Legislator Case Law & Legislation
76/2015 AI generated

Supreme Court allows appeal against appellate court's dismissal of supplementary appeal grounds as inadmissible.

Case Number 76/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the first ground of the appeal, overturning the appellate court's decision to dismiss supplementary appeal grounds as inadmissible. The appellants argued that the supplementary grounds regarding the nature of the property and the fulfillment of a conditional bequest were legally connected to the main issue of the conditional bequest's fulfillment. The court ruled that these grounds were necessary continuations of the main issue due to their shared historical cause and logical connection, thus the appellate court erred in dismissing them.

Legislator headnote

AI generated

Article 520 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure; Article 559 number 14 of the Code of Civil Procedure: Supplementary appeal grounds are admissible only if they refer to the main issues of the first-instance judgment or to necessary continuations thereof, which are provisions having such affinity with the appealed provisions that a different ruling by the appellate court on the first-instance judgment would affect the ruling on the supplementary grounds.

Keywords

AI generated
supplementary appeal grounds necessary continuations admissibility of appeal conditional bequest inadmissible appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 520 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 14 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 201 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
70/1988
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 70/1988 μη οριστική, 516/1997 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 282/2011 οριστική του Εφετείου Λάρισας.
516/1997
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 70/1988 μη οριστική, 516/1997 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 282/2011 οριστική του Εφετείου Λάρισας.
282/2011
Supreme Court dismisses appeal due to respondent's failure to appear and lack of proof of legal summons.
287/2014
Supreme Court dismisses appeal request due to lack of valid power of attorney for defense counsel.
762/1980
19436/2008
19437/2008

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 76 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 76/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Aσπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών - καλουσών: 1)Μ. θυγ. Β. Α. Τ., και 2)Ε. χήρας Α. Τ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Μίστρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1)Α. Α. Τ., 2)Α. Α. Τ. και 3)Ν. Σ. Τ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κοντογιάννη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/1/1988 αγωγή του αρχικού διαδίκου Α. Τ. και του ήδη 3ου αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 70/1988 μη οριστική, 516/1997 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 282/2011 οριστική του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείουσες με την από 5/10/2011 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 287/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Την υπόθεση επαναφέρουν οι καλούσες με την από 13/3/2014 κλήση τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 13/11/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 520 παρ.2 ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης πρέπει να αναφέρονται στα εκκληθέντα κεφάλαια της πρωτόδικης απόφασης ή στα αναγκαία με αυτά συνεχόμενα, άλλως απορρίπτονται ως απαράδεκτοι και αυτεπαγγέλτως. Ως αναγκαία συνεχόμενα κεφάλαια είναι οι διατάξεις της εκκαλούμενης απόφασης που έχουν τέτοια συνάφεια με τις επικληθείσες διατάξεις είτε διότι αποτελούν προκριματικό για την παραδοχή τους ζήτημα είτε γιατί πηγάζουν από την ίδια ιστορική αιτία και διαμορφώνουν ή προσιδιάζουν το αντικείμενο εκείνων, ώστε τυχόν διαφορετική κρίση του Εφετείου σχετικά με την πρωτόδικη απόφαση να επηρεάζει και την κρίση επί των εκκληθέντων με την έφεση κεφαλαίων.

Αντιθέτως, οι ενστάσεις, οι οποίες δεν αποτελούν κεφάλαια της δίκης (με εξαίρεση την ένσταση συμψηφισμού) φέρονται χωρίς περιορισμούς στο εφετείο με πρόσθετο λόγο έφεσης. Ειδικότερα, ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι η δικαιοπραξία τελεί υπό αναβλητική αίρεση που δεν πληρώθηκε συνιστά ένσταση αναβλητική (άρθρο 201 ΑΚ ), ο δε ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η αίρεση πληρώθηκε αποτελεί αντένσταση κατά της πρώτης.

Πλήρωση δε της αναβλητικής αίρεσης που διατυπώθηκε με θετική μορφή, αποτελεί η επέλευση του μελλοντικού και αβέβαιου γεγονότος, από το οποίο εξαρτήθηκαν τα αποτελέσματα της δικαιοπραξίας, ενώ της αίρεσης που διατυπώθηκε με αρνητική μορφή, όταν είναι βέβαιο ότι το πιο πάνω γεγονός δεν θα επέλθει. Τέτοια περίπτωση αναβλητικής αίρεσης αποτελεί και η σύσταση με διαθήκη κληρονομικού καταπιστεύματος, θεσμός που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθου 1923 ΑΚ και παρέχει τη δυνατότητα στο διαθέτη να υποχρεώσει τον κληρονόμο να παραδώσει έπειτα από ορισμένο γεγονός ή χρονικό σημείο την κληρονομία που απέκτησε ή ποσοστό αυτής σε άλλον.

Η εγκατάσταση αυτή ισχύει ως καταπίστευμα με καταπιστευματοδόχο τον υπό αίρεση εγκατάστατο και βεβαρημένο εκείνον, στον οποίο ο διαθέτης θέλησε να παραμείνει η κληρονομία μέχρι την πλήρωση της αίρεσης. Κατά το διάστημα που μεσολαβεί από την επαγωγή της κληρονομίας στον κληρονόμο-βεβαρημένο έως την επαγωγή του καταπιστεύματος, ο καταπιστευματοδόχος, ως δικαιούχος υπό αναβλητική αίρεση, διατηρεί δικαίωμα προσδοκίας για το ότι θα περιέλθει σ' αυτόν η κληρονομία, το οποίο είναι κεκτημένο, απαλλοτριωτό και όχι κληρονομητό, μπορεί δε να αποτελέσει αντικείμενο αναγνωριστικής αγωγής, αν αμφισβητείται η ύπαρξή του από το βεβαρημένο.

Το παραπάνω όμως δικαίωμα προσδοκίας αποσβήνεται σε περίπτωση ματαίωσης της αναβλητικής αίρεσης, οπότε η εγκατάσταση του καταπιστευματοδόχου θεωρείται ότι δεν έγινε ποτέ. Ειδικότερα, η θετική αναβλητική αίρεση ματαιώνεται, όταν δεν συμβεί το (μέλλον και αβέβαιο) γεγονός, από το οποίο εξαρτάται η περιέλευση της κληρονομίας στον καταπιστευματοδόχο ή όταν καταστεί βέβαιο ότι τούτο δεν πρόκειται να συμβεί, ενώ η αρνητική αίρεση ματαιώνεται όταν συμβεί το γεγονός από τη μη επέλευση του οποίου εξαρτήθηκε το δικαίωμα του καταπιστευματοδόχου.

Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι ματαιώθηκε η πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης συνιστά και αυτός (καταλυτική) ένσταση κατά της αγωγής του υπό αίρεση δικαιούχου, αφού κατατείνει στην απόσβεση του δικαιώματος προσδοκίας τούτου.

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ως απαράδεκτο που ιδρύει τον ως άνω λόγο αναίρεσης νοείται όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, αλλά εκείνο που είναι συνέπεια παραβίασης δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη.

Στην προκείμενη περίπτωση, από τα αναφερόμενα πιο κάτω διαδικαστικά έγγραφα της εξεταζόμενης υπόθεσης προκύπτουν τα εξής: Με την 516/1997 απόφασή του, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρικάλων δέχθηκε την από 18/1/1988 αναγνωριστική αγωγή των Α. και Ν. Τ., (ο πρώτος από τους οποίους μετά το θάνατό του κληρονομήθηκε από τους Α.

και Α. Τ.), κατά του Β. Τ. (ο οποίος μετά το θάνατό του κληρονομήθηκε από τις Μ. και Ε. Τ.), με την οποία, ισχυρίστηκαν ότι ο αποβιώσας πατέρας τους Α. Τ. όρισε με δημόσια διαθήκη του ότι: "1) μοναδικός κληρονόμος επί της κληρονομιαίας ακίνητης περιουσίας του στο ... είναι ο εναγόμενος γιος του Β. Τ., ο οποίος δεν θα δικαιούται να πωλήσει και να μεταβιβάσει σε τρίτους τα περιγραφόμενα κληρονομιαία ακίνητα, με πράξη του εν ζωή ή αιτία θανάτου, επιθυμώντας αυτά να παραμείνουν στην οικογένειά τους, 2) μετά το θάνατο του εναγομένου, τα πιο πάνω ακίνητα θα περιέλθουν στους γνήσιους κατιόντες του τελευταίου, 3) εφόσον αυτός δεν έχει αποκτήσει ίδια τέκνα, τα κληρονομιαία ακίνητα θα περιέλθουν στους ενάγοντες γιους του, 4) εάν οι τελευταίοι δεν είναι εν ζωή, τότε αυτά θα περιέλθουν στους άρρενες κατιόντες τους, και εν ελλείψει τούτων, στις θυγατέρες τους, 5) το ήμισυ της επικαρπίας των εν λόγω ακινήτων μετά το θάνατο του εναγομένου θα περιέλθει στη σύζυγό του, εφόσον είναι εν ζωή και δεν έχει αποκτήσει γνήσια τέκνα, εφ' όρου ζωής της, και 6) ότι ο εναγόμενος, ο οποίος ήταν τότε ηλικίας 64 ετών και δεν είχε αποκτήσει γνήσιους κατιόντες ούτε είχε ελπίδα απόκτησης τούτων, εισήγαγε εν αγνοία τους τα κληρονομιαία ακίνητα στον αναδασμό του αγροκτήματος ...

του έτους 1977 και έλαβε κατά την αναδιανομή τα περιγραφόμενα στην αγωγή ακίνητα, με βάση τον 18496/30.8.1983 νόμιμα μεταγεγραμμένο τίτλο κυριότητας της Νομαρχίας Τρικάλων, που εκδόθηκε στο όνομά του, χωρίς τη μνεία της ιδιότητάς των παραπάνω ακινήτων ως καθολικού καταπιστεύματος υπέρ αυτών (εναγόντων), κατόπιν δε αυτών ζήτησαν να αναγνωριστεί το αμφισβητούμενο από τον εναγόμενο (βεβαρημένο κληρονόμο) δικαίωμα προσδοκίας τους ως καταπιστευματοδόχων επί των ακινήτων που αυτός έλαβε μετά τον αναδασμό, σε αντικατάσταση των παλαιών κληρονομιαίων ακινήτων, εφόσον πληρωθεί η αναβλητική αίρεση του θανάτου του, χωρίς να έχει αποκτήσει γνήσιους κατιόντες.

Κατά της πιο πάνω (πρωτόδικης) απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, ο εναγόμενος Β. Τ. άσκησε την από 4/9/1999 έφεσή του, η οποία επαναφέρθηκε για συζήτηση με την από 19/12/2007 κλήση και δήλωση των αναιρεσιβλήτων Α. και Α. Τ. (ως κληρονόμων του αποβιώσαντος πρώτου ενάγοντα Α. Τ.) και Ν. Τ. (δεύτερου ενάγοντα) περί επανάληψης της βιαίως διακοπείσας δίκης, λόγω του επισυμβάντος στις 15/8/2007 θανάτου του αρχικώς εναγομένου-εκκαλούντος Β.

Τ.. Η εν λόγω κλήση στρεφόταν κατά των αναιρεσειουσών Ε. Τ. (ως συζύγου του Β. Τ.) και Μ. Τ. (ως φυσικής θυγατέρας Σ. Α.. Τ. και θετής του Β. Τ.), με την ιδιότητά τους ως νομίμων κληρονόμων του τελευταίου (Β. Τ.). Στη συνέχεια η καθ' ης η κλήση και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα Μ. Τ. άσκησε κατά της πρωτόδικης απόφασης με ιδιαίτερο δικόγραφο τους από 5/7/2010 πρόσθετους λόγους έφεσης, οι οποίοι αφού συνεκδικάσθηκαν με την έφεση του αρχικώς εναγόμενου Β.

Τ. (στη θέση του οποίου υπεισήλθαν οι αναιρεσείουσες) κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο στις 17/9/2010, απορρίφθηκαν με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ως απαράδεκτοι, διότι "δεν αναφέρονταν στα κεφάλαια της απόφασης που προσβλήθηκαν με την έφεση ούτε σε συνεχόμενα με αυτά", επίσης δε απορρίφθηκε και η έφεση του αρχικώς εναγομένου ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Από την επισκόπηση, όμως, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, των δικογράφων της έφεσης και των πρόσθετων λόγων έφεσης που προαναφέρθηκαν προκύπτει ότι: 1) ο εκκαλών Β. Τ. με τον πρώτο λόγο της έφεσής του ισχυρίστηκε ότι δεν πληρώθηκε η τεθείσα από το διαθέτη Α. Τ. (πατέρα του) αναβλητική αίρεση, διότι ο ίδιος και η σύζυγός του βρίσκονταν ακόμη εν ζωή και ότι αυτός δεν ήταν βεβαρημένος με το επικαλούμενο από τους εφεσίβλητους καταπίστευμα, 2) η Μ.

Τ. (πρώτη αναιρεσείουσα), η οποία υπεισήλθε στη θέση του αποβιώσαντος αρχικώς εναγομένου Β. Τ., ισχυρίσθηκε με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της έφεσής της, κατά το πρώτο σκέλος του, ότι δεν πληρώθηκε η επίμαχη αναβλητική αίρεση, διότι η ίδια τυγχάνει θετό τέκνο του Β. Τ., σύμφωνα με την 762/1980 αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων που επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο Εφετείο και ότι επέχει θέση γνησίου τέκνου του τελευταίου, με αποτέλεσμα τα αναφερόμενα στη διαθήκη του Α..

Τ. κληρονομιαία ακίνητα να έχουν περιέλθει στην ίδια, μετά το θάνατο του θετού πατρός της Β. Τ., την κληρονομία του οποίου κατά ποσοστό 3/4 αποδέχθηκε με την 19436/2008 πράξη της συμβολαιογράφου Τρικάλων Ευαγγελίας Μελεμενίδου-Τογέλου που μεταγράφηκε νόμιμα στις 21.1.2008, επίσης δε ότι είναι ψιλή κυρία κατά ποσοστό 1/4 των πιο πάνω ακινήτων, μετά τη μεταβίβαση σ' αυτή του ανωτέρω ποσοστού από τη (εξ αδιαθέτου συγκληρονόμο-σύζυγο του Β.

Τ.) μητέρα της Ε. Τ. (δεύτερη αναιρεσείουσα), η οποία παρακράτησε την επικαρπία αυτών κατά ποσοστό 1/4 εφ' όρου ζωής της, δυνάμει των 19436 και 19437/2008 πράξεων (αποδοχής κληρονομίας και παροχής μητέρας προς τέκνο, αντίστοιχα) της ίδιας πιο πάνω συμβολαιογράφου που μεταγράφηκαν νόμιμα. Ο πρόσθετος αυτός λόγος έφεσης, ο οποίος αναφέρεται, αφενός στην ιδιότητα των επίδικων ακινήτων ως κληρονομιαίων (μη βεβαρημένων με καταπίστευμα) ακινήτων και αφετέρου στη μη πλήρωση (ματαίωση) της τεθείσας στη διαθήκη του Α.

Τ. αναβλητικής αίρεσης περί του θανάτου του (βεβαρημένου με καταπίστευμα) Β. Τ. χωρίς την απόκτηση γνησίων τέκνων, συνέχεται αναγκαία με τον πρώτο λόγο της έφεσης του τελευταίου (έστω και με εν μέρει διαφορετικό περιεχόμενο), αναφορικά με το εκκληθέν κεφάλαιο της πρωτόδικης απόφασης περί πλήρωσης της πιο πάνω αναβλητικής αίρεσης και της ιδιότητας του Β.

Τ. ως βεβαρημένου με καταπίστευμα υπέρ των αναιρεσιβλήτων κληρονόμου, αφού ο κρινόμενος πρόσθετος λόγος έφεσης αναφέρεται σε ζήτημα που πηγάζει από την ίδια ιστορική αιτία με τον πρώτο λόγο της έφεσης και αποτελεί πρόκριμα για την παροχή της αιτούμενης με την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων έννομης προστασίας.

Επομένως, το Εφετείο, που κατά παράβαση του άρθρου 520 παρ.2 ΚΠολΔ απέρριψε ως απαράδεκτους τους πρόσθετους λόγους της έφεσης υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ (όχι και του αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο, που αφορά την παραβίαση κανόνων ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου) και πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών (λόγων αναίρεσης).

Κατ' ακολουθίαν πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί προς περαιτέρω εκδίκαση η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο που θα συντεθεί από άλλους δικαστές από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 282/2011 απόφαση του Εφετείου Λάρισας.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συντεθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ