Supreme Court dismisses appeal against railway promotion decision, upholding lower court's evidence evaluation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding a railway employee promotion. The appellant argued that the appellate court failed to properly consider specific documents and witness testimony submitted during the proceedings. The court rejected these claims, stating that the appellate court had duly evaluated all evidence, including documents and sworn testimony, and reached a justified conclusion based on the sworn deposition.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 560 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appellate court's decision to reject an appeal is valid if it demonstrates that the lower court properly evaluated all submitted evidence and reached a conclusion based on the sworn deposition.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 76 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 76/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παναγιώτα Παπαδήμου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος - ΟΣΕ ΑΕ", που εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Κουρτζή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14600/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 1833/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-1-2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου διάβασε την από 28-2-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Επειδή το υπηρεσιακό καθεστώς του προσωπικού του αναιρεσιβλήτου ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος" Ο.Σ.Ε. -Α.Ε. διέπεται από το Γενικό Κανονισμό Προσωπικού του (Γ.Ε.Κ.Α.Π-Ο.Σ.Ε.), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 του ν.δ. 674/1970 και κυρώθηκε, μετά τροποποίηση, με την υπ' αριθ. 47748/1972 κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Ναυτιλίας, Μεταφορών και Επικοινωνιών που δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθ. 827/11-10-1972 Φ.Ε.Κ.
τ. .Β' και, συνεπώς, έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 33, 39, 40, 42, 43, 44, 45, 46, 47, 49 και 50 του Κανονισμού αυτού συνάγεται ότι οι προαγωγές από το βαθμό των ενιαίων θέσεων του Τμηματάρχη Α' υπό την προϋπόθεση ότι υφίσταται τριετής τουλάχιστον παραμονή στο βαθμό αυτόν, στο βαθμό του Υποπροϊστάμενου Υπηρεσίας (άρθρο 14 αριθ. 6 και 1 παρ.1 και 2 στοιχ.
στ' του ίδιου Κανονισμού) γίνονται κατ' αναλογία 5/10 κατ' εκλογή και 5/10 κατ' αρχαιότητα από το Πρωτοβάθμιο Συμβούλιο Προαγωγών, το οποίο συνέρχεται (όπως και τα λοιπά Συμβούλια Προαγωγών) σε τακτικές ή έκτακτες συνόδους με αποφάσεις του Διοικητή του αναιρεσιβλήτου. Αναφορικά με τις προαγωγές κατ' εκλογή το Συμβούλιο αποφαίνεται με ελεύθερη κρίση, αφού λάβει υπόψη τα στοιχεία που ειδικότερα αναφέρονται στα άρθρα 42-44 του ως άνω Κανονισμού και είναι τα στοιχεία των έντυπων φύλλων ποιότητας των κρινομένων, τα λοιπά στοιχεία, τα οποία περιέχονται στους ατομικούς φακέλους των ίδιων, καθώς και οι προσωπικές γνώσεις των μελών του Συμβουλίου, ρητώς και λεπτομερώς διατυπουμένες στο σχετικό πρακτικό, και κάθε γενικά χρήσιμο, κατά την κρίση του Συμβουλίου, στοιχείο, τα οποία (στοιχεία) αφορούν τα ουσιαστικά προσόντα των κρινόμενων, τα οποία διακρίνονται σε σωματικά, διανοητικά, ηθικά, ψυχικά, διοικητικά και επαγγελματικά, όπως όλα αυτά τα ουσιαστικά
προσόντα αναλύονται διεξοδικώς στις παρ.2 έως και 3 του άρθρου 43 του πιο πάνω Κανονισμού. Η κρίση του Συμβουλίου ελέγχεται από τα δικαστήρια μόνον ως ιερός τη νομιμότητά της, στην οποία συμπεριλαμβάνεται και ο έλεγχος της συμμορφώσεώς του προς τις επιταγές του άρθρου 281 του ΑΚ, που εφαρμόζεται σε άσκηση οποιουδήποτε δικαιώματος, είτε αυτό απορρέει από το δημόσιο είτε από το ιδιωτικό δίκαιο.
Ετσι, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση που υποβάλλεται στη δικαστική κρίση αποδειχτεί ότι το ως άνω Συμβούλιο σε περίπτωση προαγωγής κατ' εκλογή παρέλειψε να προαγάγει υπάλληλο του αναιρεσιβλήτου (Ο.Σ.Ε-Α.Ε.), ο οποίος υπάλληλος καταφανώς υπερείχε και έπρεπε, σύμφωνα με τις παραπάνω προϋποθέσεις, να προαχθεί, υπερβαίνοντας καταφανώς τα όρια που το άρθρο 281 ΑΚ επιβάλλει στην άσκηση, όλων των δικαιωμάτων και δη τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματός του ως συλλογικού οργάνου κρίσεως, η απόφασή του είναι αντίθετη προς το νόμο (το άρθρο 281 ΑΚ), θεωρείται άκυρη (άρθρα 174, 180 ΑΚ) και παρέχει στον υπάλληλο που παραλείφθηκε το δικαίωμα να ζητήσει την αναγνώριση του δικαιώματος της προαγωγής του κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ, οπότε με την τελεσιδικία της αποφάσεως η προαγωγή λογίζεται ότι πραγματοποιήθηκε αυτοδικαίως από το χρόνο κατά τον οποίο έπρεπε να συντελεστεί, κατά το άρθρο 12 παρ.1 του ν.1082/1930, αλλά και τόσο την αποζημίωσή του, αναφορικά με τις αποδοχές του, που προσδοκούσε με πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και τις ειδικές περιστάσεις, ως διαφυγόν κέρδος από την εις βάρος του αδικοπραξία-κατάχρηση δικαιώματος, όσο και, την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης του εξαιτίας της παράνομης και υπαίτιας πράξεως του οργάνου (Συμβουλίου) του αναιρεσιβλήτου εργοδότη Οργανισμού, που τον αντιπροσωπεύει και κατά την εκτέλεση των καθηκόντων των μελών του Συμβουλίου τούτου κατά τα άρθρα 71, 281, 914, 297, 293, 299, 932, ΑΚ.
Μπορεί όμως ο αναιρεσίβλητος Οργανισμός, προς άμυνα κατά αγωγής, που αφορά αξιώσεις υπαλλήλου του, που κατά παράβαση των ανωτέρω διατάξεων παραλείφθηκε κατά τις προαγωγές, να προβάλει τον ισχυρισμό ότι, και αν δεν προάγονταν οι προαχθέντες και φερόμενοι ως καταφανώς υστερούντες έναντι του ενάγοντος συνάδελφοί τους, θα προάγονταν άλλοι συνάδελφοί του, που υπερτερούν ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και έναντι των προαχθέντων, αλλά και έναντι του ενάγοντος και θα καταλάμβαναν αυτοί τις υφιστάμενες κενές οργανικές θέσεις.
Ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί διακωλυτική της γενέσεως της με την αγωγή ασκούμενης αξιώσεως καταχρηστική ένσταση, η οποία δεν αντίκειται στο άρθρο 281 του ΑΚ. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: O αναιρεσείων προσλήφθηκε από το αναιρεσίβλητο (ν.π.ι.δ.
με την επωνυμία "Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος" Ο.Σ.Ε. - Α.Ε.) στις 2.5.1973, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, στον κλάδο διοικητικών οικονομικών υπαλλήλων. Στη συνέχεια προήχθη σε τμηματάρχη Β' στις 31.8.1989 και σε τμηματάρχη Α' στις 31.8.1991. Για τις κενές θέσεις του Υποπροϊσταμένου Υπηρεσίας του έτους 1998, συνήλθε νομότυπα στις 28.12.2000 το Ι' Πρωτοβάθμιο Συμβούλιο Προαγωγών του αναιρεσιβλήτου και με την αριθμ. ......
απόφασή του προήγαγε 35 συναδέλφους του αναιρεσείοντος στο βαθμό του Υποπροϊσταμένου Υπηρεσίας, από τους οποίους 19 κατ' εκλογή και 16 κατ' αρχαιότητα. Ο αναιρεσείων κατατάχθηκε στον πίνακα των προακτέων κατ' αρχαιότητα και αποκλείστηκε από την προαγωγή, ενώ στον πίνακα των κατ' εκλογή προακτέων, μεταξύ των άλλων, κατατάχθηκαν και οι συνάδελφοί του Α, Β και Γ, οι οποίοι και τελικά προήχθησαν στη θέση του Υποπροϊσταμένου Υπηρεσίας.
Αυτοί προσλήφθηκαν, ο Α στις 3.4.1974, ο Β στις 20.2.1978 και ο Γ στις 21.2.1969. Ο αναιρεσείων δηλαδή υπερτερούσε των Α και Β στη γενική αρχαιότητα. Ως προς την αρχαιότητα στον κατεχόμενο βαθμό, ο αναιρεσείων προήχθη, όπως προαναφέρθηκε, σε Τμηματάρχη Α' στις 31.8.1991, ο Α στις 28.2.1992, ο Β στις 31.8.1991 και ο Γ στις 28.2.1992, ώστε ο αναιρεσείων να έχει την ίδια αρχαιότητα στο βαθμό αυτόν με τον Β και πλεονεκτεί έναντι των Α και Γ ως προς το τυπικό αυτό προσόν.
Ως προς δε την επετηρίδα των Τμηματαρχών Α' ο αναιρεσείων, έχοντας αύξοντα αριθμό ..., υστερεί έναντι όλων αυτών, που έχουν βαθμό ..., ... και ..., αντίστοιχα. Αναφορικά με τα τυπικά τους προσόντα και οι τέσσερις είναι απόφοιτοι Λυκείου, ο αναιρεσείων έχει παρακολουθήσει σεμινάρια πληροφορικής, υγιεινής και ασφάλειας και γνωρίζει πολύ καλά τη γαλλική γλώσσα, ο Α έχει παρακολουθήσει σεμινάριο πληροφορικής και ο Β σεμινάρια υγιεινής και πληροφορικής.
Ως προς τα πρόσθετα τυπικά προσόντα, δηλαδή, ο αναιρεσείων υπερτερεί σαφώς έναντι των υπολοίπων. Στα ουσιαστικά προσόντα (σωματικά, διανοητικά, ηθικά, ψυχικά, διοικητικά και επαγγελματικά) από το έτος 1993 μέχρι το έτος 1998, δηλαδή την τελευταία εξαετία, και των τεσσάρων, βαθμολογήθηκαν από τα αρμόδια κατά τον ΓΕΚΑΠ πρόσωπα, ο αναιρεσείων με 53, 56, 55, 55, 54 και 54 και σύνολο βαθμολογίας 327, προτεινόμενος για προαγωγή το έτος 1993 κατ' αρχαιότητα και τα λοιπά έτη κατ' εκλογή, ο Α με 55, 56, 57, 54, 54 και 56 και σύνολο βαθμολογίας 332, προτεινόμενος για προαγωγή το έτος 1996 κατ' αρχαιότητα και τα λοιπά έτη κατ' εκλογή, ο Β με 55, 57, 51, 55, 57 και 56 και σύνολο βαθμολογίας 336, προτεινόμενος για προαγωγή όλα τα έτη κατ' εκλογή και ο Γ με 49, 54, 54, 55, 55 και 56 και σύνολο βαθμολογίας 323 βαθμούς, προτεινόμενος για προαγωγή το έτος 1993 κατ' αρχαιότητα και τα λοιπά έτη κατ' εκλογή.
Δέχτηκε δε το Εφετείο ότι ο αναιρεσείων υπερτερούσε έναντι του Γ και υστερούσε έναντι των άλλων δύο στην αξιολόγηση των ουσιαστικών προσόντων, τα οποία προσδιορίζουν την εν γένει ικανότητα του προσώπου και αποτελούν τα βασικά στοιχεία, στα οποία στηρίζονται οι κρίσεις για προαγωγή (άρθρο 42 παρ. 2 ΓΕ.ΚΑ.Π. - Ο.Σ.Ε.).
Ακόμη το Εφετείο δέχτηκε ότι, περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσείων υπηρέτησε στον επιβατικό Σταθμό Θεσσαλονίκης, αρχικά στη Διεύθυνση Μακεδονίας-Θράκης, σε θέσεις λογιστηρίου και περισσότερο στο τμήμα Γενικής Λογιστικής, ενώ από το έτος 1992 υπηρετεί στη Διεύθυνση Εμπορικής Εκμετάλλευσης-Υπηρεσία Μεταφορών Εξωτερικού.
Έχει δε στο παρελθόν τιμωρηθεί δύο φορές με την πειθαρχική ποινή της επίπληξης για παράβαση των καθηκόντων του. Ο Γ υπηρέτησε στη γραμματεία Αλεξανδρούπολης και ο Α στις αποθήκες ...... . Ο Β διετέλεσε μέλος του Δ.Σ. του αναιρεσιβλήτου από το 1985 έως το 1992 και ασχολείται κυρίως με τον συνδικαλισμό. Επίσης ο Γ έχει τιμηθεί με έπαινο για την επαγγελματική του απόδοση, πλην όμως στο παρελθόν τιμωρήθηκε δύο φορές με ποινή προστίμου για παράβαση των καθηκόντων του.
Δέχτηκε δε το Εφετείο ότι με βάση όλα τα παραπάνω δεδομένα ο αναιρεσείων υστερεί ελαφρά έναντι του Α και Β στο σύνολο των προσόντων και υπερτερεί έναντι του Γ. Η υπεροχή του όμως αυτή είναι απλή και όχι καταφανής, σε βαθμό που να δημιουργεί έντονο το αίσθημα της αδικίας σε βάρος του, με αποτέλεσμα η κρίση του Συμβουλίου Προαγωγών του αναιρεσιβλήτου, που παρέλειψε την κατ' εκλογή προαγωγή του αναιρεσείοντος στη θέση του Υποπροϊσταμένου Υπηρεσίας και προήγαγε τους ανωτέρω συναδέλφους του, να μην υπερβαίνει τα προβλεπόμενα από το άρθρο 281 του ΑΚ αντικειμενικά κριτήρια της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος.
Περαιτέρω, το Εφετείο δέχτηκε ότι ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί η υπεροχή του αναιρεσείοντος έναντι του Γ ως καταφανής, στην περίπτωση αυτήν η ένδικη αγωγή του είναι και πάλι απορριπτέα κατά ουσιαστική παραδοχή της σχετικής διακωλυτικής ένστασης που πρότεινε πρωτοδίκως ο αναιρεσίβλητος, την οποία επανέφερε με τις έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου.
Ειδικότερα ο αναιρεσίβλητος ισχυρίστηκε ότι ο αναιρεσείων δεν νομιμοποιείται στην άσκηση της ένδικης αγωγής του, διότι και αν ακόμη δεν προαγόταν κάποιος από τους ανωτέρω συγκρινόμενους με αυτόν, δεν θα προαγόταν ο ίδιος, αλλά ένας από τους υπαλλήλους που συγκέντρωναν τα αναφερόμενα περισσότερα προσόντα από τούτον και συγκεκριμένα οι Δ, Ε, ΣΤ και Ζ.
Από αυτούς, όπως αποδείχθηκε, τα τελευταία έξι έτη πριν από τις κρίσεις ο Δ συγκεντρώνει γενική βαθμολογία 346, έχει παρακολουθήσει τρία σεμινάρια, ο Ε γενική βαθμολογία 344, πτυχιούχος Πανεπιστημίου Αθηνών, ο ΣΤ γενική βαθμολογία 349, πτυχιούχος Ανώτατης Βιομηχανικής Σχολής Πειραιά και η Ζ συγκεντρώνει γενική βαθμολογία 347, έχει παρακολουθήσει 9 σεμινάρια και έχει λάβει έπαινο.
Από αυτούς οι Ε και ΣΤ προήχθησαν με βάση τις υπ' αριθ. 2332/2003 και 2757/2000, αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αντίστοιχα, που κατέστησαν τελεσίδικες, ενώ σχετικές αγωγές των Δ και Ζ απορρίφθηκαν τελεσιδίκως.
Συνεπώς ως προς τους παραπάνω υπαλλήλους, ομοιόβαθμους του αναιρεσείοντος είναι βάσιμη η διακωλυτική ένσταση, αφού αυτοί έχουν προσόντα ανώτερα του αναιρεσείοντος και έτσι μόνο αυτοί και όχι ο αναιρεσείων είχαν σειρά για προαγωγή, μη νομιμοποιουμένου έτσι του αναιρεσείοντος για την άσκηση σχετικής αγωγής.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων κατά της υπ' αριθ. 14600/2004 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και έτσι επικύρωσε την τελευταία απόφαση με την οποία είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η ένδικη από 20-12-2002 αγωγή του αναιρεσείοντος για αναγνώριση του δικαιώματος της προαγωγής του από το έτος 1998 κ.λπ..
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις του ως άνω Γενικού Κανονισμού Προσωπικού του αναιρεσιβλήτου (ΓΕ.ΚΑ.Π.-Ο.Σ.Ε.) και του άρθρου 281 του ΑΚ. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχτηκε ότι ο αναιρεσείων είναι ισοδύναμος έναντι των εν λόγω προαχθέντων συναδέλφων του ως προς τον τίτλο σπουδών (όλοι είναι απόφοιτοι Λυκείου), καθώς και ότι αυτοί βαθμολογήθηκαν από το έτος 1993 μέχρι το έτος 1998 α) ο αναιρεσείων με 53, 56, 55, 55, 54 και 54 μονάδες, αντίστοιχα με σύνολο βαθμολογίας για τα έτη αυτά 327 μονάδων, προτεινόμενος για προαγωγή κατά το έτος 1993 κατ' αρχαιότητα και κατά τα λοιπά έτη κατ' εκλογή, β) ο Α με 55, 56, 57, 54, 54 και 56 μονάδες, αντίστοιχα, με σύνολο βαθμολογίας για τα έτη αυτά 332 μονάδων, προτεινόμενος για προαγωγή το έτος 1996 κατ' αρχαιότητα και κατά τα λοιπά έτη κατ' εκλογή, γ) ο Β με 55, 57, 51, 55, 57 και 56 μονάδες, αντίστοιχα, με σύνολο βαθμολογίας για τα έτη αυτά 331 (στην πραγματικότητα) μονάδων, προτεινόμενος για προαγωγή καθ' όλα τα ως άνω έτη κατ' εκλογή και δ) ο Γ με 49, 54, 54, 55, 55 και 56 μονάδες, αντίστοιχα, με σύνολο βαθμολογίας για τα έτη αυτά 323 μονάδων, προτεινόμενος για προαγωγή κατά το έτος 1993 κατ' αρχαιότητα και κατά τα λοιπά έτη κατ' εκλογή.
Βέβαια δέχτηκε ότι ο αναιρεσείων έχει παρακολούθησει σεμινάρια πληροφορικής, υγιεινής και ασφάλειας και γνωρίζει πολύ καλά τη γαλλική γλώσσα, χωρίς όμως και να δέχεται ότι υφίσταται ειδική βαθμολογία της γνώσεως της ξένης γλώσσας σύμφωνα με τα άρθρα 41 παρ.3 και 4 σε συνδυασμό προς το άρθρο 25 παρ. 2 του ως άνω Κανονισμού, δεδομένου μάλιστα ότι κατά την τελευταία διάταξη η γνώση της ξένης γλώσσας αποδεικνύεται είτε από τον τίτλο σπουδών είτε με ειδική δοκιμασία, είτε με αμφότερους τους τρόπους αυτούς, ενώ αναφορικά με τους από τους συγκρινόμενους συναδέλφους του Α και Β δέχεται ότι ο πρώτος έχει παρακολουθήσει σεμινάριο πληροφορικές και ο δεύτερος σεμινάρια υγιεινής και πληροφορικής .
Ακόμη δέχτηκε, αναφορικά μεν με τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα ότι προσλήφθηκαν ο αναιρεσείων στις 2-5-1973, ο Α στις 3-4-1974, ο Β στις 20-2-1976 και ο Γ στις 21-2-1969, αναφορικά δε με την ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα στο βαθμό του Τμηματάρχη Α' ότι προήχθησαν στο βαθμό αυτόν ο αναιρεσείων στις 31-8-1991 και οι αμέσως πιο πάνω συγκεκριμένοι, συνάδελφοί του στις 28-2-1992, στις 31-8-1991 και στις 28-2-1992, αντίστοιχα.
Με βάση όμως τις παραδοχές αυτές, καθώς και τις λοιπές πιο πάνω αναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως και ειδικότερα από τη συνολική σύγκριση των παρατιθέμενων στην απόφαση αυτήν τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του αναιρεσείοντος και των ανωτέρω τριών προαχθέντων ομοιόβαθμων συναδέλφων τούτου (δηλαδή των Α, Β και Γ) δεν προκύπτει καταφανής γενική υπεροχή του αναιρεσείοντος έναντι, των εν λόγω συναδέλφων του, ώστε η παράλειψη προαγωγής του στον επόμενο βαθμό να έχει γίνει κατά κατάχρηση δικάιώματος.
Επομένως ο πρώτος (χωρίς αρίθμηση) λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στο σύνολό του. Επισημαίνεται ότι, όπως εκτιμάται, με τον αμέσως πιο πάνω (πρώτο) λόγο αναιρέσεως δεν προβάλλεται και αιτίαση για παραβίαση των ως άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου αναφορικά με την παραδοχή της προαναφερόμενης διακωλυτικής ενστάσεως του αναιρεσιβλήτου, λαμβανομένου υπόψη ότι, και υπό την εκδοχή ότι προβάλλεται τέτοια αιτίαση, επίσης από το άρθρο 558 αριθ.1 ΚΠολΔ, ο λόγος αυτός αναιρέσεως κατά το σχετικό μέρος του θα πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως αλυσιτελής, εφόσον πλήττει αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως που εκφέρθηκε εκ περισσού, αφού υπάρχει, άλλη κύρια αιτιολογία, δηλαδή εκείνη κατά την οποία δεν προκύπτει καταφανής γενική υπεροχή του αναιρεσείοντος έναντι των πραναφερόμενων τριών ομοιόβαθμων συναδέλφων του, που προήχθησαν και προτάθηκαν προς σύγκριση με την ένδικη αγωγή του, η οποία αιτιολογία στηρίζει το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
2.- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ.8 περ . β' ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση η παρακώλυση του δίκαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση. "Πράγματα", κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως, αν είναι ορισμένοι.
Όμως ο ως άνω λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του ουσιώδη ισχυρισμό (ή λόγο εφέσεως) που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο (χωρίς αρίθμηση) λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφασή του τους λόγους της εφέσεως του αναιρεσείοντος με τους οποίους αυτός παραπονούνταν για το ότι εσφαλμένως κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφασή του ότι αυτός δεν υπερείχε καταφανώς έναντι, των ως άνω τριών προαχθέντων ομοιόβαθμων συναδέλφων του, που προτάθηκαν προς σύγκριση με αυτόν με την ένδικη αγωγή του, κατά τα ειδικότερα στο λόγο αυτόν αναιρέσεως σχετικώς διαλαμβανόμενα.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, από τα άρθρα 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ., πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του έλαβε υπόψη του όλους τους παραπάνω λόγους της εφέσεως του αναιρεσείοντος, τους ερεύνησε ενιαίως και τελικά τους απέρριψε ως αβάσιμους, απορρίπτοντας στη συνέχεια και την ίδια την έφεση αυτή στο σύνολό της κατ' ουσίαν, και έτσι δεν υπέπεσε στην από την αμέσως πιο πάνω διάταξη προβλεπόμενη πλημμέλεια.
3.- Επειδή το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του στην επί της ουσίας της υποθέσεως κρίση του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα που εξετάστηκε στο ακροατήριο ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία μαρτυρική κατάθεση περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση πρακτικά του δικαστηρίου εκείνου, καθώς και, όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που νόμιμα προσκομίστηκαν με επίκληση από τους διαδίκους.
Από τη βεβαίωση αυτήν και την όλη περαιτέρω σχετική αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του καθίσταται χωρίς οποιαδήποτε αμφιβολία βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε α) όλα τα αντίγραφα εγγράφων πιστοποιήσεως παρακολουθήσεως σεμιναρίων εκ μέρους του αναιρεσείοντος, β) τα αντίγραφα των φύλλων ποιότητας του αναιρεσείοντος και των προς σύγκριση προταθέντων με την ένδικη αγωγή τριών προαχθέντων ομοιόβαθμων συναδέλφων του, έγγραφα τα οποία είχε νόμιμα προσκόμισει, με επίκληση, ο αναιρεσείων, και γ) την ένορκη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως, αποδεικτικό μέσο το οποίο επίσης είχε επικαλεστεί ο αναιρεσείων, έστω και αν, εκτός από την αμέσως πιο πάνω υπό το στοιχείο γ' αναφερόμενη ένορκη μαρτυρική κατάθεση, την οποία ρητώς αναφέρει ως αξιολογούμενη, όλα τα ως άνω υπό τα στοιχεία α' και β' έγγραφα δεν τα μνημονεύει στην απόφασή του ειδικώς και δεν τα αξιολογεί χωριστά, λαμβανομένου όμως υπόψη ότι από το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε μπορεί χωρίς οποιαδήποτε αμφιβολία να διαγνωστεί ότι, το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του αυτό πόρισμα, στηρίχθηκε και στα εν λόγω έγγραφα.
Εξάλλου, από τις προτάσεις που ο αναιρεσείων κατέθεσε στο Εφετείο κατά τη συζήτηση της εφέσεώς του, μετά την οποία συζήτηση εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι αυτός δεν επικαλέστηκε ως προσκομιζόμενα με τις εν λόγω προτάσεις του 1) αντίγραφο του ποινολογίου του ως άνω προαχθέντος συναδέλφου του Γ, 2) αντίγραφα των αναφερόμενων εγκυκλίων και αποφάσεων του αναιρεσιβλήτου και 3) τη με αριθ.
πρωτ. ...... απόφαση "περί κρινόμενων για το βαθμό του Υποπροϊσταμένου Υπηρεσίας για το έτος 1998", ενώ την τελευταία απόφαση δεν επικαλέστηκε ούτε ως προσκομισθείσα από τον αναιρεσίβλητο, ενόψει τούτων ο τρίτος και τελευταίος (χωρίς αρίθμηση) λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ' ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση της μη λήψεως υπόψη των παραπάνω εγγράφων και ένορκης μαρτυρικής καταθέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στο σύνολό του.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την από 12 Ιανουαρίου 2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 1833/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.- Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ