Supreme Court partially allows appeal against labor court decision regarding employer's right to terminate contract during employee's disability period.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the employer's appeal against the Athens Court of Appeal's decision to award severance pay during the employee's disability period. The employer argued that the lower court failed to properly apply the law by awarding wages for a period when the employee was receiving a pension and could not work. The court found the lower court's reasoning contradictory and lacking legal basis, specifically regarding the employer's obligation to pay during the disability period.
Legislator headnote
AI generatedArticles 669 para. 2 of the Civil Code; Article 281 of the Civil Code: The right to terminate an indefinite-term labor contract is not unlimited and must be exercised in good faith; if exercised abusively, the termination is void and the employer must continue paying wages.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 76 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 76/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΓΕΚΕ Α.Ε (HOTEL ...) ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Μαρτσέκη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ρήγο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-8-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 877/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 4282/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 15-11-2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 28-11-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την (μερική) αποδοχή της ένδικης αιτήσεως, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 4282/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή η από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, Ι του Ν. 2112|1920 και 1 και 5 του Ν.3198|1955 προβλεπόμενη καταγγελία της αορίστου χρόνου συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία και αποτελεί δικαίωμα το εργοδότη και του μισθωτού, ασκείται δε οποτεδήποτε, εκτός εάν περιορίζεται από την ατομική σύμβαση εργασίας ή από διάταξη νόμου.
Η άσκηση, όμως, του δικαιώματος αυτού δεν είναι απεριόριστη και ανεξέλεγκτη, αλλά υπόκειται, όπως η άσκηση κάθε άλλου δικαιώματος, στους περιορισμούς του άρθρου 281 Α.Κ. Πρέπει, δηλαδή, να μην υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που τίθενται από το άρθρο αυτό, δηλαδή να μην υπερβαίνει τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Σε περίπτωση προφανούς υπερβάσεως των ορίων αυτών, η καταγγελία της συμβάσεως είναι καταχρηστική, κατά το ως άνω άρθρο 281 ΑΚ και, συνεπώς, άκυρη (άρθρα 174 και 180 ΑΚ), με συνέπεια, ο εργοδότης, να υποχρεούται να δέχεται, όπως και πριν τις υπηρεσίες του μισθωτού, σύμφωνα με τα άρθρα 648 και 656 Α.Κ. Το πότε συντρέχει περίπτωση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, κρίνεται από τις συγκεκριμένες συνθήκες και περιστάσεις, κάτω από τις οποίες αυτή έγινε.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα εξής: " Η εναγομένη-εκκαλούσα, η οποία έχει ως αντικείμενο τις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις και εκμεταλλεύεται, μεταξύ άλλων, και το επί της ... ευρισκόμενο ξενοδοχείο ..., προσέλαβε στις 13- 3-1978,με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου τον ενάγοντα, απόφοιτο σχολής ξενοδοχειακών επαγγελμάτων και τον απασχόλησε, αρχικά, ως σερβιτόρο.
Στη συνέχεια και λόγω της εργατικότητας και αποδοτικότητας που επέδειξε αυτός στην εργασία του, τον προήγαγε σε captain και, ακολούθως, σε προϊστάμενο προσωπικού. Με την ιδιότητα του αυτή ο ενάγων ήταν υπεύθυνος για την εύρεση των καταλλήλων προσώπων για την επάνδρωση του προσωπικού της επιχείρησης, για την καθημερινή παραγωγική απόδοση των εργαζομένων, την έκδοση προγραμμάτων εργασίας όλου του προσωπικού, την έκδοση της μισθοδοσίας τους σε συνεργασία με το λογιστήριο, την εργασιακή και ασφαλιστική τους τακτοποίηση έναντι των αρμοδίων Αρχών και γενικά είχε την εποπτεία για κάθε τι που αφορούσε τους 150 περίπου εργαζόμενους του ξενοδοχείου.
Παράλληλα, οι εκπρόσωποι της εναγομένης είχαν αναθέσει στον ενάγοντα από το έτος 1989 και την παρακολούθηση δύο σημαντικών αποθηκών του ξενοδοχείου, εκείνη των οινοπνευματωδών ποτών και εκείνη του ηλεκτρολογικού υλικού, με τις συναφείς με αυτές αρμοδιότητες, ήτοι την καταγραφή του Stock, τη χορήγηση ποτών στο μπαρ και του ηλεκτρολογικού υλικού στους ηλεκτρολόγους.
Επιπλέον, από το έτος 1997, ο ενάγων ανέλαβε και τη διεύθυνση των τμημάτων επισιτισμού του ξενοδοχείου, τον έλεγχο και την υπογραφή όλων των σχετικών τιμολογίων, τη διαμόρφωση της, σύνθεσης του μενού και των τιμοκαταλόγων των εστιατορίων, των μπαρ και των δεξιώσεων. Με τις παραπάνω αυξημένες του αρμοδιότητες ο ενάγων απασχολήθηκε στο ως άνω ξενοδοχείο της εναγομένης, έναντι μηνιαίων αποδοχών που διαμορφώθηκαν σταδιακά στο ποσό των 2451,45 ευρώ.
Προσέφερε δε τις υπηρεσίες του με ιδιαίτερο ζήλο και εργατικότητα, για πολλές ώρες ημερησίως, χωρίς να τηρεί συμβατικό ωράριο εργασίας, επιδιώκοντας το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα, σύμφωνα πάντοτε με τις εντολές και τις απαιτήσεις της εναγομένης. Κατά τον τρόπο αυτό εργάστηκε μέχρι τις αρχές του έτους 2004, οπότε παρουσίασε αιφνίδια, σοβαρό πρόβλημα υγείας και ειδικότερα στεφανιαία νόσο ενός αγγείου της καρδιάς, εξαιτίας της οποίας υποχρεώθηκε να υποβληθεί στις 15-2-2004, σε χειρουργική επέμβαση ανοικτής καρδιάς, στο Νοσοκομείο ....
Λόγω της χειρουργικής επέμβασης του χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια μέχρι τις 14-5-2004.Μετά τη λήξη της αναρρωτικής του άδειας, ο ενάγων επέστρεψε αμέσως στην εργασία του, ασκώντας και πάλι με ευσυνειδησία τα καθήκοντα του, όπως έπραττε και όλα τα προηγούμενα έτη, μέχρι τότε. Τα όργανα όμως, της εναγομένης φοβούμενα ότι μετά την επελθούσα σοβαρή βλάβη της υγείας του και τη χειρουργική επέμβαση στην οποία υποβλήθηκε δεν θα μπορούσαν πλέον να απαιτήσουν από τον ενάγοντα να απασχολείται με τους ίδιους εντατικούς ρυθμούς εργασίας, ούτε να έχει τόσες όπως πριν πολυποίκιλες υπευθυνότητες, κατήγγειλαν στις 9-6-2004 τη σύμβαση εργασίας του.
καταβάλλοντος σ' αυτόν τη νόμιμη αποζημίωση απολύσεως. Σημειωτέον, ότι κατά το χρόνο αυτό ο ενάγων ήταν ηλικίας 52 ετών, έγγαμος και πατέρας δύο τέκνων που σπούδαζαν στο Πανεπιστήμιο. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η ένδικη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος, έγινε στα πλαίσια της αναδιοργάνωσης του προσωπικού της, προκειμένου το ξενοδοχείο της να ανταποκριθεί στη φιλοξενία επισήμων προσώπων κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, αφού δεν διευκρινίστηκε σε τι συνίστατο η αναδιοργάνωση αυτή, ουδόλως αποδείχθηκε.
Ενόψει των ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι η ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, όχι για οικονομικοτεχνικούς λόγους, δηλαδή για την ανάγκη καλύτερης επιδίωξης του οικονομικού σκοπού της με την οργανωτική αναδιάρθρωση αυτής, ή λόγω της αρνητικής εξέλιξης των οικονομικών αποτελεσμάτων της, ούτε εξαιτίας της πλημμελούς άσκησης των καθηκόντων του ενάγοντος ή της μη προσήκουσας συμπεριφοράς αυτού, αλλά αποκλειστικά για την αιτία που προαναφέρθηκε, δηλαδή εξαιτίας της προκληθείσας βλάβης της υγείας του, υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος, λαμβανομένων υπόψη και των λοιπών συνθηκών, ήτοι των πολλών (26) ετών υπηρεσίας του ενάγοντος στην επιχείρηση της εναγομένης, της αφοσίωσης και του ζήλου που επέδειξε στην εργασία του, καθόλο το ως άνω χρονικό διάστημα, των οικογενειακών του βαρών και της δυσκολίας εξεύρεσης άλλης ανάλογης εργασίας, ενόψει της ηλικίας του και της επιβάρυνσης της υγείας του".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, που έκρινε την επίδικη καταγγελία άκυρη, ως καταχρηστική, κατ' εφαρμογή του άρθρου 281 Α.Κ. και κατά παραδοχή της έφεσης του αναιρεσιβλήτου - ενάγοντος έκανε δεκτή την ένδικη αγωγή, αφού εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που έκρινε διαφορετικά,, ορθά το νόμο εφήρμοσε και, συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚπολΔ, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Επειδή, κατά το άρθρο 656 ΑΚ, αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ή αν η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη, από λόγους που τον αφορούν και δεν οφείλονται σε ανωτέρα βία, ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει τον μισθό, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία του σε άλλο χρόνο.
Ο εργοδότης όμως έχει δικαίωμα να αφαιρέσει από τον μισθό κάθε τι, που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από την ματαίωση της εργασίας ή την παροχή της αλλού. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 349ΑΚ, σύμφωνα με την οποία "ο δανειστής γίνεται υπερήμερος, αν δεν αποδέχεται την παροχή, που του προσφέρεται.
Η προσφορά πρέπει να είναι πραγματική και η προσήκουσα", προκύπτει ότι ο εργοδότης απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής του μισθού, αν η αδυναμία του να αποδεχθεί την εργασία του μισθωτού οφείλεται σε ανωτέρα βία. Απαλλάσσεται, επίσης, εάν, κατά τη διάρκεια της υπερημερίας ή αδυναμίας του, για αποδοχή της εργασίας είχε και ο μισθωτός περιπέσει σε αδυναμία να προσφέρει τις υπηρεσίες του, που δεν καλύπτεται από τα άρθρα 657, 658 ΑΚ ή δεν θα τις προσέφερε, έτσι κι' αλλιώς, ακόμη και αν ο εργοδότης θα ήταν σε θέση να τις δεχθεί.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 περ. 19 Κ.Πολ.Δικ., η απόφαση είναι αναιρετέα, αν δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Συντρέχει περίπτωση ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν τα περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας, δεν είναι ικανά να στηρίξουν το δικανικό συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε καθώς και όταν από το αιτιολογικό δεν προκύπτουν με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία, για τη δικαιολόγηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.
Αντίφαση, εξάλλου, στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν δεν προκύπτει από την απόφαση, ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο, ώστε, σε συνδυασμό με το διατακτικό, να κριθεί περαιτέρω, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία, για την εφαρμογή της διατάξεως, που εφαρμόσθηκε. Τέλος, αν προβληθεί λόγος αναιρέσεως εκ του άριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., μπορεί να εξετασθεί ως λόγος και ο του αριθ. 19 του ίδιου άρθρου, καθόσον περιέχεται σιωπηρά και παράπονο, για έλλειψη νόμιμης βάσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε, περαιτέρω, τα εξής: Ότι ο ενάγων, μετά την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του εκ μέρους της εναγομένης, υπέβαλε αίτηση στο ΙΚΑ, στο οποίο ήταν ασφαλισμένος, για απονομή σ' αυτόν συντάξεως αναπηρίας. Ότι το Υποκ/μα ΙΚΑ-ΕΤΑΜ συντάξεων ..., με την υπ' αριθμ. ...
απόφαση του Δ|ντή του, χορήγησε στον ενάγοντα προσωρινή πλήρη σύνταξη, λόγω αναπηρίας, ποσοστού 80%,για το χρονικό διάστημα από 11-6-2004 έως 31-10-2005,ανερχομένης στο ποσό των 1210,93 ευρώ μηνιαίως, καταβλητέα από 11-6-2004,δηλαδή από την επομένη της υπερημερίας της εναγομένης και η οποία (σύνταξη) με την υπ' αριθμ. ... απόφαση του αρμοδίου Δ|ντή του ΙΚΑ ανανεώθηκε και για το χρονικό διάστημα από 1-11-2005 έως την 31-10-2007,αναγνωριζομένου ποσοστού αναπηρίας του ενάγοντα, για το διάστημα αυτό, 67%.
Ενόψει, όμως, δέχεται το Εφετείο, της τοιαύτης συνταξιοδοτήσεως του ενάγοντος, η οποία ανατρέχει στον χρόνο ενάρξεως της υπερημερίας της εναγομένης και καλύπτει όλο το επίδικο χρονικό διάστημα υπερημερίας της, η τελευταία (εναγομένη) αφενός μεν δεν έχει υποχρέωση, κατά το διάστημα αυτό να απασχολεί πραγματικά τον ενάγοντα στην εργασία, την οποία, άλλωστε (όπως δέχεται το Εφετείο), δε μπορούσε αυτός (ενάγων) να προσφέρει, εκ του λόγου ότι συνταξιοδοτήθηκε για λόγους υγείας, από τον Φορέα, στον οποίο ήταν ασφαλισμένος και αφετέρου, δέχθηκε το Δικαστήριο, η εναγομένη έχει δικαίωμα να αφαιρέσει από το ποσό των μηνιαίων αποδοχών του, το ποσό που ωφελήθηκε αυτός, κατά τη διάρκεια της υπερημερίας της, λόγω απονομής της συντάξεως".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, στέρησε από την προσβαλλόμενη απόφασή του την αναγκαία νόμιμη βάση, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, οι οποίες δεν επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 656, 349 ΑΚ, που εφάρμοσε, τις οποίες έτσι παρεβίασε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, ενώ το Εφετείο δέχθηκε αρχικά τα ανωτέρω, τα οποία αίρουν την υπερημερία της εναγομένης, ότι δηλαδή από 11-6-2004 η αναιρεσείουσα δεν είχε υποχρέωση να απασχολεί πραγματικά τον αναιρεσίβλητο στην εργασία την οποία αυτός δε μπορούσε να προσφέρει, για τον ως άνω λόγο, στη συνέχεια δέχθηκε αντιφατικώς ότι η εναγομένη είναι υποχρεωμένη να καταβάλλει στον ενάγοντα μισθούς υπερημερίας και για το ως άνω χρονικό διάστημα, ανερχόμενους στο ποσό των 30.454,06 ευρώ (αφού αφήρεσε το ποσό της συντάξεως, που κατά μήνα λαμβάνει αυτός από το ΙΚΑ), χωρίς να αιτιολογεί το δικανικό αυτό συμπέρασμά του, που προϋποθέτει υπερημερία του εργοδότη.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατ' ορθή υπαγωγή από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠοΔ (και όχι από τον αριθ. 1, όπως στο αναιρετήριο αναφέρεται) είναι βάσιμος και κατά παραδοχή αυτού πρέπει να αναιρεθεί κατά το μέρος αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς, που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 590 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, κατά ένα μέρος, όπως στο σκεπτικό αναφέρεται, την 4282|2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών,
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το άνω μέρος, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ