Supreme Court partially allows appeal on compensation calculation timing for Olympic expropriation cases.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against a final judgment regarding compensation for property expropriated for Olympic works. The appellants argued that the court erred in determining the valuation date, while the State contended the law was correctly applied. The Court ruled that the specific statutory provision for Olympic projects validly limited lawyer fees and did not violate constitutional rights, but found a procedural error in the timing of the compensation assessment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 14, 100 of the Lawyers Code; Article 9 of Law 2730/1999: The statutory limitation on lawyer fees for Olympic expropriation cases is constitutional and does not violate the right to a fair trial, but procedural errors in determining the valuation timeline require remittal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 76 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 76/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: : 1. Ε. Τ. του Π., κατοίκου ..., 2. Κ. χήρας Ν. Κ., κατοίκου ..., 3. Ι. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 4. Ν. Ζ. του Δ., κατοίκου ..., 5. Σ. Τ. του Ι., χήρας Δ. Ζ., κατοίκου ..., 6. Σ. συζ. Γ. Λ., κατοίκου ..., 7. Σ. Λ. του Γ., κατοίκου ..., 8. Μ. Λ. του Γ., κατοίκου ..., 9. Γ. Λ. του Σ., κατοίκου ..., 10. Ε. συζ. Β. Σ. το γένος Ι. Ν., κατοίκου ..., 11. Α. Γ. του Ν., κατοίκου ..., 12. Ν. Γ. του Α., κατοίκου ..., 13, Γ. θυγ. Α. Γ., συζ. Π. Π., κατοίκου ..., 14. Α. Τ. του Γ., κατοίκου ..., 15. Χ. Τ. του Γ., κατοίκου ..., 16. Δ. Τ. του Τ., κατοίκου ..., 17. Ε. συζ. Δ. Τ., το γένος Ε. Μ., κατοίκου ..., 18. Ε. Τ. του Δ., κατοίκου ..., 19. Β. Τ. του Δ., κατοίκου ... και 20. Α. συζ. Β. Κ., το γένος Ν. Κ., κατοίκου ..., όλοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρου Κανδαράκη και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πάρεδρου του Ν.Σ.Κ. Αλέξανδρου Ροϊλού, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ. Πολ. Δ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/6/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6620/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου εξέδωσε την υπ' αριθμ. 359/2006 απόφαση με την οποία αναίρεσε την υπ' αριθ. 6620/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών εν μέρει και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση. Εξεδόθη η 4700/2007 μη οριστική απόφαση και 1413/2010 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21/5/2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου ανέγνωσε την από 3-2-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή κατά τον πρώτο λόγο η αίτηση αναίρεσης και να απορριφθεί κατά τους λοιπούς λόγους της.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Σε περίπτωση απαλλοτριώσεως ακινήτου για δημοσία ωφέλεια, για τον προσδιορισμό της πλήρους αποζημιώσεως του απαλλοτριωθέντος ή της ιδιαίτερης αποζημιώσεως, για το απομένον, μετά την απαλλοτρίωση τμήμα ή του ποσού της αυτοαποζημιώσεως ή της αποζημιώσεως τρίτων, μετά την ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειας, λαμβάνεται υπόψη η αξία, κατά το χρόνο της πρώτης συζητήσεως του προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού, εάν παρελείφθη ο προσωρινός και εάν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό γίνεται μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, ως κρίσιμος χρόνος λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος της συζητήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό (ΑΠ 402/2007).
Εάν η αίτηση για τον καθορισμό της αποζημιώσεως επαναφέρεται ενώπιον του Εφετείου μετά από αναίρεση, τότε ως κρίσιμος χρόνος θεωρείται εκείνος της (νέας) ενώπιόν του συζητήσεως, μετά την αναίρεση και όχι ο χρόνος της προγενέστερης (αρχικής) συζητήσεως (ΑΠ 1054/2008, ΑΠ 821/2007). Περαιτέρω, με βάση τις ρυθμίσεις αυτές, συνδυαζόμενες με τις διατάξεις των αρθ. 111, 223, 224 και 281 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, σε περίπτωση παρελεύσεως έτους από τη συζήτηση περί προσωρινού προσδιορισμού της αποζημιώσεως ή επί ασκήσεως απευθείας ενώπιον του Εφετείου αιτήσεως περί οριστικού προσδιορισμού, ως κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της αξίας νοείται ο χρόνος της συζητήσεως, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκασή της, ανεξαρτήτως εάν το δικαστήριο προχώρησε στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως και τούτο διότι κατά τη συζήτηση αυτή παγιοποιείται το αντικείμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και της δικαστικής έρευνας.
Έτσι, εάν κατά την πρώτη συζήτηση διατάχθηκε πραγματογνωμοσύνη, η αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου θα υπολογισθεί με βάση τον χρόνο της συζητήσεως αυτής και όχι εκείνης που γίνεται μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης (Ολ.ΑΠ 14/2011, ΑΠ 1054/2008, ΑΠ 402/2007). Περαιτέρω, ο από το αρθρ. 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται όταν ο κανόνας δικαίου δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δίκασε εκ νέου την από 2-6-2003 αίτηση των αιτούντων-νυν αναιρεσειόντων, η οποία επαναφέρθηκε ενώπιόν του προς συζήτηση, μετά από αναίρεση της υπ' αριθμ. 6620/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την υπ' αριθμ. 359/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, ως προς τα κεφάλαια του αιτήματος καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης, για τα απομένοντα τμήματα των απαλλοτριωθέντων ακινήτων και του αιτήματος ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας και άρσης της υποχρέωσης αυτοαποζημίωσης και αποζημίωσης τρίτων.
Μετά την πρώτη, μετ' αναίρεση συζήτηση, κατά τη δικάσιμο της 10-10-2006, το δικάσαν Εφετείο εξέδωσε την υπ' αριθμ. 4700/2007 απόφασή του, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, μετά τη διενέργεια της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1413/2010 (προσβαλλομένη) απόφαση. Πλην όμως, το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, κρίνοντας ότι τα αιτήματα των αιτούντων-νυν αναιρεσειόντων, για την επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημίωσης και για την άρση της υποχρέωσης αυτοαποζημίωσης και αποζημίωσης τρίτων πρέπει να γίνουν δεκτά, καθόρισε τη σχετική αποζημίωση, για μεν τη μείωση της αξίας του εναπομείναντος τμήματος των απαλλοτριωθέντων ακινήτων στο αναφερόμενο για το καθένα ακίνητο ποσοστό "επί της ορισθείσας με την 6620/2004 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου (Εφετείου)", για δε την αποζημίωση την οφειλόμενη λόγω της άρσης του τεκμηρίου ωφέλειας "στην οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης που καθορίσθηκε για τα απαλλοτριωθέντα τμήματα με την 6620/2004 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου".
Με το να κρίνει έτσι το δικάσαν Εφετείο, λαμβάνοντας προφανώς υπόψη ως κρίσιμο χρόνο, το χρόνο της πρώτης (αρχικής) συζήτησης, μετά την οποία είχε εκδοθεί η αναιρεθείσα υπ'αριθμ.6620/2004 απόφαση του Εφετείου και όχι το χρόνο της πρώτης μετά την αναίρεση (νέας) συζήτησης, (δικάσιμος 10-10-2006), μετά την οποία διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, υπέπεσε στην από το αρθ. 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι παρεβίασε τις διατάξεις των αρθ. 17 παρ.2 του Συντάγματος, 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου και 13 παρ.4 του Κ.Α.Α.Α.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος.
ΙΙ. Ο από το αρθ. 559 αριθμ. 19 λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της απόφασης, τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων, για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διάταξης, ή της μη συνδρομής των όρων αυτών, που αποκλείουν την εφαρμογή της, όπως, επίσης και όταν η απόφαση έχει ελλείπεις ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ότι αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ανάλυση - στάθμιση - αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού) και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού, πορίσματος.
Επίσης, ο από το αρθ.559 αριθμ.9 περ.γ' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη και τέλος ο από το αρθ. 559 αριθμ.11 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται η πλημμέλεια, η προβλεπόμενη από τα αρθ. 559 αριθμ.1 και 19 ΚΠολΔ, εκ του ότι η καθορισθείσα, με την προσβαλλομένη απόφαση, αποζημίωση για τη μείωση της αξίας του απομένοντος τμήματος δεν ήταν πλήρης, κατά παράβαση, ευθέως και εκ πλαγίου, των διατάξεων των αρθ. 17 παρ.2 του Συντάγματος, 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου και 13 του Κ.Α.Α.Α., διότι, κατά την άποψη των αναιρεσειόντων, για τον καθορισμό της αποζημίωσης αυτής το Εφετείο δεν συνυπολόγισε και την αξία των επικειμένων κτισμάτων, αφήνοντας αδίκαστο και το σχετικό αίτημα και υποπίπτοντας και στην από το αρθ. 559 αριθμ.9 ΚΠολΔ πλημμέλεια.
Ενώ, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται η από τα αρθ. 559 αριθμ.1 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, για παραβίαση των ίδιων ως άνω διατάξεων και για το ίδιο ως άνω ζήτημα, εκ του ότι, για τον καθορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης για τη μείωση της αξίας των κτισμάτων, των επικειμένων στο απαλλοτριωθέντα ακίνητα, λήφθηκε υπόψη η επιφάνεια αυτών, κατά τετραγωνικό μέτρο και όχι ο όγκος αυτών (κατά κυβικό μέτρο), όπως αυτά περιγράφονται στις προσκομισθείσες από τους αναιρεσείοντες, με επίκληση τεχνικές εκθέσεις, τις οποίες το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, υποπίπτοντας και στην από το αρθ. 559 αριθμ.11 ΚΠολΔ πλημμέλεια.
Ο δεύτερος λόγος αναίρεσης και κατά τα τρία σκέλη αυτού, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι, από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει σαφώς ότι για τον καθορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης το Εφετείο συνυπολόγισε και την αξία των επικειμένων κτισμάτων, αφού για κάθε ένα από τα απαλλοτριούμενα ακίνητα, γίνεται ειδική μνεία στις αιτιολογίες της απόφασης και των επικειμένων κτισμάτων, με ειδική περιγραφή ως προς το είδος και την επιφάνεια καθενός κτίσματος (κατάστημα, διαμέρισμα, αποθήκες, χώροι στάθμευσης κ.λπ.) και το ποσοστό της μείωσης καθενός ακινήτου καθορίζεται "επί της αξίας του απομένοντος τμήματος εδαφικής έκτασης, μετά των επ' αυτής κτισμάτων".
Ενώ, ο τρίτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, κατά το από το αρθ. 559 αριθμ.1 και 19 ΚΠολΔ σκέλος αυτού, διότι οι επικαλούμενες στο αναιρετήριο ως δήθεν ελλείψεις αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και όχι στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών. Κατά δε το από το αρθ. 559 αριθμ.11 ΚΠολΔ σκέλος αυτού, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από τη διαλαμβανόμενη στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση, ότι το δικαστήριο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και ως προς το ως άνω ζήτημα, έλαβε υπόψη και "τις τεχνικές εκθέσεις που αφορούν τις υπ' αριθμ.
ΚΠ 62, 117, 120, 121, 123, 150, 219 και 220 ιδιοκτησίες που προσκομίζουν και επικαλούνται οι αιτούντες ... και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται", ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα ως άνω φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα (τεχνικές εκθέσεις), οι οποίες, μάλιστα, όπως προαναφέρθηκε, μνημονεύονται ειδικώς.
ΙΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 9 του Ν.2730/1999 (ΦΕΚ Α/25) με την οποία ορίζεται ότι στις δίκες προσδιορισμού της αποζημίωσης των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων για την εκτέλεση των Ολυμπιακών έργων του άρθρου 2 παρ. 16 του Ν. 2598/1998, η επιδικαζόμενη από τα δικαστήρια δικαστική δαπάνη, συμπεριλαμβανομένης και της αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης, βαρύνει τον υπόχρεο αποζημίωσης, αλλά ορίζεται στο 1/3 των ελαχίστων ορίων των αμοιβών των δικηγόρων, στις περιπτώσεις που υπολογίζεται με βάση το αντικείμενο της δίκης, με ανώτατο όριο αμοιβής δικηγόρου κατά δικαιούχο δυο εκατομμύρια πεντακόσιες χιλιάδες (2.500.000) δραχμές η 7.336 €, προκύπτει ότι με την εν λόγω διάταξη στην ουσία τροποποιήθηκαν οι αντίστοιχες διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 5, 100 παρ. 1 επ.
του Ν.Δ. 3026/1954 "περί Κώδικα Δικηγόρων", με τις οποίες προβλέπονταν υψηλότερα ποσοστά για τον υπολογισμό της αμοιβής του Δικηγόρου, επί απαλλοτριώσεων. Η τροποποίηση αυτή, αφού ορίζεται από τη διάταξη ότι, σε κάθε περίπτωση η οφειλόμενη αμοιβή με τα πιο πάνω ποσά και ποσοστά, βαρύνει τον υπόχρεο σε αποζημίωση, δεν αντιστρατεύεται τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 του Συντάγματος ούτε και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης της Ρώμης, ούτε και εκείνη του αρθ. 6 της ΕΣΔΑ (ΑΠ. 915/2003).
Και τούτο διότι με τη ρύθμιση αυτή δεν θίγεται η πλήρης αποζημίωση που δικαιούται να λάβει ο δικαιούχος, αλλά περιορίσθηκε επιτρεπτώς το ποσοστό υπολογισμού της αμοιβής του δικηγόρου (ΑΠ 1064/2007). Επίσης, η διάταξη αυτή, η οποία θεσπίσθηκε χάριν δημοσίου συμφέροντος, δηλαδή για τον περιορισμό της δαπάνης εκτελέσεως των Ολυμπιακών έργων, δεν εισάγει διάκριση αντίθετη προς τη συνταγματική αρχή της ισότητας (αρθ. 4 παρ.1 και 2),ούτε προς το αρθ. 22 του Συντάγματος αφού κατά τρόπο γενικό και απρόσωπο περιορίσθηκε για όλους τους δικαιούχους αποζημιώσεων από αναγκαστικές απαλλοτριώσεις για εκτέλεση Ολυμπιακών έργων η προκύπτουσα από τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων (αρ. 100 επ.) και οφειλόμενη, από τους δικαιούχους των αποζημιώσεων, νόμιμη αμοιβή των δικηγόρων τους (Ολ.ΑΠ 20/2005).
Επομένως, το Εφετείο με το να προσδιορίσει την αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειόντων στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 9 του Ν. 2730/1999, ορθά το νόμο εφάρμοσε, αφού η ένδικη απαλλοτρίωση κηρύχθηκε για την εκτέλεση Ολυμπιακών έργων. Επομένως, ο τέταρτος από το αρθ. 559 αριθμ.1 και 19 Κ.Πολ.Δ. εκτιμώμενος ως μόνο από τον αριθμό 1, λόγος, με τον οποίον αποδίδεται η πλημμέλεια της παραβίασης της ως άνω διάταξης, η οποία, κατά την άποψη των αναιρεσειόντων, είναι αντισυνταγματική, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το μέρος αυτής, που αφορά τον κρίσιμο χρόνο του καθορισμού της αποζημίωσης, να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο εκδόσαν την απόφαση ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί το ηττηθέν αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων (άρθ. 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 1413/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό αναιρούμενο μέρος αυτής, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ