Supreme Court dismisses appeal on personal detention duration, ruling proportionality principle does not apply to enforcement measures under Article 1047 Civil Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the lower court's decision ordering twelve months of personal detention for debt enforcement. The appellant argued this measure violated the principle of proportionality due to his lack of assets and income, while the opposing parties contended the measure was legally necessary. The court ruled that Article 1047 of the Civil Code grants judges discretion to set detention duration without requiring proportionality analysis, thereby rejecting the appeal as inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArt. 1047 A.K.; Art. 25 Constitution: The principle of proportionality does not apply to judicial decisions ordering personal detention under Article 1047 of the Civil Code, as such measures are subject only to statutory limits and standard legal remedies.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 76 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 76/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:Ιωάννη Ρίζου, κατοίκου Μαζίου Κόνιτσας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ-Μηνά Σταύρου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. ...... ενεργούσα ατομικά και ως ασκούσα το δικαίωμα της γονικής μέριμνας επί των ανηλίκων τέκνων της .....και ..... 2. ...... 3. ..... και 4. ....... από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Βουκελάτο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-7-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 132/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 480/2005 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 31-3-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 22-11-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή η παράλειψη του χαρακτηρισμού από τον αναιρεσείοντα του λόγου αναιρέσεως δεν βλάπτει, αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο τα πραγματικά περιστατικά για κάθε πλημμέλεια τα οποία κατά τον αναιρεσείοντα στοιχειοθετούν το σφάλμα που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και ο Άρειος Πάγος θα υπαγάγει αυτεπαγγέλτως το περιστατικό στον προσήκοντα λόγο (ΑΠ 1013/95 1438/95).
Εν προκειμένω με τον 1ο λόγο αναιρέσεως εκ του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατ' εκτίμηση, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τη διάταξη αυτή και συγκεκριμένα ότι αυτή στερείται νόμιμης βάσης λόγω της διαφοράς αιτιολογικού και διατακτικού καθ' όσον στο μεν διατακτικό της αναφέρει ότι "απαγγέλει εναντίον του εναγομένου προσωπική κράτηση διάρκειας δώδεκα μηνών ως μέσον αναγκαστικής εκτελέσεως της απόφασης" στο αιτιολογικό της δέχεται το σχετικό αίτημα με την κρίση "και να απαγγελθεί εναντίον του (εναγομένου) προσωπική κράτηση ως μέσον εκτελέσεως λόγω της αδικοπραξίας που έχει τελέσει". Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση νόμιμης βάσης, μη αναφέροντας στο αιτιολογικό της τη διάρκεια αυτής, καθ' όσον υποβολή αιτήματος ως προς τη διάρκεια της προσωπικής κράτησης δεν απαιτείται, ο δε καθορισμός της διάρκειας της μέσα στα όρια που θέτει το άρθρο 1047 ΚΠολΔ (έως ένα έτος) απόκειται στη διακριτική εξουσία του δ/ρίου το οποίο την προσδιορίζει στο διατακτικό του, χωρίς η κρίση του αυτή να υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 683/1998).
Επειδή λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δ/ριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως δεν ανακύπτει η πλημμέλεια αυτή αν το δ/ριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό. "Πράγμα" υπό την ανωτέρω έννοια είναι και ο λόγος της έφεσης (ΑΠ 1253/2005).
Εν προκειμένω όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο που την εξέδωσε ερευνώντας καθολικά και εξ υπαρχής τη διαφορά έλαβε υπόψη όλους τους κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως προβαλλόμενους λόγους της έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος, τους οποίους και απέρριψε, άλλους μεν ρητώς άλλους δε εκ του πράγματος, χωρίς η ορθότητα της απορριπτικής αυτή κρίσεως να μπορεί να ελεγχθεί μέσω του αναιρετικού λόγου του αριθ. 8.
Συνεπώς ο 2ος λόγος αναιρέσεως εκ του αριθμ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατ' εκτίμηση, που καταλογίζει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια της ανωτέρω διατάξεως συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον αντίστοιχο λόγο της εφέσεως που αφορούσε την απαγγελία εις βάρος του προσωπικής κράτησης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 1049 ΚΠολΔ αν αποδείχθηκε αδικοπραξία στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας εναπόκειται να διατάξει ή όχι προσωπική κράτηση, η κρίση δε αυτή δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 788/1993). Περαιτέρω ορίζεται μεν από το άρθρο 25 του ισχύοντος Συντάγματος ότι "τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους...
οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας". Όμως η αρχή της αναλογικότητας οριοθετεί τον περιοριστικό του δικαιώματος νόμο.
Ακολουθεί εντεύθεν ότι η τήρησή της εναπόκειται στο νομοθέτη. Η διοίκηση και ο δικαστής μπορούν και οφείλουν να ελέγχουν απλώς αν η αρχή αυτή έχει τηρηθεί και σε αρνητική περίπτωση, να αρνούνται την εφαρμογή νόμου που ενέχει δυσανάλογο περιορισμό του ατομικού δικαιώματος. Η αρχή της αναλογικότητας δεν εφαρμόζεται απ' ευθείας από το δ/ριο παρά μόνο για τον έλεγχο συνταγματικότητας νόμων που περιορίζουν δικαιώματα του ανθρώπου.
Αυτό σημαίνει ότι όταν το δ/ριο καλείται να απαγγείλει προσωπική κράτηση στα πλαίσια του άρθρου 1047 ΑΚ δεν εφαρμόζει την αρχή της αναλογικότητας, αλλά τη σχετική νομοθετική διάταξη. Επομένως, δικαστική απόφαση που απαγγέλλει προσωπική κράτηση, δεν είναι αντίθετη στην αρχή της αναλογικότητας, αλλά υπόκειται σε έλεγχο με τα εκάστοτε επιτρεπόμενα ένδικα μέσα και μέσα στα πλαίσια που αυτά παρέχουν (ΑΠ 163/07, 634/07 195-196/07).
Εν προκειμένω με τον 3ο λόγο αναίρεσης, κατ' εκτίμηση εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου η αιτίαση ότι με το να απαγγέλει εις βάρος του αναιρεσείοντος-εναγομένου προσωπική κράτηση διάρκειας 12 μηνών ως μέσου εκτέλεσης της απόφασης λόγω αδικοπραξίας που έχει τελέσει, ευθέως παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας που ισχύει με βάση το άρθρο 25 του Συντάγματος για το άρθρο 1047 ΑΚ, λόγω του ότι αυτή δεν είναι πρόσφορη για την πραγμάτωση του επιδιωκωμένου σκοπού της εισπράξεως από τους αναιρεσίβλητους των επιδικασθέντων ποσών ψυχικής οδύνης και έχει τον χαρακτήρα ολότελα άσκοπης σκληρότητας, αφού δεν έχει ο αναιρεσείων καμία περιουσία ούτε εισόδημα από εργασία λόγω της ηλικίας του. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως κατά τα προεκτεθέντα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί η απαγγελθείσα προσωπική κράτηση από το Εφετείο, δεν υπόκειται απ'ευθείας σε έλεγχο μέσω της αρχής της αναλογικότητας.
Επειδή η παράλειψη του δικαστηρίου να απαντήσει σε ισχυρισμό μη νόμιμο και επομένως μη ασκούντα επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεν ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 63/90).
Συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση που αγνόησε την ένσταση του αναιρεσείοντος με την οποία αυτός πρόβαλε την καταχρηστική άσκηση εκ μέρους του ενάγοντος του αιτήματος της αγωγής για προσωπική του κράτηση λόγω της αδικοπραξίας που τέλεσε, καθ' όσον αυτή δεν είναι πρόσφορη για τη πραγμάτωση του επιδιωκομένου σκοπού της εισπράξεως από τους αναιρεσίβλητους των επιδικασθέντων ποσών και έχει τον χαρακτήρα ολότελα άσκοπης σκληρότητας αφού δεν έχει ο αναιρεσείων καμία περιουσία ούτε εισόδημα από εργασία λόγω της ηλικίας του και ακόμη πιέζεται ατελέσφορα ο μικροκαλλιεργητής-μικροκτηματίας και πολύτεκνος πατέρας να πωλήσει ολόκληρη την περιουσία του για να εξοφλήσει μικρό μέρος της απαιτήσεως των αναιρεσιβλήτων λόγω της απειλουμένης εκτελέσεως της εις βάρος του προσωπικής κρατήσεως, δεν υπέπεσε στην από το 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, εφόσον είναι μη νόμιμη η ανωτέρω ένσταση διότι τα περιστατικά που περιέχει δεν πληρούν το πραγματικό της εφαρμοστέας διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ (ολ.ΑΠ 62/80, 2101/84). Επομένως ο 4ος λόγος αναιρέσεως κατ' εκτίμηση εκ του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31-3-06 αίτηση, για αναίρεση της υπ'αριθ. 480/05 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει στο ποσόν των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιανουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ