Legislator Case Law & Legislation
76/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court's will validity ruling due to lack of contradictory reasoning.

Case Number 76/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appeal filed by two individuals against the Second Instance Court's decision regarding a will's validity. The appellants argued the lower court failed to consider specific documentary evidence and provided insufficient reasoning for its findings. The court held that the Second Instance Court properly evaluated all evidence and did not commit a legal error warranting reversal.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 KPolD; Art. 1719 para. 3 AC: An appeal is inadmissible if the second instance court has not committed a specific error under Article 559 of the Code of Civil Procedure, such as failing to consider evidence or providing contradictory reasoning, provided the lower court's decision is based on a coherent assessment of all presented evidence.

Keywords

AI generated
appeal admissibility will validity contradictory reasoning evidence assessment second instance court legal error civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 KPolD
Art. 1719 para. 3 AC
Art. 176 KPolD
Art. 183 KPolD
Art. 191 para. 2 KPolD
Art. 495 para. 4 KPolD

Cited Case Law

AI generated
OLAP 24/1992

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 76 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 76/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της Γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Γ. του Ι., και 2) Π. Γ. του Ι., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν με τους πληρεξουσίους δικηγόρους Χρήστο Γεωργακόπουλο και Προκόπιο Εξαρχάκο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. χήρας Ν. Γ., 2) Π. Γ. του Ν. κατοίκων ..., ως κληρονόμων του αρχικού ενάγοντος Ν. Γ., 3) Φ. Γ. του Ι. κατοίκου ... και 4) Χ. χήρας Δ. Σ. κατοίκου ..., εκ των οποίων οι 1ος και 4ος εκπροσωπήθηκαν οι δε λοιποί παραστάθηκαν με την πληρεξουσία δικηγόρο τους Αγγελική Διονυσοπούλου - Τούμπα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-2-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4788/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 103/2015 του Εφετείου Πειραιώς.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 10-06-2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Παρασκευή Καλαϊτζή, ανέγνωσε την 16-12-2015 έκθεση της με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατ’ άρθρ. 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται : "Αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών..." (αριθμ. 1α), "αν το δικαστήριο ... δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν" (αρ. 11γ), "αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων" (αρ. 12), "αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ... απαράδεκτο"(αρ.14) και "αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης" (αρ. 19).

II. Συμφώνως προς την (μετά την τροποποίησή της) διάταξη του άρθρου 1719 περ. 3 ΑΚ: " Ανίκανοι να συντάσσουν διαθήκη είναι όσοι κατά τον χρόνο της σύνταξης της διαθήκης δεν έχουν συνείδηση των πράξεών τους ή βρίσκονται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής τους ....".

Τοιαύτη δε ψυχική ή διανοητική διαταραχή υπάρχει όταν αποκλείεται ο ελεύθερος, προσδιορισμός της βουλήσεως με λογικούς υπολογισμούς, δηλαδή, όταν γίνεται με ανώμαλα ελατήρια, με συναισθηματικές και αρνητικές τάσεις που δεν επιλέγονται με υποκειμενική ενέργεια, αλλά υποβάλλονται στον άρρωστο από την ψυχική διαταραχή του.

Τα ανώμαλα ελατήρια είναι δυνατό να μην είναι ενεργητικά ανώμαλα, όπως στον μανιακό, αλλά και παθητικά ανώμαλα, όπως στην διανοητική έκπτωση ηλικιωμένου προσώπου, το οποίο δεν μπορεί να αντισταθεί σε υποβολή από ψυχική διαταραχή. Στέρηση της χρήσεως του λογικού επιφέρουν οι γνήσιες ψυχώσεις, η βαριά ψυχική ασθένεια μόνιμης μορφής, η εγκεφαλική συμφόρηση, η διαλείπουσα φρενίτις, επιληπτικές κρίσεις, η καταθλιπτική μανία, η παρανοϊκή μορφή πρωτόγονης ανοίας σχιζοφρένειας σε κατάσταση διαταράξεως του νου, η προϊούσα γεροντική άνοια σε κατάσταση σοβαρής διαταράξεως της λειτουργίας του νου , αποκλείουσα την ελεύθερη βούληση, όχι παροδική, η αρτηριοσκληρωτική οργανική γεροντική ψύχωση που προκλήθηκε από εγκεφαλικούς αγγειοσπασμούς και επανειλημμένη εμφάνιση εγκεφαλικών συμφορήσεων, η άνοια από σακχαρώδη διαβήτη, η έμμονη ιδέα του διαθέτη σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως λ.χ για δηλητηρίασή του εξισώνεται προς ψυχική ασθένεια, γιατί αποκλείεται από αυτήν λογικός προσδιορισμός της θελήσεώς του.

Περαιτέρω, μόνη η ασθένεια του καρκίνου δεν δημιουργεί ανικανότητα για σύνταξη διαθήκης, εκτός αν γίνει μετάσταση αυτού στον εγκέφαλο, οπότε αναλόγως επιδρά στην ικανότητα αυτήν. Εκτός από τις άλλες διαθήκες και η δημόσια διαθήκη δύναται να προσβληθεί ως άκυρη (ΑΚ 1718) με επίκληση της συνδρομής των ανωτέρω προϋποθέσεων, σημειουμένου ότι δεν απαιτείται να προσβληθεί προηγουμένως το δημόσιο έγγραφο της διαθήκης ως πλαστό, διότι αυτό δεν αποτελεί ανταπόδειξη για τη βεβαίωση του συμ/φου ότι έγινε ενώπιον του δήλωση του διαθέτη, η οποία (ανταπόδειξη) δεν είναι επιτρεπτή χωρίς προσβολή του εγγράφου ως πλαστού.

Η διάταξη αυτή είναι στο ίδιο νοηματικό πεδίο με την 131 παρ. 1 ΑΚ των γενικών αρχών, κατά την οποία η δήλωση βουλήσεως είναι άκυρη, αν κατά το χρόνο που έγινε, στο πρόσωπο του δηλώσαντος συνέτρεχαν οι ανωτέρω προϋποθέσεις. Προσέτι την ανυπαρξία της ελεύθερης και υγιούς βουλήσεως, ως ζήτημα πραγματικό, εκτιμά ελευθέρως ο δικαστής της ουσίας και επομένως η κρίση αυτή δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Εξετέρου, όμως, υπό αναιρετικόν έλεγχο τίθεται η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, εφ’ όσον δεν αναφέρεται σε αυτήν, αν η ακυρότητα της δηλώσεως βουλήσεως εξαιτίας αποφασιστικού περιορισμού της λειτουργίας της, οφείλεται σε έλλειψη συνειδήσεως των πράξεων ή σε κατάσταση, ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής, συμφώνως προς τα προειπωθέντα.

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προσάπτουν στο Εφετείο, ότι με τις παραδοχές του επί του ζητήματος της δικαιοπρακτικής δηλώσεως βουλήσεως του Σ. Γ. εν σχέσει προς την από 2-2-05 δημόσια διαθήκη του, υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρ. 559ΚπολΔ υπ’ αρ.1 (αφού παρεβίασε με κακή ερμηνεία την ανωτέρω διάταξη 1719 περ. 3ΑΚ, του προαναφερθέντος διαθέτη πάσχοντος από καρκίνο και όχι από πνευματική νόσο), υπ’ αρ.10 (δοθέντος, ότι έλαβε υπόψιν αναπόδεικτα πράγματα που επηρέασαν ουσιωδώς την έκβαση της υποθέσεως), υπ’ αρ. 11 (καθόσον παρέλειψε να λάβει υπόψιν αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν) και υπ’ αρ. 19 (δοθέντος ότι στερείται αιτιολογίας).

Οι, κατά τα ως άνω, πληττόμενες και επιτρεπτώς επισκοπούμενες παραδοχές της εφετειακής αποφάσεως είναι οι ακόλουθες για τον αποβιώσαντα στις 29-3-2005 Σ. Γ.: " .... Ο θάνατος του προήλθε από καρδιοαναπνευστική ανακοπή συνεπεία της γενικευμένης καρκινωμάτωσης που έπασχε ... στις 5-9-2005 με το υπ’ αριθμ 4271/ 5-9-2005 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δημοσιεύθηκε η .../2-2-2005 δημόσια διαθήκη που συντάχθηκε ενώπιον της συμ/φου Αθηνών Γαλάτειας Κάλλη-Μπενάρδου, με την οποία αυτός εγκατέστησε κληρονόμους του τους εναγομένους ετεροθαλείς αδελφούς του Π.

και Γ. Γ..... Ο ως άνω διαθέτης στις 16-8-2004 με συμπτώματα συνεχή βήχα, απώλεια βάρους .... και δεκατική πυρετική κίνηση εισήχθη στο Γ.Ν "Σωτηρία", όπου διαπιστώθηκε ότι έπασχε από καρκίνο (α) πνεύμονος και λόγω της πολύ προχωρημένης μορφής του ήταν ανεγχείρητος... Η κατάσταση .... της υγείας του έβαινε διαρκώς επιδεινούμενη....

αυτός λόγω της σοβαρότητας της κατάστασής του και ειδικά της συνεχούς απώλειας βάρους, παρουσίασε κάμψη των σωματικών του δυνάμεων με συνέπεια και την κάμψη των αντίστοιχων πνευματικών. Πιο συγκεκριμένα, αυτός έχανε σταδιακά τη δυνατότητα προσανατολισμού στο χώρο με αποτέλεσμα να χάνεται και τα αδέλφια του να τον αναζητούν ....

Τον Ιανουάριο του έτους 2005 παρουσίασε και λιποθυμικά επεισόδια ...και εισήχθη στο ......θεραπευτήριο "... ΠΕΙΡΑΙΑ", όπου διαπιστώθηκε μετάσταση της ασθένειάς του στον εγκέφαλο. Ειδικότερα, μετά τη διενέργεια αξονικής τομογραφίας (στις 7-2-2005) και μαγνητικής τομογραφίας εγκεφάλου, διαγνώστηκε: α) χωροκατακτητική εξεργασία διαστάσεων 5 Χ 3,4 στην αριστερή βρεγματοϊνιακή χώρα, β) χωροκατακτητική εξεργασία ιδίων διαστάσεων στην περιοχή του αριστερού τριγώνου και επεκτεινόμενη διηθητικά προς το δεξιό ημισφαίριο, γ) δύο χωροκατακτητικές εξεργασίες διαμέτρου 2,2 και 1,2 στον αριστερό βρεγματικό λοβό και στο δεξιό ινιακό λοβό αντίστοιχα, δ) χωροκατακτητική εξεργασία διαστάσεων 2,6 Χ 1,7 στο μετωπιαίο κέρας της αριστερής κοιλίας, ε) συμπαγής αλλοίωση με συνοδό οίδημα στην αριστερή βρεγματοϊνιακή χώρα στην κατάσταση του ινιακού της μετωπιαίου κέρατος της αριστερής κοιλίας ...".

Επίσης απ’ το Εφετείο έγινε δεκτό, ότι ο εν λόγω διαθέτης κατά τον άνω χρόνο συντάξεως της διαθήκης ως εκ της πλήρους καταπτώσεως των σωματικών του δυνάμεων και της δυσλειτουργίας του εγκεφάλου του εξαιτίας των σημειωθεισών νεοπλασματικών εξεργασιών οιδημάτων βρισκόταν σε διανοητική σύγχυση, ‘ ‘ που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του, υπό την έννοια ότι είχε μειωθεί σημαντικά η ικανότητά του για αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας και αποκλειόταν ο ελεύθερος προσδιορισμός της βούλησής του με λογικούς υπολογισμούς.

Συνεπώς, η διαθήκη αυτή ως συνταχθείσα από πρόσωπο ανίκανο προς τούτο στερείται εγκυρότητας". Το Εφετείο στις προρρηθείσες παραδοχές του οδηγήθηκε από τις καταθέσεις των μαρτύρων, οι οποίοι (ενόρκως) είχαν εξετασθεί ενώπιον του Πολ/λούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, τις αναφερόμενες (συννόμως ληφθείσες) ένορκες βεβαιώσεις και όλα αναιξερέτως τα υπό των διαδίκων επικληθέντα και προσκομισθέντα έγγραφα.

Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ακολουθεί "σταθερή γραμμή πλεύσεως", καθόσον αφορά στην ερμηνεία και εφαρμογή της προαναφερομένης (ουσιαστικής) διατάξεως (1719 περ. 3 του ΑΚ). Η παραδοχή, ότι λόγω των μεταστάσεων του καρκίνου στον εγκέφαλο ο ήδη σωματικώς καταπονημένος ασθενής τελούσε σε κατάσταση θολότητος (=διανοητικής συγχύσεως) και (κατά αιτιώδη συνάφεια) δεν είχε υπό τον έλεγχο της αυτεξουσιότητός του τον ελεύθερο προσδιορισμό της βουλήσεώς του, δεν είναι κακή ερμηνεία (= παρερμηνεία) του ανωτέρω άρθρου θα ήταν, αν είχε.

διατυπωθεί επαμφοτερίζουσα ερμηνευτική προσέγγιση, συνισταμένη στην "πρόσμιξη" του ελλείμματος της συνειδήσεως των πραττομένων και της διανοητικής συγχύσεως ( ως εκ της μεταστάσεως του καρκίνου στον εγκέφαλο). Εν τούτοις το Εφετείο διαλαμβάνει την προεκτιθέμενη παραδοχή, με την οποία δεν παραβίασε υπό την έννοια αυτήν την εν θέματι διάταξη, ενώ, (όπως αναπτύσσεται στην μείζονα σκέψη), το αν στην προκειμένη περίπτωση είχε όντως λάβει χώρα ανυπαρξία της διαχειρίσεως της ελεύθερης και υγιούς βουλήσεως, είναι ζήτημα πραγματικό, το οποίον εκτιμάται ελεύθερα από τον ουσιαστικό δικαστή και η αντίστοιχη κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Έτι περαιτέρω, ενέχουν αβασιμότητα και οι λοιπές, (ανωτέρω παρατεθείσες) αιτιάσεις, αφού οι παραδοχές αυτές του Εφετείου στηρίζονται στην συνεκτίμηση και συναξιολόγηση των προεκτεθέντων αποδεικτικών μέσων. Η διαφοροποιημένη κρίση του Εφετείου απ’ τα όσα υποστηρίζουν οι (εναγόμενοι και ήδη) αναιρεσείοντες, δεν καθιστά την εν λόγω κρίση αίολη, δηλαδή, δεν σημαίνει, ότι οι ανωτέρω παραδοχές είναι άνευ αποδεικτικού αντικρίσματος, κατά τα άνω εκτιθέμενα.

Η καταληκτική κρίση και η προς αυτήν διαδρομή των σκέψεων του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου δεν αναδεικνύει σημασιολογικώς, ότι δεν έλαβε υπόψιν τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, τα οποία έθεσαν στην διάθεσή του οι διάδικοι και δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας η σχηματοποίηση της διαφορετικότητος της δικανικής κρίσεως απ’ τα υποστηριζόμενα από πλευράς (εναγομένων - νυν) αναιρεσειόντων.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

ΙΙΙ. Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες βάλλουν κατά της ανωτέρω αποφάσεως του Εφετείου, εστιάζοντες την αιτίασή τους, στο ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψιν του την βεβαίωση της συντάξασας την διαφιλονικούμενη δημόσια διαθήκη συμβολαιογράφου περί της δικαιοπρακτικής ικανότητος του διαθέτη κι έτσι κατ’ αυτούς (αναιρεσείοντες) υπέπεσε στην υπ’ αρ. 11 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Εν τούτοις η βεβαίωση της συντάκτριας συμ/φου ελήφθη υπόψη υπό του Εφετείου, το οποίο διέλαβε αντιστοίχως την παραδοχή, ότι η τοιαύτη βεβαίωση αποτελεί υποκειμενική κρίση, ανατρέψιμη με την περί του αντιθέτου απόδειξη, παραδοχή η οποία εναρμονίζεται με την οικεία μείζονα σκέψη. Το γεγονός, ότι το Εφετείο επί τη βάσει της συνεκτιμήσεως και συναξιολογήσεως ήχθη σε αποδεικτικό συμπέρασμα διαφορετικής κατευθύνσεως, κατά τα ως άνω, δεν σημαίνει ότι (και) η βεβαίωση της συμβολαιογράφου δεν ετέθη στην χοάνη της συναξιολογήσεως όλων των αποδεικτικών μέσων, παρά τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν, αβασίμως όμως, οι αναιρεσείοντες. Γι’ αυτό και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

IV. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψιν του τον (πρωτοδίκως υποβληθέντα και δευτεροβαθμίως επαναπροβληθέντα) ισχυρισμό τους περί απαραδέκτου της κριθείσας αγωγής, δοθέντος ότι με μεταγενέστερη, από 28-12- 06 αγωγή (των ήδη αναιρεσιβλήτων, [μη επιδοθείσα σε αυτούς εναγομένους και νυν αναιρεσείοντες] δηλώθηκε παραίτηση απ’ το δικόγραφο της κρισιολογηθείσας αγωγής.

Οι εν προκειμένω δε καταλογιζόμενες πλημμέλειες είναι οι υπ’ αριθ. 14 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Επί του θέματος ο δικονομικός νομοθέτης στο άρθρο 297 ΚΠολΔ ορίζει, ότι η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής γίνεται (και) με δικόγραφο πού επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου. Εδώ, η γραμματική ερμηνεία είναι σαφώς εκπεφρασμένη, εμβολισμός, και εξουδετέρωση της οποίας δεν νοείται με οποιαδήποτε έτερη ερμηνευτική διατύπωση, η οποία δεν θα ήτο δυνατόν να θέσει εκποδών το γράμμα του νόμου.

Σημειώνεται προσέτι,. ότι το ζήτημα της παραιτήσεως από δικόγραφο αγωγής,(που γίνεται ως άνω, με δικόγραφο, απαραιτήτως επιδιδόμενο στον αντίδικο του παραιτουμένου), είναι διαφορετικό από την άσκηση της αγωγής, η έλλειψη επιδόσεως ή μη προσήκουσα επίδοση της οποίας αναπληρώνεται, εφόσον ο εναγόμενος- παρίσταται και δεν αντιλέγει.

Το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλομένη απόφαση του αντιμετώπισε ως εμπίπτουσα στην σφαίρα του παραδεκτού την αγωγή, δεν υπέπεσε στις καταλογιζόμενες πλημμέλειες και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

V. Με την υπ’ αρ. 12 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ περίπτωση προβλέπεται το επιτρεπτό της αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Για το ορισμένο του λόγου αυτού αναιρέσεως (μεταξύ άλλων) πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο α)ποια είναι η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση νόμου εν σχέσει προς την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων, που έχουν εκτιμηθεί, β) προς απόδειξη ποιου ισχυρισμού έγινε επίκληση και προσκόμιση του σχετικού αποδεικτικού μέσου, καθώς και η επίδραση του ισχυρισμού αυτού στην έκβαση της δίκης, γ)ποια είναι τα αποδεικτικά μέσα και ποια ήταν η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ’ αυτά από την προσβαλλομένη απόφαση, διαφορετική από εκείνη που αποδίδει σ’ αυτήν ο νόμος.

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως καταλογίζουν στο Εφετείο ότι στηρίχθηκε προς σχηματισμό της δικανικής του κρίσεως αποκλειστικώς στην γνωμοδότηση (προσκομισθείσα από τους ήδη αναιρεσιβλήτους) του ιατρού - κυτταρολόγου Σ. Α. (δ/ντή του αντιστοίχου εργαστηρίου του 401 Γ.Σ.Ν.Α), στην οποία προσέδωσε διαφορετική βαρύτητα, από όλα τα άλλα αποδεικτικά μέσα, αναδείξασα αυτήν ως το μόνο πρόσφορο και ουσιώδες αποδεικτικό μέσο.

Με τον λόγο αυτόν αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες, κατά τούτο, αοριστολογούν, αφού δεν παρατίθενται τα ανωτέρω προϋποτιθέμενα του ορισμένου στοιχεία, (αφού δεν καθορίζονται, ποια είναι η αποδιδομένη στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παραβίαση νόμου εν σχέσει προς την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων που έχουν εκτιμηθεί, προς απόδειξη ποιου ισχυρισμού έγινε επίκληση και προσκόμιση του σχετικού αποδεικτικού μέσου, καθώς και η επιρροή του ισχυρισμού στον "μηχανισμό" της δίκης και η διαφορετική από τη νόμιμη αποδεικτική δύναμη στα λοιπά αποδεικτικά μέσα, με συγκεκριμένη αναφορά τους, που αποδόθηκε απ’ την προσβαλλομένη απόφαση, μη αρκούντων των εκτιθεμένων ότι το Εφετείο ενστερνίσθηκε πιστώς το περιεχόμενο της γνωμοδοτήσεως Α.

και παραγκώνισε τα λοιπά αποδεικτικά μέσα). Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες με τον ίδιο (4°) λόγο αναιρέσεως, (παρακατιώντας) αιτιώνται, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψιν αυτήν την άνευ ημεροχρονολογίας γνωμοδότηση (Α.) οποία συντάχθηκε οκτώ έτη μετά θάνατον του διαθέτη και καταλογίζουν ότι το (δευτεροβάθμιο) Δικαστήριο υπέπεσε (και) στην υπ’ αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια.

Κατά το μέρος αυτό ο λόγος αναιρέσεως είναι αλυσιτελής, εφόσον το Δικαστήριο της ουσίας τήρησε τα δικονομικά "θέσφατα" και ελευθέρως συνεκτίμησε και συναξιολόγησε την γνωμοδότηση Α. από κοινού με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, κατά τα άνω εκτιθέμενα.

VI. Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες καταλογίζουν αντιφατικότητα αιτιολογιών στην απόφαση του Εφετείου, αφού μνημονεύονται οι από 30-12-04, 23-2-05 και 19-4-06 ιατρικές βεβαιώσεις (ιατρών, οι οποίοι είχαν εξετάσει τον διαθέτη) με την αντιμετώπιση ότι δεν μπορούν να δημιουργήσουν δικανική πεποίθηση περί της δυνατότητος του διαθέτη να προβεί σε σύνταξη διαθήκης, ενώ σε όλα τα άλλα αποδεικτικά μέσα "δεν υπάρχει καμία σκέψη".

Οι αναιρεσείοντες, περαιτέρω, προσάπτουν στο Δικαστήριο της ουσίας, την ανωτέρω πλημμέλεια αιτιολογικής αντιφατικότητος, καθόσον αφενός αντιμετώπισε με απορριπτική κρίση τις ανωτέρω ιατρικές βεβαιώσεις, ενώ, αφετέρου, παρά την αναφορά στους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, υιοθετεί την παραδοχή, ότι ο διαθέτης είχε "ολική εγκεφαλική δυσλειτουργία, που μπορεί να διαφύγει και της προσοχής " και ενστερνίζεται την προμνησθείσα μετά θάνατον του διαθέτη συνταχθείσα γνωμοδότηση.

Εν τούτοις, η αντιφατικότητα πρέπει να έχει παρεισφρύσει μεταξύ των αιτιολογιών με δομή "αλληλοαντιπαραθέσεώς τους". Η (τυχόν) ανακριβής εννοιολογική αναφορά και αξιολόγηση κατά την ανάπτυξη του ιστού του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον δεν λειτουργεί ως διελκυστίνδα "αλληλοαναιρέσεως" των αιτιολογιών, με συνέπεια το δυσδιάκριτο του εφαρμοσθέντος ουσιαστικού νόμου, εκφεύγει της συγκεκριμένης προβλέψεως του νομοθέτη (όπως σχ.

και η ΟλΑΠ 24/1992). Το Εφετείο επί τη βάσει της, κατά τα ως άνω, συνεκτιμήσεως και συναξιολογήσεως όλων ανεξαιρέτως των ενώπιον του μετ’ επικλήσεως εκατέρωθεν προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, κατέληξε στην κρίση του, χωρίς λόγω αντιφατικότητος να έχει καταστήσει " αλληλοσυγκρουόμενες" τις αιτιολογίες του.

Γιαυτό και ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος (μη υποπεσόντος του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου στην κατ’ άρθρ. 559 αρ.19 ΚΠολΔ αντίστοιχη πλημμέλεια, κατά τα ως άνω).

V

ΙΙ. Με τον έκτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αιτιώνται ότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δεν έλαβε υπόψιν (και) τα έγγραφα, τα οποία (όπως και πρωτοδίκως είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει και) ενώπιόν του επικαλέσθηκαν εκ νέου και επαναπροσκόμισαν και δη φωτοτυπικό αντίγραφο ιδιογράφου σημειώματος του αρχικού ενάγοντος (δικαιοπαρόχου των δύο πρώτων εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων) και υπογεγραμμένο υπό του διαθέτη, το οποίο επιβεβαιώνει την τελευταία βούληση αυτού, ως και τρεις πίνακες κοινοχρήστων της πολυκατοικίας επί της οδού ... της εταιρίας ... για τους μήνες Νοέμβριο- Δεκέμβριο 2004 και Ιανουάριο - Φεβρουάριο 2005, περίοδο κατά την οποία διαχειριστής ήταν ο διαθέτης. Έτσι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο υπέπεσε στην υπ’ αρ. 11 του άρθρ. 559ΚΠολΔ πλημμέλεια. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, αφού επανατονίζεται εν προκειμένω, ότι το Εφετείο κατέληξε στο πόρισμα του με εφαλτήριο την συνεκτίμηση και συναξιολόγηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία οι διάδικοι (και) ενώπιόν του επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

VIII. Οι έβδομος και όγδοος (τελευταίος) λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο, ότι η προσβαλλομένη απόφασή του χαρακτηρίζεται από έλλειμμα αιτιολογίας (7ος λόγος) και από ανεπάρκεια αιτιολογίας (8ος λόγος) είναι αόριστοι, με παντελή έλλειψη συγκεκριμενοποιημένων αιτιάσεων και αντιστοίχισή τους (σε αμφοτέρους τους λόγους) με πλημμέλειες, θεμελιωτικές (όπως διαλαμβάνεται στην 559 ΚΠολΔ) του επιτρεπτού της αναιρέσεως.

VIV. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος ετέρου προς διερεύνηση λόγου, η αίτηση αναιρέσεως είναι απορριπτέα και, μετά ταύτα, πρέπει να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη των νικώντων αναιρεσιβλήτων στους ηττωμένους αναιρεσείοντες, κατά παραδοχήν του αιτήματός τους (αναιρεσιβλήτων) και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταβληθέντος παραβόλου (άρθρ. 176,183,191 παρ. 2,495 παρ. 4 ΚΠολΔ), συμφώνως προς το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-6-2015 αίτηση των Γ. Γ. και Π. Γ. περί αναιρέσεως της 103/2015 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.

Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, το ποσό της οποίας ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2.700). Και Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταβληθέντος παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ