπουργείου Ανάπτυξης, εφόσον παρέχουν υπηρεσία: α) στην Κεντρική, Περιφερειακές και Διανομαρχιακές Υπηρεσίες του, καθώς και στο Ταμείο Αρωγής των υπαλλήλων του ΥΒΕΤ, β) στις Υπηρεσίες Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης στις οποίες τελούν εν αποσπάσει, σύμφωνα με το Νόμο και εφόσον προσφέρουν υπηρεσία σε αντικείμενα των Τομέων Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας.
Δηλαδή με την απόφαση αυτή κατεβλήθη στους εν λόγω δικαιούχους του Υπουργείου Ανάπτυξης η διαφορά μεταξύ του κινήτρου παραγωγικότητας του ειδικού λογαριασμού για τον εφοδιασμό με καύσιμα των προβληματικών περιοχών της χώρας και του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 13 παρ.1 του Ν. 2470/1997. Ακολούθως, με την υπ` αριθμ. 2/87720/0022/2000 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Ανάπτυξης "Ρύθμιση υπολοίπων ειδικού λογαριασμού για τον εφοδιασμό με καύσιμα προβληματικών περιοχών της χώρας)" (ΦΕΚ Β 1600), όπως αυτή τροποποιήθηκε στη συνέχεια από 1.1.2001 με την με αριθ. 2/21244/0022/2001 όμοια κοινή υπουργική απόφαση (ΦΕΚ Β 426), ορίστηκαν οι διαφορές του, πέραν του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 13 του Ν.2470/97, μηνιαίου ποσού εκ του ειδικού λογαριασμού ...
για όλους τους υπαλλήλους του Υπουργείου Ανάπτυξης, και ειδικότερα α) για τους υπαλλήλους της κατηγορίας ΠΕ, σε 50.000 δρχ, β) για τους υπαλλήλους της κατηγορίας ΤΕ, σε 45.000 δρχ, γ) για τους υπαλλήλους της κατηγορίας ΔΕ, σε 40.000 δρχ, και δ) για τους υπαλλήλους της κατηγορίας ΥΕ, σε 35.000 δρχ. Με την ίδια απόφαση ορίσθηκε επίσης ότι με όμοια απόφαση τα ανωτέρω ποσά δύναται να αυξομειώνονται ανάλογα με τα υπόλοιπα του ανωτέρω λογαριασμού ...
και ότι τα καταβαλλόμενα κατά τα ανωτέρω ποσά θα υπόκεινται στα κριτήρια καταβολής, στις κρατήσεις του κινήτρου απόδοσης του Ν. 2470/97 και σε φόρο εισοδήματος. Ως δικαιούχοι των παραπάνω διαφορών ορίσθηκαν με την δεύτερη από τις πιο πάνω αποφάσεις που τροποποίησε την πρώτη: α) οι μόνιμοι υπάλληλοι του Υπουργείου Ανάπτυξης που έχουν οργανικές θέσεις σε αυτό την 1.1.2001 και παρέχουν υπηρεσία: i.
στην Κεντρική, τις Περιφερειακές και Διανομαρχιακές Υπηρεσίες του, καθώς και στο Ταμείο Αρωγής Υπαλλήλων του ΥΒΕΤ. ii. στις Υπηρεσίες Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης στις οποίες τελούν εν αποσπάσει, σύμφωνα με το νόμο, β) Οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του Υπουργείου Ανάπτυξης, γ) Οι μετακλητοί υπάλληλοι στα γραφεία Υπουργού, Υφυπουργών, Γενικών Γραμματέων και Ειδικού Γραμματέα του Υπουργείου Ανάπτυξης, δ) Οι αποσπασμένοι ή διατιθέμενοι στα γραφεία Υπουργού, Υφυπουργών, Γενικών Γραμματέων και Ειδικού Γραμματέα του Υπουργείου Ανάπτυξης των οποίων οι αποδοχές δεν καθορίζονται από τις διατάξεις του Ν. 2470/97.
Τα ως άνω ποσά αυξήθηκαν από 1.11.2001 ανά κατηγορία με την με αριθ. 2/59618/022/2001 (ΦΕΚ Β 1427) όμοια κοινή υπουργική απόφαση. Στη συνέχεια, με την με αριθ. 2/71420/0022/2002 κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Ανάπτυξης (ΦΕΚ Β 1607), που τροποποίησε την αρχική με αριθ. 2/87720/0022/2000 Κ.Υ.Α., ορίστηκε από 1.7.2002 το ποσό του ως άνω επιδόματος α) σε 355 ευρώ για τους υπαλλήλους κατηγορίας ΠΕ από 0 έως 15 έτη υπηρεσίας, β) σε 370 ευρώ για τους υπαλλήλους κατηγορίας ΠΕ με 16 έτη υπηρεσίας και άνω, γ) σε 290 ευρώ για τους υπαλλήλους κατηγορίας ΤΕ από 0 έως 15 έτη υπηρεσίας, δ) σε 300 ευρώ για τους υπαλλήλους κατηγορίας ΤΕ με 16 έτη υπηρεσίας και άνω, ε) σε 250 ευρώ για τους υπαλλήλους κατηγορίας ΔΕ από 0 έως 15 έτη υπηρεσίας, στ) σε 260 ευρώ για τους υπαλλήλους κατηγορίας ΔΕ με 16 έτη υπηρεσίας και άνω, ζ) σε 220 ευρώ για τους υπαλλήλους κατηγορίας ΥΕ από 0 έως 15 έτη υπηρεσίας και η) σε 230 ευρώ για τους υπαλλήλους κατηγορίας ΥΕ με 16 έτη υπηρεσίας και άνω.
Με την ίδια υπουργική απόφαση, ως δικαιούχοι των πιο πάνω διαφορών ορίσθηκαν α) οι μόνιμοι υπάλληλοι του Υπουργείου Ανάπτυξης που έχουν οργανικές θέσεις και παρέχουν υπηρεσία: Ι. Στην Κεντρική Υπηρεσία,
ΙΙ. στις Επιθεωρήσεις Μεταλλείων Νοτίου και Βορείου Ελλάδος (ΕΜΝΕ και ΕΜΒΕ),
ΙΙΙ. στις Αλυκές με απόσπαση και IV. στις υπηρεσίες του ΤΕΑΔΥ (Βιομηχανίας, Εμπορίου, Γ.Γ.Ε.Τ., Τουρισμού), β) οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του Υπουργείου Ανάπτυξης, γ) οι μετακλητοί υπάλληλοι, Ειδικοί Σύμβουλοι, Συνεργάτες στα γραφεία Υπουργού, Υφυπουργών, Γενικών Γραμματέων και Ειδικού Γραμματέα του Υπουργείου Ανάπτυξης, δ) οι αποσπασμένοι ή διατιθέμενοι στα γραφεία Υπουργού, Υφυπουργών, Γενικών Γραμματέων και Ειδικού Γραμματέα του Υπουργείου Ανάπτυξης, εφόσον δεν λαμβάνουν αντίστοιχης μορφής επίδομα από τις υπηρεσίες τους.
Επακολούθησε ο Ν. 3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. ..." (ΦΕΚ Α 297), ο οποίος από 1.1.2004 αντικατέστησε τον προηγούμενο Ν. 2470/1997 καταργώντας, μεταξύ άλλων και τη διάταξη του άρθρου 13 αυτού (άρθ. 28 αριθ. 1 του Ν. 3205/2003), προέβλεψε όμως την επαναχορήγηση του κινήτρου απόδοσης, θεσπίζοντας ανάλογες ρυθμίσεις με εκείνες του άρθρου 13 παρ.1, 6, 7 και 8 του Ν. 2470/1997 με το άρθρο 12 παρ. 1, 6, 8 και 9 αυτού, και περιλαμβάνοντας (μεταξύ άλλων) ειδικότερα στη διάταξη της παρ. 9 και την προβλεπόμενη από το άρθρο 14 παρ. 5 του Ν. 2289/1995 μισθολογική παροχή.
Οι διατάξεις των άρθρων 2 - 13, 15 - 18 και 20 - 26 του Ν. 3205/2003 επεκτάθηκαν και εφαρμόσθηκαν αναλόγως από 1.1.2004 και στο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου προσωπικό του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των Ν.Π.Δ.Δ. δυνάμει της με αριθ. 2/7093/0022/5.2.2004 Κοινής Απόφασης όλων των Υπουργών (ΦΕΚ Β 215), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 19 παρ. 2 του Ν. 1876/1990 και 21 του Ν. 3205/2003.
Κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 του Ν. 3205/2003 εκδόθηκε η με αριθ. 2/379/0022/4.2.2004 κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Ανάπτυξης (ΦΕΚ Β 222), με την οποία τροποποιήθηκε η προηγούμενη με αριθ. 2/71420/0022/2002 όμοια κοινή υπουργική απόφαση, της οποίας τα ως άνω αναφερόμενα ποσά προσαυξήθηκαν από 1.1.2004 κατά 100 ευρώ, ανά κλάδο και έτη.
Με την τελευταία αυτή απόφαση, ως δικαιούχοι των πιο πάνω διαφορών ορίσθηκαν α) οι μόνιμοι υπάλληλοι του Υπουργείου Ανάπτυξης που έχουν οργανικές θέσεις, καθώς και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του Υπουργείου Ανάπτυξης, εφ' όσον παρέχουν υπηρεσία: Ι. Στην Κεντρική Υπηρεσία,
ΙΙ. στις Επιθεωρήσεις Μεταλλείων Νοτίου και Βορείου Ελλάδος (ΕΜΝΕ και ΕΜΒΕ),
ΙΙΙ. στις Αλυκές με απόσπαση και IV. στις υπηρεσίες του ΤΕΑΔΥ (Βιομηχανίας, Εμπορίου, Γ.Γ.Ε.Τ., Τουρισμού), β. οι μετακλητοί υπάλληλοι, Ειδικοί Σύμβουλοι, Συνεργάτες στα γραφεία Υπουργού, Υφυπουργών, Γενικών Γραμματέων και Ειδικού Γραμματέα του Υπουργείου Ανάπτυξης, γ. οι αποσπασμένοι ή διατιθέμενοι στα γραφεία Υπουργού, Υφυπουργών, Γενικών Γραμματέων και Ειδικού Γραμματέα του Υπουργείου Ανάπτυξης, εφόσον δεν λαμβάνουν την ειδική παροχή του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 ή άλλη αντίστοιχη παροχή από τις υπηρεσίες τους.
Επίσης με την ΚΥΑ 2/43567/0022/10.8.2004 (ΦΕΚ Β 1297), που τροποποίησε την αμέσως προηγούμενη, προσαυξήθηκαν τα ως άνω ποσά, από 1.7.2004 κατά 50 ευρώ, ανά κλάδο και έτη. Εξ άλλου με το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του Π.Δ/τος 122/2004 "Ανασύσταση του Υπουργείου Τουρισμού" (ΦΕΚ Α 85/17.3.2004) ορίσθηκε ότι το Υπουργείο Τουρισμού που είχε συγχωνευθεί με το άρθρο 1 εδ.
α του Π.Δ/τος 27/1996 (ΦΕΚ Α 19) στο Υπουργείο Ανάπτυξης, ανασυνιστάται και μεταφέρονται σε αυτό το σύνολο των Υπηρεσιών και των θέσεων του προσωπικού της Γενικής Γραμματείας Τουρισμού (παρ. 1). Η Γενική Γραμματεία Τουρισμού του Υπουργείου Ανάπτυξης καταργείται (παρ. 2). Κατά δε την παρ. 1 του άρθρου 2 του ιδίου Π.
Δ/τος, στο ανασυνιστώμενο Υπουργείο Τουρισμού μεταφέρονται όλες οι θέσεις μονίμων υπαλλήλων ή υπαλλήλων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ή με οποιαδήποτε άλλη έννομη σχέση και οι υπάλληλοι που κατέχουν τις θέσεις αυτές θεωρούνται εφ' εξής υπάλληλοι του Υπουργείου Τουρισμού με το βαθμό τον οποίο κατέχουν ή την έννομη σχέση με την οποία απασχολούνται μέχρι σήμερα στη Γενική Γραμματεία Τουρισμού του Υπουργείου Ανάπτυξης.
Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 15 του Ν. 3016/2002 (ΦΕΚ Α 110) ορίσθηκε ότι στους μόνιμους και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου υπαλλήλους του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού (Ε.Ο.Τ.) χορηγείται από 1.1.2002 ειδικό μηνιαίο επίδομα λόγω των ειδικών συνθηκών που επιβάλλει η αναγκαιότητα για επίσπευση και υλοποίηση των τουριστικών επενδύσεων, καταβαλλόμενο κατά βαθμό ή κατηγορία, όπως ορίζεται ειδικότερα στο άρθρο αυτό.
Σύμφωνα δε με την παρ. 7 του άρθρου 8 του Ν. 3270/2004 "Αρμοδιότητες του Υπουργείου Τουριστικής Ανάπτυξης και θέματα τουρισμού" (ΦΕΚ Α 187), το ως άνω ειδικό επίδομα του άρθρου 15 του Ν. 3270/2004 καταβάλλεται σε βάρος των εσόδων που εισπράττονται από το Δημόσιο επί των μικτών κερδών των Καζίνο Κέρκυρας και Πάρνηθας που προβλέπονται στην παρ. 8 του άρθρου 2 του Ν. 2206/1994 (ΦΕΚ Α 62) στο μόνιμο, στο οποιαδήποτε σχέση εργασίας και έμμισθης εντολής προσωπικό, στο αποσπασμένο πάσης κατηγορίας και στο μετακλητό προσωπικό που υπηρετεί στο Υπουργείο Τουριστικής Ανάπτυξης (όπως μετονομάσθηκε το Υπουργείο Τουρισμού με το άρθρο 1 του ως άνω Ν. 3270/2004), ανεξάρτητα από το φορέα που μισθοδοτείται, αναδρομικά από την έκδοση του Π.Δ. 122/2004.
Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και του Υπουργού Τουριστικής Ανάπτυξης, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως μπορεί να αναπροσαρμόζεται το επίδομα αυτό και να ρυθμίζεται κάθε σχετική λεπτομέρεια. Κατ' εξουσιοδότηση της τελευταίας αυτής διάταξης εκδόθηκε η με αριθ. 2/62344/0022/29.11.2004 (ΦΕΚ Β 1792) κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Τουριστικής Ανάπτυξης, η οποία στο άρθρο μόνο αυτής όρισε στην παρ. 1 αυτής ότι στο μόνιμο, με οποιαδήποτε σχέση εργασίας και έμμισθης εντολής προσωπικό, στο αποσπασμένο πάσης κατηγορίας και στο μετακλητό προσωπικό που υπηρετεί στο Υπουργείο Τουριστικής Ανάπτυξης, ανεξάρτητα από το φορέα που μισθοδοτείται, χορηγείται αναδρομικά από 17.3.2004, ημερομηνία έκδοσης του Π.Δ. 122/2004 περί ανασυστάσεως του Υπουργείου Τουρισμού ειδικό μηνιαίο επίδομα, λόγω των ειδικών συνθηκών που επιβάλλει η αναγκαιότητα για επίσπευση και υλοποίηση των τουριστικών επενδύσεων, καταβαλλόμενο κατά βαθμό ή κατηγορία, το οποίο (επίδομα) προσδιόρισε κατά ποσό.
Με την παρ. 2 του ως άνω άρθρου αυτής ορίσθηκε ότι το απαιτούμενο για την ως άνω δαπάνη ποσό, το οποίο θα καλύπτεται από τα έσοδα που εισπράττονται από το Δημόσιο επί των μικτών κερδών των Καζίνο Κέρκυρας και Πάρνηθας και προβλέπονται στην παρ. 8 του άρθρου 2 του Ν. 2206/1994 (ΦΕΚ 62 Α/1994), θα καταβάλλονται σε ειδικό κωδικό εσόδων του τακτικού προϋπολογισμού και θα εντέλλεται σε βάρος ειδικού ΚΑΕ του τακτικού προϋπολογισμού του Υπουργείου Τουριστικής Ανάπτυξης, ενώ με την παρ. 3 ορίσθηκε ότι η ανωτέρω ειδική παροχή συμψηφίζεται με οποιεσδήποτε άλλες παροχές, επιδόματα και αποζημιώσεις, εκτός των καταβαλλομένων από συμμετοχή σε συλλογικά όργανα αποζημιώσεων, που λαμβάνουν οι δικαιούχοι αυτής, ανεξάρτητα από την πηγή που καταβάλλονται, καθώς και με κάθε παροχή από τους λογαριασμούς του άρθρου 12 του Ν. 3205/2003 και της παρ. 2 του άρθρου 24 του ιδίου Νόμου.
Τέλος από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649 και 653 του ΑΚ και 1 της με αριθ. 95/1949 Διεθνούς Σύμβασης "περί προστασίας του ημερομισθίου" που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955, προκύπτει ότι ως μισθός νοείται κάθε παροχή, την οποία κατά νομική δέσμευση που απορρέει από το νόμο ή τη συμφωνία καταβάλλει ο εργοδότης τακτικά, αδιάλειπτα και ανεπιφύλακτα, ως αντάλλαγμα για τη παροχή της εργασίας του μισθωτού, η δε καταβολή του μισθού θεμελιώνεται στην ατομική σύμβαση εργασίας.
Η συμφωνία για τη καταβολή μισθού μπορεί να είναι είτε ρητή, είτε σιωπηρή, όπως συμβαίνει στη περίπτωση που ο εργοδότης χορηγεί οικειοθελώς μία μισθολογική παροχή επί μακρό χρόνο και ο μισθωτός την εισπράττει (ΑΠ 2056/2006). Ο μισθός διακρίνεται σε συμβατικό και νόμιμο. Νόμιμος είναι ο μισθός που καθορίζεται από το νόμο ή άλλη κανονιστικού χαρακτήρα ρύθμιση, όπως συλλογική σύμβαση εργασίας ή διαιτητική απόφαση, ενώ συμβατικός είναι εκείνος του οποίου το ύψος συμφωνείται στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (ΑΠ 166/2013).
Ο μισθός συνήθως είναι σύνθετη παροχή που αποτελείται από το βασικό μισθό και τα επιδόματα. Τα επιδόματα καταβάλλονται και αυτά ως αντάλλαγμα της εργασίας, με τη χορήγησή τους όμως επιδιώκονται κάποιοι ειδικότεροι σκοποί στο πλαίσιο της εργασίας. Ο ειδικότερος αυτός σκοπός του αντίστοιχου επιδόματος αποτελεί το νόμιμο λόγο για την αρχική καταβολή του και για τη συνέχιση της καταβολής του στο μέλλον.
Συνεπώς εάν στο μέλλον λάβει χώρα προσωρινή ή οριστική διακοπή της αιτίας, για την οποία χορηγήθηκε το συγκεκριμένο επίδομα, διακόπτεται αντίστοιχα η καταβολή του (ΑΠ 997/2004), πλην τυχόν αντίθετης νομοθετικής ρύθμισης ή συμφωνίας των μερών για τη συνέχιση της καταβολής αυτού, παρά τη λήξη της ως άνω αιτίας (ΑΠ 420/2017). Τα ανωτέρω ισχύουν τόσο για τα νόμιμα, όσο και για τα συμβατικά επιδόματα, δηλαδή εκείνα που προβλέπονται αντιστοίχως από κανονιστικές ρυθμίσεις ή από τη σύμβαση εργασίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, πριν την ανασύσταση με το άρθρο 1 του Π.Δ/τος 122/2004 του Υπουργείου Τουρισμού, που είχε συγχωνευθεί με το άρθρο 1 εδ. α του Π.Δ/τος 27/1996 στο Υπουργείο Ανάπτυξης, υπηρετούσαν ως υπάλληλοι με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στη Γενική Γραμματεία Τουρισμού του Υπουργείου Ανάπτυξης.
Ότι ειδικότερα αυτοί είχαν προσληφθεί κατά τους χρόνους που αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση για τον καθένα από αυτούς και ότι οι 1ος έως και 3ος ανήκαν στην κατηγορία ΠΕ, οι 4ος έως και 6ος στην κατηγορία ΤΕ και οι λοιποί 7ος έως και 24ος στην κατηγορία ΔΕ. Ότι αυτοί λάμβαναν σταθερώς και μονίμως κάθε μήνα ως κίνητρο παραγωγικότητας τα ποσά που προέβλεπαν οι εκδοθείσες κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 παρ. 5 του Ν. 2298/1995 ως άνω Κοινές Υπουργικές Αποφάσεις και από 1.1.1997 (μετά την έναρξη εφαρμογής του Ν. 2470/1997) τις διαφορές μεταξύ των ποσών που προέβλεπαν οι αποφάσεις αυτές και του κινήτρου απόδοσης που προέβλεπε ανά κατηγορία υπαλλήλων το άρθρο 13 παρ. 1 του Ν. 2470/1997, κατ' εφαρμογή της παρ. 8 του ιδίου άρθρου.
Ότι τα ποσά αυτά των εν λόγω διαφορών κατέβαλλε το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Υπουργείου Ανάπτυξης, περιλαμβανομένων και των εναγόντων που υπηρετούσαν με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στη Γενική Γραμματεία Τουρισμού του πιο πάνω Υπουργείου.
Ότι στην καταβολή αυτή προέβαινε το εναγόμενο στους ενάγοντες, ανάλογα με τα τυπικά τους προσόντα, σύμφωνα με τους όρους των με αριθ. 2/87720/0022/22.12.2000 και 2/71420/0022/19.12.2002 Κοινών Υπουργικών Αποφάσεων, χωρίς να τίθενται όροι και προϋποθέσεις σχετικά με την αύξηση της παραγωγικότητας και κατά τη λήψη οποιασδήποτε αδείας αυτών.
Ότι κατά συνέπεια οι παροχές αυτές αποτελούσαν μέρος των τακτικών αποδοχών των εναγόντων και ότι με την αδιάκοπη και επί πολλά έτη καταβολή τους καταρτίσθηκε δεσμευτική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ως προς τις παροχές αυτές και επομένως το εναγόμενο δεν μπορούσε να διακόψει ή να μειώσει μονομερώς αυτές.
Ότι τις διαφορές αυτές, οι οποίες ανέρχονταν στα χρηματικά ποσά των 470 ευρώ μηνιαίως για τον καθένα από τους 1ο έως και 3ο των εναγόντων, κατηγορίας ΠΕ με υπηρεσία άνω των 16 ετών, των 400 ευρώ μηνιαίως για τον καθένα από τους 4ο έως και 6ο των εναγόντων, κατηγορίας ΤΕ με υπηρεσία άνω των 16 ετών, των 360 ευρώ μηνιαίως για τον καθένα από τους 7ο έως και 18ο των εναγόντων, κατηγορίας ΔΕ με υπηρεσία άνω των 16 ετών και των 350 ευρώ μηνιαίως για τον καθένα από τους 19η έως και 24ο των εναγόντων, κατηγορίας ΔΕ με υπηρεσία μέχρι 15 ετών, κατέβαλλε το εναγόμενο μέχρι και το μήνα Μάρτιο του 2004.
Ότι μετά την ανασύσταση του Υπουργείου Τουρισμού με το άρθρο 1 του Π.Δ/τος 122/2004 μεταφέρθηκε σε αυτό το σύνολο των υπηρεσιών και των θέσεων προσωπικού της Γενικής Γραμματείας Τουρισμού, η δε Γενική Γραμματεία Τουρισμού του Υπουργείου Ανάπτυξης καταργήθηκε. Ότι στο ανασυσταθέν Υπουργείο Τουρισμού μεταφέρθηκαν όλες οι θέσεις μονίμων υπαλλήλων ή υπαλλήλων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ή με οποιαδήποτε άλλη σχέση και ότι οι υπάλληλοι που κατέχουν τις θέσεις αυτές θεωρούνται εφεξής υπάλληλοι του Υπουργείου Τουρισμού με τον βαθμό τον οποίο κατέχουν ή την έννομη σχέση με την οποία απασχολούνταν μέχρι τότε στη Γενική Γραμματεία Τουρισμού του Υπουργείου Ανάπτυξης.
Ότι στη συνέχεια το εναγόμενο χορήγησε αναδρομικά από 17.3.2004 στους ενάγοντες το προβλεπόμενο από τα άρθρα 15 του Ν. 3016/2002 και 8 παρ. 7 του Ν. 3270/2004 σε συνδυασμό με την με αριθ. 2/62344/0022/29.11.2004 Κοινή Υπουργική Απόφαση ειδικό μηνιαίο επίδομα για την επίσπευση και υλοποίηση των τουριστικών επενδύσεων, το οποίο ανερχόταν για τους υπαλλήλους της κατηγορίας ΠΕ σε 380 ευρώ μηνιαίως, για τους υπαλλήλους της κατηγορίας ΤΕ σε 365 ευρώ μηνιαίως και για τους υπαλλήλους της κατηγορίας ΔΕ σε 350 ευρώ μηνιαίως.
Ότι παραλλήλως από 1 Απριλίου 2004 το εναγόμενο διέκοψε την καταβολή στους ενάγοντες της διαφοράς μεταξύ του κινήτρου παραγωγικότητας του ειδικού λογαριασμού για τον εφοδιασμό με καύσιμα των προβληματικών περιοχών της χώρας και του κινήτρου απόδοσης του Ν. 2470/1997, που κατέβαλλε στους υπαλλήλους του Υπουργείου Ανάπτυξης.
Ότι η ενέργεια αυτή είχε ως επακόλουθο να μειωθούν αντίστοιχα οι τακτικές μηνιαίες αποδοχές των εναγόντων κατά τα ποσά των πιο πάνω διαφορών κατά τρόπο ανεπίτρεπτο, καθότι οι διαφορές αυτές αποτελούσαν τμήμα των τακτικών αποδοχών αυτών. Ότι ναι μεν σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου μόνου της με αριθ. 2/62344/0022/29.11.2004 Κοινής Υπουργικής Απόφασης οι ενάγοντες δεν δικαιούνται σωρευτικά τόσο της διαφοράς μεταξύ του κινήτρου παραγωγικότητας του ειδικού λογαριασμού για τον εφοδιασμό με καύσιμα των προβληματικών περιοχών της χώρας και του κινήτρου απόδοσης του Ν. 2470/1997, όσο και του ειδικού μηνιαίου επιδόματος για την επίσπευση και υλοποίηση των τουριστικών επενδύσεων των άρθρων 15 του Ν. 3016/2002 και 8 παρ. 7 του Ν. 3270/2004, όπως αυτοί ζητούσαν με την αγωγή τους, πλην όμως δικαιούνται να λάβουν την προκύπτουσα διαφορά μεταξύ της (μεγαλύτερης) διαφοράς μεταξύ του κινήτρου παραγωγικότητας του ειδικού λογαριασμού για τον εφοδιασμό με καύσιμα των προβληματικών περιοχών της χώρας και του κινήτρου απόδοσης του Ν. 2470/1997 και του (μικρότερου) ειδικού μηνιαίου επιδόματος για την επίσπευση και υλοποίηση των τουριστικών επενδύσεων των άρθρων 15 του Ν. 3016/2002 και 8 παρ. 7 του Ν. 3270/2004.
Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά παραδοχή της από 17.11.2008 και με αριθ. κατάθ. 236/2009 έφεσης των εναγόντων, εξαφάνισε την αντιθέτως αποφανθείσα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε απορρίψει στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 12.1.2005 αγωγή των εναγόντων [ασκηθείσα ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, το οποίο με την με αριθ. 446/2005 απόφασή του παρέπεμψε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ως το καθ' ύλη αρμόδιο δικαστήριο προς εκδίκαση αυτής], με το ειδικότερο σκεπτικό ότι οι ενάγοντες δεν δικαιούντο σωρευτικά των πιο πάνω διαφορών, καθότι οι χορηγηθείσες σε αυτούς διαφορές μεταξύ του κινήτρου παραγωγικότητας του ειδικού λογαριασμού για τον εφοδιασμό με καύσιμα των προβληματικών περιοχών της χώρας και του κινήτρου απόδοσης του Ν. 2470/1997 τους είχαν χορηγηθεί για την επίτευξη των στόχων του Υπουργείου Ανάπτυξης, ως υπαλλήλων του εν λόγω Υπουργείου.
Αφού δε κράτησε τη υπόθεση και δίκασε την αγωγή, δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση κατά ένα μέρος αυτήν και επιδίκασε στον καθένα από τους ενάγοντες, αναλόγως της κατηγορίας και των ετών υπηρεσίας εκάστου, τα αναγραφόμενα σε αυτήν επί μέρους χρηματικά ποσά που αφορούν τις προκύπτουσες διαφορές μεταξύ της (μεγαλύτερης) διαφοράς μεταξύ του κινήτρου παραγωγικότητας του ειδικού λογαριασμού για τον εφοδιασμό με καύσιμα των προβληματικών περιοχών της χώρας και του κινήτρου απόδοσης του Ν. 2470/1997 και του (μικρότερου) ειδικού μηνιαίου επιδόματος για την επίσπευση και υλοποίηση των τουριστικών επενδύσεων των άρθρων 15 του Ν. 3016/2002 και 8 παρ. 7 του Ν. 3270/2004 και για την χρονική περίοδο από 1.4.2004 έως 31.12.2004, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.
Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 5 του Ν. 2298/1995, των κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 13 παρ. 7 του Ν. 2470/1997 εκδοθεισών με αριθ. 2032845/3260/0022/18-6-1998, 2/87720/0022/2000 και 2/71420/0022/2002 Κοινών Υπουργικών Αποφάσεων των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Ανάπτυξης, των κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 8 του Ν. 3205/2003 εκδοθεισών με αριθ. 2/379/0022/4.2.2004 και 2/43567/0022/10.8.2004 Κοινών Υπουργικών Αποφάσεων των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Ανάπτυξης, των άρθρων 1 και 2 παρ. 1 του Π.Δ/τος 122/2004, του άρθρου 15 του Ν. 3016/2002, του άρθρου 8 παρ. 7 του Ν. 3270/2004 και της κατ' εξουσιοδότηση αυτού με αριθ. 2/62344/0022/29.11.2004 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Τουριστικής Ανάπτυξης, ενόψει του χαρακτήρα της ένδικης παροχής ως επιδόματος, με συνέπεια να υποπέσει στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια.
Συγκεκριμένα, μετά την ανασύσταση του Υπουργείου Τουρισμού με το Π.Δ/μα 122/2004, (μετονομασθέντος σε Υπουργείο Τουριστικής Ανάπτυξης) και την μεταφορά σε αυτό των θέσεων των υπηρετούντων μέχρι τότε υπαλλήλων στη Γενική Γραμματεία Τουρισμού του Υπουργείου Ανάπτυξης, οι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου μεταφερθέντες στο ανασυσταθέν Υπουργείο Τουρισμού υπάλληλοι, ως οι ενάγοντες, δεν δικαιούνται πλέον, από του χρόνου που έλαβε χώρα η ως άνω μεταφορά, της διαφοράς μεταξύ του κινήτρου παραγωγικότητας του ειδικού λογαριασμού για τον εφοδιασμό με καύσιμα των προβληματικών περιοχών της χώρας και του κινήτρου απόδοσης του Ν. 2470/1997, ανεξαρτήτως της φύσης της διαφοράς αυτής ως μέρους των μέχρι τότε τακτικών αποδοχών τους, διότι η προβλεπόμενη από το άρθρο 14 παρ. 5 του Ν. 2289/1995 και των κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών Κοινών Υπουργικών Αποφάσεων ως άνω χρηματική παροχή χορηγείτο από το νόμο ως κίνητρο παραγωγικότητας στους υπαλλήλους του Υπουργείου Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας (ήδη Ανάπτυξης), στους οποίους περιλαμβάνονταν μέχρι τότε και οι ενάγοντες, υπό την ιδιότητα αυτών ως υπαλλήλων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του Υπουργείου Ανάπτυξης και για την επίτευξη των στόχων του τελευταίου, στους οποίους, πριν την ανασύσταση του πιο πάνω Υπουργείου, περιλαμβανόταν και ο Τουρισμός.
Επομένως, εφόσον με την ανασύσταση του Υπουργείου Τουρισμού και την μεταφορά σε αυτό των θέσεων των εναγόντων έπαυσε η ως άνω αιτία χορήγησης κατά νόμο της πιο πάνω παροχής ως κινήτρου παραγωγικότητας ειδικά των υπαλλήλων του Υπουργείου Ανάπτυξης, η οποία φέρει και αυτή το χαρακτήρα επιδόματος (άρθ. 13 παρ. 6 και 10 παρ. 4 του Ν. 2470/1997), οι ενάγοντες δεν δικαιούνται πλέον της παροχής αυτής και συνακόλουθα δεν δικαιούνται της περαιτέρω διαφοράς μεταξύ αυτής και του προβλεπόμενου από το άρθρο 15 του Ν. 3016/2002 και 8 παρ. 7 του Ν. 3270/2004 ειδικού επιδόματος, όπως εσφαλμένα έκρινε αντιθέτως η προσβαλλόμενη απόφαση.
Μάλιστα ο σκοπός της τελευταίας αυτής διάταξης, με την οποία το ειδικό επίδομα για την επίσπευση και υλοποίηση των τουριστικών επενδύσεων που κατά το άρθρο 15 του Ν. 3016/2002 προβλεπόταν για τους υπαλλήλους του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού επεκτάθηκε και στους υπαλλήλους του Υπουργείου Τουριστικής Ανάπτυξης από την ανασύσταση (17.3.2004) του εν λόγω Υπουργείου, ήταν προφανώς και η ελαχιστοποίηση των απωλειών στους μισθούς των μεταφερθέντων σε αυτό πρώην υπαλλήλων του Υπουργείου Ανάπτυξης, υπηρετούντων μέχρι τις 17.3.2004 στη Γενική Γραμματεία Τουρισμού αυτού, από τη διακοπή της καταβολής σε αυτούς της πιο πάνω διαφοράς μεταξύ του κινήτρου παραγωγικότητας του ειδικού λογαριασμού για τον εφοδιασμό με καύσιμα των προβληματικών περιοχών της χώρας και του κινήτρου απόδοσης του Ν. 2470/1997.
Ούτε μπορεί να γίνει λόγος στην κρινόμενη περίπτωση περί συνάψεως δεσμευτικής συμφωνίας μεταξύ των εναγόντων και του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου από την αδιάκοπη και επί πολλά έτη καταβολή της πιο πάνω παροχής στους ενάγοντες, την οποία το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δεν μπορούσε να διακόψει μονομερώς, ως εσφαλμένως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, καθότι δεν επρόκειτο περί οικειοθελούς παροχής (ΑΠ 1158/2018, ΑΠ 1237/2017, ΑΠ 1292/20015, ΑΠ 105/2003), αλλά περί μισθολογικής παροχής προβλεπομένης από το νόμο ειδικά για την παροχή κινήτρου παραγωγικότητας στους υπαλλήλους του Υπουργείου Ανάπτυξης.
Συνεπώς ο περί τούτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ μοναδικός λόγος της από 1.11.2012 και με αριθ. 938/2012 αίτησης αναίρεσης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, όπως συμπληρώθηκε από τον εισηγητή με την έγγραφη εισήγησή του (άρθ. 562 παρ. 4 του ΚΠολΔ, όπως η παρ. 4 ίσχυε πριν το Ν. 4335/2015), είναι βάσιμος.
Επομένως κατά παραδοχή του λόγου αυτού πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Ενόψει δε του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, πρέπει κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α του ΚΠολΔ να κρατηθεί αυτή και δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα, στη συνέχεια δε να απορριφθεί ως αβάσιμη η από 17 Νοεμβρίου 2008 και με αριθ. κατάθ. 236/12.1.2009 έφεση των εναγόντων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσίβλητων. Τέλος πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου για την παρούσα δίκη, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, ως και για δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, λόγω της ήττας αυτού (άρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ), μειωμένων όμως κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957 σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της υπ' αριθμό 134423 οικ. της 8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του Ν. 1738/1987.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 376/27.1.2010 απόφαση του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών. Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.
Απορρίπτει κατ' ουσία την από 17 Νοεμβρίου 2008 και με αριθμό κατάθεσης 236/12.1.2009 έφεση των εναγόντων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσίβλητων κατά της υπ' αριθμό 1386/11.6.2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου για την παρούσα δίκη, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ, ως και των δικαστικών εξόδων αυτού για τον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Δεκεμβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 28 Ιανουαρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ